Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

«Εν εστιν έγκλημα νυν σφοδρώς εκδικούμενον, η ακριβής τήρησις των πατρικών παραδόσεων» (Μ. Βασίλειος, επιστολή 243).




(Μ. Βασίλειος, Επιστολή 243)



«Φοβούμεθα, μήπως το κακόν, αυξανόμενον σαν φλόγα που προχωρεί δια μέσου του καιομένου δάσους, όταν καταφάγη τα κοντινά, εγγίση και τα μακρυνά. Διότι το κακόν της αιρέσεως επεκτείνεται…», παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του. Η επιστολή αυτή (243) του Μ. Βασιλείου (εποχή αρειανισμού) αναφέρεται διαχρονικά και στην αίρεση του οικουμενισμού, η οποία εκτυλίσσεται στον Ορθόδοξο χώρο. Συνεισφέρει, η επιστολή αυτή, στην ανάπτυξη της Ορθόδοξης εκκλησιολογικής συνείδησης. Μια τέτοια συνειδησιακή ανάπτυξη στους Εκκλησιολογικούς άξονες, που αναφέρει ο Μ. Βασίλειος, θα συνέτριβε γρήγορα τον οικουμενισμό στα θεμέλιά του.

Η έλλειψη αυτής της συνείδησης, σε κλήρο και λαό, τους κάνει «ανεύθυνους» (όπως νομίζουν), γα την πραγματικότητα που οι ίδιοι δημιουργούν.

Αναμφίβολα, η ορθότερη αντίληψη των Εκκλησιαστικών θεμάτων – προβλημάτων είναι η Πατερική αντίληψη, η οποία προβάλλει καθολικά την αλήθεια της Εκκλησίας.

Τα τελευταία εκατό χρόνια, σταδιακά, έγινε ενσωμάτωση οικουμενιστικών ιδεών – πρακτικών στη ζωή της Εκκλησίας. Η Πατερική σφαίρα μίκραινε αναλόγως. Για παράδειγμα, δυο βασικά κλειδιά της πνευματικής ζωής, επίσκοπος και πνευματικός, αναπροσδιορίσθηκαν σε οικουμενιστική προοπτική. Γι’ αυτό και η τροχιά αντίδρασης του Ορθοδόξου πληρώματος έναντι του οικουμενισμού είναι φθίνουσα, προς τον Άδη και όχι προς τον ουρανό. Έγινε, η Ορθόδοξη άμυνα, επιλεκτική, μια συστηματική εκκλησιαστική ορθολογικότητα.

Οι Αγιορείτες Πατέρες, πολλοί συνακόλουθοι αγωνιστές λαϊκοί και μοναχοί – ιερομόναχοι, έδωσαν στην Ορθόδοξη άμυνα πατερική στροφή.

Δυστυχώς, πάρα πολλοί κληρικοί – πνευματικοί, σε νέο-πατερική έκφανση, συνεχίζουν  σε εκκλησιαστικό επίπεδο το πνεύμα του π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου. Μια καθαρά δηλ. συστημική εκκλησιαστική ορθολογικότητα, που ευνοεί την αίρεση. Στη συγκεκριμένη ιστορική φάση, η αναδρομή στο Μ. Βασίλειο έχει στρατηγική σημασία, για να καταδειχθεί το λάθος της συστημικής εκκλησιαστικής ορθολογικότητας και η ορθότητα των Αγιορειτών Πατέρων.

Στην επιστολή 243 (προς Ιταλούς και Γάλλους επισκόπους) ο Μ. Βασίλειος υπογραμμίζει τους εκκλησιολογικούς κινδύνους από την παρουσία αιρετικών – αρειανών επισκόπων στα ηνία της Εκκλησίας: «Παρασύρονται τα αυτιά των απλοϊκωτέρων· τώρα πλέον συνήθισαν την αιρετική δυσέβειαν. Τα νήπια της Εκκλησίας ανατρέφονται με τους λόγους της ασέβειας.

Τι ημπορούν τάχα να κάμουν; Όλα είναι εις τα ιδικά των χέρια. Βαπτίσματα, προπομπαί των αποθνησκώντων, επισκέψεις ασθενών, παρακλήσεις των θλιβομένων, βοήθειαι προς τους ταλαιπωρουμένους, ενισχύσεις κάθε είδους, κοινωνία μυστηρίων. Αυτά καθώς επιτελούνται όλα από τους αιρετικούς, γίνονται σύνδεσμος ομοφροσύνης, μεταξύ λαού και αυτών. Ώστε, έπειτα από ολίγον ακόμη καιρόν, και αν ακόμη εκλείψει κάθε φοβία, δεν θα υπάρχει ελπίς ν’ ανακληθούν πάλιν εις την επίγνωσιν της αληθείας αυτοί που κατελήφθησαν από την πολυχρόνιον απάτην (αίρεση)».

Είναι σαφές στην επιστολή, ότι ο Μ. Βασίλειος στρέφεται κατά του εργαλειακού αρειανισμού (χειρισμός της λειτουργία της Εκκλησίας), κατά του βιώματος και της εναίσθησης που δημιουργούνται στον απλό λαό από την συνύπαρξη Ορθοδόξων – αιρετικών (Μολυσμός) και κατά της δογματικής βάσης της αίρεσης. Φανεροί οι πνευματικοί άξονες των Πατέρων, που τους ακολουθούσαν σε καιρό αιρέσεως. 
Συνοψίζουμε τους τρεις αυτούς πνευματικούς άξονες που αναφέρει ο Μ. Βασίλειος: Καταδίκη της αιρέσεως, άρνηση του εργαλειακού χειρισμού της όλης Εκκλησίας από τους αιρετικούς (διακοπή κοινωνίας) και όχι στο βίωμα, που δημιουργεί η συνύπαρξη με τους αιρετικούς (Μολυσμός).

Η πρακτική της επιστολής αυτής ακυρώνει κάθε συνεργασία Ορθοδόξων – αιρετικών σε επίπεδο λατρείας, στα όρια μιας διευρυμένης «εκκλησίας».

Η συνύπαρξη Ορθοδοξίας – αίρεσης δημιουργεί, όπως παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, μια μη ανακατασκευάσιμη Εκκλησιαστική ανθρώπινη βάση.

Ερώτημα: Ο Μ. Βασίλειος, που καταγγέλλει την επίσημη αρειανική εκκλησία, σχίζει την (πραγματική) Εκκλησία ή την προστατεύει; Κάθε συνύπαρξη με την αίρεση, διδάσκει ο άγιος, ευνοεί την αίρεση, τη «χρόνια απάτη», όπως την χαρακτηρίζει στο αρχαίο κείμενο. Ας μη ξεχνάμε, ότι στη συνύπαρξη οι οικουμενιστές Πατριάρχες – επίσκοποι παίζουν ως Ορθόδοξοι και κερδίζουν ως οικουμενιστές!

Η απλή διακοπή μνημοσύνου με ταυτόχρονη Εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς, εμπλέκει τις Ορθόδοξες δυνάμεις σε καθεστώς αγωνιστικής πεδήσεως και αιχμαλωτίσεως σε κατώτερο εκκλησιολογικό επίπεδο, από αυτό που οριοθετεί η επιστολή (243). Το κυριότερο, όμως, είναι ότι δημιουργεί «σύνδεσμο ομοφροσύνης» μεταξύ λαού και αιρετικών ποιμένων όπως επισημαίνει ο Ιερός Πατέρας.

Οι ευθυγραμμισμένοι με την δυνητική ερμηνεία του 15ου κανόνα της ΑΒ συνόδου και οι απλά διακόψαντες τα μνημόσυνα οικουμενιστών επισκόπων, αδυνατούν να επαναλάβουν τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Δεν καταπολεμούμεθα δια χρήματα ούτε δια δόξαν ούτε δι’ οτιδήποτε άλλο από τα πρόσκαιρα, αλλά ιστάμεθα εις το στάδιον αγωνιζόμενοι δια το κοινόν κτήμα, τον πατρικόν θησαυρόν της υγιούς πίστεως».

Για τα σημερινά εκκλησιαστικά φαινόμενα αρμόζει η έκκληση του αγίου προς τους «Ιταλούς και Γάλλους επισκόπους»: «Συμπονέσατέ μας, ω φιλάδελφοι, διότι εδώ εις ημάς των ευσεβών τα στόματα έχουν κλεισθεί, ενώ έχει ανοιχθή κάθε θρασεία και βλάσφημος γλώσσα ανθρώπων που προφέρουν δυσσεβείς λόγους κατά του Θεού».

Η «συνοδική» κατοχύρωση του οικουμενισμού βρίσκει το σύνολο των Ορθοδόξων να αυτοεγκαταλείπεται και να δέχεται τις εκκλησιολογικές εξελίξεις με αδράνεια και παθητικότητα, σ’ αντίθεση με το σφριγηλό Ορθόδοξο πλήρωμα της εποχής του Μ. Βασιλείου. Γράφει ο Ι. Πατήρ: «φυγαί πρεσβυτέρων, φυγαί διακόνων και λεηλασίαι όλου του κλήρου, διότι είναι ανάγκη ή να προσκυνήσουν την εικόνα ή να παραδοθούν εις την πονηράν φλόγα των μαστίγων. Στεναγμοί πληθυσμών, συνεχές δάκρυον είτε ιδιωτικώς είτε δημοσίως».

Όπως την εποχή του Μ. Βασιλείου, παρόμοια θα ισχύσει και σήμερα διωγμός όλων εκείνων, που κρατούν την ακρίβεια της πίστεως. «Εν εστιν έγκλημα νυν σφοδρώς εκδικούμενον, η ακριβής τήρησις των πατρικών παραδόσεων» (Μ. Βασίλειος, επιστολή 243).



ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

3 σχόλια:

  1. Πολλά τα σχόλια από τους Πατέρες. Όλα αυτά όμως αφορούν την αίρεση και τους αιρετικούς και πως να τους αποφεύγομε. Αυτά όλα τα γνωρίζουμε. Για τον συγκεκριμένο κανόνα ιε΄της ΑΒ΄ ποιός Πατέρας τον ανέλυσε και τι είπε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αφου τα μυστηρια των αρειανων ηταν εγκυρα και τα δεχθηκαν και εκ των υστερων,αφου οι ιερεις τους ηταν αγωγοι της χαριτος και ιερουργουσαν κανονικως προς τι ρε παιδια η μαχη με την αιρεση;Οταν οικονομιες δινουν αφεση σε ενεργειες αθετησεως του θειου λογου,με τι κινητρα θα υπαρξουν αγωνες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ άλλο ρώτησα, άλλη απάντηση πήρα. Ρώτησα, ποιός Πατέρας της Εκκλησίας ανέλυσε τον σχετικό κανόνα.
      Από ότι γνωρίζω έχουμε τις αναλύσεις των κατωτέρω:
      Ερμηνεία του κανονολόγου Αντιοχείας Θεόδωρου Δ΄ Βαλσαμώνος (1190)
      «Οι Ορθόδοξοι δεν έπραξαν καλώς, που αποσχίσθησαν από τους Λατίνους προ της καταδίκης τους από Οικουμενική Σύνοδο, βασιζόμενοι στην ερμηνεία του ιε΄ της ΑΒ΄».
      Ερμηνεία του κανονολόγου αγίου Νικοδήμου αγιορείτη (1790)
      «Όταν ένας Επίσκοπος είναι αιρετικός και διδάσκει αίρεση κατεγνωσμένη από Συνόδους και Πατέρες και οι υφιστάμενοί του διακόπτουν το μνημόσυνό του, πριν να κριθεί από σύνοδο, για την αίρεση του αυτή, τότε αυτοί δεν καταδικάζονται γι’ αυτή τη διακοπή, αλλά τιμώνται σαν άξιοι Ορθόδοξοι, γιατί δεν προκαλούν σχίσμα στην Εκκλησία, αλλά μάλλον ελευθερώνουν την Εκκλησία από το σχίσμα και την αίρεση των ψευδεπισκόπων αυτών
      Ερμηνεία του κανονολόγου Νικόδημου Μήλια
      «Εάν Μητροπολίτης ή Πατριάρχης άρξηται να διακηρύτη δημοσία επ’ εκκλησίας αιρετικήν τινά διδαχήν, αντικειμένην προς την Ορθοδοξίαν, τότε οι προαναφερθέντες κέκτηνται δικαίωμα άμα και χρέος ν’ αποσχοινισθώσι (= να αποκλεισθούν) πάραυτα του Επισκόπου εκείνου, διό ου μόνον εις ουδεμίαν θέλουσι υποβληθή κανονικήν ποινήν, αλλά θέλουσι και επαινεθή εισέτι, καθ’ όσον δια τούτου δεν κατέκριναν και δεν επανεστάτησαν εναντίον των νομίμων Επισκόπων, αλλ’ εναντίον ψευδεπισκόπων και ψευδοδιδασκάλων, ούτε και εγκατέστησαν τοιουτοτρόπως σχίσμα εν τη Εκκλησία, αλλ’ αντιθέτως, απήλλαξαν την Εκκλησίαν, εν όσω ηδυνήθησαν, του σχίσματος και της διαιρέσεως».
      Ερμηνεία Αρχιμ. π. Επιφάνιου Θεοδωρόπουλου
      «Οι Ορθόδοξοι αναμφίβολα δεν πρέπει να συμπροσεύχονται ή με άλλον τρόπο να έχουν θρησκευτική κοινωνία με τους αιρετικούς (Παπικούς, Διαμαρτυρόμενους κ.λπ.). (Το ίδιο ισχύει και για τους σχισματικούς). Αν όμως κάποιος συμπροσεύχεται (ή κοινωνεί κάπως αλλιώς) με αιρετικούς, είναι μεν παραβάτης των ιερών κανόνων και άξιος εκκλησιαστικών ποινών, δεν είναι όμως και αυτομάτως αιρετικός. Ενδέχεται να πιστεύει με τον ορθόδοξο τρόπο, να αποδοκιμάζει κάθε άλλη διδασκαλία, αλλά να μη θεωρεί κακό τις θρησκευτικές επαφές με ετερόδοξους. Αυτός είναι, επαναλαμβάνω, δεινός παραβάτης των ιερών Κανόνων, αλλά δεν είναι αιρετικός.
      Ερμηνεία αγόυ Παϊσίου
      Εις τους καρούς μας βλέπομεν, ότι πολλά πιστά τέκνα της Αγίας Εκκλησίας μας, μοναχοί και λαϊκοί, έχουν, δυστυχώς, αποσχισθή από Αυτή εξ' αιτίας των φιλενωτικών. Έχω την γνώμην, ότι δεν είναι καθόλου καλό ν' αποχωριζώμεθα από την Εκκλησίαν κάθε φορά που θα πταίη ο Πατριάρχης• αλλά από μέσα, κοντά στη Μητέρα Εκκλησία έχει καθήκον και υποχρέωσιν ο καθένας να διαμαρτύρεται και ν' αγωνίζεται με τον τρόπον του. Το να διακόψη το μνημόσυνον του Πατριάρχου, να αποσχισθή και να δημιουργήσει ιδικήν του Εκκλησίαν και να εξακολουθή να ομιλή υβρίζοντας τον Πατριάρχην, αυτό, νομίζω, είναι παράλογον.
      Ερμηνεία αποτειχισμένων
      Όποιος Επίσκοπος διδάσκει αίρεση καταδικασμένη από Σύνοδο ή από Πατέρες, τότε οι υφιστάμενοί του οφείλουν να αποτειχισθούν από αυτόν, γιατί ο Επίσκοπος μολύνεται μέσω της αίρεσης και τα μυστήρια που τελεί είναι μολυσμένα.
      Υπερτονίζεται η ερμηνεία του Νικόδημου Μήλια, ενώ οι ερμηνείες π. Επιφάνιου και γ. Παϊσιου θεωρούνται πλανεμένες.

      Διαλέγετε και παίρνετε, κατά το συμφέρον υμών.

      Διαγραφή