Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

ΡΑΣΟΦΟΡΟΣ ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΣ 
O ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΟΣ 
(Ένας εκ των 12 διωχθέντων) 




Το έγκλημα που έγινε το 1974 από τον Σεραφείμ Τίκα και από μια κλίκα ρασοφόρων που δεν είχαν ούτε ιερό, ούτε όσιο, να «δολοφονήσουν» 12 αγίους Αρχιερείς για να τους αρπάξουν τους θρόνους δεν υπάρχει προηγούμενο στην Εκκλησιαστική ιστορία. Ενας από αυτους είναι και ο Ιερομάρτυρας Κωνστάντιος Χρονης, μητροπολιτης Αλεξανδρουπολεως.
«Διωγμούς εκαρτέρησας και κινδύνοις υπέμεινας…» 
Οι Γερμανοί στην Καβάλα 
Η Καβάλα το 1940, με την ιταλική εισβολή στη χώρα μας, βρέθηκε, αναπόφευκτα, σε κυκλώνα που όρμησε να καταλύσει την ελευθερία μας, να αμαυρώσει την ιστορία και να υποτάξει τη λεβεντιά μας. Ένα χρόνο νωρίτερα (20 Ιουλ. 1939) χειροτονούνταν ο Κωνστάντιος Χρόνης πρεσβύτερος στην Αγ. Παρασκευή Αθηνών από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, λαμβάνοντας, παράλληλα με το οφίκιο του Αρχιμανδρίτου και τον διορισμό του ιεροκήρυκα στην Μητρόπολη Καβάλας. Δεν πρόλαβε όμως να φθάσει στην έδρα του και η χώρα μας (Οκτώβριο 1940) έμπαινε στη περιπέτεια γερμανικού πολέμου, με τον νέο ιερέα Κωνστάντιο να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Επιστρατεύτηκε ως ιερέας στο Δ΄ στρατιωτικό νοσοκομείο Καβάλας όπου κατέφθαναν καθημερινά δεκάδες τραυματίες από το μέτωπο. Ο ίδιος, χωρίς ανάπαυλα, πρόσφερε βάλσαμο παρηγοριάς και στερέωνε το ηθικό τους. Παράλληλα επισκέπτονταν οικογένειες στρατιωτών προσφέροντας ηθική καιοικονομική στήριξη, ενώ με μια ομάδα ανθρώπων διέτρεχε πόλεις και χωριά ανυψώνοντας το εθνικό τους φρόνημα. Αυτό δεν κράτησε για πολύ, γιατί οι ορδές των Γερμανών στρατιωτών στις 6 Απριλίου 1941 διέρρηξαν την παραμεθόρια άμυνα στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και εισέβαλαν στην καταματωμένη πατρίδα μας. Οι ήρωες στρατιώτες μας βρέθηκαν νικημένοι, πληγωμένοι, πεινασμένοι και 1450 στρατιώτες και αξιωματικοί αιχμάλωτοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκεί οι κατακτητές Γερμανοί ήθελαν να τους τιμωρήσουν για την ηρωική τους αντίσταση. Ο π. Κωνστάντιος φρόντισε να αποσπάσει την άδεια της γερμανικής διοίκησης να επικοινωνεί – μόνος αυτός – με τους φυλακισμένους και να φροντίζει με πατρική αγάπη για τις πνευματικές και υλικές ανάγκες δημιουργώντας συσσίτια. Ακολούθησαν στοχευμένες ενέργειες, μέσω του Γερμανού Προξένου και των στρατιωτικών αρχών, με αποτέλεσμα την ελάττωση των σκληρών περιοριστικών μέτρων αλλά και την απελευθέρωσή τους. Γρήγορα οι Γερμανοί παρέδωσαν τη φρούρηση και τη διοίκηση της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στους συνεργάτες τους Βούλγαρους. Αυτοί αναθάρρησαν, πιστεύοντας ότι το όνειρό τους να βγουν στο Αιγαίο πραγματοποιούνταν γι’ αυτό απέναντι στον ελληνικό πληθυσμό ήταν σκληροί κατακτητές. Με το κατηφόρισμα των Βουλγάρων, ο πνευματικός ηγέτης – Μητροπολίτης Χρυσόστομος – φοβισμένος έτρεξε να κρυφτεί στην πολυάνθρωπη πρωτεύουσα. Οι άλλοι ηγέτες της πόλης (Καβάλας) παράτησαν τις υπεύθυνες επάλξεις τους και ζήτησαν καταφύγιο στο νότο. Ο ταπεινός λευίτης Κωνστάντιος έμεινε μόνος, μέσα σε μια τεράστια περιοχή, να σηκώσει το βάρος του τρόμου, να στηρίξει οικογένειες, να θρέψει ορφανά και να φροντίζει καθημερινά διερχόμενους στρατιώτες. Σε ένα από τα δύο σχολικά συγκροτήματα έστησε μαγειρείο παρασκευάζοντας πάνω από τέσσερες χιλιάδες μερίδες φαγητό την ημέρα. 
ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 


Οι Βούλγαροι μπαίνοντας στην πόλη βρήκαν ελεύθερο το έδαφος και εγκαταστάθηκαν οι στρατιωτικές και πολιτικές αρχές χωρίς προβλήματα. Αμέσως άρχισαν να υλοποιούν τα σχέδιά τους. Υπέβαλαν στα σχολεία μας τη βουλγαρική γλώσσα ως μητρική, έφεραν δικούς τους παπάδες να λειτουργούν στις Εκκλησίες μας, και γενικά οι σχεδιασμοί τους ήταν καλά μελετημένοι ώστε να πετύχουν ως κατακυρωμένοι κατακτητές. Λίγες ημέρες πριν την κατάρρευση του μετώπου, επισκέφτηκε την Καβάλα ο δήμαρχος Αθηνών Κωνστ. Κοτζιάς, και προσέφερε, σαν έκφραση αλληλεγγύης των πολιτών της πρωτεύουσας προς τον λαό της Καβάλας, ένα σημαντικό χρηματικό ποσό να μοιρασθεί σε άπορους, άνεργους, χήρες, ορφανά… Τα χρήματα είχαν κατατεθεί στην Τράπεζα και τη διαχείρισή τους ανέλαβε επιτροπή δημοσίων λειτουργών με προεδρεύοντα τον Μητροπολίτη. Ήταν ημέρα Δευτέρα όταν οι σειρήνες ειδοποιούσαν ότι σιδερένια γερμανικά αεροπλάνα αυλάκωναν τον ελληνικό ουρανό. Ο κόσμος σαστισμένος και μη μπορώντας να αντιδράσει τα παρακολουθούσε αμήχανα. Η φτωχολογιά της Καβάλας είχε μαζευτεί έξω από το Μητροπολιτικό μέγαρο ζητώντας να τους διανεμηθεί η βοήθεια. Το προσωπικό του επισκοπείου γυρόφερνε στα χαμένα, διότι δεν είχε καμμία εξουσιοδότηση να ασχοληθεί με τη διανομή των χρημάτων. Απελπισμένος ο κόσμος, πήγε και χτύπησε την πόρτα του ιεροκήρυκα π. Κωνστάντιου και αγανακτισμένοι καταφέρονταν κατά του δεσπότη και των παπάδων, που δέσμευσαν τα χρήματα και ότι τα καταχράστηκαν. Ο αγαθός λευίτης τους κοίταζε αμήχανα, διότι δεν γνώριζε τη γενναιόδωρη πράξη του Αθηναίου δημάρχου ούτε και ποιοι είναι οι διαχειριστές. Έτρεξε στα μητροπολιτικά γραφεία. Ρώτησε και έμαθε. Να, τώρα, – του είπαν –, ο διευθυντής του ταμείου και οι άλλοι κατεβαίνουν στο μώλο για να μπαρκάρουν. Το καράβι, που βρίσκεται αγκυροβολημένο, θα φύγει για τον Πειραιά (Σκιαγμένοι σαν τους λαγούς, άφηναν τον λαό και τα πόστα τους και κατηφόριζαν για σιγουριά στην πρωτεύουσα). Ανησύχησε, κινήθηκε βιαστικά, κατέβηκε στην παραλία, έτρεξε να προλάβει τους υπεύθυνους, να τους παρακαλέσει να γυρίσουν πίσω, να ανοίξουν τα ταμεία και να μοιράσουν το βοήθημα της παρηγοριάς στα απλωμένα χέρια, και μετά ας πάνε στο καλό. Φθάνοντας αντίκρυσε ένα καράβι αγκυροβολημένο στα βαθειά νερά, βάρκες να μεταφέρουν ταξιδιώτες με τις αποσκευές τους στο μεγάλο πλεούμενο και άνθρωποι στην παραλία με μουσκεμένα τα μάτια και με μαντήλια στα χέρια να αποχαιρετούν. Ρώτησε για τον προϊστάμενο του Ταμείου και το διευθυντή της Τράπεζας. Κάποιος σήκωσε το χέρι και του έδειξε τη βάρκα που βρίσκονταν σε απόσταση βολής από το σημείο του. Φώναξε με όλη του τη δύναμη ο πράος, αλλά δυναμικός ιερωμένος: - Γυρίστε πίσω να δώσετε τη βοήθεια στον κόσμο και μετά φύγετε… Φώναξε…! Ξαναφώναξε… καμιά απάντηση, λες και δεν άκουγαν!!! Πλάι στον παπά έστεκε ο σκοπός -φαντάρος με το όπλο του κρεμασμένο στον ώμο. Ο π. Κωνστάντιος στύλωσε το βλέμμα πάνω του και τον ρώτησε: - Έχει σφαίρες μέσα; - Όχι παππούλη, απάντησε ο στρατιώτης. - Δώστο μου γρήγορα. Ο στρατιώτης χωρίς να το πολυσκεφτεί, το έδωσε…! Ο παπα-Κωνστάντιος πρότεινε το όπλο σε στάση βολής και έσκουζε με προσποιητή στριγκλιά φωνή: - Γυρίστε πίσω γιατί σας πυροβολώ. Οι επιβάτες της βάρκας φοβήθηκαν και ο βαρκάρης έστρεψε το τιμόνι και τους έφερε στην ακρογιαλιά. Σε λίγη ώρα η Τράπεζα άνοιγε και τα χρήματα μοιράζονταν στους ταλαιπωρημένους Καβαλιώτες, παίρνοντας ο καθένας το μικρό βοήθημά του. Ο παπα-Κωνστάντιος δεν σταμάτησε αλλά συνέχιζε με ομιλίες, κηρύγματα, περιοδείες να εμψυχώνει τον λαό της Μακεδονίας σαν να μην υπήρχε ξενική κατοχή. Οι Βούλγαροι, που τον έβλεπαν να κινείται με τόλμη σε όλη την έκταση της ανατολικής Μακεδονίας, άρχισαν να τον απειλούν, τον έστηναν παγίδες, και τέλος τον διέταξαν να εγκαταλείψει την Καβάλα αλλ’ εκείνος δεν έδινε καμμιά απόκριση. 
Θα συνεχισουμε.....................

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου