Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Αιρεσιαρχα Βαρθολομαιε και οι λοιποι Οικουμενιστες - Πανθρησκειαστες πατριαρχαι και αρχιεπισκοποι, τα τυμπανα αρχισαν, η συνειδησι της Εκκλησιας, που εσεις σκαιοτατα περιφρονειτε ως αμελητεα, ηδη σας κηρυττει ως ΑΛΛΟΤΡΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ και ΧΟΙΡΩΔΕΙΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΕΙΣ της Θειας Διδασκαλιας. Σας προειδοποιουμε: Θα σας αναθεματιζη η γη και ο Ουρανος, εις τους αιωνες των αιωνων.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Αιρεσιαρχα Βαρθολομαιε και οι λοιποι Οικουμενιστες - Πανθρησκειαστες πατριαρχαι και αρχιεπισκοποι, τα τυμπανα αρχισαν, η συνειδησι της Εκκλησιας, που εσεις σκαιοτατα περιφρονειτε ως αμελητεα, ηδη σας κηρυττει ως ΑΛΛΟΤΡΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ και ΧΟΙΡΩΔΕΙΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΕΙΣ της Θειας Διδασκαλιας. 

Σας προειδοποιουμε: Θα σας αναθεματιζη η γη και ο Ουρανος, εις τους αιωνες των αιωνων.

=================

Επιστολή-αίτηση προς τον Πατριάρχη Βουλγαρίας Νεόφυτο και την Ιερά Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας σχετικά με την Πανορθόδοξη Σύνοδο

 



Σόφια, 25 Φεβρουαρίου 2016




Παναγιώτατε Πατριάρχη,

Σεβασμιώτατοι μητροπολίτες και επίσκοποι!

Είμαστε γνήσια παιδιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας και παρακαλούμε ταπεινά την προσοχή σας για αυτό το σημαντικό δογματικό θέμα.

Σύμφωνα με τον θεοφώτιστο λόγο του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου: «Είναι εντολή Κυρίου να μην σιωπούμε, όταν η πίστη κινδυνεύει από αιρέσεις. Διότι λέγει ‘να ομιλείς και να μην σιωπάς’ και ‘εάν υποστέλληται (υποχωρήσει), ουκ ευδοκεί, (δεν ευαρεστείται) σ’ αυτόν η ψυχή μου’ (Εβρ.10,38), και ‘εάν ούτοι σιωπήσωσι οι λίθοι κεκράξονται’, (Λουκ. 19,40). Ώστε όταν ο λόγος είναι περί πίστεως, δεν μπορούμε να πούμε: Εγώ ποιος είμαι; Ιερεύς; Ουδέποτε. Άρχων; Ούτε και αυτό.Στρατιώτης; Από που; Γεωργός; Αλλά ούτε και αυτό. Πτωχός προμηθευόμενος μόνο την εφήμερη τροφή. Δεν μου πέφτει λόγος ούτε φροντίδα για το προκείμενο ζήτημα. Αλίμονο οι λίθοι θα κραυγάσουν και εσύ θα μείνης σιωπηλός και αμέριμνος;… Ώστε και αυτός ο πτωχός είναι εστερημένος από κάθε απολογία την ήμερα της κρίσεως επειδή τώρα δεν ομιλεί και άξιος κατακρίσεως και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο» (PG 99,1321A-C). Θέλουμε να εκφράσουμε την μεγάλη ανησυχία και την διαφωνία με το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», το οποίο σαστίζει πολύ την Ορθόδοξη συνείδησή μας. Δηλαδή:

Σε αυτό το κείμενο αβάσιμα χρησιμοποιείται  η Οικουμενική ορολογία, η οποία εναντιώνεται στην παραδοσιακή Ορθόδοξη θεολογία και την γλώσσα των αγίων πατέρων. Κάποτε χρησιμοποιούνται διφορούμενες εκφράσεις, οι οποίες δεν αποσαφηνίζουν τις έννοιες, όπως το ήταν στις Οικουμενικές Σύνοδους, αλλά απεναντίας προμελετημένως θολώνουν το νόημά τις. Να αναφέρουμε τα παραδείγματα:

1. Οι σπουδαιότερες και πολλαπλά χρησιμοποιούμενες εκφράσεις όπως «αποκατάσταση της ενότητος των Χριστιανών» ή «ἀπολεσθείση ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν», οι οποίες αναφέρονται συχνά στα άρθα 4, 5, 6, 7, 12 κλπ., καθώς και η έκφραση «ο χριστιανικός κόσμος» η οποία παρευρίσκεται στον τίτλο έχει νόημα, το οποίο διακρίνεται από το νόημα που υπονοούσαν οι άγιοι πατέρες. Οι άγιοι πατέρες χρησιμοποιούσαν όρους όπως «γνήσιοι», «ορθόδοξοι πιστοί» ή «αιρετικοί» και «σχισματικοί» αλλά δεν χρησιμοποιούσαν την φράση «ο χριστιανικός κόσμος». Στο κείμενο απεναντίας δεν αναφέρεται ούτε καν ο όρος «αίρεση». Μήπως σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σήμερα αιρέσεις; Αν δεν είναι έτσι, γιατί αυτές δεν αναφέρονται σαφώς;

2. Στο κείμενο βλέπουμε την αναμφίβολη δογματική αντιφατικότητα και ασυνέπεια. Για παράδειγμα βλέπουμε πώς χρισιμοποιείται στο κείμενο ο κύριος και σπουδαιότατος όρος «Εκκλησία».


Π.χ. στο άρθο 1 αναφέρεται σωστά «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία», αλλά πιο κάτω είναι άγνωστο για ποιο λόγο στα άρθα 6, 16, 17, 18, 19 και 20 αναφέρονται και «Χριστιανικές Εκκλησίες». Όμως στο κείμενο απουσιάζει η εξήγηση αυτού του δογματικού παραλόγου. Αυτό είναι σοβαρή παράλειψη για αυτό το κείμενο το οποίο είναι το πολύ σπουδαίο έγγραφο. Υπάχρει διαφορά στην συνομιλία μεταξύ των απλών ανθρώπων όταν η έκφραση «Καθολική Εκκλησία» δεν έχει δογματική σημασία και όταν χρησιμοποιείται γαι την διευκόλυνση του διαλόγου και στο επίσημο έγγραφο της Πανορθόδοξης Συνόδου, το οποίο πρέπει να υπογράψουν πλείστοι πατριάρχες και μητροπολίτες. Τότε ο όρος «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία» θα εξαπλωθεί και στους αιρετικούς.

Εκτός απ’ αυτό, στο κείμενο αναφέρεται η έκφραση «αποκατάσταση της ενότητος των Χριστιανών». Όμως ποτέ στις Οικουμενικές Σύνοδους οι άγιοι πατέρες δεν έχουν μιλήσει για την  «αποκατάσταση της ενότητος των Χριστιανών» μεταξύ των ορθοδόξων και των αρειανών, των νεστοριανών των μονοφυσιτών, εικονομάχων κλπ. Γιατι η εσωτερική ενότητα των Χριστιανών δεν μπορεί να διασπαστεί επειδή όλα τα μέλη της Εκκλησίας ενώνονται από την κοινή ορθόδοξη πίστη, τα μυστήρια και την κεφαλή της Εκκλησίας που είναι ο Χριστός. Οι άγιοι Πατέρες μίλησαν μόνο για την μετάνοια και την επιστροφή των αιρετικών στην Εκκλησία. Ενώ το κείμενο δεν λέει καθόλου για την μετάνοια των σημερινών αιρετικών (καθολικών, προτεσταντών κλπ.) και για την επιστροφή τους στην Εκκλησία του Χριστού.

Όπως είναι γνωστό από την Εκκλησιαστική Ιστορία, η Εκκλησία δεν έχει ενωθεί με τους αιρετικούς ποτέ.

3. Στα άρθρα 10 και 14 διαβάζουμε ότι ο Πατριάχης Κωνσταντινουπόλεως διορίζεται να συντονίζει τις οικουμενικές προσπάθειες των Τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες έχουν σχέσεις με την οργάνωση «Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Όμως θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε την θέση του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ Σόμπολεφ, ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχτηκε άγιος, σχετικά από τον οικουμενισμό. Ο άγιος Σεραφείμ 70 χρόνια πριν, το 1948, στην λογοδοσία του  στην Πανορθόδοξη Διάσκεψη προειδοποίησε για την τεράστια βλάβη από τους οικουμενικούς διαλόγους για τους ορθοδόξους. Και είπε ότι οι ορθόδοξοι δεν πρέπει να συμμετέχουν στο οικουμενικό κίνημα. Σήμερα είμαστε σίγουροι ότι ο άγιος Σεραφείμ είχε δίκιο.

Όσο για αυτό το κείμενο, βλέπουμε την ψυχολογική μέθοδο της υποκατάστασης η οποία χρησιμοποιείται στα άρθα 16, 17, 18, 19 και 21. Αυτή την μέθοδο χρησιμοποιούν για να δείξουν το  «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και τους ανορθόδοξους σκοπούς του ως κάτι που είναι καλό και ωφέλιμο. Ακόμα και την κριτική την ασκούν με πολλή επιείκια για να εφησυχάζουν την συνείδηση κάποιων επιπόλαιων πιστών. Όμως ο Κύριος Ιησούς Χριστός λέει για αυτούς τους ανθρώπους: «Δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός αλλά χλιαρός, γι’αυτό θα σε ξεράσω από το στόμα μου» (Αποκ. 3, 16).

Αλλά η πικρή αλήθεια είναι ότι αντί αποκάλυψη των αντικανονικών και αν και αντιδογματικών δράσεων, τις οποίες πραγματοποιούν πολλοί εκπρόσωποι των Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», βλέπουμε την κοσμική ψυχολογία του συγκρητισμού. Δηλαδή η θεολογία των αγίων Πατέρων αντικαθίσταται από την κοσμική ψυχολοία του συγκρητισμού. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί παραβιάζονται τα δόγματα και οι κανόνες.

Πρόσφατα, με ευχαρίστηση και με μεγάλη πνευματική χαρά διαβάσαμε την επίσημη δήλωση του μητροπολίτη Λεμεσού κ. Αθανασίου (Κυπριακή Εκκλησία), στην οποία έντονα διαμαρτύρεται κατά των αλλοιώσεων και των δογματικών αντιφάσεων στο κείμενο. Ολότελα συντηρούμε αυτή την διαμαρτυρία και την άποψη του καθηγητή κ. Δημητρίου Τσελεγγίδη και του πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, την οποία εξέφρασε στην έκθεσή του στην συνδιάσκεψη «Διεθνής συγκρητισμός», η οποία έγινε στο Κισινέφ από 21-28 Ιανουαρίου του 2016. Όλοι θέλουμε να ακολουθούμε τους αγίους Πατέρες.

4. Υπάρχουν στο κείμενο και άλλα σημεία, τα οποία δεν είναι ακριβές και είναι ανησυχαστικές. Π.χ. το άρθρο 22 λέει:

«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως».

Αυτό το άρθρο «θεωρητικά» είναι ορθό. Όμως δυστυχώς έχει μια θεολογική ανακρίβεια. Να εξηγήσουμε. Αν πάρουμε αυτή την ανακρίβεια θα σημαίνει στην πράξη ότι οι αποφάσεις της Πανορθόδοξης Σύνοδου η οποία συνέρχεται του 2016 θα αποτελούν «τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως». Εδώ βλέπουμε την απροκάλυπτη απειλή του αφορισμού για κάθε άνθρωπο, ο οποίος εκφράζει την διαφωνία με θέσεις, οι οποίες είναι ενάντιες στην διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων.

Αλλά η άποψη ότι η διατήρηση της γνήσιας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνο διά το συνοδικό σύστημα ως τον μόνον «αρμόδιο και εσχάτου κριτού των Θεμάτων της πίστεως» εκφεύγει της αληθείας. Οι συγγραφείς του κείμενου ξεχνούν το πολύ γνωστό γεγονός ότι υπήρξαν ακόμα και «Οικουμενικές Σύνοδοι», τις οποίες μετά η Εκκλησία ονόμασε «Ληστρικές». Κάποτε την διδασκαλία της Εκκλησίας εξέφρασαν μη Σύνοδοι, αλλά μόνο κάποιοι ομολογητές. Π.χ. ο Μάξιμος Ομολογητής, ο Μάρκος ο Ευγενικός. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και τόσοι μεγάλοι άγιοι όπως ο Αθανάσιος ο Μέγας, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Φλαβιανός ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο Φώτιος ο Μέγας, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς κλπ. Κάποτε τους κατάκρινε η επίσημη εξουσία διά μέσου πατριάρχων και των μεγάλων Σύνοδων.

Πιστεύουμε και ομολογούμε ότι οι Σύνοδοι της Εκκλησίας έχουν μεγάλη σπουδαιότητα. Όμως έχουν σπουδαιότητα και κύρος μόνο αν συμφωνούν με τις εφτά Ιερές Οικουμενικές Συνοδους και με τους Τοπικές Συνόδους και με την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας.

Το ίδιο υποστηρίζεται και γνωστό κείμενο «Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα Πίο Θ’ (1848)»: «σε μας ούτε Πατριάρχες ούτε Σύνοδοι μπόρεσαν ποτέ να εισαγάγουν καινοτομίες, γιατί ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός, ο οποίος θέλει το θρήσκευμά του να είναι αιώνια αμετάβλητο και όμοιο με αυτό των Πατέρων του».

5. Το περιεχόμενο των άρθρων 20 και 23 επίσης είναι απαράδεχτο.

Το άρθρο 20 λέει:

«Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν προσδιορίζονται πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως (κανόνες 7 τῆς Β´ καί 95 τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῶν συνόδων)».

Αυτό το άρθρο έχει λαθεμένο περιεχόμενο και εύκολα μπορεί να μπερδέψει τον καθένα άνθρωπο, ο οποίος δεν ξέρει αυτούς τους κανόνες που περιγράφουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία μπορεί να δέχεται τους μετανιωνένους αιρετικούς. Αλλά αυτοί οι κανόνες δεν λένε τίποτα για καμία αρχαία παράδοση των διαχριστιανικών διαλόγων. Εκτός απ’ αυτό το κείμενο αναφέρεται στο διαχριστιανικό διάλογο σαφώς στο οικουμενικο νόημα, όταν αναφέρει τον διάλογο «μετά τῶν ἄλλων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» για να αποφύγει την έκφραση «αιρετικοί» την οποία χρησιμοποιούσαν οι άγιοι Πατέρες. Για αυτό το θέμα έγραψε περισσότερο ο καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης. Γι’ αυτό θα θέλαμε θα στρέψουμε την προσοχή σας στο άρθρο 23.

Εκτός από την εσφαλμένη διατύπωση ότι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει κοινήν τήν συνείδησιν περί τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου» κλπ. (σύμφωνα με αυτή την φράση ο Απόστολος Παύλος δεν είχε αυτή την συνείδηση όταν έγραψε: «Τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανερές διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μια δυο φορές, κι αν δεν ακούσει άφησέ τον, με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πια διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του» (Τιτ. 3, 10-11)). Και έχουμε μια ερώτηση. Το άρθρο 23 αποκλείνει «πάση πράξη προσηλυτισμού ή άλλη προκλητική ενεργεία ομολογιακού ανταγωνισμού». Τι σημαίνει εδώ η λέξη «προσηλυτισμός»;

Υποθέτουμε ότι αυτό το κείμενο παρεμβάλλει κανονιστικό εμπόδιο για να κηρύσσουμε την ορθόδοξη πίστη με τους οποιουσδήποτε αιρετικούς. Ας  όμως αναπολήσουμε τα λόγια του αγίου Κυπριανού Καρχηδόνου ότι  «οι αιρετικοί δεν θα γυρίσουν στην Εκκλησία ποτέ αν εμείς οι ίδιοι θα τους δυναμώνει στην πεποίθηση τους ότι και αυτοί έχουν Εκκλησία και τα μυστήρια». Πώς μπορούμε να συνδυάσουμε την απαγόρευση του «προσηλυτισμού» με την Ιερά Παράδοση, η οποία θεωρεί ότι αιρετικοί βρίσκονται εκτός της Εκκλησίας και επομένως εκτός της σωτηρίας; Δηλαδή χρειάζονται πιο πολύ το κήρυγμά μας;

Θα ήταν καλύτερο να γινόταν αναφορά στο άρθρο 23 μόνο στον «προσηλυτισμό», ο οποίος βρίσκεται σε αντίφαση προς το Ευαγγέλιο, δηλαδή για την επίθεση, τον καταναγκασμό και τις χριστιανικές μεθόδους του κηρύγματος. Όμως το άρθρο 23 έχει τον άλλο σκοπό.

Έχουμε κάθε λόγο να υποθέτουμε ότι αυτή η διατύπωση δίνει την δυνατότητα της μη ορθόδοξης εξήγησης του όρου «προσηλυτισμός». Αυτό καταλαβαίνουμε ξεκάθαρα από τον λόγο του πατριάρχη Βαρθολομαίου τον οποίο εκφώνησε στις 30 Νοέμβριο του 1998 όταν είχε συνάντηση με τους εκπροσώπους της Καθολικής «Εκκλησίας» (ο επικεφαλής αυτής της αντιπροσωπίας τότε ήταν ο καρδινάλος William H. Keeler). Και το κύριο θέμα αυτής της συνάντησης ήταν η συνένωση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με την παπική αιρετική κοινότητα.

Αυτός ο λόγος του Πατριάρχη Βαρθολομαίου εκτυπωνήθηκε στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» № 461 στις 16/12/1998 και περιέχει τέτοιες εκφράσεις: «Επειδή μία Εκκλησία αναγνωρίζει ότι η άλλη Εκκλησία είναι το θησαυροφυλάκιο της χάρης του Θεού... ούτε μία Τοπική Εκκλησία δεν αγωνίζεται κατά των άλλων Τοπικών Εκκλησιών, αλλά βρίσκεται σε ένα σώμα και θέλει να αποκαταστήσει την ενότητα, η οποία έχει διαταραχθεί αλλά δεν θέλει την αποκατάσταση και όχι την αφομοίωση της άλλης Εκκλησίας».

Επομένως, τις Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και την παπική αιρετική κοινότητα πρέπει τις να θεωρούμε ως σωτήριες αδελφές-Εκκλησίες. Συνεπώς δεν πρέπει να κηρύσσουμε την Ορθοδοξία στους καθολικούς. Εδώ βλέπουμε όπως ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος καταλαβαίνει την σημασία του προσηλυτισμού.

Γι’ αυτό θεωρούμε ότι ο όρος « προσηλυτισμός» όπως τον διαμορφώνουν οι συγγραφείς του κειμένου δεν είναι ορθόδοξος και έρχεται σε αντίφαση με το θέλημα Θεού, «ο οποίος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να γνωρίσουν σε βάθος την αλήθεια» (1 Τιμ 2, 4).

Παναγιώτατε Πατριάρχη,

Σεβασμιώτατοι μητροπολίτες και επίσκοποι!

Το συμπέρασμά μας είναι ότι αυτό το κείμενο έχει πολλά λάθη και έρχεται σε κάθετη αντίφαση με την Ορθόδοξη συνείδηση.

Αυτό ο ίδιο λέμε και για το άρθο 5) ι. του II μέρους του κειμένου: «Το μυστήριο του γάμου και τα κωλύματα». Σε αυτό το άρθρο βλέπουμε την άδεια για το μυστήριο του γάμου «Ὀρθοδόξων μεθ’ ἑτεροδόξων καί μή Χριστιανῶν» (ὑπό τόν ρητόν ὅρον ὅτι τά ἐκ τοῦ γάμου τούτου τέκνα θέλουν βαπτισθῆ καί ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ). Αλλά αν οι κανόνες τους απαγορεύουν ακόμα και να κάνουν προσευχή μαζί πώς μπορούμε να αγιάζουμε τον γάμο μεταξύ τους; Αυτό φανερώς απαγορεύει ο κανόνας 72 τῆς Πενθέκτης ἐν Τρούλλῳ συνόδου. Ναι, κάποτε η Εκκλησία χρησιμοποιούσε στην πράξη την οικονομία και δεν τηρούσε αυτόν τον κανόνα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή την εξαίρεση πρέπει να την νομιμοποιήσουμε μαζικά. Για αυτό λέει πολύ σωστά ο καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης.

Γι’ αυτό σας παρακαλούμε ταπεινά να μελετήσετε με ευμένεια την επιστολή μας και να διατυπώσετε προς τις υπόλοιπες Τοπικές Εκκλησίες την διαφωνία σας στο κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και στο άρθο 5) ι. του II μέρου του κειμένου «Το μυστήριο του γάμου και τα κωλύματα».


Έτσι η θέση σας, η οποία συμφωνεί με την χιλιόχρονη Ιερά Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας θα γίνει το πνευματικό αληθινό φως για τον λαό του Θεού. Ασπαζόμαστε το δεξί χέρι σας και παραμένουμε τα γνήσια παιδιά του Χριστού και του Παναγιώτατού σας.

Αυτή την επιστολή υπέγραψαν ο αρχιμανδρίτης Ιωάννης (Φιλλόποφ) από την επαρχία Πλόβντιβ, ο μεγαλόσχημος ιερομόναχος Δημήτριος Zografcki, ο ιερομόναχος Νικάνορας, ο ιερέας Στυλιανός και άλλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου