πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού-βιοχηικού)
Εισαγωγικά.
Μετά την Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη στην Ρόδο το 1964 ακολούθησε η άρση των αναθεμάτων του 1054, μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, την 7η Δεκεμβρίου 1965, που χαρακτηρίστηκε από τους Οικουμενιστές γεγονός σπουδαίο με ιδιαίτερη βαρύτητα για την παγχριστιανική ενότητα(;;;)). Μαλιστα ισχυρίζονται ότι ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διέβλεπε ότι η προσέγγιση των δύο Εκκλησιών θα διευκόλυνε τη Ρωμαιοκαθολική να αποκτήσει μια νέα θέαση πραγμάτων στο εσωτερικό της, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την επίλυση του σχίσματος από τη Μεταρρύθμιση. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον Πατριάρχη:
«Η Ρώμη έχει ανάγκη την Ορθοδοξία για να αποφύγει τον εκπροτεσταντισμό της, να ανοιχθεί στην ελευθερία, τη δημοκρατία, τον γάμο των κληρικών, δίχως να υποκύψει σε καμία άποψη, που αδειάζει τον ευχαριστιακό ρεαλισμό, το χριστιανικό μυστήριο. Με την επαναπροσέγγιση με την Ορθοδοξία, στη γραμμή της αδιαίρετης Εκκλησίας, η Ρώμη θα μπορέσει να θεραπεύσει το δικό της σχίσμα, να ξανα-ενσωματώσει –δίχως να διαλύσει –το καλλίτερο στοιχείο της Μεταρρύθμισης [που είναι] η έννοια της χριστιανικής ελευθερίας και της Βίβλου» (Andrea Ricardi,Αθηναγόρας -Clement , σ.295)..
Η άρση των αναθεμάτων έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 1965 ταυτόχρονα σε Κωνσταντινούπολη και Βατικανό από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα και τον Πάπα Παύλο Στ΄.
Η ιστορική πορεία προς την άρση των αναθεμάτων
Ο καρδινάλιος Αυγουστίνος Μπέα ήταν ο βασικός διοργανωτής από Ρωμαιοκαθολικής πλευράς της συνάντησης πατριάρχη Αθηναγόρα Α’ και Πάπα Παύλου Στ’. Η πιο σοβαρή προσπάθεια προς την κατεύθυνση της Ένωσης έλαβε χώρα το 1965.
Το 1959 ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος συναντήθηκε με τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ’ στο Βατικανό-επρόκειτο για την πρώτη επίσκεψη ορθόδοξου αρχιερέα μετά πέντε αιώνες, καθώς το 1547 ο Πάπας Παύλος Γ’ είχε δεχθεί τον Μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, έξαρχο του Πατριάρχη Διονυσίου Β’ – προετοιμάζοντας την επίσκεψη του Νουντσίου Τέστα στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ο Ιωάννης ΚΓ με τη σειρά του κάλεσε τις Ορθόδοξες Εκκλησίες σε Οικουμενική Σύνοδο για τον Οκτώβριο του 1962. Ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ συνέχισε την πολιτική διαλόγου του προκατόχου του προχωρώντας σε κινήσεις καλής θέλησης όπως, η επιστροφή της κάρας του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα (1964) και των λειψάνων του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα (1965). Τελικά στις 5 και 6 Ιανουαρίου 1964 συναντήθηκαν οι Παύλος και Πατριάρχης Αθηναγόρας στα Ιεροσόλυμα. Η παρουσία 2500 εκπροσώπων του τύπου «είχε ως αποτέλεσμα την προβολή της πνευματικής του διάστασης [δηλ. του Πατριαρχείου] σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη ιστορική περίοδο» γι’ αυτό. Ακολούθησε επίσκεψη του Μητροπολίτη Ηλιουπόλεως Μελίτωνος στο Βατικανό στις 5 Ιουλίου 1965 ο οποίος πρότεινε να κλείσουν οι εργασίες της Β’ Βατικανής Σύνοδος με την αμοιβαία άρση των αναθεμάτων και ακολούθησαν εκατέρωθεν επισκέψεις.
Μετά την άρση των αναθεμάτων, ο μεν Πάπας Παύλος ΣΤ’ επισκέφθηκε το Φανάρι, στις 25 Ιουλίου 1967, ο δε Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, προσφωνώντας τον Πάπα μέσα στη βασιλική του Αγίου Πέτρου τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, τόνισε ότι «πλείονα εισί τα ενούντα και ολιγότερα τα χωρίζοντα ημάς».
Το ιστορικό κοινό ανακοινωθέν μετά την άρση δημοσιεύεται παρακάτω (στην απλή καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα). Το πρωτότυπο της συμφωνίας, που είναι γραμμένο στη γαλλική γλώσσα.
Το ιστορικό ανακοινωθέν της άρσης των αναθεμάτων
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον Θεό για τη χάρη που δόθηκε σ’ αυτούς μέσα στη θεϊκή του ευσπλαχνία να συναντηθούν αδελφικά στους Αγίους Τόπους, όπου, διαμέσου του θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού συμπληρώθηκε το μυστήριο της σωτηρίας μας, και με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος συστήθηκε η Αγία Εκκλησία, ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α’ δεν αδιαφόρησαν για την πρόθεσή τους να πράξουν ό,τι είναι δυνατό στον καθέναν τους, για να μη παραλείψουν στο εξής κάθε χειρονομία, εμπνεόμενη από την αγάπη και ικανή να διευκολύνει την ανάπτυξη των αδελφικών σχέσεων, οι οποίες με τον τρόπο αυτό εγκαινιάστηκαν μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, είναι πεπεισμένοι ότι ανταποκρίνονται στην κλήση της Θείας Χάρης, η οποία οδηγεί σήμερα τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και όλους τους χριστιανούς, να υπερνικήσουν τις διαφορές τους και να γίνουν και πάλι «ένα», όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το ζήτησε από τον Πατέρα.
Ανάμεσα στα εμπόδια, τα οποία βρίσκονται στο δρόμο της προαγωγής των αδελφικών αυτών σχέσεων εμπιστοσύνης και τιμής, προβάλλει η ανάμνηση των λυπηρών αποφάσεων, ενεργειών και γεγονότων, τα οποία κατά το 1054 κατέληξαν στο ΑΝΑΘΕΜΑ, το οποίο έριξαν κατά του Πατριάρχου Μιχαήλ του Κηρουλαρίου και δύο άλλων προσώπων οι απεσταλμένοι του Ρωμαϊκού Θρόνου, υπό την ηγεσία του Καρδιναλίου Ουμβέρτου, κατά των οποίων απεσταλμένων στη συνέχεια ρίχτηκε ανάλογο ΑΝΑΘΕΜΑ από τον Πατριάρχη και τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.
Και τα γεγονότα αυτά υπήρξαν ασφαλώς οδυνηρά κατά την ιδιαίτερα ταραγμένη εκείνη χρονική περίοδο της ιστορίας. Σήμερα όμως κρίνουμε τα γεγονότα αυτά με πνεύμα μεγαλύτερης ηρεμίας και δικαιοσύνης, και επιβάλλεται να αναγνωρίσουμε τις υπερβολές με τις οποίες επιβαρύνθηκαν και οι οποίες οδήγησαν στη συνέχεια σε άλλες συνέπειες που ξεπερνούσαν, σύμφωνα με τη σημερινή μας κρίση, τις προθέσεις και τις προβλέψεις των πρωτεργατών τους, των οποίων οι καταδίκες στρέφονταν κατά των σχετικών προσώπων, και όχι κατά των Εκκλησιών, και δεν αποσκοπούσαν στη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των Θρόνων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.
Γι’ αυτούς τους λόγους, ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α’, με την Ιερή τους Σύνοδο, πεπεισμένοι ότι εκφράζουν την κοινή επιθυμία δικαιοσύνης και το ομόθυμο αίσθημα αγάπης των πιστών τους, και ενθυμούμενοι την εντολή του Κυρίου, ο οποίος είπε: «Αν προσφέρεις το δώρο σου πάνω στο θυσιαστήριο, και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί το δώρο σου, μπροστά στο θυσιαστήριο, και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου» (Μθ. ε΄, 23-24), ομόφωνα δηλώνουν:
Α. Αποδοκιμάζουν τους προσβλητικούς λόγους, τις αβάσιμες κατηγορίες και τις αξιοκατάκριτες χειρονομίες, τα οποία και από τις δύο πλευρές χαρακτήρισαν ή συνόδευσαν τα θλιβερά γεγονότα της εποχής εκείνης.
Β. Αποδοκιμάζουν επίσης και αφαιρούν από τη μνήμη και από το περιβάλλον της Εκκλησίας τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ που επακολούθησαν, η ανάμνηση των οποίων επενεργεί μέχρι σήμερα ως εμπόδιο στην προσέγγιση της αγάπης και παραδίνουν αυτά τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ στον ξεχασμό.
Γ. Εκφράζουν, τέλος, τη θλίψη τους για τα λυπηρά προηγούμενα και τα μεταγενέστερα γεγονότα, τα οποία, κάτω από την επίδραση διαφόρων παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους είναι και η αμοιβαία έλλειψη κατανόησης και εμπιστοσύνης, οδήγησαν τελικά στην πλήρη διάσπαση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, με τη Σύνοδό τους, συνειδητοποιούν ότι η χειρονομία αυτή δικαιοσύνης και αμοιβαίας συγγνώμης δεν μπορεί να επαρκέσει στον τερματισμό παλαιοτέρων και νεοτέρων διαφορών, που υπάρχουν μεταξύ της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας και οι οποίες με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος θα ξεπεραστούν, διαμέσου του εξαγνισμού των καρδιών, της αποδοκιμασίας των ιστορικών σφαλμάτων, όπως και της αποτελεσματικής θελήσεως να φθάσουμε στην κοινή κατανόηση και διατύπωση της αποστολικής πίστεως και των απαιτήσεών της.
Ωστόσο, πραγματοποιώντας αυτήν τη χειρονομία, ελπίζουν ότι αυτή θα είναι ευχάριστη στον Θεό, ο οποίος είναι πρόθυμος να μας συγχωρέσει, όταν εμείς συγχωρούμε ο ένας τον άλλον, και θα εκτιμηθεί από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, αλλά ιδιαίτερα από το σύνολο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως έκφραση αμοιβαίας ειλικρινούς θελήσεως για συμφιλίωση και ως πρόσκληση να αναζητήσουμε, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, εκτιμήσεως και αγάπης, τον Διάλογο, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, θα τις οδηγήσει να ζήσουν και πάλι, προς μεγαλύτερη ωφέλεια των ψυχών και προς έλευση της Βασιλείας του Θεού, την πλήρη κοινωνία της πίστεως, της αδελφικής ομόνοιας και της μυστηριακής ζωής, η οποία υπήρξε μεταξύ τους κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας.
Παρατηρήσεις-σχόλια
Η Β παράγραφος στο γαλλικό κείμενο είναι η εξής;
2. Parmi les obstacles qui se trouvent sur le chemin du développement de ces rapports fraternels de confiance et d’ estime, figure le souvenir des décisions, actes et incidents pénibles, qui ont abouti en 1054, à la sentence d’excommunication portée contre le patriarche Michel Cérullaire et deux autres personnalités par les légats du siège romain, conduits par le cardinal Humbert, légats qui furent eux-mêmes ensuite l’objet d’une sentence analogue de la part du patriarche et du synode constantinopolitain.
Το πρωτότυπο της συμφωνίας, που είναι γραμμένο στη γαλλική γλώσσα, ρητά αναφέρει, ότι «ήρθη η ακοινωνησία», δηλ. το σχίσμα! Το ελληνικό κείμενο της μετάφρασης όμως δεν αναφέρει τίποτα για την «ακοινωνησία». Τη λέξη «excommunication» του γαλλικού πρωτοτύπου οι Λατινόφρονες του Φαναρίου φρόντισαν να μεταφραστεί λανθασμένα με τη λέξη «αναθέματα».
β. αποδοκιμάζουσιν ωσαύτως και αίρουσιν από της μνήμης και εκ μέσου της Εκκλησίας τα επακολουθήσαντα αναθέματα, ων η ανάμνησις επενεργεί μέχρι σήμερον ως κώλυμα εις την εν αγάπη προσέγγισιν, παραδίδουσι δε ταύτα τη λήθη.
΄Έτσι, οι Ορθόδοξοι της Ελλάδος μέχρι σήμερα νομίζουν ότι το 1965 ανακλήθηκαν μόνο τα αναθέματα, οι δε Λατινόφρονες διακηρύττουν, πως με την άρση των αναθεμάτων επανήλθαμε στην προ του 1054 περίοδο. Πως ήταν όμως αυτή η περίοδος; Την απάντηση δίνει το ίδιο το κείμενο του «αναθεματισμού» των Λατίνων του 1054.
Μετά την Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη στην Ρόδο το 1964 ακολούθησε η άρση των αναθεμάτων του 1054, μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, την 7η Δεκεμβρίου 1965, που χαρακτηρίστηκε από τους Οικουμενιστές γεγονός σπουδαίο με ιδιαίτερη βαρύτητα για την παγχριστιανική ενότητα(;;;)). Μαλιστα ισχυρίζονται ότι ο Πατριάρχης Αθηναγόρας διέβλεπε ότι η προσέγγιση των δύο Εκκλησιών θα διευκόλυνε τη Ρωμαιοκαθολική να αποκτήσει μια νέα θέαση πραγμάτων στο εσωτερικό της, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες για την επίλυση του σχίσματος από τη Μεταρρύθμιση. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον Πατριάρχη:
«Η Ρώμη έχει ανάγκη την Ορθοδοξία για να αποφύγει τον εκπροτεσταντισμό της, να ανοιχθεί στην ελευθερία, τη δημοκρατία, τον γάμο των κληρικών, δίχως να υποκύψει σε καμία άποψη, που αδειάζει τον ευχαριστιακό ρεαλισμό, το χριστιανικό μυστήριο. Με την επαναπροσέγγιση με την Ορθοδοξία, στη γραμμή της αδιαίρετης Εκκλησίας, η Ρώμη θα μπορέσει να θεραπεύσει το δικό της σχίσμα, να ξανα-ενσωματώσει –δίχως να διαλύσει –το καλλίτερο στοιχείο της Μεταρρύθμισης [που είναι] η έννοια της χριστιανικής ελευθερίας και της Βίβλου» (Andrea Ricardi,Αθηναγόρας -Clement , σ.295)..
Η άρση των αναθεμάτων έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 1965 ταυτόχρονα σε Κωνσταντινούπολη και Βατικανό από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα και τον Πάπα Παύλο Στ΄.
Η ιστορική πορεία προς την άρση των αναθεμάτων
Ο καρδινάλιος Αυγουστίνος Μπέα ήταν ο βασικός διοργανωτής από Ρωμαιοκαθολικής πλευράς της συνάντησης πατριάρχη Αθηναγόρα Α’ και Πάπα Παύλου Στ’. Η πιο σοβαρή προσπάθεια προς την κατεύθυνση της Ένωσης έλαβε χώρα το 1965.
Το 1959 ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος συναντήθηκε με τον Πάπα Ιωάννη ΚΓ’ στο Βατικανό-επρόκειτο για την πρώτη επίσκεψη ορθόδοξου αρχιερέα μετά πέντε αιώνες, καθώς το 1547 ο Πάπας Παύλος Γ’ είχε δεχθεί τον Μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, έξαρχο του Πατριάρχη Διονυσίου Β’ – προετοιμάζοντας την επίσκεψη του Νουντσίου Τέστα στον Οικουμενικό Πατριάρχη. Ο Ιωάννης ΚΓ με τη σειρά του κάλεσε τις Ορθόδοξες Εκκλησίες σε Οικουμενική Σύνοδο για τον Οκτώβριο του 1962. Ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ συνέχισε την πολιτική διαλόγου του προκατόχου του προχωρώντας σε κινήσεις καλής θέλησης όπως, η επιστροφή της κάρας του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα (1964) και των λειψάνων του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα (1965). Τελικά στις 5 και 6 Ιανουαρίου 1964 συναντήθηκαν οι Παύλος και Πατριάρχης Αθηναγόρας στα Ιεροσόλυμα. Η παρουσία 2500 εκπροσώπων του τύπου «είχε ως αποτέλεσμα την προβολή της πνευματικής του διάστασης [δηλ. του Πατριαρχείου] σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη ιστορική περίοδο» γι’ αυτό. Ακολούθησε επίσκεψη του Μητροπολίτη Ηλιουπόλεως Μελίτωνος στο Βατικανό στις 5 Ιουλίου 1965 ο οποίος πρότεινε να κλείσουν οι εργασίες της Β’ Βατικανής Σύνοδος με την αμοιβαία άρση των αναθεμάτων και ακολούθησαν εκατέρωθεν επισκέψεις.
Μετά την άρση των αναθεμάτων, ο μεν Πάπας Παύλος ΣΤ’ επισκέφθηκε το Φανάρι, στις 25 Ιουλίου 1967, ο δε Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, προσφωνώντας τον Πάπα μέσα στη βασιλική του Αγίου Πέτρου τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, τόνισε ότι «πλείονα εισί τα ενούντα και ολιγότερα τα χωρίζοντα ημάς».
Το ιστορικό κοινό ανακοινωθέν μετά την άρση δημοσιεύεται παρακάτω (στην απλή καθομιλουμένη ελληνική γλώσσα). Το πρωτότυπο της συμφωνίας, που είναι γραμμένο στη γαλλική γλώσσα.
Το ιστορικό ανακοινωθέν της άρσης των αναθεμάτων
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον Θεό για τη χάρη που δόθηκε σ’ αυτούς μέσα στη θεϊκή του ευσπλαχνία να συναντηθούν αδελφικά στους Αγίους Τόπους, όπου, διαμέσου του θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού συμπληρώθηκε το μυστήριο της σωτηρίας μας, και με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος συστήθηκε η Αγία Εκκλησία, ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α’ δεν αδιαφόρησαν για την πρόθεσή τους να πράξουν ό,τι είναι δυνατό στον καθέναν τους, για να μη παραλείψουν στο εξής κάθε χειρονομία, εμπνεόμενη από την αγάπη και ικανή να διευκολύνει την ανάπτυξη των αδελφικών σχέσεων, οι οποίες με τον τρόπο αυτό εγκαινιάστηκαν μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, είναι πεπεισμένοι ότι ανταποκρίνονται στην κλήση της Θείας Χάρης, η οποία οδηγεί σήμερα τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως και όλους τους χριστιανούς, να υπερνικήσουν τις διαφορές τους και να γίνουν και πάλι «ένα», όπως ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το ζήτησε από τον Πατέρα.
Ανάμεσα στα εμπόδια, τα οποία βρίσκονται στο δρόμο της προαγωγής των αδελφικών αυτών σχέσεων εμπιστοσύνης και τιμής, προβάλλει η ανάμνηση των λυπηρών αποφάσεων, ενεργειών και γεγονότων, τα οποία κατά το 1054 κατέληξαν στο ΑΝΑΘΕΜΑ, το οποίο έριξαν κατά του Πατριάρχου Μιχαήλ του Κηρουλαρίου και δύο άλλων προσώπων οι απεσταλμένοι του Ρωμαϊκού Θρόνου, υπό την ηγεσία του Καρδιναλίου Ουμβέρτου, κατά των οποίων απεσταλμένων στη συνέχεια ρίχτηκε ανάλογο ΑΝΑΘΕΜΑ από τον Πατριάρχη και τη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως.
Και τα γεγονότα αυτά υπήρξαν ασφαλώς οδυνηρά κατά την ιδιαίτερα ταραγμένη εκείνη χρονική περίοδο της ιστορίας. Σήμερα όμως κρίνουμε τα γεγονότα αυτά με πνεύμα μεγαλύτερης ηρεμίας και δικαιοσύνης, και επιβάλλεται να αναγνωρίσουμε τις υπερβολές με τις οποίες επιβαρύνθηκαν και οι οποίες οδήγησαν στη συνέχεια σε άλλες συνέπειες που ξεπερνούσαν, σύμφωνα με τη σημερινή μας κρίση, τις προθέσεις και τις προβλέψεις των πρωτεργατών τους, των οποίων οι καταδίκες στρέφονταν κατά των σχετικών προσώπων, και όχι κατά των Εκκλησιών, και δεν αποσκοπούσαν στη διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας μεταξύ των Θρόνων Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως.
Γι’ αυτούς τους λόγους, ο Πάπας Παύλος ΣΤ’ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α’, με την Ιερή τους Σύνοδο, πεπεισμένοι ότι εκφράζουν την κοινή επιθυμία δικαιοσύνης και το ομόθυμο αίσθημα αγάπης των πιστών τους, και ενθυμούμενοι την εντολή του Κυρίου, ο οποίος είπε: «Αν προσφέρεις το δώρο σου πάνω στο θυσιαστήριο, και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί το δώρο σου, μπροστά στο θυσιαστήριο, και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου» (Μθ. ε΄, 23-24), ομόφωνα δηλώνουν:
Α. Αποδοκιμάζουν τους προσβλητικούς λόγους, τις αβάσιμες κατηγορίες και τις αξιοκατάκριτες χειρονομίες, τα οποία και από τις δύο πλευρές χαρακτήρισαν ή συνόδευσαν τα θλιβερά γεγονότα της εποχής εκείνης.
Β. Αποδοκιμάζουν επίσης και αφαιρούν από τη μνήμη και από το περιβάλλον της Εκκλησίας τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ που επακολούθησαν, η ανάμνηση των οποίων επενεργεί μέχρι σήμερα ως εμπόδιο στην προσέγγιση της αγάπης και παραδίνουν αυτά τα ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ στον ξεχασμό.
Γ. Εκφράζουν, τέλος, τη θλίψη τους για τα λυπηρά προηγούμενα και τα μεταγενέστερα γεγονότα, τα οποία, κάτω από την επίδραση διαφόρων παραγόντων, ανάμεσα στους οποίους είναι και η αμοιβαία έλλειψη κατανόησης και εμπιστοσύνης, οδήγησαν τελικά στην πλήρη διάσπαση της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, με τη Σύνοδό τους, συνειδητοποιούν ότι η χειρονομία αυτή δικαιοσύνης και αμοιβαίας συγγνώμης δεν μπορεί να επαρκέσει στον τερματισμό παλαιοτέρων και νεοτέρων διαφορών, που υπάρχουν μεταξύ της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας και οι οποίες με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος θα ξεπεραστούν, διαμέσου του εξαγνισμού των καρδιών, της αποδοκιμασίας των ιστορικών σφαλμάτων, όπως και της αποτελεσματικής θελήσεως να φθάσουμε στην κοινή κατανόηση και διατύπωση της αποστολικής πίστεως και των απαιτήσεών της.
Ωστόσο, πραγματοποιώντας αυτήν τη χειρονομία, ελπίζουν ότι αυτή θα είναι ευχάριστη στον Θεό, ο οποίος είναι πρόθυμος να μας συγχωρέσει, όταν εμείς συγχωρούμε ο ένας τον άλλον, και θα εκτιμηθεί από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, αλλά ιδιαίτερα από το σύνολο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως έκφραση αμοιβαίας ειλικρινούς θελήσεως για συμφιλίωση και ως πρόσκληση να αναζητήσουμε, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, εκτιμήσεως και αγάπης, τον Διάλογο, ο οποίος, με τη βοήθεια του Θεού, θα τις οδηγήσει να ζήσουν και πάλι, προς μεγαλύτερη ωφέλεια των ψυχών και προς έλευση της Βασιλείας του Θεού, την πλήρη κοινωνία της πίστεως, της αδελφικής ομόνοιας και της μυστηριακής ζωής, η οποία υπήρξε μεταξύ τους κατά την πρώτη χιλιετία της ζωής της Εκκλησίας.
Παρατηρήσεις-σχόλια
Η Β παράγραφος στο γαλλικό κείμενο είναι η εξής;
2. Parmi les obstacles qui se trouvent sur le chemin du développement de ces rapports fraternels de confiance et d’ estime, figure le souvenir des décisions, actes et incidents pénibles, qui ont abouti en 1054, à la sentence d’excommunication portée contre le patriarche Michel Cérullaire et deux autres personnalités par les légats du siège romain, conduits par le cardinal Humbert, légats qui furent eux-mêmes ensuite l’objet d’une sentence analogue de la part du patriarche et du synode constantinopolitain.
Το πρωτότυπο της συμφωνίας, που είναι γραμμένο στη γαλλική γλώσσα, ρητά αναφέρει, ότι «ήρθη η ακοινωνησία», δηλ. το σχίσμα! Το ελληνικό κείμενο της μετάφρασης όμως δεν αναφέρει τίποτα για την «ακοινωνησία». Τη λέξη «excommunication» του γαλλικού πρωτοτύπου οι Λατινόφρονες του Φαναρίου φρόντισαν να μεταφραστεί λανθασμένα με τη λέξη «αναθέματα».
β. αποδοκιμάζουσιν ωσαύτως και αίρουσιν από της μνήμης και εκ μέσου της Εκκλησίας τα επακολουθήσαντα αναθέματα, ων η ανάμνησις επενεργεί μέχρι σήμερον ως κώλυμα εις την εν αγάπη προσέγγισιν, παραδίδουσι δε ταύτα τη λήθη.
΄Έτσι, οι Ορθόδοξοι της Ελλάδος μέχρι σήμερα νομίζουν ότι το 1965 ανακλήθηκαν μόνο τα αναθέματα, οι δε Λατινόφρονες διακηρύττουν, πως με την άρση των αναθεμάτων επανήλθαμε στην προ του 1054 περίοδο. Πως ήταν όμως αυτή η περίοδος; Την απάντηση δίνει το ίδιο το κείμενο του «αναθεματισμού» των Λατίνων του 1054.
Αναφέρει ότι οι Λατίνοι αναθεμάτισαν τους Ορθόδοξους, επειδή θεωρούσαν ως έγκυρα μόνο τα δικά τους μυστήρια και ότι δεν τους δέχονταν σε «κοινωνία». Άρα, ομολογούν οι ίδιοι οι Λατίνοι, ότι από την πλευρά των Ορθοδόξων υπήρχε «ακοινωνησία». Υπήρχε σχίσμα! Ήταν ειλικρινείς οι Φράγκοι το 1054, όταν ομολογούσαν ότι προ του 1054 υπήρχε «ακοινωνησία».
Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που έχει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο, που λέει ότι το 1965, πάπας και πατριάρχης «ήραν όχι μόνο τα αναθέματα, αλλά και την ακοινωνησία», όσο και την «επίσημη» ελληνική μετάφραση της αυθεντικής συμφωνίας, που λέει ότι «ήραν μόνο τα αναθέματα». Οι Λατίνοι πιστεύουν ότι το 1054 το ανάθεμά τους επέφερε και την «ακοινωνησία» των δύο Εκκλησιών, οπότε θεωρούν ότι οι λέξεις «ακοινωνησία» και «ανάθεμα» θεολογικά έχουν σχεδόν την ίδια έννοια. Γλωσσικά βέβαια αυτό δεν ισχύει, γιατί άλλο πράγμα σημαίνει στη γαλλική γλώσσα η λέξη «excommunication» και άλλο η λέξη «anatheme». Εξ άλλου δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να εξετάζει το τι έχουν στο μυαλό τους οι Λατίνοι, για το πότε αυτοί έπαυσαν την «κοινωνία» με την Ορθόδοξο Εκκλησία, όταν μάλιστα, όπως θα δούμε πιο κάτω, οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι τρεις αιώνες προηγουμένως τους είχαν καταστήσει «ακοινώνητους»
Β. Για την επιχειρηθείσα εξαπάτηση των Ορθοδόξων από τους Λατινόφρονες του Πατριαρχείου είναι χαρακτηριστική επίσης η μαρτυρία του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου, ο οποίος με τα όσα στοιχεία είχε υπ’ όψιν του, σε αναπάντητη επιστολή του προς τον Πατριάρχη Δημήτριο, έγραψε: «Η κατά την 7ην Δεκεμβρίου 1965 γινομένη άρσις των αναθεμάτων εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και άρσις της ακοινωνησίας εκ μέρους της Ρώμης έχει δημιουργήσει σύγχυσιν… Εκείνο το οποίον, επίσης χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής είναι η διαφορά Διατυπώσεως εις τα δύο κείμενα, τα σχετικά με την άρσιν των αναθεμάτων. Ούτω, το μεν λατινικόν κείμενον ( εννοεί το πρωτότυπον της συμφωνίας, που είναι στη γαλλική γλώσσα) ομιλεί περί «άρσεως ακοινωνησίας», το δε ελληνικόν περί «άρσεως αναθεμάτων». Η εκ της διαφοράς ταύτης επελθούσα σύγχυσις προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλή πολλήν ζημίαν»( εφημ. Ορθόδοξος Τύπος (432 ) 21.11. 80)
Γ. Είναι χαρακτηριστικοί οι ψευδείς και ανιστόρητοι ισχυρισμοί του Αθηναγόρα, ο οποίος το 1971 έλεγε: «Εδώ την 15ην Ιουλίου 1054 ένας καρδινάλιος Ουμβέρτος κατέθηκεν εις την αγία Τράπεζα της Αγιάς Σοφίας ένα λίβελλο κατά του Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου. Και ο Κηρουλάριος απήντησε, δεν ηξεύρω αν έκανε καλά να απαντήση ή όχι, αλλ’ εν πάση περιπτώσει απήντησε. Αυτοί οι δύο λίβελλοι, αυτά τα δύο γράμματα, ονομάστηκαν σχίσμα. Σχίσμα ουδέποτε εκηρύχθη, μήτε από την Ρώμη, ούτε από την Ανατολή, αλλά το εζήσαμεν 900 χρόνια ... Έως το 1054 είχαμε πολλάς διαφοράς. Και εις τούτο και εις το άλλο. Το Φιλιόκβε. Η προσθήκη εις το «πιστεύω» έγινε τον 6ον αιώνα. Και το εδέχθημεν επί τόσους αιώνας. Και τόσας άλλας διαφοράς. Αλλά, ηγαπώμεθα. Και όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά, το 1054, που επαύσαμε να αγαπώμεθα ήλθαν όλες οι διαφορές. Ηγαπώμεθα και είχομεν το ίδιο μυστήριο. Το ίδιο βάπτισμα, τα ίδια μυστήρια, και ιδιαιτέρως το ίδιο άγιο Ποτήριον» [Ορθόδοξος Τύπος (365) 13.7.79].
Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που έχει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο, που λέει ότι το 1965, πάπας και πατριάρχης «ήραν όχι μόνο τα αναθέματα, αλλά και την ακοινωνησία», όσο και την «επίσημη» ελληνική μετάφραση της αυθεντικής συμφωνίας, που λέει ότι «ήραν μόνο τα αναθέματα». Οι Λατίνοι πιστεύουν ότι το 1054 το ανάθεμά τους επέφερε και την «ακοινωνησία» των δύο Εκκλησιών, οπότε θεωρούν ότι οι λέξεις «ακοινωνησία» και «ανάθεμα» θεολογικά έχουν σχεδόν την ίδια έννοια. Γλωσσικά βέβαια αυτό δεν ισχύει, γιατί άλλο πράγμα σημαίνει στη γαλλική γλώσσα η λέξη «excommunication» και άλλο η λέξη «anatheme». Εξ άλλου δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να εξετάζει το τι έχουν στο μυαλό τους οι Λατίνοι, για το πότε αυτοί έπαυσαν την «κοινωνία» με την Ορθόδοξο Εκκλησία, όταν μάλιστα, όπως θα δούμε πιο κάτω, οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι τρεις αιώνες προηγουμένως τους είχαν καταστήσει «ακοινώνητους»
Β. Για την επιχειρηθείσα εξαπάτηση των Ορθοδόξων από τους Λατινόφρονες του Πατριαρχείου είναι χαρακτηριστική επίσης η μαρτυρία του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου, ο οποίος με τα όσα στοιχεία είχε υπ’ όψιν του, σε αναπάντητη επιστολή του προς τον Πατριάρχη Δημήτριο, έγραψε: «Η κατά την 7ην Δεκεμβρίου 1965 γινομένη άρσις των αναθεμάτων εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως και άρσις της ακοινωνησίας εκ μέρους της Ρώμης έχει δημιουργήσει σύγχυσιν… Εκείνο το οποίον, επίσης χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής είναι η διαφορά Διατυπώσεως εις τα δύο κείμενα, τα σχετικά με την άρσιν των αναθεμάτων. Ούτω, το μεν λατινικόν κείμενον ( εννοεί το πρωτότυπον της συμφωνίας, που είναι στη γαλλική γλώσσα) ομιλεί περί «άρσεως ακοινωνησίας», το δε ελληνικόν περί «άρσεως αναθεμάτων». Η εκ της διαφοράς ταύτης επελθούσα σύγχυσις προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλή πολλήν ζημίαν»( εφημ. Ορθόδοξος Τύπος (432 ) 21.11. 80)
Γ. Είναι χαρακτηριστικοί οι ψευδείς και ανιστόρητοι ισχυρισμοί του Αθηναγόρα, ο οποίος το 1971 έλεγε: «Εδώ την 15ην Ιουλίου 1054 ένας καρδινάλιος Ουμβέρτος κατέθηκεν εις την αγία Τράπεζα της Αγιάς Σοφίας ένα λίβελλο κατά του Πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου. Και ο Κηρουλάριος απήντησε, δεν ηξεύρω αν έκανε καλά να απαντήση ή όχι, αλλ’ εν πάση περιπτώσει απήντησε. Αυτοί οι δύο λίβελλοι, αυτά τα δύο γράμματα, ονομάστηκαν σχίσμα. Σχίσμα ουδέποτε εκηρύχθη, μήτε από την Ρώμη, ούτε από την Ανατολή, αλλά το εζήσαμεν 900 χρόνια ... Έως το 1054 είχαμε πολλάς διαφοράς. Και εις τούτο και εις το άλλο. Το Φιλιόκβε. Η προσθήκη εις το «πιστεύω» έγινε τον 6ον αιώνα. Και το εδέχθημεν επί τόσους αιώνας. Και τόσας άλλας διαφοράς. Αλλά, ηγαπώμεθα. Και όταν αγαπώνται οι άνθρωποι, διαφοραί δεν υπάρχουν. Αλλά, το 1054, που επαύσαμε να αγαπώμεθα ήλθαν όλες οι διαφορές. Ηγαπώμεθα και είχομεν το ίδιο μυστήριο. Το ίδιο βάπτισμα, τα ίδια μυστήρια, και ιδιαιτέρως το ίδιο άγιο Ποτήριον» [Ορθόδοξος Τύπος (365) 13.7.79].
Αν τα παραπάνω λόγια τα έλεγε κάποιος άλλος, θα λέγαμε ότι είναι αγράμματος. Ο Αθηναγόρας ήξερε την ιστορική αλήθεια, την διέστρεφε όμως για να παραπλανήση τους πιστούς. Και το πέτυχε! Και το πετυχαίνουν μέχρι σήμερα οι διάφοροι Λατινόφρονες με τα όσα λένε, χωρίς να αντιδρά όπως πρέπει ο λαός! 72 Ο πάπας Παύλος Στ΄ είπε: «Μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας ευρισκόμεθα σχεδόν εις τελείαν κοινωνίαν και αι δυνατότητες ποιμαντικής συνεργασίας είναι ανάλογοι του στενού συνδέσμου, ο οποίος μας ενώνει». Αναφερόμενος εις την καταβαλλομένην προσπάθειαν της ενώσεως είπεν ότι «όσο μεγαλώνει η ομοφωνία μας, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται και η συνεργασία μας» [ Ορθόδοξος Τύπος ( 176) 15.12. 1972, σ. 4 ] 73 Γ. Καψάνη, Η ένωση των «εκκλησιών» Ορθόδοξος Τύπος (143)1.7.1971. σ. 2
Δ.. «Νοείται Πατριάρχης να γράφη ότι με την άρση των αναθεμάτων (Ανατολής και Δύσεως) ‘’επανήλθομεν αυτομάτως εις την προ του 1054 εποχήν, καθ’ ην υπήρχον μεν διαφοραί μεταξύ των δύο εκκλησιών και ενίοτε σκληροτερον εκδηλούμεναι, αλλά διετήρουν την ενότητα εν τοις Ι. Μυστηρίοις και ιδίως εν τω κοινώ Ποτηρίω, ποία νέα μετά το 1054 εμπόδια ενεφανίσθησαν κωλύοντα την επάνοδον εις την προ αυτού εποχήν;’’!
Είχε το “κουράγιο” να ερωτά τους θεολόγους περί του τι άλλαξε από του 1054 έως της 7ης Δεκεμβρίου 1965 (ημέρα άρσεως των αναθεμάτων), ενώ ταυτόχρονα ο Πατριάρχης ήταν “γυμνός” ακόμη και από στοιχειώδη Ιστορική γνώση; Δεν είχε, άραγε, ποτέ πληροφορηθεί περί των Σταυροφοριών, περί της Ιεράς Εξετάσεως, περί της εγκαθιδρύσεως Κράτους με Αρχηγό (=Πρόεδρο) τον Πάπα, περί υπουργοποιήσεως των Επισκόπων και της μετατροπής τους σε Καρδιναλίους;
Δεν είχε πληροφορηθεί ότι οι Λατίνοι –μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους του Καρλομάγνου– έπαψαν, οριστικά πιά, να θεολογούν «αλιευτικώς» και θεολογούν «αριστοτελικώς», έχοντες τον Αριστοτέλη «ως τρίτον και δέκατον των Αποστόλων»; Δεν είχε πληροφορηθεί τους σχετικούς με αυτά αγώνες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» απάσης, που ανυψώνει τον Άγιον Παλαμάν ως Οικουμενικόν Διδάσκαλον;
Δεν είχε πληροφορηθεί ότι στη Δύση δεν εκλέγεται Επίσκοπος Ρώμης αλλά Αρχηγός Κράτους και, μάλιστα (όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός), όχι από το Σώμα των Επισκόπων αλλά από τους υπουργούς του, τους Καρδιναλίους;
Δεν είχε πληροφορηθεί το αποκορύφωμα της πτώσεως του «Εωσφόρου της Δύσεως», που αυτοανακηρύχθηκε Αλάθητος(!) και υποκατέστησε την Εκκλησία με τον εαυτόν του, δηλαδή, με ένα άτομο, το οποίο δεν λογαριάζει κανέναν και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν;
Το Σχίσμα της Δύσεως από την Ανατολή είναι μόνο θέμα αναθεμάτων; Είναι θέμα που λύεται διά της αναγνώσεως αυτοσχεδίων ευχών σκοπιμότητος; Γιατί, βεβαίως, Ευχή για άρση Αναθέματος κατά της πλάνης του Εωσφόρου δεν έχει ποτέ συνταχθεί με την Χάριν και τον Φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος!»!(Ο.Τ. «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2014)…
Δ. Ύστερα από όλα αυτά πρέπει να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που έχει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο, που λέει ότι το 1965, πάπας και πατριάρχης «ήραν όχι μόνο τα αναθέματα, αλλά και την ακοινωνησία», όσο και τη «επίσημη» ελληνική μετάφραση της αυθεντικής συμφωνίας, που λέει ότι «ήραν μόνο τα αναθέματα».
α. Στην πρώτη περίπτωση του γαλλικού πρωτοτύπου της συμφωνίας, που δεσμεύει και τα δύο μέρη , τους παπικούς και τους λεγόμενους Ορθοδόξους ( δηλ. τους Λατινόφρονες) και λέει ότι έγινε η άρση της «ακοινωνησίας»: Η συμφωνηθείσα «άρση της «ακοινωνησίας» σημαίνει ότι ο πάπας Παύλος ο Στ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συμφώνησαν την άρση του σχίσματος. Το σχίσμα αυτό υπήρχε από το 767 μεταξύ Ρωμαίων και Φράγκων, και από το 1009 μεταξύ των τεσσάρων Πατριαρχείων των Ρωμαίων της Ανατολής (ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) και του Πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης, που τότε έπεσε στα χέρια των Φράγκων. Αυτό σημαίνει ότι η Ένωση των Εκκλησιών έγινε! Αυτό που υπολείπεται ακόμα είναι το να πεισθούν οι Ορθόδοξοι, τα μέλη της Εκκλησίας να δεχθούν την ΄Ενωση αυτή και να μην αντιδράσουν. Γι’ αυτό αποκαλύπτουν και υλοποιούν τη γενομένη ΄Ενωση σταδιακά, για να μη προκαλούν τους Ορθοδόξους.
β.Στη δεύτερη περίπτωση, εάν υποτεθεί ότι η συμφωνία του 1965 μιλάει μόνο για άρση των αναθεμάτων του 1054, και πάλι πρέπει να θεωρηθεί ότι έγινε η Ένωση, όπως παραδέχονται πολλοί.
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου ΄Ορους π. Γεώργιος Καψάνης έχει γράψει: «…Πρέπει να γίνη γνωστόν ότι το σχέδιον του Βατικανού δια την «ένωσιν» των Ορθοδόξων μετά της Ρώμης συνίσταται εις την δια της καλλιεργείας εκατέρωθεν καλών σχέσεων, επαφών, συμποσίων, συμπροσευχών, και χρησιμοποιήσεως της μυστηριακής κοινωνίας εις περιωρισμένην κατ’ αρχήν κλίμακα άμβλυνσιν του Ορθοδόξου φρονήματος των Ορθοδόξων, ώστε να συνηθίσουν οι Ορθόδοξοι να κοινωνούν εις τας εκκλησίας των Ρ/Καθολικών. Όταν θα έχη γίνη αυτό, θα έχη γίνη και η ένωσις. Διότι τι άλλο είναι η ένωσις από το να κοινωνώμεν εις τας εκκλησίας αλλήλων Αυτό είναι ο λεγόμενος λαϊκός οικουμενισμός, διότι η ένωσις δεν θα γίνη από τους επισκόπους και τους θεολόγους, αλλά από τον λαόν , ο οποίος δι’ όλων αυτών των μέσων θα προετοιμασθή ψυχολογικώς δια να μην αντιδράση, ή και να επιβάλη εκ των κάτω την ένωσιν. ...» . Εις άλλο δημοσίευά του ο π. Γεώργιος Καψάνης, έγραψε: «Πληροφορηθέντες εκ των εφημερίδων ότι επίσκοποι τινές της Εκκλησίας της Κρήτης, κατά την τελευταίαν εκεί επίσκεψιν του καρδιναλίου Βίλλεμπρανς υπεδέχθησαν αυτόν μετά χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών και δοξολογιών, αφήκαν αυτόν να ευλόγηση τον λαόν από του παραθρονίου κατά την τέλεσιν της θείας λειτουργίας και να τελέση τρισάγιον εις την Μονήν Αρκαδίου και έψαλλον τον πολυχρονισμόν του πάπα, ησθάνθημεν πολλήν οδύνην και απεφασίσαμεν να γράψωμεν ολίγας γραμμάς δια να εκφράσωμεν την βαθείαν ανησυχίαν μας, δια τας ανεπιτρέπτους αυτάς ενεργείας και δια να ζητήσωμεν την παρέμβασιν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς προστασίαν του πληρώματος της Ελλαδικής Εκκλησίας, το οποίον εκ των τοιούτων ενεργειών σχηματίζει την εντύπωσιν ότι η Ένωσις έχει ήδη συντελεσθή ή τουλάχιστον ότι μεταξύ ημών και των ετεροδόξων δεν υφίστανται ουσιώδεις διαφοραί» (Αντικανονικαί αι ενέργειαι των επισκόπων Ορθόδοξος Τύπος (146) 14.9.1971).
Και σε ένα άλλο ακόμα δημοσίευμά του ο π. Γεώργιος Καψάνης έχει γράψει:
« Επειδή κατά τον προσεχή εορτασμόν της μνήμης του αγίου ένδοξου Αποστόλου Ανδρέου, θρονικήν εορτήν του Πατριαρχείου ΚΠόλεως είναι πολύ πιθανόν, ως συνέβη μέχρι σήμερον και έχει καθιερωθή ως τυπικόν, να παραστή παπική αντιπροσωπεία προς συνεορτασμόν, να ανταλλαγή ασπασμός κατά το «αγαπήσωμεν αλλήλους», και να απαγγελθή η Κυριακή προσευχή υπό των παπικών τελουμένης της θείας Λειτουργίας, ταπεινώς φρονούμεν ότι δέον να γράψωμεν επειγόντως εις το σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όπως πάση θυσία αποφευχθούν αι ενέργειαι αύται ως αντικανονικαί, ως ανατρέπουσαι τα Ορθόδοξα δόγματα και την Ορθόδοξον Εκκλησιολογίαν, ως προκαλούντα βαρύτατον σκανδαλισμόν εις τους πιστούς Ορθοδόξους χριστιανούς επί ζημία του κύρους του σεπτού Οικουμενικού θρόνου και ως αυξάνουσα τας πιθανότητας σοβαρού τραυματισμού της ενότητος της Εκκλησίας. Το ότι αι ενέργειαι αύται δεν γίνωνται τυχαίως, ούτε έχουν εθιμοτυπικήν, αλλά εκκλησιαστικήν και κανονική σημασίαν και αποβλέπουν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις προωθήσεως της μυστηριακής μετά των παπικών κοινωνίας χωρίς προηγουμένην συμφωνίαν εις τα ζητήματα της πίστεως πιστούται και εξ όσων λέγουν αυτοί οι πρωτεργάται των πράξεων αυτών. Ούτως, ο σεβ. Χαλκηδόνος κατά την εορτήν Πέτρου και Παύλου εν Ρώμη συνεορτάζων μετά των Παπικών και ανταλλάξας τον ασπασμόν εν τη λειτουργία αυτών είπε τα εξής: « Ο συνεορτασμός ούτος δεν είναι της κατά κόσμον εθιμοτυπικής τάξεως. Είναι συνεορτασμός εκκλησιαστικός, υποδηλούμενος δια της εκκλησιαστικής παρουσίας της ταπεινότητος ημών, των εκπροσώπων της Κπόλεως» (Ορθόδοξος Τύπος (423 )19.9. 80, σ. 4).)
...................................................................................
Απόσπασμα απο την εργασία μας-ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Δ.. «Νοείται Πατριάρχης να γράφη ότι με την άρση των αναθεμάτων (Ανατολής και Δύσεως) ‘’επανήλθομεν αυτομάτως εις την προ του 1054 εποχήν, καθ’ ην υπήρχον μεν διαφοραί μεταξύ των δύο εκκλησιών και ενίοτε σκληροτερον εκδηλούμεναι, αλλά διετήρουν την ενότητα εν τοις Ι. Μυστηρίοις και ιδίως εν τω κοινώ Ποτηρίω, ποία νέα μετά το 1054 εμπόδια ενεφανίσθησαν κωλύοντα την επάνοδον εις την προ αυτού εποχήν;’’!
Είχε το “κουράγιο” να ερωτά τους θεολόγους περί του τι άλλαξε από του 1054 έως της 7ης Δεκεμβρίου 1965 (ημέρα άρσεως των αναθεμάτων), ενώ ταυτόχρονα ο Πατριάρχης ήταν “γυμνός” ακόμη και από στοιχειώδη Ιστορική γνώση; Δεν είχε, άραγε, ποτέ πληροφορηθεί περί των Σταυροφοριών, περί της Ιεράς Εξετάσεως, περί της εγκαθιδρύσεως Κράτους με Αρχηγό (=Πρόεδρο) τον Πάπα, περί υπουργοποιήσεως των Επισκόπων και της μετατροπής τους σε Καρδιναλίους;
Δεν είχε πληροφορηθεί ότι οι Λατίνοι –μετά την κατάληψη του θρόνου της Ρώμης από τους Φράγκους του Καρλομάγνου– έπαψαν, οριστικά πιά, να θεολογούν «αλιευτικώς» και θεολογούν «αριστοτελικώς», έχοντες τον Αριστοτέλη «ως τρίτον και δέκατον των Αποστόλων»; Δεν είχε πληροφορηθεί τους σχετικούς με αυτά αγώνες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, το «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» απάσης, που ανυψώνει τον Άγιον Παλαμάν ως Οικουμενικόν Διδάσκαλον;
Δεν είχε πληροφορηθεί ότι στη Δύση δεν εκλέγεται Επίσκοπος Ρώμης αλλά Αρχηγός Κράτους και, μάλιστα (όπως πολύ εύστοχα σχολιάζει ο π. Γεώργιος Μεταλληνός), όχι από το Σώμα των Επισκόπων αλλά από τους υπουργούς του, τους Καρδιναλίους;
Δεν είχε πληροφορηθεί το αποκορύφωμα της πτώσεως του «Εωσφόρου της Δύσεως», που αυτοανακηρύχθηκε Αλάθητος(!) και υποκατέστησε την Εκκλησία με τον εαυτόν του, δηλαδή, με ένα άτομο, το οποίο δεν λογαριάζει κανέναν και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν;
Το Σχίσμα της Δύσεως από την Ανατολή είναι μόνο θέμα αναθεμάτων; Είναι θέμα που λύεται διά της αναγνώσεως αυτοσχεδίων ευχών σκοπιμότητος; Γιατί, βεβαίως, Ευχή για άρση Αναθέματος κατά της πλάνης του Εωσφόρου δεν έχει ποτέ συνταχθεί με την Χάριν και τον Φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος!»!(Ο.Τ. «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2014)…
Δ. Ύστερα από όλα αυτά πρέπει να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που έχει για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο, που λέει ότι το 1965, πάπας και πατριάρχης «ήραν όχι μόνο τα αναθέματα, αλλά και την ακοινωνησία», όσο και τη «επίσημη» ελληνική μετάφραση της αυθεντικής συμφωνίας, που λέει ότι «ήραν μόνο τα αναθέματα».
α. Στην πρώτη περίπτωση του γαλλικού πρωτοτύπου της συμφωνίας, που δεσμεύει και τα δύο μέρη , τους παπικούς και τους λεγόμενους Ορθοδόξους ( δηλ. τους Λατινόφρονες) και λέει ότι έγινε η άρση της «ακοινωνησίας»: Η συμφωνηθείσα «άρση της «ακοινωνησίας» σημαίνει ότι ο πάπας Παύλος ο Στ΄ και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας συμφώνησαν την άρση του σχίσματος. Το σχίσμα αυτό υπήρχε από το 767 μεταξύ Ρωμαίων και Φράγκων, και από το 1009 μεταξύ των τεσσάρων Πατριαρχείων των Ρωμαίων της Ανατολής (ΚΠόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) και του Πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης, που τότε έπεσε στα χέρια των Φράγκων. Αυτό σημαίνει ότι η Ένωση των Εκκλησιών έγινε! Αυτό που υπολείπεται ακόμα είναι το να πεισθούν οι Ορθόδοξοι, τα μέλη της Εκκλησίας να δεχθούν την ΄Ενωση αυτή και να μην αντιδράσουν. Γι’ αυτό αποκαλύπτουν και υλοποιούν τη γενομένη ΄Ενωση σταδιακά, για να μη προκαλούν τους Ορθοδόξους.
β.Στη δεύτερη περίπτωση, εάν υποτεθεί ότι η συμφωνία του 1965 μιλάει μόνο για άρση των αναθεμάτων του 1054, και πάλι πρέπει να θεωρηθεί ότι έγινε η Ένωση, όπως παραδέχονται πολλοί.
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου ΄Ορους π. Γεώργιος Καψάνης έχει γράψει: «…Πρέπει να γίνη γνωστόν ότι το σχέδιον του Βατικανού δια την «ένωσιν» των Ορθοδόξων μετά της Ρώμης συνίσταται εις την δια της καλλιεργείας εκατέρωθεν καλών σχέσεων, επαφών, συμποσίων, συμπροσευχών, και χρησιμοποιήσεως της μυστηριακής κοινωνίας εις περιωρισμένην κατ’ αρχήν κλίμακα άμβλυνσιν του Ορθοδόξου φρονήματος των Ορθοδόξων, ώστε να συνηθίσουν οι Ορθόδοξοι να κοινωνούν εις τας εκκλησίας των Ρ/Καθολικών. Όταν θα έχη γίνη αυτό, θα έχη γίνη και η ένωσις. Διότι τι άλλο είναι η ένωσις από το να κοινωνώμεν εις τας εκκλησίας αλλήλων Αυτό είναι ο λεγόμενος λαϊκός οικουμενισμός, διότι η ένωσις δεν θα γίνη από τους επισκόπους και τους θεολόγους, αλλά από τον λαόν , ο οποίος δι’ όλων αυτών των μέσων θα προετοιμασθή ψυχολογικώς δια να μην αντιδράση, ή και να επιβάλη εκ των κάτω την ένωσιν. ...» . Εις άλλο δημοσίευά του ο π. Γεώργιος Καψάνης, έγραψε: «Πληροφορηθέντες εκ των εφημερίδων ότι επίσκοποι τινές της Εκκλησίας της Κρήτης, κατά την τελευταίαν εκεί επίσκεψιν του καρδιναλίου Βίλλεμπρανς υπεδέχθησαν αυτόν μετά χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών και δοξολογιών, αφήκαν αυτόν να ευλόγηση τον λαόν από του παραθρονίου κατά την τέλεσιν της θείας λειτουργίας και να τελέση τρισάγιον εις την Μονήν Αρκαδίου και έψαλλον τον πολυχρονισμόν του πάπα, ησθάνθημεν πολλήν οδύνην και απεφασίσαμεν να γράψωμεν ολίγας γραμμάς δια να εκφράσωμεν την βαθείαν ανησυχίαν μας, δια τας ανεπιτρέπτους αυτάς ενεργείας και δια να ζητήσωμεν την παρέμβασιν της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς προστασίαν του πληρώματος της Ελλαδικής Εκκλησίας, το οποίον εκ των τοιούτων ενεργειών σχηματίζει την εντύπωσιν ότι η Ένωσις έχει ήδη συντελεσθή ή τουλάχιστον ότι μεταξύ ημών και των ετεροδόξων δεν υφίστανται ουσιώδεις διαφοραί» (Αντικανονικαί αι ενέργειαι των επισκόπων Ορθόδοξος Τύπος (146) 14.9.1971).
Και σε ένα άλλο ακόμα δημοσίευμά του ο π. Γεώργιος Καψάνης έχει γράψει:
« Επειδή κατά τον προσεχή εορτασμόν της μνήμης του αγίου ένδοξου Αποστόλου Ανδρέου, θρονικήν εορτήν του Πατριαρχείου ΚΠόλεως είναι πολύ πιθανόν, ως συνέβη μέχρι σήμερον και έχει καθιερωθή ως τυπικόν, να παραστή παπική αντιπροσωπεία προς συνεορτασμόν, να ανταλλαγή ασπασμός κατά το «αγαπήσωμεν αλλήλους», και να απαγγελθή η Κυριακή προσευχή υπό των παπικών τελουμένης της θείας Λειτουργίας, ταπεινώς φρονούμεν ότι δέον να γράψωμεν επειγόντως εις το σεπτόν Οικουμενικόν Πατριαρχείον, όπως πάση θυσία αποφευχθούν αι ενέργειαι αύται ως αντικανονικαί, ως ανατρέπουσαι τα Ορθόδοξα δόγματα και την Ορθόδοξον Εκκλησιολογίαν, ως προκαλούντα βαρύτατον σκανδαλισμόν εις τους πιστούς Ορθοδόξους χριστιανούς επί ζημία του κύρους του σεπτού Οικουμενικού θρόνου και ως αυξάνουσα τας πιθανότητας σοβαρού τραυματισμού της ενότητος της Εκκλησίας. Το ότι αι ενέργειαι αύται δεν γίνωνται τυχαίως, ούτε έχουν εθιμοτυπικήν, αλλά εκκλησιαστικήν και κανονική σημασίαν και αποβλέπουν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις προωθήσεως της μυστηριακής μετά των παπικών κοινωνίας χωρίς προηγουμένην συμφωνίαν εις τα ζητήματα της πίστεως πιστούται και εξ όσων λέγουν αυτοί οι πρωτεργάται των πράξεων αυτών. Ούτως, ο σεβ. Χαλκηδόνος κατά την εορτήν Πέτρου και Παύλου εν Ρώμη συνεορτάζων μετά των Παπικών και ανταλλάξας τον ασπασμόν εν τη λειτουργία αυτών είπε τα εξής: « Ο συνεορτασμός ούτος δεν είναι της κατά κόσμον εθιμοτυπικής τάξεως. Είναι συνεορτασμός εκκλησιαστικός, υποδηλούμενος δια της εκκλησιαστικής παρουσίας της ταπεινότητος ημών, των εκπροσώπων της Κπόλεως» (Ορθόδοξος Τύπος (423 )19.9. 80, σ. 4).)
...................................................................................
Απόσπασμα απο την εργασία μας-ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου