πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού-βιοχημικού)
Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» της Συνόδου της Κρήτης (2016) κάνει εκτεταμένη αναφορά στο ΠΣΕ (§§ 16-21) και στη συμβολή του στην Οικουμενική Κίνηση με έκδηλο ενθουσιασμό.
Ιδιαιτέρως η Σύνοδος της Κρήτης εκφράζει θετική εκτίμηση για την «θεολογική προσφορά» της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» του ΠΣΕ και σημειώνει:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία … εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα … τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών» (κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» § 21).
Αποκρυπτογραφώντας τα γραφόμενα παρουσιάζουμε ποιες αποφάσεις του Π.Σ.Ε αποδέχτηκε η Σύνοδος της Κρήτης εμμέσως πλήν σαφώς τον Ιούνιο του 2016.
Συνοπτικά
1.«Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ)
2.«Δήλωση του Τορόντο».
3.Συμφωνία του Σαμπεζύ, 1990
4.Συμφωνία του Μπαλαμάντ, 1993
5.Συμφωνία του Πόρτο Αλέγκρε, 2006
6.Συμφωνία του Πουσάν, 2013
1.«Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ-Baptism, Eucharist and Ministry)
Σημειώνουμε μόνο ότι το κείμενο αυτό (ΒΕΜ) όταν ομιλεί για «Εκκλησίες» εννοεί τα περισσότερα από 345 μέλη του ΠΣΕ:
Καθιέρωση της Βαπτισματικής Θεολογίας.Η βαπτισματική θεολογία είναι μια καινοφανής εκκλησιολογική θεωρία. Αυτονομείται πλέον το «βάπτισμα» από την ομολογία της αληθούς πίστεως Κατ' αυτήν, όπου τελείται το βάπτισμα στο όνομα της αγίας Τριάδος, εκεί υπάρχει και η αληθινή Εκκλησία, συμπεριλαμβανομένων εις αυτήν και των ετερόδοξων. Είναι φανερό, ότι δια της θεωρίας αυτής, η οποία έχει χρώμα οικουμενιστικό, διευρύνονται τα όρια της καθολικής Εκκλησίας, κάτω από την ομπρέλα της οποίας μπορούν να βρουν στέγη αρκετοί χριστιανοί, άσχετα προς το γενικότερο θεολογικό τους πιστεύω και την ιδιαίτερη εκκλησιολογική φυσιογνωμία τους. Κάτι ανάλογο γίνεται και με τη διαβόητη θεωρία των κλάδων (Βranch Theory) της Προτεσταντικής περί Εκκλησίας εκδοχής. Κατ' αρχήν, βέβαια και αόριστα, η θεωρία αυτή είναι σωστή. Όντως η ομολογία του περί αγίας Τριάδος δόγματος της πίστεως είναι απαραίτητη τόσο δια τη συγκρότηση της Εκκλησίας, όσο και δια τη σωτηρία του ανθρώπου. Ποίου όμως δόγματος; Φυσικά του ορθού όπως τούτο διδάσκεται καθαρό και αλώβητο στους κόλπους της Ορθόδοξου Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας. Ισχύει όμως αυτό και για την ετεροδοξία; Ασφαλώς όχι.;
Βάπτισμα, § 6: «Το κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει, αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος ... οι ποικίλλοντες τρόποι τελέσεως του βαπτίσματος υπό μιάς εκάστης (Εκκλησίας) δεν είναι άλλο από συμμετοχήν εις το μοναδικόν βάπτισμα … Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής εργασίας» (σ. 20-21).
Βάπτισμα, § 13: «Το βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως “επαναβαπτισμός”… Ωρισμέναι Εκκλησίαι, αι οποίαι επέμειναν επί ιδιαιτέρου τινός τύπου βαπτίσματος η αι οποίαι είχον σοβαρά προβλήματα εν σχέσει προς το κύρος των μυστηρίων και των τύπων ιερωσύνης άλλων Εκκλησιών, εζήτησαν κατά καιρούς από πρόσωπα προερχόμενα από άλλας εκκλησιαστικάς παραδόσεις να βαπτισθούν πριν η καταστούν πλήρη μέλη της κοινότητος εις την οποίαν προσχωρούν. Δεδομένου ότι αι Εκκλησίαι φθάνουν εις μείζονα αμοιβαίαν κατανόησιν και αποδοχήν κατά το μέρος της ανακτήσεως στενoτέρων σχέσεων μαρτυρίας και διακονίας μεταξύ των, θα απέχουν αύται πάσης πρακτικής η οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων Εκκλησιών η να αμβλύνη το γεγονός ότι το μυστήριον του βαπτίσματος δεν δύναται να επαναληφθή» (σ. 26).
Βάπτισμα, § 15: «Αι Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού… Η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ. Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (σ. 28).
Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
Ευχαριστία § 19: «Εάν μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ’ αυτών και εις τους λειτουργούς των το δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν η να προίστανται αυτής, η καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (σ. 43).
Ευχαριστία § 21: «έχομεν τεθή υπό συνεχή κρίσιν… ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (σ. 44).
Σχόλια
Α.«Η καθολικότης της Ευχαριστίας» που τελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία «καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος», επειδή δεν επιτρέπουμε στους Προτεστάντες του ΠΣΕ «να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν η να προίστανται αυτής»;! Κύριε ελέησον! Και η Πανορθόδοξη Σύνοδος της Κρήτης «εκτιμά θετικώς» το κείμενο αυτό!
Β. Δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι στο «Σώμα του Χριστού» ανήκουν και οι 300 προτεσταντικές ομάδες και ομολογίες; Η καταδίκη εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της αρνήσεως των Προτεσταντών της τιμητικής προσκυνήσεως της Θεοτόκου, των Αγίων, του Τ. Σταυρού, των ιερών εικόνων και λειψάνων, της αρνήσεως της αειπαρθενίας της Παναγίας, της εκκλησιαστικής παραδόσεως, των Οικουμενικών Συνόδων, των Μυστηρίων, του κανόνος της Αγ. Γραφής κλπ εκ μέρους των Προτεσταντών είναι μήπως «εμμονή εις ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους»;
Επί πλέον στο κεφάλαιο περί Θείας Ευχαριστίας αντι-ορθόδοξη είναι η χρήση όρων όπως, «σημείον», κ.ά., που δεν εκφράζουν επαρκώς τον μυστηριακό χαρακτήρα του «Μυστικού Δείπνου». Η έμφαση, επιπλέον, στην «ανάμνηση» του Χριστού ως την ουσία του ευχαριστιακού δείπνου, μετατοπίζει ουσιαστικά το επίκεντρο από την «πραγματική παρουσία» του Χριστού προς μια «ανάμνηση της παρουσίας» του. Η απουσία, επίσης, οποιασδήποτε αναφοράς στον λειτουργό κρίνεται ιδιαίτερα προβληματική από ορθόδοξη άποψη.
Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ
Ιερωσύνη § 53: «Διά να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης, το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην» (σ.86).
--------------------------------------------------------
Ιερωσύνη § 54: «Ορισμέναι Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας. Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ο,τι αφορά εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (σ. 86-87).
Σχόλια
1: Μπορεί λοιπόν να υπάρξει «αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης», χωρίς να υπάρχει «αποστολική διαδοχή»; Δηλ. οι Παπικοί και οι Προτεστάντες πάστορες έχουν κανονική ιερωσύνη, την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει;
2. Δηλ. η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τη χειροτονία των γυναικών χωρίς να την θεωρεί «κώλυμα αποφασιστικού χαρακτήρος»;
2. «Δήλωση του Τορόντο».
Στο επίμαχο κείμενο του Κολυμπαρίου («Σχέσεις…») αναφέρεται ονομαστικά και επαινετικά η «Δήλωση του Τορόντο», ένα κείμενο που συμφωνήθηκε το 1950 από τους Ορθοδόξους και τα υπόλοιπα μέλη του λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών» (του ΠΣΕ, που ιδρύθηκε το 1948, όπου συμμετέχουν Ορθόδοξοι, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες). Λέγεται στο κείμενο του Κολυμπαρίου (παρ. §19) ότι:
«Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες-μέλη […] έχουν βαθειά την πεποίθηση ότι οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto […] είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ορθόδοξη συμμετοχή στο Συμβούλιο», δηλ. στο ΠΣΕ.
Η Δήλωση του Τορόντο είναι ένα κείμενο που εκθέτει τις βασικές εκκλησιολογικές αρχές λειτουργίας του Π.Σ.Ε. Το κείμενο έχει τίτλο «Η Εκκλησία, οι Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και είναι απάντηση σε σχετικό ερώτημα της
Α Γενικής Συνέλευσης στο Άμστερνταμ το 1948.
Το ερώτημα όμως παραμένει. Μπορούμε να ομιλούμε για εκκλησιολογική βάση; Και μόνη η ονομασία «εκκλησιολογική βάση» στα πλαίσια του συνονθυλεύματος του Π.Σ.Ε., με την πνιγηρή παρουσία τόσων αιρετικών κοινοτήτων και ομάδων, αποτελεί εκκλησιολογική στρέβλωση. Αποτελεί όντως η Δήλωση του Τορόντο, το πλέον υπεύθυνο κείμενο περί της φύσης και της εκκλησιολογικής ταυτότητας του Π.Σ.Ε.; Μπορούμε επίσης να ομιλούμε για “εκκλησιολογική ταυτότητα” του Π.Σ.Ε.;
Αυτά που καταγράφουν οι κληθείσες “εκκλησιολογικές” προϋποθέσεις της “Δήλωσης του Τορόντο”, δίνουν την απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
Αν αυτό το συσχετίσει κανείς με την καλούμενη “εκκλησιολογική προϋπόθεση” της “Δήλωσης του Τορόντο” η οποία τονίζει ότι, “οι εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι περιεκτικότερο από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας”*, αυτόματα αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της εκκλησιολογικής στρέβλωσης.
Η προϋπόθεση αυτή υποδεικνύει καθοδηγητικά με τον τονισμό “περιεκτικότερο”, σε ποια Εκκλησία έχει μεγαλύτερη σημασία να ανήκουν τα μέλη του Π.Σ.Ε. Υπογράφοντας και εμείς ως Ορθόδοξοι μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ότι δεν έχει τόση σημασία να ανήκομε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά είναι περιεκτικότερο να ανήκουμε στην Εκκλησία του Χριστού, λες και η Εκκλησία του Χριστού είναι άλλη από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Αναιρεί η δεν αναιρεί αυτή η προϋπόθεση – παραδοχή, την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ως Ορθοδόξων; Μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι δόθηκε η απάντηση που αφορούσε τη φύση και την εκκλησιολογική βάση λειτουργίας του λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Αυτό που επισημαίνεται με το «περιεκτικότερο» στη Δήλωση, αυτόματα υποβαθμίζει το γεγονός να ανήκεις στην ίδια σου την εκκλησία.
Στην παράγραφο 5 της Δήλωσης αυτής αναφέρεται ότι, “Οι εκκλησίες – μέλη του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζουν στις άλλες εκκλησίες στοιχεία της αληθούς εκκλησίας”*. Ποια αναγνώριση στοιχείων αληθούς εκκλησίας μπορούμε να αναγνωρίσουμε για παράδειγμα στις αιρετικές κοινότητες και ομάδες των Πεντηκοστιανών, των Λουθηρανών, των Μεθοδιστών και λοιπών αιρετικών κοινοτήτων του Π.Σ.Ε.;
Στην παράγραφο 8 της Δήλωσης του Τορόντο, αναφέρεται ότι “οι εκκλησίες – μέλη εισέρχονται σε πνευματικές σχέσεις, για να οικοδομηθεί το Σώμα του Χριστού και να ανακαινισθεί η ζωή των εκκλησιών”*. Το Σώμα του Χριστού θα οικοδομηθεί από τις “πνευματικές” σχέσεις με αιρετικές κοινότητες και ομάδες μέλη του Π.Σ.Ε., όπως για παράδειγμα με τις καλούμενες “εκκλησίες” των Μεννονιτών σε Γερμανία και Ολλανδία, τις ποικίλες “εκκλησίες” των Μεθοδιστών, τις λεγόμενες “Αναμορφωμένες Χριστιανικές εκκλησίες” στη Σερβία, Μαυροβούνιο και Σλοβακία μελών του Π.Σ.Ε.;
“Διά της Εκκλησίας, και εν τη Εκκλησία, διά της οποίας και μόνον οι άνθρωποι φθάνουν εις τον τελικόν σκοπόν και το τελικόν νόημα της ανθρωπίνης υπάρξεως σε όλους τους κόσμους»** παρατηρεί μεταξύ άλλων ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ερμηνεύοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «Μέχρι καταντήσωμεν…εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4,13).
Συνεπώς το κείμενο της Δήλωσης του Τορόντο, δεν αποτελεί υπεύθυνο κείμενο περί της φύσης και της “εκκλησιολογικής” ταυτότητας του καλούμενου Π.Σ.Ε. Αποτελεί απλά ένα κείμενο, το οποίο καταγράφει τις μάταιες προσπάθειες συνύπαρξης στο συνονθύλευμα του λεγόμενου Π.Σ.Ε.
Τέτοιες προϋποθέσεις σχετικοποιούν την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ως Ορθοδόξων, ότι δηλαδή “η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία”. Πρόκειται για εκκλησιολογικές στρεβλώσεις και όχι “εκκλησιολογικές” προϋποθέσεις.
Συμπερασματικά : Δογματίσαμε δηλαδή οτι οχι μόνον οτι οι αιρέσεις οι οποίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε. είναι Εκκλησίες και Σώμα Χριστού, και οτι εμείς είμαστε ισότιμο μέλος των αιρέσεων, αλλά και οτι η Εκκλησία του Χριστού είναι ελλειπής χωρίς τις χιλιάδες αιρέσεις, εφόσον «τό νά ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά ἀποτελεῖ μέλος τῆς δικῆς του Ἐκκλησίας». Άρα δογματίσαμε Συνοδικά οτι μόνον εφόσον υπάρχει κοινωνία της Εκκλησίας με τις αιρέσεις υπάρχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
------------------------------------------------------
Το Κολυμπάρι, μέσω του ιδίου παραπάνω κειμένου («Σχέσεις…»), επαινεί τους μέχρι τώρα θεολογικούς διαλόγους Ορθοδόξων και αιρετικών, διότι λ.χ.
«εκτιμά θετικώς τα θεολογικά κείμενα που εκδόθηκαν από αυτήν [τη σχετική Επιτροπή του ΠΣΕ…], τα οποία αποτελούν αξιόλογο βήμα στην Οικουμενική Κίνηση για την προσέγγιση των Χριστιανών» (παρ. §21).
Η έμμεση αυτή επικύρωση, ακόμη και αν δεν κατονομάζει τις ειδικότερες θέσεις των κειμένων αυτών, όμως τα επικυρώνει συλλογικώς. Άλλωστε, μη ξεχνάμε ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι Πενθέκτη (β΄ Κανών) και Εβδόμη (α΄ Κανών) έδωσαν οικουμενικό κύρος στους ιερούς Κανόνες των Τοπικών Συνόδων, χωρίς να αναφέρονται λεπτομερώς σε αυτούς.
Μια προσεκτική ματιά δείχνει τι απαράδεκτα και αιρετικά έχουν γραφεί, δυστυχώς, στα σημαντικότερα από τα κείμενα των «Θεολογικών Διαλόγων».
3.Συμφωνία του Σαμπεζύ, 1990
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Σαμπεζύ υπογράψαμε, αναγνωρίσαμε και συνεπώς δηλώσαμε πίστη στο οτι και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες διατήρησαν την αυθεντική Χριστολογία, όπως φαίνεται απο την φράση
«both families have always loyally maintained the same authentic Orthodox Christological faith».
Και συμφωνήσαμε να άρουμε τα αναθέματα εκατέρωθεν, χωρίς οι αιρετικοί Μονοφυσίτες να αποκηρύξουν τις πλάνες των.
Οι Μονοφυσίτες είναι αιρετικοί. Αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή δεν δέχτηκαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που καταδίκασε όσους δεν δέχονται ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη. Κατά τα άλλα, όπως λέει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, είναι κατά πάντα Ορθόδοξοι. Σήμερα, Μονοφυσίτες είναι οι Αρμένιοι, οι Ιακωβίτες της Συρίας, οι Κόπτες της Αιγύπτου, οι Αβησσυνοί και οι του Μαλαμπάρ στην Ινδία. Ο Μονοφυσιτισμός φούντωσε τον 5ο αιώνα στην αυτοκρατορία της Ρωμανίας και σαν μια αντίδραση σ’ αυτή. Παρουσιάστηκε δε σαν απάντηση στην αίρεση του Νεστοριανισμού, που διαχώριζε τον άνθρωπο Χριστό, από τον Θεό Χριστό.. Με τους Μονοφυσίτες γινόταν Θεολογικός Διάλογος από το 1964. Στην πρώτη συνάντησή τους, μετά από εισήγηση του καθηγητή Ιω. Καρμίρη, οι Μονοφυσίτες κατενθουσιασμένοι χειροκροτούσαν ότι συμφωνούν μαζί του και δέχονται την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Όμως, με υπόγειες παρεμβάσεις ανθρώπων του Π.Σ.Ε. οι Μονοφυσίτες έπαυσαν να υποστηρίζουν την αναγνώριση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, για να καταλήξει ο Διάλογος αυτός στις Συμφωνίες του Σαμπεζύ του 1990, κατά τις οποίες, αντί αυτοί ν’ αναγνωρίσουν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, οι Οικουμενιστές τους αναγνώρισαν ως Ορθοδόξους! Βάσει αυτών, τουλάχιστον το Πατριαρχείο Αντιόχειας απέκτησε «κοινωνία» με τους μονοφυσίτες της περιοχής του, τους λεγόμενους Ιακωβίτες! Εν μέρει «κοινωνία» με τους μονοφυσίτες της Αιγύπτου, τους λεγόμενους Κόπτες, απέκτησε και το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας. Και με τα Πατριαρχεία αυτά «κοινωνούν» όλα τα άλλα Πατριαρχεία και όλες οι άλλες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες!
4.Συμφωνία του Μπαλαμάντ, 1993
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Μπαλαμάντ, μεταξύ πολλών θλιβερών τα οποία αποδεχθήκαμε, υπογράψαμε, αναγνωρίσαμε και συνεπώς δηλώσαμε πίστη στο οτι οι αιρετικοί Παπικοί είναι Εκκλησία και ότι έχουν Βάπτισμα και Μυστήρια, όπως φαίνεται από φράσεις όπως οι παρακάτω.
«it is clear that rebaptism must be avoided», «the Catholic Churches and the Orthodox Churches recognize each other as Sister Churches», «the preparation of future priests [...] Their education [...] everyone should be informed of the apostolic succession of the other Church and the authenticity of its sacramental life», κοκ.
(«Balamand Statement», παρ. 13-14 και 30)
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
13. Πράγματι κυρίως από της ενάρξεως των Πανορθοδόξων Διασκέψεων και της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, η εκ νέου ανακάλυψη και αξιοποιήση τόσο από τους Ορθοδόξους όσο και από τους Καθολικούς, της Εκκλησίας ως κοινωνίας, άλλαξαν ριζικώς οι προϋποθέσεις και, άρα, και οι θεμελιώδεις στάσεις. Και από τις δύο πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του - ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων - δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μίας μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά, είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται.
14. Αυτός είναι ο λόγος που η Ορθόδοξος και η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται αμοιβαίως ως «αδελφές Εκκλησίες», υπεύθυνες από κοινού για τη διατήρηση της Εκκλησίας του Θεού στην πιστότητα προς το Θείο Σχέδιο, όλως δε ιδιαιτέρως σε ο,τι αφορά στην Ενότητα. Σύμφωνα προς τους λόγους του Πάπα Ιωάννου - Παύλου του Β΄, η οικουμενική προσπάθεια των αδελφών Εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσεως, θεμελιωμένη στο διάλογο και την προσευχή, αναζητεί μία τέλεια και πλήρη κοινωνία που να μην είναι ούτε απορροφήση, ούτε συγχώνευση, αλλά συνάντηση «εν τη αληθεία και τη αγάπη».
.
30. Για να προετοιμασθή το μέλλον των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών και να ξεπερασθή πιά η πεπαλαιωμένη εκκλησιολογία της επιστροφής στην Καθολική Εκκλησία που συνεδέθη με το πρόβλημα, το αντιμετωπιζόμενο στο παρόν κείμενο, θα πρέπει να δοθή ειδική προσοχή στην προετοιμασία των ιερέων της αύριον και όλων εκείνων που καθ’ οιονδήποτε τρόπο λαμβάνουν μέρος σε μία αποστολική δραστηριότητα, ασκούμενη εκεί όπου η άλλη ’Εκκλησία έχει εκ παραδόσεως της ρίζες της. Η εκπαίδευσή των θα πρέπει να είναι αντικειμενικά θετική έναντι της άλλης Εκκλησίας. Όλοι οφείλουν πρώτον να είναι πληροφορημένοι περί της αποστολικής διαδοχής της άλλης Εκκλησίας και περί της αυθεντικότητος της μυστηριακής της ζωής. Ομοίως θα πρέπει να προσφέρεται σε όλους μία τίμια και σφαιρική παρουσίαση της ιστορίας, τείνουσα προς μία ιστοριογραφία συγκλίνουσα η και κοινή των δύο Εκκλησιών. Έτσι θα βοηθείται η διαλύση των προκαταλήψεων και θα αποφεύγεται το γεγονός, να χρησιμοποιείται η ιστορία κατά πολεμικό τρόπο. Η παρουσίαση αυτή θα συντελέση στη λήψη συνειδήσεως ότι οι ευθύνες για τον χωρισμό είναι μοιρασμένες και ότι άφησαν εκατέρωθεν βαθειές πληγες
-------------------------------------------------------
5.Συμφωνία του Πόρτο Αλέγκρε, 2006
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Πόρτο Αλλέγκρε υπογράψαμε, αναγνωρίσαμε και συνεπώς δηλώσαμε πίστη στο οτι όλες οι αιρέσεις είναι τα διηρημένα μέλη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού. Δογματίσαμε δηλαδή οτι μόνον όταν βρισκόμαστε σε κοινωνία με τους αιρετικούς είμαστε Εκκλησία και Σώμα Χριστού, όπως φαίνεται απο φράσεις όπως
«The life of the Church as new life in Christ is one. Yet it is built up through different charismata and ministries [...] Each church is the Church catholic and not simply a part of it. Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches», κοκ.
(«Called to be the One Church», Κεφ. 2, παρ. 5-7)
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΕΠΙΜΑΧΑ ΑΡΘΡΑ
5. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η Πίστη της Εκκλησίας όπως αυτή εκφράστηκε από τους Αποστόλους είναι μία, όπως ακριβώς ένα είναι και το Σώμα του Χριστού. Παρά ταύτα, είναι θεμιτό η Πίστη αυτή να διατυπώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Η ζωή της Εκκλησίας, ως μια νέα εν Χριστώ ζωή είναι μία. Εν τούτοις, εξελίσσεται μέσα από διάφορα χαρίσματα και διακονίες. Μία είναι η ελπίδα της Εκκλησίας, αλλά εκφράζεται με διαφορετικές ανθρώπινες προσδοκίες. Αναγνωρίζουμε ότι, όσον αφορά στην σχέση της Εκκλησίας με τις εκκλησίες, υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές προσεγγίσεις και ποικιλία αντιλήψεων. Μερικές διαφορές εκφράζουν την Χάρη του Θεού και την αγαθότητά Του. Αυτές θα πρέπει να προβάλλονται εν χάριτι Θεού, δια του Αγίου Πνεύματος. Κάποιες άλλες όμως διαφορές διαιρούν την Εκκλησία. Αυτές θα πρέπει να υπερνικηθούν δια των καρπών του Πνεύματος, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, έτσι ώστε εν τέλει να μην επικρατήσουν τάσεις αποκλεισμού και διαχωρισμού. «Το σχέδιο» του Θεού, «όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, είναι να ενωθούν όλα εν Αυτώ» (Εφ. 1, 10), εναρμονίζοντας έτσι όλες τις διαφορές. Ο Θεός καλεί τον λαό του εν αγάπη στην προβολή [των διαφορών που ενώνουν] και επανεκτίμηση [των διαφορών που διχάζουν], στον δρόμο προς την πληρότητα της κοινωνίας.
6. Η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζει την πληρότητα, ακεραιότητα και ολότητα της ζωής της, εν Χριστώ, δια του Αγίου Πνεύματος, σε όλες τις εποχές και σε όλους τους χώρους. Αυτό το μυστήριο εκφράζεται σε κάθε κοινότητα βαπτισμένων πιστών, όπου η αποστολική Πίστη ομολογείται αλλά και βιώνεται, το ευαγγέλιο κηρύττεται, και τα μυστήρια επιτελούνται. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική και όχι απλά ένα μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική, αλλά όχι στην ολότητά της. Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ξεκάθαρα με την κοινή συμμετοχή στην θεία κοινωνία και με την αμοιβαία αναγνώριση-αποδοχή και συμφιλίωση μεταξύ των μελών του κλήρου.
7. Η σχέση μεταξύ των εκκλησιών χαρακτηρίζεται από μια δυναμική αλληλεπίδραση. Κάθε εκκλησία καλείται να δίδει και να λαμβάνει δωρεές με πνεύμα αμοιβαίας υπευθυνότητας. Κάθε εκκλησία πρέπει να αντιλαμβάνεται όλα όσα είναι εφήμερα στην ζωή της και να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει στις άλλες εκκλησίες. Ακόμη και σήμερα, όταν η κοινή συμμετοχή στην ευχαριστία δεν είναι δυνατή, διηρημένες εκκλησίες εκφράζουν αμοιβαία υπευθυνότητα και επιδεικνύουν την καθολικότητα που τις διακρίνει, όταν προσεύχονται η μία για την άλλη, όταν μοιράζονται τα αγαθά, αλληλοβοηθούνται σε περιόδους δύσκολες, παίρνουν από κοινού αποφάσεις, εργάζονται για την επικράτηση της δικαιοσύνης, της συμφιλίωσης και της ειρήνης και θεωρούν η μία την άλλη υπόλογη όσον αφορά την έννοια της μαθητείας που ενέχεται στο βάπτισμα, και παρά τις όποιες διαφορές, επιμένουν στον διάλογο, αρνούμενοι το «δεν σας έχω ανάγκη» (Α’ Κορ. 12, 21). Όταν απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο, γινόμαστε φτωχότεροι.
6.Συμφωνία του Πουσάν, 2013
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Πουσάν υπογράψαμε και αναγνωρίσαμε επισήμως οτι μεταννοούμε εμείς οι Ορθόδοξοι για τα σχίσματα, διότι δεν εξήλθαν οι αιρετικοί απο την Εκκλησία, αλλά είμαστε από κοινού συνυπεύθυνοι για τις διαιρέσεις της Εκκλησίας σε κομμάτια, και γι΄ αυτό πρέπει να επανέλθουμε σε κοινωνία όλα τα διηρημένα μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή Ορθόδοξοι και αιρετικοί, όπως φαίνεται απο φράσεις όπως
«repent of the divisions among and within our churches», «to call one another to visible unity in one faith and in one Eucharistic fellowship, expressed in worship and common life», κοκ.
(«Unity Statement», παρ. 14)
Συνοπτικά:
Το κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε (ΠΣΕ, Βραζιλία, 2006) λέγει (παρ. §§6-7) ότ
«Κάθε Εκκλησία [είτε η Ορθόδοξη είτε οι προτεσταντικές κ.λπ. του ΠΣΕ] είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά όχι ολόκληρη. Κάθε Εκκλησία εκπληρώνει την Καθολικότητά της, όταν ευρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες […] Ο ένας χωρίς τον άλλον είμαστε πτωχευμένοι» και ότι (§5) «ενδέχεται να υπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας», δηλαδή δεν βλάπτει η διαφοροποίηση των δογμάτων !
Το κείμενο του Πουσάν (ΠΣΕ, Νότιος Κορέα, 2013) λέγει μεταξύ πολλών άλλων πλανών, ότι «μετανοούμε για τις διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών μας και εντός αυτών», οι οποίες υπονομεύουν «τη μαρτυρία μας για το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού» (παρ. §14). Με άλλα λόγια, μετανοούμε που οι άγιοι Πατέρες μας έσωσαν από τις αιρέσεις, αποκόπτοντάς τις από την Εκκλησία !
Η Συμφωνία του Balamand (Λίβανος, 1993) μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών Παπικών, λέει (παρ. §§13-14) ότι: «Και από τις δύο πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός εμπιστεύθηκε στην Εκκλησία Του […] δεν μπορεί να θεωρείται σαν ιδιοκτησία της μιάς μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται». Επίσης, ότι «η Ορθόδοξη και η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται αμοιβαία ως “αδελφές Εκκλησίες”, υπεύθυνες από κοινού για την διατήρηση της Εκκλησίας του Θεού στην πιστότητα προς το Θείο Σχέδιο, πολύ ιδιαίτερα δε σε ο,τι αφορά στην ενότητα»· αλλού, διακηρύσσεται (παρ. §30) ότι «οι ευθύνες για τον χωρισμό είναι μοιρασμένες» μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών!
Παρά ταύτα, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου (ως μια «καθώς πρέπει» (“decent”) αιρετική Σύνοδος) διακήρυξε παραπλανητικώς, ότι «οι διάλογοι που διεξάγονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε σήμαιναν, ούτε σημαίνουν και δεν πρόκειται να σημάνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως. Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας» (Εγκύκλιος, VII, §20).
Άρα με απλά και συνοπτικά λόγια τί κάναμε;
Δογματίσαμε οτι:
1. Οι διάφοροι αιρετικοί Μονοφυσίτες είναι πλέον Ορθόδοξοι και αποκαθιστούμε την κοινωνία μαζί τους, χωρίς αυτοί να απορρίπτουν την Συνοδικά καταδικασμένη αίρεση περί μιας φύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (βλ. Σαμπεζύ)
2. Οι Παπικοί όχι απλά δεν είναι αιρετικοί (και ας είναι Συνοδικά κατεγνωσμένη αίρεση το Φιλιόκβε) και μάλιστα έχουν Βάπτισμα, Ιερωσύνη, Θεία Χάρη, Μυστήρια, κοκ (βλ. Μπαλαμάντ, Πόρτο Αλλέγκρε και Πουσάν)
3. Οι διάφορες αιρέσεις (Μονοφυσίτες, Ουνία, Παπισμός, οι χιλιάδες Προτεσταντικές αιρέσεις, Χιλιαστές, κοκ) είναι όλοι «Εκκλησίες», ισοβαρή και ισότιμα μέλη μιας κομματιασμένης «Εκκλησίας» (βλ. Τορόντο, Πόρτο Αλλέγκρε και Πουσάν)
4. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι παρά ενα απο τα ισότιμα μέλη ενός παγκοσμίου σώματος αιρέσεων (βλ. Π.Σ.Ε. και Τορόντο)
Συμπεράσματα
Απο τα παραπάνω τα οποία δογμάτισε η ψευδοσύνοδος, απορρέουν αβίαστα, τέσσερα ακόμη συμπεράσματα:
1. Δεν ισχύει πλέον το άρθρο 9 του Συμβόλου της Πίστεως: «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν», εφόσον αποδεχόμαστε επισήμως και κηρύττουμε την κακοδοξία οτι η Εκκλησία είναι διηρημένη
2. Μόνον εφόσον η Εκκλησία αποκαταστήσει Ευχαριστιακή κοινωνία με τις αιρέσεις θα ισχύει το άρθρο 9 του Συμβόλου της Πίστεως
3. Όταν αναγιγνώσκουμε και ομολογούμε το Σύμβολο της Πίστεως στις ακολουθίες αιρετίζουμε και βλασφημούμε, διότι ομολογούμε ενα ψεύδος και όχι την αλήθεια
4. Έπρεπε ήδη να έχει καταργηθεί απο τις ακολουθίες ή νά έχει αλλοιωθεί το Σύμβολο της Πίστεως για να μην αιρετίζουμε και να μην βλασφημούμε στις ακολουθίες.
Ιδιαιτέρως η Σύνοδος της Κρήτης εκφράζει θετική εκτίμηση για την «θεολογική προσφορά» της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» του ΠΣΕ και σημειώνει:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία … εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα … τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών» (κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο» § 21).
Αποκρυπτογραφώντας τα γραφόμενα παρουσιάζουμε ποιες αποφάσεις του Π.Σ.Ε αποδέχτηκε η Σύνοδος της Κρήτης εμμέσως πλήν σαφώς τον Ιούνιο του 2016.
Συνοπτικά
1.«Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ)
2.«Δήλωση του Τορόντο».
3.Συμφωνία του Σαμπεζύ, 1990
4.Συμφωνία του Μπαλαμάντ, 1993
5.Συμφωνία του Πόρτο Αλέγκρε, 2006
6.Συμφωνία του Πουσάν, 2013
1.«Κείμενο Λίμα, 1982 - Βάπτισμα Εὐχαριστία, Ἱερωσύνη» (ΒΕΜ-Baptism, Eucharist and Ministry)
Σημειώνουμε μόνο ότι το κείμενο αυτό (ΒΕΜ) όταν ομιλεί για «Εκκλησίες» εννοεί τα περισσότερα από 345 μέλη του ΠΣΕ:
Καθιέρωση της Βαπτισματικής Θεολογίας.Η βαπτισματική θεολογία είναι μια καινοφανής εκκλησιολογική θεωρία. Αυτονομείται πλέον το «βάπτισμα» από την ομολογία της αληθούς πίστεως Κατ' αυτήν, όπου τελείται το βάπτισμα στο όνομα της αγίας Τριάδος, εκεί υπάρχει και η αληθινή Εκκλησία, συμπεριλαμβανομένων εις αυτήν και των ετερόδοξων. Είναι φανερό, ότι δια της θεωρίας αυτής, η οποία έχει χρώμα οικουμενιστικό, διευρύνονται τα όρια της καθολικής Εκκλησίας, κάτω από την ομπρέλα της οποίας μπορούν να βρουν στέγη αρκετοί χριστιανοί, άσχετα προς το γενικότερο θεολογικό τους πιστεύω και την ιδιαίτερη εκκλησιολογική φυσιογνωμία τους. Κάτι ανάλογο γίνεται και με τη διαβόητη θεωρία των κλάδων (Βranch Theory) της Προτεσταντικής περί Εκκλησίας εκδοχής. Κατ' αρχήν, βέβαια και αόριστα, η θεωρία αυτή είναι σωστή. Όντως η ομολογία του περί αγίας Τριάδος δόγματος της πίστεως είναι απαραίτητη τόσο δια τη συγκρότηση της Εκκλησίας, όσο και δια τη σωτηρία του ανθρώπου. Ποίου όμως δόγματος; Φυσικά του ορθού όπως τούτο διδάσκεται καθαρό και αλώβητο στους κόλπους της Ορθόδοξου Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας. Ισχύει όμως αυτό και για την ετεροδοξία; Ασφαλώς όχι.;
Βάπτισμα, § 6: «Το κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει, αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος ... οι ποικίλλοντες τρόποι τελέσεως του βαπτίσματος υπό μιάς εκάστης (Εκκλησίας) δεν είναι άλλο από συμμετοχήν εις το μοναδικόν βάπτισμα … Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής εργασίας» (σ. 20-21).
Βάπτισμα, § 13: «Το βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως “επαναβαπτισμός”… Ωρισμέναι Εκκλησίαι, αι οποίαι επέμειναν επί ιδιαιτέρου τινός τύπου βαπτίσματος η αι οποίαι είχον σοβαρά προβλήματα εν σχέσει προς το κύρος των μυστηρίων και των τύπων ιερωσύνης άλλων Εκκλησιών, εζήτησαν κατά καιρούς από πρόσωπα προερχόμενα από άλλας εκκλησιαστικάς παραδόσεις να βαπτισθούν πριν η καταστούν πλήρη μέλη της κοινότητος εις την οποίαν προσχωρούν. Δεδομένου ότι αι Εκκλησίαι φθάνουν εις μείζονα αμοιβαίαν κατανόησιν και αποδοχήν κατά το μέρος της ανακτήσεως στενoτέρων σχέσεων μαρτυρίας και διακονίας μεταξύ των, θα απέχουν αύται πάσης πρακτικής η οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων Εκκλησιών η να αμβλύνη το γεγονός ότι το μυστήριον του βαπτίσματος δεν δύναται να επαναληφθή» (σ. 26).
Βάπτισμα, § 15: «Αι Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού… Η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ. Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (σ. 28).
Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ
Ευχαριστία § 19: «Εάν μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ’ αυτών και εις τους λειτουργούς των το δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν η να προίστανται αυτής, η καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (σ. 43).
Ευχαριστία § 21: «έχομεν τεθή υπό συνεχή κρίσιν… ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (σ. 44).
Σχόλια
Α.«Η καθολικότης της Ευχαριστίας» που τελεί η Ορθόδοξη Εκκλησία «καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος», επειδή δεν επιτρέπουμε στους Προτεστάντες του ΠΣΕ «να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν η να προίστανται αυτής»;! Κύριε ελέησον! Και η Πανορθόδοξη Σύνοδος της Κρήτης «εκτιμά θετικώς» το κείμενο αυτό!
Β. Δέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία ότι στο «Σώμα του Χριστού» ανήκουν και οι 300 προτεσταντικές ομάδες και ομολογίες; Η καταδίκη εκ μέρους της Ορθοδόξου Εκκλησίας της αρνήσεως των Προτεσταντών της τιμητικής προσκυνήσεως της Θεοτόκου, των Αγίων, του Τ. Σταυρού, των ιερών εικόνων και λειψάνων, της αρνήσεως της αειπαρθενίας της Παναγίας, της εκκλησιαστικής παραδόσεως, των Οικουμενικών Συνόδων, των Μυστηρίων, του κανόνος της Αγ. Γραφής κλπ εκ μέρους των Προτεσταντών είναι μήπως «εμμονή εις ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους»;
Επί πλέον στο κεφάλαιο περί Θείας Ευχαριστίας αντι-ορθόδοξη είναι η χρήση όρων όπως, «σημείον», κ.ά., που δεν εκφράζουν επαρκώς τον μυστηριακό χαρακτήρα του «Μυστικού Δείπνου». Η έμφαση, επιπλέον, στην «ανάμνηση» του Χριστού ως την ουσία του ευχαριστιακού δείπνου, μετατοπίζει ουσιαστικά το επίκεντρο από την «πραγματική παρουσία» του Χριστού προς μια «ανάμνηση της παρουσίας» του. Η απουσία, επίσης, οποιασδήποτε αναφοράς στον λειτουργό κρίνεται ιδιαίτερα προβληματική από ορθόδοξη άποψη.
Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ
Ιερωσύνη § 53: «Διά να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης, το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην» (σ.86).
--------------------------------------------------------
Ιερωσύνη § 54: «Ορισμέναι Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας. Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ο,τι αφορά εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (σ. 86-87).
Σχόλια
1: Μπορεί λοιπόν να υπάρξει «αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης», χωρίς να υπάρχει «αποστολική διαδοχή»; Δηλ. οι Παπικοί και οι Προτεστάντες πάστορες έχουν κανονική ιερωσύνη, την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει;
2. Δηλ. η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τη χειροτονία των γυναικών χωρίς να την θεωρεί «κώλυμα αποφασιστικού χαρακτήρος»;
2. «Δήλωση του Τορόντο».
Στο επίμαχο κείμενο του Κολυμπαρίου («Σχέσεις…») αναφέρεται ονομαστικά και επαινετικά η «Δήλωση του Τορόντο», ένα κείμενο που συμφωνήθηκε το 1950 από τους Ορθοδόξους και τα υπόλοιπα μέλη του λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών» (του ΠΣΕ, που ιδρύθηκε το 1948, όπου συμμετέχουν Ορθόδοξοι, Προτεστάντες, Μονοφυσίτες). Λέγεται στο κείμενο του Κολυμπαρίου (παρ. §19) ότι:
«Οι Ορθόδοξες Εκκλησίες-μέλη […] έχουν βαθειά την πεποίθηση ότι οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto […] είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ορθόδοξη συμμετοχή στο Συμβούλιο», δηλ. στο ΠΣΕ.
Η Δήλωση του Τορόντο είναι ένα κείμενο που εκθέτει τις βασικές εκκλησιολογικές αρχές λειτουργίας του Π.Σ.Ε. Το κείμενο έχει τίτλο «Η Εκκλησία, οι Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και είναι απάντηση σε σχετικό ερώτημα της
Α Γενικής Συνέλευσης στο Άμστερνταμ το 1948.
Το ερώτημα όμως παραμένει. Μπορούμε να ομιλούμε για εκκλησιολογική βάση; Και μόνη η ονομασία «εκκλησιολογική βάση» στα πλαίσια του συνονθυλεύματος του Π.Σ.Ε., με την πνιγηρή παρουσία τόσων αιρετικών κοινοτήτων και ομάδων, αποτελεί εκκλησιολογική στρέβλωση. Αποτελεί όντως η Δήλωση του Τορόντο, το πλέον υπεύθυνο κείμενο περί της φύσης και της εκκλησιολογικής ταυτότητας του Π.Σ.Ε.; Μπορούμε επίσης να ομιλούμε για “εκκλησιολογική ταυτότητα” του Π.Σ.Ε.;
Αυτά που καταγράφουν οι κληθείσες “εκκλησιολογικές” προϋποθέσεις της “Δήλωσης του Τορόντο”, δίνουν την απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
Αν αυτό το συσχετίσει κανείς με την καλούμενη “εκκλησιολογική προϋπόθεση” της “Δήλωσης του Τορόντο” η οποία τονίζει ότι, “οι εκκλησίες αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι περιεκτικότερο από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας”*, αυτόματα αντιλαμβάνεται κανείς το μέγεθος της εκκλησιολογικής στρέβλωσης.
Η προϋπόθεση αυτή υποδεικνύει καθοδηγητικά με τον τονισμό “περιεκτικότερο”, σε ποια Εκκλησία έχει μεγαλύτερη σημασία να ανήκουν τα μέλη του Π.Σ.Ε. Υπογράφοντας και εμείς ως Ορθόδοξοι μία τέτοια προϋπόθεση, σαφέστατα παραδεχόμαστε ότι δεν έχει τόση σημασία να ανήκομε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά είναι περιεκτικότερο να ανήκουμε στην Εκκλησία του Χριστού, λες και η Εκκλησία του Χριστού είναι άλλη από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Αναιρεί η δεν αναιρεί αυτή η προϋπόθεση – παραδοχή, την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ως Ορθοδόξων; Μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι δόθηκε η απάντηση που αφορούσε τη φύση και την εκκλησιολογική βάση λειτουργίας του λεγόμενου Π.Σ.Ε.; Αυτό που επισημαίνεται με το «περιεκτικότερο» στη Δήλωση, αυτόματα υποβαθμίζει το γεγονός να ανήκεις στην ίδια σου την εκκλησία.
Στην παράγραφο 5 της Δήλωσης αυτής αναφέρεται ότι, “Οι εκκλησίες – μέλη του Π.Σ.Ε. αναγνωρίζουν στις άλλες εκκλησίες στοιχεία της αληθούς εκκλησίας”*. Ποια αναγνώριση στοιχείων αληθούς εκκλησίας μπορούμε να αναγνωρίσουμε για παράδειγμα στις αιρετικές κοινότητες και ομάδες των Πεντηκοστιανών, των Λουθηρανών, των Μεθοδιστών και λοιπών αιρετικών κοινοτήτων του Π.Σ.Ε.;
Στην παράγραφο 8 της Δήλωσης του Τορόντο, αναφέρεται ότι “οι εκκλησίες – μέλη εισέρχονται σε πνευματικές σχέσεις, για να οικοδομηθεί το Σώμα του Χριστού και να ανακαινισθεί η ζωή των εκκλησιών”*. Το Σώμα του Χριστού θα οικοδομηθεί από τις “πνευματικές” σχέσεις με αιρετικές κοινότητες και ομάδες μέλη του Π.Σ.Ε., όπως για παράδειγμα με τις καλούμενες “εκκλησίες” των Μεννονιτών σε Γερμανία και Ολλανδία, τις ποικίλες “εκκλησίες” των Μεθοδιστών, τις λεγόμενες “Αναμορφωμένες Χριστιανικές εκκλησίες” στη Σερβία, Μαυροβούνιο και Σλοβακία μελών του Π.Σ.Ε.;
“Διά της Εκκλησίας, και εν τη Εκκλησία, διά της οποίας και μόνον οι άνθρωποι φθάνουν εις τον τελικόν σκοπόν και το τελικόν νόημα της ανθρωπίνης υπάρξεως σε όλους τους κόσμους»** παρατηρεί μεταξύ άλλων ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, ερμηνεύοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «Μέχρι καταντήσωμεν…εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. 4,13).
Συνεπώς το κείμενο της Δήλωσης του Τορόντο, δεν αποτελεί υπεύθυνο κείμενο περί της φύσης και της “εκκλησιολογικής” ταυτότητας του καλούμενου Π.Σ.Ε. Αποτελεί απλά ένα κείμενο, το οποίο καταγράφει τις μάταιες προσπάθειες συνύπαρξης στο συνονθύλευμα του λεγόμενου Π.Σ.Ε.
Τέτοιες προϋποθέσεις σχετικοποιούν την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία ως Ορθοδόξων, ότι δηλαδή “η Ορθόδοξος Εκκλησία, είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία”. Πρόκειται για εκκλησιολογικές στρεβλώσεις και όχι “εκκλησιολογικές” προϋποθέσεις.
Συμπερασματικά : Δογματίσαμε δηλαδή οτι οχι μόνον οτι οι αιρέσεις οι οποίες είναι μέλη του Π.Σ.Ε. είναι Εκκλησίες και Σώμα Χριστού, και οτι εμείς είμαστε ισότιμο μέλος των αιρέσεων, αλλά και οτι η Εκκλησία του Χριστού είναι ελλειπής χωρίς τις χιλιάδες αιρέσεις, εφόσον «τό νά ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά ἀποτελεῖ μέλος τῆς δικῆς του Ἐκκλησίας». Άρα δογματίσαμε Συνοδικά οτι μόνον εφόσον υπάρχει κοινωνία της Εκκλησίας με τις αιρέσεις υπάρχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.
------------------------------------------------------
Το Κολυμπάρι, μέσω του ιδίου παραπάνω κειμένου («Σχέσεις…»), επαινεί τους μέχρι τώρα θεολογικούς διαλόγους Ορθοδόξων και αιρετικών, διότι λ.χ.
«εκτιμά θετικώς τα θεολογικά κείμενα που εκδόθηκαν από αυτήν [τη σχετική Επιτροπή του ΠΣΕ…], τα οποία αποτελούν αξιόλογο βήμα στην Οικουμενική Κίνηση για την προσέγγιση των Χριστιανών» (παρ. §21).
Η έμμεση αυτή επικύρωση, ακόμη και αν δεν κατονομάζει τις ειδικότερες θέσεις των κειμένων αυτών, όμως τα επικυρώνει συλλογικώς. Άλλωστε, μη ξεχνάμε ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι Πενθέκτη (β΄ Κανών) και Εβδόμη (α΄ Κανών) έδωσαν οικουμενικό κύρος στους ιερούς Κανόνες των Τοπικών Συνόδων, χωρίς να αναφέρονται λεπτομερώς σε αυτούς.
Μια προσεκτική ματιά δείχνει τι απαράδεκτα και αιρετικά έχουν γραφεί, δυστυχώς, στα σημαντικότερα από τα κείμενα των «Θεολογικών Διαλόγων».
3.Συμφωνία του Σαμπεζύ, 1990
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Σαμπεζύ υπογράψαμε, αναγνωρίσαμε και συνεπώς δηλώσαμε πίστη στο οτι και οι αιρετικοί Μονοφυσίτες διατήρησαν την αυθεντική Χριστολογία, όπως φαίνεται απο την φράση
«both families have always loyally maintained the same authentic Orthodox Christological faith».
Και συμφωνήσαμε να άρουμε τα αναθέματα εκατέρωθεν, χωρίς οι αιρετικοί Μονοφυσίτες να αποκηρύξουν τις πλάνες των.
Οι Μονοφυσίτες είναι αιρετικοί. Αποκόπηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία, επειδή δεν δέχτηκαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, που καταδίκασε όσους δεν δέχονται ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη. Κατά τα άλλα, όπως λέει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, είναι κατά πάντα Ορθόδοξοι. Σήμερα, Μονοφυσίτες είναι οι Αρμένιοι, οι Ιακωβίτες της Συρίας, οι Κόπτες της Αιγύπτου, οι Αβησσυνοί και οι του Μαλαμπάρ στην Ινδία. Ο Μονοφυσιτισμός φούντωσε τον 5ο αιώνα στην αυτοκρατορία της Ρωμανίας και σαν μια αντίδραση σ’ αυτή. Παρουσιάστηκε δε σαν απάντηση στην αίρεση του Νεστοριανισμού, που διαχώριζε τον άνθρωπο Χριστό, από τον Θεό Χριστό.. Με τους Μονοφυσίτες γινόταν Θεολογικός Διάλογος από το 1964. Στην πρώτη συνάντησή τους, μετά από εισήγηση του καθηγητή Ιω. Καρμίρη, οι Μονοφυσίτες κατενθουσιασμένοι χειροκροτούσαν ότι συμφωνούν μαζί του και δέχονται την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Όμως, με υπόγειες παρεμβάσεις ανθρώπων του Π.Σ.Ε. οι Μονοφυσίτες έπαυσαν να υποστηρίζουν την αναγνώριση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, για να καταλήξει ο Διάλογος αυτός στις Συμφωνίες του Σαμπεζύ του 1990, κατά τις οποίες, αντί αυτοί ν’ αναγνωρίσουν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, οι Οικουμενιστές τους αναγνώρισαν ως Ορθοδόξους! Βάσει αυτών, τουλάχιστον το Πατριαρχείο Αντιόχειας απέκτησε «κοινωνία» με τους μονοφυσίτες της περιοχής του, τους λεγόμενους Ιακωβίτες! Εν μέρει «κοινωνία» με τους μονοφυσίτες της Αιγύπτου, τους λεγόμενους Κόπτες, απέκτησε και το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας. Και με τα Πατριαρχεία αυτά «κοινωνούν» όλα τα άλλα Πατριαρχεία και όλες οι άλλες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες!
4.Συμφωνία του Μπαλαμάντ, 1993
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Μπαλαμάντ, μεταξύ πολλών θλιβερών τα οποία αποδεχθήκαμε, υπογράψαμε, αναγνωρίσαμε και συνεπώς δηλώσαμε πίστη στο οτι οι αιρετικοί Παπικοί είναι Εκκλησία και ότι έχουν Βάπτισμα και Μυστήρια, όπως φαίνεται από φράσεις όπως οι παρακάτω.
«it is clear that rebaptism must be avoided», «the Catholic Churches and the Orthodox Churches recognize each other as Sister Churches», «the preparation of future priests [...] Their education [...] everyone should be informed of the apostolic succession of the other Church and the authenticity of its sacramental life», κοκ.
(«Balamand Statement», παρ. 13-14 και 30)
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
13. Πράγματι κυρίως από της ενάρξεως των Πανορθοδόξων Διασκέψεων και της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, η εκ νέου ανακάλυψη και αξιοποιήση τόσο από τους Ορθοδόξους όσο και από τους Καθολικούς, της Εκκλησίας ως κοινωνίας, άλλαξαν ριζικώς οι προϋποθέσεις και, άρα, και οι θεμελιώδεις στάσεις. Και από τις δύο πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός ενεπιστεύθη στην Εκκλησία Του - ομολογία της αποστολικής πίστεως, συμμετοχή στα ίδια μυστήρια, προ πάντων στη μοναδική Ιερωσύνη που τελεί τη μοναδική θυσία του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων - δεν δύναται να θεωρήται ως η ιδιοκτησία της μίας μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά, είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται.
14. Αυτός είναι ο λόγος που η Ορθόδοξος και η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται αμοιβαίως ως «αδελφές Εκκλησίες», υπεύθυνες από κοινού για τη διατήρηση της Εκκλησίας του Θεού στην πιστότητα προς το Θείο Σχέδιο, όλως δε ιδιαιτέρως σε ο,τι αφορά στην Ενότητα. Σύμφωνα προς τους λόγους του Πάπα Ιωάννου - Παύλου του Β΄, η οικουμενική προσπάθεια των αδελφών Εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσεως, θεμελιωμένη στο διάλογο και την προσευχή, αναζητεί μία τέλεια και πλήρη κοινωνία που να μην είναι ούτε απορροφήση, ούτε συγχώνευση, αλλά συνάντηση «εν τη αληθεία και τη αγάπη».
.
30. Για να προετοιμασθή το μέλλον των σχέσεων μεταξύ των δύο Εκκλησιών και να ξεπερασθή πιά η πεπαλαιωμένη εκκλησιολογία της επιστροφής στην Καθολική Εκκλησία που συνεδέθη με το πρόβλημα, το αντιμετωπιζόμενο στο παρόν κείμενο, θα πρέπει να δοθή ειδική προσοχή στην προετοιμασία των ιερέων της αύριον και όλων εκείνων που καθ’ οιονδήποτε τρόπο λαμβάνουν μέρος σε μία αποστολική δραστηριότητα, ασκούμενη εκεί όπου η άλλη ’Εκκλησία έχει εκ παραδόσεως της ρίζες της. Η εκπαίδευσή των θα πρέπει να είναι αντικειμενικά θετική έναντι της άλλης Εκκλησίας. Όλοι οφείλουν πρώτον να είναι πληροφορημένοι περί της αποστολικής διαδοχής της άλλης Εκκλησίας και περί της αυθεντικότητος της μυστηριακής της ζωής. Ομοίως θα πρέπει να προσφέρεται σε όλους μία τίμια και σφαιρική παρουσίαση της ιστορίας, τείνουσα προς μία ιστοριογραφία συγκλίνουσα η και κοινή των δύο Εκκλησιών. Έτσι θα βοηθείται η διαλύση των προκαταλήψεων και θα αποφεύγεται το γεγονός, να χρησιμοποιείται η ιστορία κατά πολεμικό τρόπο. Η παρουσίαση αυτή θα συντελέση στη λήψη συνειδήσεως ότι οι ευθύνες για τον χωρισμό είναι μοιρασμένες και ότι άφησαν εκατέρωθεν βαθειές πληγες
-------------------------------------------------------
5.Συμφωνία του Πόρτο Αλέγκρε, 2006
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Πόρτο Αλλέγκρε υπογράψαμε, αναγνωρίσαμε και συνεπώς δηλώσαμε πίστη στο οτι όλες οι αιρέσεις είναι τα διηρημένα μέλη της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού. Δογματίσαμε δηλαδή οτι μόνον όταν βρισκόμαστε σε κοινωνία με τους αιρετικούς είμαστε Εκκλησία και Σώμα Χριστού, όπως φαίνεται απο φράσεις όπως
«The life of the Church as new life in Christ is one. Yet it is built up through different charismata and ministries [...] Each church is the Church catholic and not simply a part of it. Each church is the Church catholic, but not the whole of it. Each church fulfils its catholicity when it is in communion with the other churches», κοκ.
(«Called to be the One Church», Κεφ. 2, παρ. 5-7)
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΑ ΕΠΙΜΑΧΑ ΑΡΘΡΑ
5. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η Πίστη της Εκκλησίας όπως αυτή εκφράστηκε από τους Αποστόλους είναι μία, όπως ακριβώς ένα είναι και το Σώμα του Χριστού. Παρά ταύτα, είναι θεμιτό η Πίστη αυτή να διατυπώνεται με διαφορετικούς τρόπους. Η ζωή της Εκκλησίας, ως μια νέα εν Χριστώ ζωή είναι μία. Εν τούτοις, εξελίσσεται μέσα από διάφορα χαρίσματα και διακονίες. Μία είναι η ελπίδα της Εκκλησίας, αλλά εκφράζεται με διαφορετικές ανθρώπινες προσδοκίες. Αναγνωρίζουμε ότι, όσον αφορά στην σχέση της Εκκλησίας με τις εκκλησίες, υπάρχουν διαφορετικές εκκλησιολογικές προσεγγίσεις και ποικιλία αντιλήψεων. Μερικές διαφορές εκφράζουν την Χάρη του Θεού και την αγαθότητά Του. Αυτές θα πρέπει να προβάλλονται εν χάριτι Θεού, δια του Αγίου Πνεύματος. Κάποιες άλλες όμως διαφορές διαιρούν την Εκκλησία. Αυτές θα πρέπει να υπερνικηθούν δια των καρπών του Πνεύματος, της πίστεως, της ελπίδος και της αγάπης, έτσι ώστε εν τέλει να μην επικρατήσουν τάσεις αποκλεισμού και διαχωρισμού. «Το σχέδιο» του Θεού, «όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, είναι να ενωθούν όλα εν Αυτώ» (Εφ. 1, 10), εναρμονίζοντας έτσι όλες τις διαφορές. Ο Θεός καλεί τον λαό του εν αγάπη στην προβολή [των διαφορών που ενώνουν] και επανεκτίμηση [των διαφορών που διχάζουν], στον δρόμο προς την πληρότητα της κοινωνίας.
6. Η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζει την πληρότητα, ακεραιότητα και ολότητα της ζωής της, εν Χριστώ, δια του Αγίου Πνεύματος, σε όλες τις εποχές και σε όλους τους χώρους. Αυτό το μυστήριο εκφράζεται σε κάθε κοινότητα βαπτισμένων πιστών, όπου η αποστολική Πίστη ομολογείται αλλά και βιώνεται, το ευαγγέλιο κηρύττεται, και τα μυστήρια επιτελούνται. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική και όχι απλά ένα μέρος της. Κάθε εκκλησία είναι η Εκκλησία καθολική, αλλά όχι στην ολότητά της. Κάθε εκκλησία εκπληρώνει την καθολικότητά της όταν είναι σε κοινωνία με τις άλλες εκκλησίες. Σας διαβεβαιώνουμε ότι η καθολικότητα της Εκκλησίας εκφράζεται πιο ξεκάθαρα με την κοινή συμμετοχή στην θεία κοινωνία και με την αμοιβαία αναγνώριση-αποδοχή και συμφιλίωση μεταξύ των μελών του κλήρου.
7. Η σχέση μεταξύ των εκκλησιών χαρακτηρίζεται από μια δυναμική αλληλεπίδραση. Κάθε εκκλησία καλείται να δίδει και να λαμβάνει δωρεές με πνεύμα αμοιβαίας υπευθυνότητας. Κάθε εκκλησία πρέπει να αντιλαμβάνεται όλα όσα είναι εφήμερα στην ζωή της και να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει στις άλλες εκκλησίες. Ακόμη και σήμερα, όταν η κοινή συμμετοχή στην ευχαριστία δεν είναι δυνατή, διηρημένες εκκλησίες εκφράζουν αμοιβαία υπευθυνότητα και επιδεικνύουν την καθολικότητα που τις διακρίνει, όταν προσεύχονται η μία για την άλλη, όταν μοιράζονται τα αγαθά, αλληλοβοηθούνται σε περιόδους δύσκολες, παίρνουν από κοινού αποφάσεις, εργάζονται για την επικράτηση της δικαιοσύνης, της συμφιλίωσης και της ειρήνης και θεωρούν η μία την άλλη υπόλογη όσον αφορά την έννοια της μαθητείας που ενέχεται στο βάπτισμα, και παρά τις όποιες διαφορές, επιμένουν στον διάλογο, αρνούμενοι το «δεν σας έχω ανάγκη» (Α’ Κορ. 12, 21). Όταν απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλο, γινόμαστε φτωχότεροι.
6.Συμφωνία του Πουσάν, 2013
Στο κείμενο της Συμφωνίας του Πουσάν υπογράψαμε και αναγνωρίσαμε επισήμως οτι μεταννοούμε εμείς οι Ορθόδοξοι για τα σχίσματα, διότι δεν εξήλθαν οι αιρετικοί απο την Εκκλησία, αλλά είμαστε από κοινού συνυπεύθυνοι για τις διαιρέσεις της Εκκλησίας σε κομμάτια, και γι΄ αυτό πρέπει να επανέλθουμε σε κοινωνία όλα τα διηρημένα μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή Ορθόδοξοι και αιρετικοί, όπως φαίνεται απο φράσεις όπως
«repent of the divisions among and within our churches», «to call one another to visible unity in one faith and in one Eucharistic fellowship, expressed in worship and common life», κοκ.
(«Unity Statement», παρ. 14)
Συνοπτικά:
Το κείμενο του Πόρτο Αλέγκρε (ΠΣΕ, Βραζιλία, 2006) λέγει (παρ. §§6-7) ότ
«Κάθε Εκκλησία [είτε η Ορθόδοξη είτε οι προτεσταντικές κ.λπ. του ΠΣΕ] είναι η Καθολική Εκκλησία, αλλά όχι ολόκληρη. Κάθε Εκκλησία εκπληρώνει την Καθολικότητά της, όταν ευρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες […] Ο ένας χωρίς τον άλλον είμαστε πτωχευμένοι» και ότι (§5) «ενδέχεται να υπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις της πίστεως της Εκκλησίας», δηλαδή δεν βλάπτει η διαφοροποίηση των δογμάτων !
Το κείμενο του Πουσάν (ΠΣΕ, Νότιος Κορέα, 2013) λέγει μεταξύ πολλών άλλων πλανών, ότι «μετανοούμε για τις διαιρέσεις μεταξύ των εκκλησιών μας και εντός αυτών», οι οποίες υπονομεύουν «τη μαρτυρία μας για το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού» (παρ. §14). Με άλλα λόγια, μετανοούμε που οι άγιοι Πατέρες μας έσωσαν από τις αιρέσεις, αποκόπτοντάς τις από την Εκκλησία !
Η Συμφωνία του Balamand (Λίβανος, 1993) μεταξύ Ορθοδόξων και αιρετικών Παπικών, λέει (παρ. §§13-14) ότι: «Και από τις δύο πλευρές αναγνωρίζεται ότι αυτό που ο Χριστός εμπιστεύθηκε στην Εκκλησία Του […] δεν μπορεί να θεωρείται σαν ιδιοκτησία της μιάς μόνον από τις Εκκλησίες μας. Στα πλαίσια αυτά είναι προφανές ότι κάθε είδους αναβαπτισμός αποκλείεται». Επίσης, ότι «η Ορθόδοξη και η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται αμοιβαία ως “αδελφές Εκκλησίες”, υπεύθυνες από κοινού για την διατήρηση της Εκκλησίας του Θεού στην πιστότητα προς το Θείο Σχέδιο, πολύ ιδιαίτερα δε σε ο,τι αφορά στην ενότητα»· αλλού, διακηρύσσεται (παρ. §30) ότι «οι ευθύνες για τον χωρισμό είναι μοιρασμένες» μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών!
Παρά ταύτα, η Σύνοδος του Κολυμπαρίου (ως μια «καθώς πρέπει» (“decent”) αιρετική Σύνοδος) διακήρυξε παραπλανητικώς, ότι «οι διάλογοι που διεξάγονται από την Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε σήμαιναν, ούτε σημαίνουν και δεν πρόκειται να σημάνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως. Οι διάλογοι αυτοί είναι μαρτυρία περί της Ορθοδοξίας» (Εγκύκλιος, VII, §20).
Άρα με απλά και συνοπτικά λόγια τί κάναμε;
Δογματίσαμε οτι:
1. Οι διάφοροι αιρετικοί Μονοφυσίτες είναι πλέον Ορθόδοξοι και αποκαθιστούμε την κοινωνία μαζί τους, χωρίς αυτοί να απορρίπτουν την Συνοδικά καταδικασμένη αίρεση περί μιας φύσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (βλ. Σαμπεζύ)
2. Οι Παπικοί όχι απλά δεν είναι αιρετικοί (και ας είναι Συνοδικά κατεγνωσμένη αίρεση το Φιλιόκβε) και μάλιστα έχουν Βάπτισμα, Ιερωσύνη, Θεία Χάρη, Μυστήρια, κοκ (βλ. Μπαλαμάντ, Πόρτο Αλλέγκρε και Πουσάν)
3. Οι διάφορες αιρέσεις (Μονοφυσίτες, Ουνία, Παπισμός, οι χιλιάδες Προτεσταντικές αιρέσεις, Χιλιαστές, κοκ) είναι όλοι «Εκκλησίες», ισοβαρή και ισότιμα μέλη μιας κομματιασμένης «Εκκλησίας» (βλ. Τορόντο, Πόρτο Αλλέγκρε και Πουσάν)
4. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι παρά ενα απο τα ισότιμα μέλη ενός παγκοσμίου σώματος αιρέσεων (βλ. Π.Σ.Ε. και Τορόντο)
Συμπεράσματα
Απο τα παραπάνω τα οποία δογμάτισε η ψευδοσύνοδος, απορρέουν αβίαστα, τέσσερα ακόμη συμπεράσματα:
1. Δεν ισχύει πλέον το άρθρο 9 του Συμβόλου της Πίστεως: «Εἰς μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν», εφόσον αποδεχόμαστε επισήμως και κηρύττουμε την κακοδοξία οτι η Εκκλησία είναι διηρημένη
2. Μόνον εφόσον η Εκκλησία αποκαταστήσει Ευχαριστιακή κοινωνία με τις αιρέσεις θα ισχύει το άρθρο 9 του Συμβόλου της Πίστεως
3. Όταν αναγιγνώσκουμε και ομολογούμε το Σύμβολο της Πίστεως στις ακολουθίες αιρετίζουμε και βλασφημούμε, διότι ομολογούμε ενα ψεύδος και όχι την αλήθεια
4. Έπρεπε ήδη να έχει καταργηθεί απο τις ακολουθίες ή νά έχει αλλοιωθεί το Σύμβολο της Πίστεως για να μην αιρετίζουμε και να μην βλασφημούμε στις ακολουθίες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου