Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Ἡ πολιορκία τῆς Κωνσταντινούπολης, 29 Μαΐου 1453, Φώτης Κόντογλου



Σν σήμερα πάρθηκε Πόλη π᾿ τν σουλτν Μεμέτη στ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας λιος.
Μι τέτοια στορία δ μπορε ν τ γράψ ξια κανένας· δν πιστεύω ν βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ς τανε κι διος μηρος, πο τραγούδησε μ λόγια σν κοτρώνια τν φημισμένον κενο πόλεμο τς Τρωάδας.
Κείνη τ μέρα, πο δν πρέπει ν λογαριαστ μηδ στς μέρες τν χρονν, μηδ στς μέρες τν μηνν, παρ ν τ σκεπάσ σκοτάδι, πως λέγει Ἰὼβ γι τ μέρα πο γεννήθηκε, φόβος ποπιασε τος νθρώπους τανε τέτοιος, πο τρες κα τέσσερες γενις δ φτάξανε γι ν συνεφέρουνε. κόμα κα σήμερα, σ διαβάζει κανένας σα γράψανε ο στορικο κεινο το καιρο, ενε στιγμς πο τρέμει στ᾿ λήθεια, σ ν βρίσκεται διος μέσα στν Πόλη, κι᾿ ρα μ τν ρα περιμένει ν δ τος Τούρκους ν σφάξουνε τν κόσμο μπροστ στ μάτια του.
ναλόγως τ μεγαλεα, πο εδε ατ φημισμένη Κωνσταντινούπολη, ναλόγως τ χίλια χρόνια πξησε, ναλόγως στάθηκε κα τ ψυχομαχητό της. λος κόσμος ταράχτηκε· στ πει ξέμακρα μέρη τς χριστιανωσύνης κούστηκε βρόντος πκανε τ κορμί της σν πεσε ψυχο νάμεσα νατολ κα δύση. Δ μιλ σ ρωμιός· μιλ σν νθρωπος γι μι π τς πι σκληρς συμφορς πο πέρασε νθρωπότητα. Θερι πρέπει ννε κανένας γι ν μ δακρύσ τ μάτι του.
Κα ποις δν τν κλαψε! λληνες, Βενετσάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ροσσοι, Πολωνοί, ρμεναοι, κόμα κ᾿ ο διοι ο Τορκοι, λοι τν κλάψανε, γιατ στ καλ χρόνια της λοι τν καμαρώνανε. νθρωπος ενε γιομάτος παραξενιές. Χαίρεται κα καυχιέται γι τ σπουδαα πράγματα, πο μπόρεσε ν φτιάσ, μ τόσους κόπους, μ τ αμα τς καρδις του, μ πάλι διος, σν ν τν σπρώχν διάολος μ τ δικά του τ χέρια πάει κα τ χαλ, ρίχνει χάμω τ εδωλο πο λάτρεψε, τ τσακίζει κα τ ποδοπατ.
Σάμπως κα σήμερα, πο λέγει πς τάχα μέρεψε, δ δουλεύει σ μερμήγκι ν φτιάξ μορφα πράγματα, τέχνες, χτίρια, βιβλία, γι ν τν πιάσ ξαφνα μι μέρα τρέλλα ν τος δώσ μι κλωτσι κα ν πιάσ πάλι π τν ρχή! χω κουστά, πς σ᾿ να νησ τς νδίας, κε δ πο ο νθρωποι ζονε ερηνικ κα κουβεντιάζουνε γνωστικά, στ καλ καθούμενα τος πιάνει ξαφνα μι μανία κα τρέχουνε σ λυσσασμένοι στος δρόμους, σκοτώνοντας ποιον λάχ μπροστά τους. να τέτοιο πράγμα πιάνει κάθε τόσο κα τν νθρωπότητα, γίνεται θηρίο νήμερο κα δαγκώνει τ κρέατά της.


Σν να μπουρίνι, πο μ μις μελανιάζει ορανς κα γίνεται μέρα σ νύχτα κι᾿ κούγονται π μακρυ βροντς κι᾿ στροπελέκια, κα σ λίγο ξεσπ δρόλαπας, κι᾿ φόβος σφίγγει κάθε καρδιά, π το πουλιο πο κελαϊδοσε πρν π λίγο, σαμε το λιονταριο, πονε καμωμένη π᾿ τσάλι, τσι ξέσπασε πάνω στ γερασμένη τν Πόλη σίφουνας κα τν κανε στάχτη. Μέσα σ 55 μέρες χάθηκε ,τι γίνηκε σ χίλια χρόνια.
Ατς θανατερς νεμος πίασε ν φυσ π τς ρημις τς σίας, π τος τόπους πο δ φυτρώνει χορτάρι, σπρώχνοντας κατ δθε να κοπάδι νθρώπους δίχως σπίτια, δίχως χωράφια, γρίμια καρδα, πο τχε κάψει πονη φύση μ τ κρύο, μ τν πείνα κα μ τν πόλεμο. Σν τος λύκους, πο λυσσνε σν πέση, πολ χιόνι στ βουν κα τρνε νας τν λλον, τσι πλανιόντανε ατ τ πλάσματα, ς που φτάξανε σ τοτα τ σύνορα, πο ζούσανε ρχαες φυλές, νθρποι ποχανε σπίτια θεμελιωμένα π χιλιάδες χρόνια, ποχανε κα καράβια κα κουβαλούσανε π μακρυ κάθε τί, πονε γι τν καλοπέραση τ᾿ νθρώπου.
Τ πει μεγάλο κάστρο, Κωνσταντινούπολη, τανε χτισμένο πάνω στν κρογιαλιά, νάμεσά σε δυ στεριές, γιομάτο σπίτια, μαγαζιά, κκλησιές, παλάτια, συντριβάνια, λα π πέτρα κα μάρμαρο. Ο νθρποι τανε ντυμένοι μ ροχα κριβά, γράφανε κα διαβάζανε πάνω στ χαρτί, ξέρανε πράγματα λογς-λογς, τέχνες κα ζαναάτια (παγγέλματα) πολλά. Εχανε πλθος γάλματα στεριωμένα πάνω σε κολνες π χρωματιστ μάρμαρα, εκόνες ζωγραφισμένες πάνω σε σανίδια μ μπογις κα μ χρυσάφι, καμπάνες κρεμασμένες στ καμπαναριά, πράγματα πο ο Τορκοι πορούσανε μ τί τρόπο τ φτιάνανε. λογα τρέχανε χλιμιντρίζοντας μέσα στ μεϊντάνια, κ᾿ ο νθρωποι περπατούσανε πάνω σε δρόμους πο τανε στρωμένοι μ πελεκητς πέτρες. Τί κάστρο τανε τοτο, γιομάτο π θαυμαστ πράγματα, πο μηδ Προφήτης δν τχε στν Παράδεισο!
Δίχως ν χάσουνε καιρ τ ζώσανε, σουλτν Μεμέτης σ φίδι τ περιτύλιξε. Τοτοι ποχανε ρθει π τν σία τανε σ λιονταρόπουλα δάμαστα· εχανε κότσα γερά, τ αμα τους βραζε σ μοστος. Μ ο λλοι πο τανε σφαλισμένοι μέσα στ σαραβαλιασμένο κάστρο, τανε ράτσες γερασμένες, κουρασμένες π᾿ τ πάθια, π᾿ τ βιβλία κι᾿ π τν προσευχή, περήφανοι γι τ σόϊ τους, θλιμμένοι γι τ κατάντημά τους. σουλτάνος δερνε μ τ καμουτσ τος στρατιτες του, τος μαχαίρωνε, τσάκιζε τ κεφάλι τους μ τ χρυσ τοπούζι πο βαστοσε στ χέρι του. Μ βασιλέας, πο τανε σφαλισμένος μέσα στ κάστρο, μιλοσε στος δικούς του σ Χριστς μ τ᾿ γκάθινο στεφάνι πο τχε γι κορνα βασιλική. Δ διάταξε τος στρατιτες του, τος παρακαλοσε μ τ θλιμμένη, φωνή του, μ τ μάτια του, πο τανε μελανιασμένα π᾿ τν γρύπνια.
Ο Τορκοι τανε ς τετρακόσιες χιλιάδες· π᾿ ατος ο κατ τανε καβαλλαραοι. Ο Χριστιανοί, πο σηκώνανε ρματα, μαζευόντανε λοι λοι φτ χιλιάδες, λληνες, Βενετσάνοι κα Γενοβέζοι.
πολιορκία ρχισε στς 5 πριλίου. σουλτάνος στησε τν τέντα του κοντ στν Καστρόπορτα Καλιγαρία κα κούρντισε πάνω της τ μεγάλο κανόνι το Ορμπάν. στερώτερα μως τ κουβάλησε μπροστ στν πόρτα το ωμανο. Γι ν τ γιομίσουνε χρειαζόντανε δυ ρες σωστές, κα γι τοτο βαροσε μονάχα φτ φορς τ μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια τ τραβούσανε, γι ν τ φέρουνε π τν δριανούπολη, κα γι ν περάσουνε δυ μερν δρόμο κάνανε δυ μνες. Τετρακόσοι γενιτσάροι τ βαστούσανε γι ν μ γύρ, διακόσοι π κάθε μεριά. σουλτάνος κράτησε γύρω στν τέντα του δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους. Τ βουν πονε πάνω π᾿ τ Γαλατ, τπιασε Ζαγαν πασς. Ναύαρχος τανε Μπαλτάογλους, κ᾿ εχε στν ρισμό του καμμι τετρακοσαρι καράβια, τ πει πολλ μαονες κα μικρ μπριγκαντίνια.
Τ καράβια πάλι, ποχανε ο Χριστιανοί, τανε τρία γενοβέζικα, να γαλλικό, να σπανιόλικο, τρία κρητικ κα τρες μεγάλες Βενετσάνικες γαλέρες.
σαμε τς 18 ο Τορκοι βαρούσανε μ τ κανόνι κα κάνανε ψευτοπόλεμο. Ο γενιτσάροι χυμίζανε σν ζα χωρς ν λογαριάζουνε τ ζωή τους, κι᾿ μα σκοτωνότανε κανένας, πηγαίνανε ο λλοι κα τν παίρνανε στν μο τους. Κι᾿ ν σκοτωνόντανε λαβωνόντανε κα τοτοι, τρέχανε πάλι λλοι Τορκοι κα τος παίρνανε. Μποροσε ν σκοτωθονε δέκα, παρ ν᾿ φήσουνε ναν σκοτωμένον.
ξν π᾿ τ μεγάλο κανόνι, ο Τορκοι εχανε κι᾿ λλ πολλ μικρότερα, κα πλθος μηχανές, βαλίστρες λεγόμενες, πο σφεντονίξανε βροχ π πέτρες κι᾿ π σαΐτες.
Στς 18 να κοπάδι Τορκοι χύθηκε καταπάνω στ κάστρο μ τόση βου κα τέτοιο ορλιασμα, π᾿ κουγότανε σαμε τν νατολή, δώδεκα μίλια μακρυ π᾿ τ στρατόπεδο. Μ δ μπορέσανε ν κάνουνε τίποτα. Σκοτωθήκανε μονάχα διακόσιοι Τορκοι. Κάνανε κα μι μεγάλη τέντα π τομάρια σπρα κα κόκκινα, κα φυλαγμένοι π τούτη τ σκεπή, σιμώσανε στ κάστρο κι᾿ νοίξανε λαγούμια μέσα στ γ κα φτάξανε π κάτω π᾿ τ σπίτια. Μ ο Γραικο νοίξανε λλες τρύπες κα διώξανε ατος τος τυφλοπόντικους. στερ᾿ π λίγες μέρες ο Τορκοι σκαρώσανε πάλι μι μεγάλη κα φοβερ μηχανή, πο τν επανε ο παλιο λέπολι. π᾿ ξω κι᾿ π μέσα τν εχανε καπλαντισμένη μ τρία πανωτ βοδοτόμαρα, κι᾿ πάν᾿ πάνω εχε πύργους κλεισμένους πάλι μ τομάρια γι ν φυλάγωνται ο πολεμιστές, κ᾿ να σωρ ρόδες γι ν τν κυλνε.
Σν τν εδανε, ξαφνα τ πρω ο λληνες, εδοποιήσανε τ βασιλι κα πγε μ τν κολουθία του ν δονε ατ τν παράξενη μηχανή. Κι᾿ μα τν εδανε, πομείνανε σν πεθαμένοι. Ο Τορκοι τ γεμίσανε μ ξύλα κα μ χώματα κι᾿ φο τν κολλήσανε κοντ στ κάστρο, πασχίσανε ν βουλώσουνε τ χαντάκι, πο βρισκότανε λοτρόγυρα στ φρούριο κα ν κατεβάσουνε πάν· π τος πύργους κάτι γιοφύρια ποχανε τοιμα κα ν τ ρίξουνε πάνω στ φρύδι το κάστρου. Μ ο Χριστιανο πολεμήσανε μ παλληκαρι κα γκρεμνίξανε τος Τούρκους μέσα στ χαντάκι. Τς τρύπες, πο νοίγανε ο μπάλλες πριχνε τ μεγάλο κανόνι, κάτι κοτρνες φοβερς π μάρμαρο τς Μαύρης Θάλασσας στρογγυλεμένες μ τ καλέμι, τς βουλώνανε γρήγορα μ ξύλα κα μ βαρέλια γιομάτα χμα. Σ τούτη τ δουλει δουλεύανε γυνακες, παιδιά, παπάδες κα δεσποτάδες κόμα. Καταφέρανε μάλιστα ν κάψουνε κα τ μεγάλη μηχαν κι᾿ λλες πει μικρές. σουλτν Μεμέτης, σν τν εδε ν καίγεται, ρκίσθηκε πς κ᾿ ο τριανταεφτ χιλιάδες προφτες ν το τ λέγανε, πάλι ποτ δν θ τ πίστευε.
Ο δυστυχισμένοι ο Χριστιανο πήρανε λιγάκι πάνω τους, ποχε κόψει τ αμα τους. Μέρα νύχτα κούγανε κενο τ᾿ γριο τ᾿ νθρωπομάζωμα ν ορλιάζ κάτ᾿ π᾿ τ τειχιά. Κα τοτα δ τανε τόσο σαραβαλιασμένα, πο πολλς φορς γκρεμνιζόντανε μονάχα π τ βρόντο το κανονιο. Νύχτες λάκερες δ σφαλίξανε μάτι. π τ μικρ παιδι ς τος γέρους λοι δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα κα πέτρες. Κ᾿ ο καλογέροι εχανε ζωσθ τ᾿ ρματα κα βαστούσανε να κομμάτι το κάστρου. Στν πόρτα το ωμανο στεκε βασιλης, χοντας κοντά του τ γενοβέζο Γιουστινιάνη, τν ρχιστράτηγο, κα τν δν Φραγκίσκο π᾿ τ Τολέδο, μαζ μ πεντακόσους διαλεχτος γενοβέζους.
Τν πόρτα, τ λεγόμενη Μυρίανδρο, τ βαστούσανε δυ δέρφια ντρειωμένα, Παλος κι᾿ ντώνης Μπογιάρδοι. Τν πόρτα τς Καλιγαρίας τ διαφεντεύανε Θόδωρος π τν Κάρυστο κι Γιάννης Γερμανός, νας πρτος στ δοξάρι κι᾿ λλος στ᾿ ρκεμπούζι. Στν Ξυλοπόρτα κα στν Πύργο το νεμ στεκότανε γενοβέζος καπιτάνιος εονάρδος αγκάσκος. Στν κόρδα το κάστρου, πο κύτταζε κατ τ λιμάνι, τανε ναύαρχος Νοταρς. καπιτν Γαβριλ Τρεβιζάνος εχε ραδιασμένα τ καράβια του π τν κόχη το κάστρου σαμε τ φάρο κι᾿ νδρέας Ντνος φύλαγε μ τ δικά του τ μπάσιμο το λιμανιο. σπανιόλος Πέτρος Τζουλιάνος βαστοσε τ μέρος πονε π᾿ τ παλάτι το Βουκολέοντα ς τ Κοντοσκάλι. τανε κι᾿ λλοι πολεμάρχοι σ᾿ λλες μεριές.
Θέλω ν συντομέψω τ καθέκαστα, μ δν ξέρω τί ν π κα τί ν᾿ φήσω. Κατ τ στερι ν κυττάξω, γι κατ τ θάλασσα;
Στς 20 το Μαγιο, τ᾿ πόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικ καράβια γι ν δώσουνε βοήθεια. ρχόντανε πρύμα, μ σ φτάξανε κοντ στν Πόλη, πεσε μ μις γέρας κα καρφωθήκανε στν τόπο. σουλτάνος σν εδε πς τν βοηθοσε προφήτης, πρόσταξε εθύς τα καράβια του ν κινήσουνε καταπάνω τους. Τ τούρκικα χυμίξανε μ τούμπανα κα μ᾿ λαλαγμ φοβερόν, κ᾿ πιασε πόλεμος, πο φοβηθήκανε ς κα τ ξύλα τ᾿ ψυχα. Τ κάθε να π τ τέσσερα χριστιανικ καράβια πάλευε λλο μ πέντε, λλο μ τριάντα κι᾿ λλο μ σαράντα τούρκικα. θάλασσα πηξε, πλεγες πς τανε νησ δασωμένο π κατάρτια. Τρες ρες τανε κολλημένα, δίχως ν μπορέσουνε ο Τορκοι ν τ πατήσουνε. πάνω στ τέσσερα καράβια πεφτε βροχ π σαγίτες, βροχ π φωτιά, πο σφεντονίξανε ο ζαροβοτάνες.
Ο τσάγκρες μολούσανε στουπι ναμμένα, δεμένα πάνω σε σαγίτες. Βουτηχτς βουτούσανε ποκάτω π᾿ τς καρίνες κα πολεμούσανε ν τ τρυπήσουνε. Ο Χριστιανο πάλι δειάξανε πάνω στος Τούρκους λεβέτια μ κατράμι κα λυωμένο ξύγκι. καπιτν Φλικτανέλος κ᾿ ο τρες ντρειωμένοι σύντροφοί του π τλλα τρία καράβια, Κατανέος, Νοβάρας κι᾿ Βαλονάρης, πολεμούσανε σν λιοντάρια. θάλασσα εχε γιομίσει π᾿ τ κοντάρια κι᾿ π᾿ τς σαγίτες κα τ τούρκικα δ μπορούσανε ν κουνηθονε. Πολλ π δατα τρακάρανε κα βουλιάξανε, λλ πάλι λαμπαδίσανε κα γινήκανε στάχτη. κόσμος εχε μαζευτ κα κύτταζε πάν᾿ π τ κάστρο. σουλτάνος φριζε, φώναξε, σ νχε χάσει τ λογικό του. Στ τέλος, σν εδε πς θ ξεφεύγανε ο Χριστιανοί, καβαλλίκεψε τάλογό του, τ σπιρούνισε κα χύμιξε μέσα στ θάλασσα, τραβώντας κατ τ καράβια, κι᾿ π πίσω του πέσανε στ νερ ο πασάδες του. Ο νατες, πο δν τανε μακρύτερα π μι πετριά, βλέποντας τν φέντη τους ν πέφτη στ νερό, ρμήσανε μ περισσότερη μανία στ φωτιά, μ διαφόρετα. Σ μι στιγμ φύσηξε λίγος γέρας κα τ τέσσερα καράβια περάσανε νάμεσα στ τούρκικα, μπήκανε στ λιμάνι κα τ κλείσανε μ τν λυσίδα. Μέσα σ τρες ρες σκοτωθήκανε πάνω π δώδεκα χιλιάδες, πως λέγει Φραντζς, πργμα πίστευτο.
Τν λλη μέρα σουλτάνος επε ν φέρουνε μπροστά του τ Μπαλτάογλου, τ ναύαρχο, κι᾿ φο τν βρισε, ρμησε ν κόψ τ κεφάλι του μ τ σπαθί του, μ κενος πεσε στ πόδια του κα τοπε: «φέντη μου, κύτταξε μ τ μάτια σου πς μονάχα στ καράβι μου πάνω σκοτωθήκανε κατ δεκαπέντε δολοι το Προφήτη, κ γ δ ξεκόλλησα μηδ στιγμ π τν πρύμη τ᾿ πιαστου καραβιο. Βουλιάξανε κα καήκανε τόσα καράβια κα τόσος κόσμος σκοτώθηκε, πο φαίνεται πς τανε θέλημα το Θεο ν ξεφύγουνε ο γκιαούρηδες. «στε, σ παρακαλ, πάψε τ θυμό σου κα συγχώρησέ με.» Μεμέτης δν τν σκότωσε, μ τν δειρε λύπητα μ τ καμουτσί του ποχε χρυσ πόμολο κα τ βαστοσε πάντα στ χέρι του.
Πο ν ξιστορήσ κανένας, κόμα κα μ δυ λόγια, τ πς πέρασε σουλτάνος τ καράβια το μέσα στ λιμάνι, κυλώντας τα πάνω στ στεριά, πο τν λειψε μ ξύγκι, τ πς Γιουστινιάνης θέλησε ν κάψ τ νύχτα τν τούρκικη ρμάδα, μ ο Τορκοι γκρεμνίσανε να κανόνι πάν᾿ π τ κάστρο κα βουλιάξανε τ πυρπολικό, πειδς τανε προδομένο τ σχέδιο τν Χριστιανν. Σν ξημέρωσε σφάξανε μπροστ στ μάτια τν λλήνων κάτ᾿ π τ κάστρο, τ παλληκάρια ποχανε πιασμένα. Μιν λλη μέρα ο Ρωμιο θελήσανε ν κάψουνε τ γεφύρι, ποχανε ρίξει ο Τορκοι πάνω στ λιμάνι. Προφτάξανε κα κάψανε μονάχα να καράβι τούρκικο, γιατ ο Τορκοι βουλιάξανε μ τς πέτρες τ λληνικ καΐκια. Τν λλη μέρα πάλι σφάξανε σους πιάσανε π βραδύς. Τότε κ᾿ ο λληνες σκοτώσανε πάνω στ κάστρο καμμι διακοσαρι Τούρκους, ποχανε πιασμένους.
Στς φτ βδομάδες, στειλε σουλτάνος τ γαμπρό του σφεντιάρογλου στ βασιλι Κωνσταντνο ν το π ν πάψουνε τν πόλεμο κα ν το παραδώσ τν Πόλη γι ν μ χυθ λλο αμα κα γι ν μ σκλαβωθονε τόσος λαός. Κα πς τν φηνε ν πάρ μαζί του ,τι θελε κα ν πάγ ν βασιλέψ στ Μορι, δίχως ν τν πειράξ κανένας. Παλαιολόγος μως δν τ παραδέχτηκε κι᾿ ποφάσισε ν σκοτωθ. «Τ δ τν πόλιν σο δοναι οτ᾿ μόν στι, οτ᾿ λλων τν κατοικούντων ν ταύτ· κοιν γρ γνώμ πάντες ατοπροαιρέτως ποθανομεν κα ο φεισόμεθα τς ζως μν.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου