Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Μέ τή γλῶσσα τῆς ἀληθείας, ἐπειδή οἱ καιροί οὐ μενετοί! ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΦΕΡΟΜΕΝΗΣ ΩΣ «ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ» ( Β΄ μέρος ), Θεολογου Δημητριου Κατσουρα



Μέ τή γλσσα τς ληθείας, πειδή ο καιροί ο μενετοί!

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
 ΤΗΣ ΦΕΡΟΜΕΝΗΣ ΩΣ «ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
 ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

( Β΄ μέρος )


πό δεκαετιν προετοιμαζομένη Μεγάλη Σύνοδος διεκδικε νά διαδραματίση νάλογο ρόλο τς Β΄ Βατικανς Συνόδου (το Παπισμο) γιά τήν ρθόδοξο νατολή

Γιά ποιούς συγκεκριμένους λόγους εναι δη πορριπτέα καί καταδικαστέα στή συνείδησι τν ρθοδόξων καί διατί πιβάλλεται κ τν προτέρων ποδοκιμασία της πρίν ερεθον ο πιστοί πρό τετελεσμένων

πό Δημητρίου . Κάτσουρα, Θεολόγου



Διά το λόγου τό ληθές καί σφαλές, θά παραθέσωμε ες ατό τό Β΄μέρος το ρθρου μας κενα τά στοιχεα, τά ποα πιστοποιον τά πιγραφικς νωτέρω πισημαινόμενα. Θά παρουσιάσωμε, δηλαδή, νδεικτικς, λλά συγκεκριμένως, τίς σχετικές λλείψεις (ρθοδόξου Πίστεως καί μολογίας) λλά καί τίς ποδείξεις (κακοδόξου πίστεως καί Οκουμενισμο) κ τν δημοσιευθέντων Κειμένων τς πικειμένης «γίας καί Μεγάλης Συνόδου».


λήθεια, πως γνωρίζομε, εναι πλή. Μάλιστα, δι’ μς τούς ρθοδόξους Χριστιανούς, λήθεια εναι νυπόστατος. Εναι διος Χριστός μας, κατά τόν ψευδή λόγο Του: «γώ εμί δός καί λήθεια καί ζωή» (ω. ιδ΄, 6). Ατή δέ λήθεια ποτελε τό θεμέλιο τς Πίστεώς μας καί ατή τήν λήθεια κφράζει καί μαρτυρε Παράδοσι καί Θεολογία τς κκλησίας μας, πως τήν κήρυξαν ο γιοι πόστολοι καί τήν δίδαξαν καί φύλαξαν ο γιοι Πατέρες.


φείλομε νταθα νά τονίσωμε τι χι μόνον ο γιοι πόστολοι, λλά καί ο γιοι Πατέρες, θεολόγησαν λιευτικς καί οχί ριστοτελικς. Εναι δέ γνωστόν, τι ο γιοι Πατέρες πρξαν γίγαντες το Πνεύματος καί κάτοχοι ο τς τυχούσης κατά κόσμον παιδείας, σέ σημεο στε ο σημερινοί φερόμενοι ς διάδοχοί των, ες τούς τίτλους καί τά ξιώματα, κοδρακιζόμενοι ς μεγάλοι θεολόγοι, σχυρά πνεύματα καί σοφοί περιωπς, νά φαντάζουν συγκρινόμενοι μετ’ κείνων πνευματικς λλά καί πιστημονικς, ς νάνοι!
κόμη, πρέπει νά διευκρινίσωμε τι περισσότερον τι ο γιοι Πατέρες καί Θεοφόροι Διδάσκαλοι τς Οκουμένης δέν ντλησαν τά νάματα τς διδαχς των πό τήν κατά κόσμον γνσι, σοφία καί παιδεία των, λλά πό τήν πνευματική γνσι καί μπειρία των. πρξαν, κατά τόν Θεολόγο Γρηγόριο, «διαβεβηκότες ν Θεωρία» (Φωτισμός καί Θέωσις) καί διά τοτο κατεστάθησαν πλανες δηγοί σωτηρίας διά τούς πιστούς.


Ο γιοι Πατέρες λων τν ποχν, κ το νός καί το ατο γίου Πνεύματος αγασθέντες, ρισαν τά συμφέροντα, κατά τήν διατύπωσι τς γίας βδόμης Οκουμενικς Συνόδου, διά τήν σωτηρία τν πιστν, στηριζόμενοι, ς προελέχθη, χι στόν νθρώπινο στοχασμό, λλά ες τήν «πείρα» το Θεο, τήν ποία διά τς τηρήσεως τν ντολν το Θεο καί τς καλλιεργείας τν εαγγελικν ρετν, πέκτησαν. πομένως καί ο γνήσιοι διάδοχοι ατν ναλόγως θά πρέπει νά «πιστοποιηθον».


ναφέρομε λα ατά, διότι καλούμεθα νά παντήσωμε καί ρμηνεύσωμε τήν πορία καί διαπίστωσι περί τς φθαλμοφανος διαφορς μεταξύ τν λόγων καί τς στάσεως τν γίων Πατέρων καί τν συγχρόνων φερομένων ς διαδόχων των - τουλάχιστον στά ξιώματα καί τούς τίτλους - σον φορ τόσο στά θέματα πού ο τελευταοι κτιμον ς κύρια καί σημαντικά, σο καί στόν τρόπο ντιμετωπίσεώς των.  φίσταται ψηλαφητή διαφορά, ν χι χάσμα μέγα μεταξύ τν λόγων, τν θέσεων καί τν προτεινομένων λύσεων κείνων καί ατν.
Τί ραγε συμβαίνει; Πς δικαιολογονται τά νωτέρω καί πς ρμηνεύονται; ν συντομία, θά ναφερθομε σ’ ατά καί εθύς μέσως θά πισημάνωμε καί παραθέσωμε σα βεβαιώνουν τό φιστάμενο πρόβλημα.


Χωρίς νά μολογεται καί δηλώνεται εθέως, λλά καί χωρίς νά πορρίπτεται ς ναληθές, συμβαίνει θεολογία τς πλειοψηφίας τν συγχρόνων πισκόπων καί θεολόγων (καί δέν ναφερόμεθα στούς διαφοροντας καί τούς σιωπώντας κ φόβου διοτελειν) νά ποστασιοποιεται θελημένως πό τήν διαχρονική ρθόδοξο Παράδοσι, χωρήσασα πό καιρο στήν ναζήτησι νέων μεθόδων προσεγγίσεως τν διαφόρων θεμάτων.


Πρόκειται, ετε γιά τραγική γνοια τς ρθοδόξου Παραδόσεως, ετε γιά πλάνη καί παγίδευσι σέ «θεολογίες» καί φιλοσοφίες ο ποες κατ’ οσίαν θεωρον τι κλεισε περίοδος τς καθοδηγήσεώς μας πρός τήν ληθινή Πίστι διά τν γίων τς κκλησίας Πατέρων καί νοιξε περίοδος τς ναζητήσεως καί φαρμογς νέων τρόπων καί δν γιά τήν ντιμετώπισι κόμη καί τν κκλησιαστικν-πνευματικν θεμάτων στή σύγχρονη ποχή, ετε, τέλος, πρόκειται γιά συνειδητή παξίωσι καί συντονισμένη προσπάθεια παλλαγς τς Πίστεώς μας πό τό στορικό της περιεχόμενο καί «παρελθόν».
Βεβαίως, εναι τραγική διαπίστωσι τς πουσίας συγχρόνων γίων Πατέρων πό τόν κκλησιαστικό χρο, ο ποοι θά νανέωναν τή διδασκαλία τν πρό ατν γίων Πατέρων καί θά πικαιροποιοσαν τήν Παραδοθεσα Πίστι μέσα στά σύγχρονα δεδομένα καί ναντι τν συγχρόνων προκλήσεων. διέξοδο πάντως καί δικαιολογία γιά τήν ποστασιοποίησι πό τήν δό τς Παραδόσεως δέν μπορε νά πικαλεται κανείς. Διότι καί πλή προσφυγή καί μελέτη τν Γραφν καί τς Πατερικς διδασκαλίας εναι δυνατόν νά μς πιλύση λα τά προβλήματα. ρκε νά πιστεύωμε τι τότε μόνον διαθέτομε ρθή Πίστι πρός τόν Θεόν, πως παρατηρε Θεος Γρηγόριος Παλαμς, ταν συμφωνομε κατά πάντα μέ σα ο γιοι Πατέρες διδάσκουν καί μολογον!


Μέ τήν πικειμένη «γία καί Μεγάλη Σύνοδο» συμβαίνει τό ξς παράδοξο: ντί ατή νά ποδεικνύη καί ποδεικνύη τήν ρθοδοξία της, καί ρα τήν ρθότητα καί γκυρότητά της, πό τή συμφωνία της πρός τήν καθόλου Παράδοσι τς ρθοδόξου κκλησίας, ο πιστοί (μέ οαδήποτε διότητα Κληρικο, μοναχο λαϊκο) ρχονται νά ποδείξουν καί ποδείξουν μβρόντητοι, πογοητευμένοι καί ποροντες τή διάστασι καί τερότητά της πό καί πρός τήν παραδοθεσα Πίστι.
Οκοθεν νοεται τι δέν χρειάζεται νά περιμένωμε τή σύγκλησί της γιά νά κφράσωμε τίς πιφυλάξεις μας ς πρός τήν ρθοδοξία τς ν λόγω Συνόδου, καθότι χουν, πως εναι γνωστόν, δημοσιευθε τά προσυνοδικς συνταχθέντα καί γκριθέντα σχετικά (ς σχέδια πρός πικύρωσι) κείμενά της. δ, χάριν τς νδεικτικς, πως προελέχθη, πιβεβαιώσεως τν πισημάνσεων καί παρατηρήσεών μας, θά περιορισθομε στό κατά κοινή μολογία πλέον πίμαχο ξ ατν (κείμενο) μέ ντικείμενο καί τίτλο:  

«Σχέσεις τς ρθοδόξου κκλησίας μέ τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο».

Πρόκειται γιά να περίπου πεντασέλιδο κείμενο τό χαρακτηριστικό το ποίου εναι τι δέν περιέχει οτε μία (1) φορά τή λέξι αρεσι αρετικός, καθώς πίσης (οτε) καί τή λέξι-φράσι γιος-γιοι καί γιοι Πατέρες! [Σημείωσι: Μόνο μία ναιμική όριστος ναφορά περί «τς πατερικς παραδόσεως» γίνεται σέ να μόνο σημεο του.] Τήν δέ ρθόδοξο κκλησία τήν προσδιορίζει καί οσιαστικς τήν περιορίζει, λλά καί τήν τεροπροσδιορίζει μονοσήμαντα, ς τήν κκλησία πού διαθέτει πιστότητα ες τήν διδασκαλία τς ρχαίας κκλησίας τν πτά Οκουμενικν Συνόδων. ς νά παυσε (πό) τότε νά φίσταται πλήρης καί διαίρετος Μία, γία, Καθολική καί ποστολική κκλησία! Καί, ς νά μή πάρχη πέραν το γδόου (8ου ) μ. Χ. αἰῶνος τιδήποτε σημαντικό καί παραίτητο γιά τήν κκλησιολογική ταυτότητα καί ατοσυνειδησία τς ρθοδόξου κκλησίας ς πρός τήν Πίστι καί τήν Παράδοσί της, λλά καί τή στάσι της ναντι τν αρέσεων (πλέον ποκαλουμένων κκλησιν καί μολογιν).


Θά ντιτείνη κάποιος: μά τί χρειάζεται ες να κείμενο ναφερόμενο στίς σχέσεις τς ρθοδόξου κκλησίας πρός τόν λοιπό χριστιανικό κόσμο νά συμπεριλαμβάνονται τέτοιες λεπτομέρειες; Εναι προφανές τι κριβς καί κατ’ ξοχήν σέ να τέτοιο κείμενο προέχει δήλωση καί μολογία τς κκλησιολογικς ταυτότητος καί μάλιστα μέ σαφήνεια, γιά νά κολουθήση, κριβς βάσει ατς, ναφορά στίς σχέσεις πρός τούς τεροδόξους. λλωστε (καί) σέ κανένα λλο κείμενο τς ν λόγω Συνόδου δέν χει περιληφθε σχετική σαφής καί ρθή περί τς ρθοδόξου κκλησίας καί Πίστεως κκλησιολογική καί Θεολογική τοποθέτησις. Δίνεται δέ ν τέλει ντύπωσι, τι ατή Σύνοδος δέν πευθύνεται ες τά μέλη τς κκλησίας, λλά πρός τούς κτός ατς, διαβεβαιώνουσα τι δέν χει λόγους νά προβάλλη τήν ρθότητα τς Πίστεως, λλά ς μοναδικό σκοπό τό νά προωθήση τό ραμα μις μφιλεγομένης νότητος το χριστιανικο κόσμου.
Εδικώτερον, τά προβληματικά ως ντορθόδοξα σημεα το συγκεκριμένου Κειμένου εναι:


τοποθέτησις τι « ρθόδοξος κκλησία θεμελιο τήν νότητα τς κκλησίας .... καί πί τς κοινωνίας ν τ γία Τριάδι καί τος μυστηρίοις.»
Πρόκειται περί μις πιμελς διευκρινίστου καί διφορουμένης διατυπώσεως. Τί σημαίνει τι (ρθόδοξος) κκλησία θεμελιο τήν νότητα τς κκλησίας; Μήπως πισθεν τς πρώτης ναγνώσεως περί τς θέσεως τς ρθοδόξου κκλησίας περί το θεμελίου τς νότητος τς κκλησίας, ντιδιαστέλλεται ρθόδοξος κκλησία πρός τήν καθόλου κκλησία, τήν ποία τελικς δέν τήν κπροσωπε, οτε κφράζει, οτε ποστασιάζει καμμία «στορική» κκλησία, λλά λες μαζί καί τοτο μελλοντικς, μετά τήν ποκατάστασι τς νότητος λων τν «κκλησιν», σως καί μολογιν, μεταξύ των;


πιπροσθέτως, τί σημαίνει τι νότης τς κκλησίας θεμελιοται πί τς κοινωνίας ν τ γία Τριάδι; Μήπως, δ, κριβς, υοθετεται τό πό δεκαετιν προωθούμενο στά πλαίσια το Παγκοσμίου Συμβουλίου κκλησιν (Ν. Δελχί) μοντέλο περί μετατοπίσεως το κέντρου βάρους τς νότητος τς κκλησίας πό τήν Χριστολογία στήν Τριαδολογία; τσι, μως, νοίγει δρόμος γιά τήν υοθέτησι καί τν θεωριν περί τς γίας Τριάδος ς πρώτης κκλησίας καί κοινωνίας προσώπων, τά ποα, προερχόμενα πό τήν περσοναλιστική φιλοσοφία καί τίς πιρροές της σέ θεολόγους τς Ρωσικς Διασπορς στήν Ερώπη, χρησιμοποίησε γιά τό νοιγμά της στόν Οκουμενισμό Β΄ Βατικανή Σύνοδος!


τοποθέτησις τι « ρθόδοξος κκλησία,...., πρωτοστάτησε μάλιστα ες τήν σύγχρονον ναζήτησιν δν καί τρόπων τς ποκαταστάσεως τς νότητος τν ες Χριστόν πιστευόντων, μετέσχε τς Οκουμενικς Κινήσεως πό τς μφανίσεως ατς καί συνετέλεσεν ες τήν διαμόρφωσιν καί περαιτέρω ξέλιξιν ατς.»
Πρόκειται γιά μφανεστάτη προσπάθεια μνηστεύσεως το π’ ρχς οκουμενιστικο, δηλαδή αρετικο, χαρακτρος καί περιεχομένου τς Οκουμενικς Κινήσεως. Ποία ρθόδοξος κκλησία, πότε, πο καί πς πρωτοστάτησε στήν Οκουμενική Κίνησι; Μήπως ποφεύγεται νά λεχθ στορική λήθεια περί τν πρωτοβουλιν το Οκουμενικο Πατριαρχείου νά προαγάγουν λόκληρη τήν ρθοδοξία στό χρο τς παναιρέσεως το Οκουμενισμο, πρωτοστατούντων Μασώνων Πατριαρχν; Μήπως, θά ταν ντιμότερο νά γίνεται ναφορά, στε νά γνωρίζουμε πακριβς περί τίνος γίνεται λόγος, περί τς αρετικς γκυκλίου το 1920 (Πατριαρχεο Κωνσταντινουπόλεως), λλά καί νωρίτερον το 1902, τήν καί ς Καταστατικό Χάρτη το Οκουμενισμο θεωρουμένη; Πότε δέ καί πς , κατ’ εφημισμόν, λεγομένη Οκουμενική Κίνησις, τ ληθεία Οκουμενιστική ονία, λαβε γκρισι ς κκλησιαστικς καί κανονικς ποδεκτή στάσι καί δραστηριότητα; Μήπως δέ ο δοί καί τρόποι τς συγχρόνου ναζητήσεως τς ποκαταστάσεως τς νότητος τν χριστιανν εναι , προβλεπόμενος πό τήν σαφς αρετική Πατριαρχική Συνοδική γκύκλιο το 1920, συμφυρμός μετά τν αρετικν καί μνήστευσι τν αρέσεων τίς ποες ποκαλε καί θεωρε ς «κκλησίες το Χριστο»;


τοποθέτησις τι « ρθόδοξος κκλησία ναγνωρίζει τήν στορικήν παρξιν λλων χριστιανικν κκλησιν...μή ερισκομένων ν κοινωνί μετ’ ατς».
Πρόκειται γιά σαφεστάτη παραδοχή καί ναγνώρισι κκλησιαστικότητος σέ αρέσεις, πως Παπισμός, θέσι πού βρίσκεται ντικρυς ντίθετη στή διδασκαλία τν γίων Πατέρων καί τίς ποφάσεις δύο Οκουμενικο κύρους γίων καί ντως Μεγάλων Συνόδων τς ρθοδόξου κκλησίας (τν πί Μ. Φωτίου καί γίου Γρηγορίου το Παλαμ, τόν 9ον καί 14ον αώνα, ντιστοίχως) καί σειρς τοπικν καί Πανορθοδόξων Συνόδων τν τελευταίων δέκα αώνων τς ζως τς κκλησίας!


τοποθέτησις τι « ρθόδοξος κκλησία ες τάς σχέσεις ατς πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον....πεκδέχεται πρωτίστως τήν πιστασίαν το γίου Πνεύματος ν τ χάριτι το Κυρίου, εχηθέντος «να πάντες ν σιν» (ω. 17, 21).
Πρόκειται γιά στανική πιβολή τς πολλάκις πό πολλν θεολογικς ποδειχθείσης ς οκουμενιστικς παρερμηνείας το προαναφερθέντος Κυριακο λόγου καί τς προσευχς το Κυρίου, φορώσης στήν νότητα τν πιστν μαθητν το Κυρίου (καί χι τν αρετικν καί ψευδαδέλφων) μεταξύ των, ς πορροίας μάλιστα τς προηγουμένης νώσεως ατν μετά το Κυρίου, ν τ κτίστω Ατο δόξη. Συνιστ πρόκλησι καί αρετική τακτική , πρός χάριν το Οκουμενισμο, παραποίησι τν λόγων το Κυρίου, πρός πηρεασμό τν πλουστέρων τι δθεν εναι θέλημα Θεο νωσι μετά τν αρετικν, παρά τίς δογματικές μετ’ ατν διαφορές μας.


τοποθέτησις τι « κατά τήν διεξαγωγήν τν θεολογικν διαλόγων κολουθουμένη μεθοδολογία ποσκοπε ες τε τήν λύσιν τν παραδεδομένων θεολογικν διαφορν τυχόν νέων διαφοροποιήσεων καί ες τήν ναζήτησιν τν κοινν στοιχείων τς χριστιανικς πίστεως»!
στε τό ζητούμενο στούς θεολογικούς διαλόγους εναι «λύσις» (λέξις κλειδί ν προκειμέν) τν παραδεδομένων (καί χι φισταμένων) θεολογικν διαφορν; Δηλαδή, τό νά κατορθώσουμε μες ,τι δέν κατόρθωσαν ο πρό μν γιοι Πατέρες! Ο αρετικές δογματικές παρεκκλίσεις το Παπισμο, πί παραδείγματι, θεωρονται ς πλές θεολογικές διαφορές, ο ποες νδεχομένως νά πιλυθον καί διά μεσότητος, μέ μοιβαες ποχωρήσεις, πως πιλύονται ο κοσμικές διαφορές. Ατή τοποθέτησι ποτελε παραλλαγή τς γνωστς βλασφήμου διατυπώσεως (το Οκ. Πατριάρχου), κατά τήν ποία τό Σχίσμα καί αρεσι το Παπισμο ποτελον κληροδοτηθεσα ες μς διάσπασι πό τν θυμάτων το ρχεκάκκου φεως προγόνων μας, δηλαδή τν εσεβν πατέρων μας, ν ος καί ο γιοι Πατέρες ατς τς περιόδου!


Κανείς, ως τώρα, δέν πεδείχθη κανός καί ξιος νδρας διά νά περβε τήν νοσηρά ατή κατάστασι τς ντιπαραθέσεως-διαιρέσεως, ως του νέτειλε φαεινός στήρ νόματι θηναγόρας, μέγας, κατά τόν κ. Βαρθολομαο Πατριάρχης, γιά νά διακηρύξη τι παρλθεν αών το δόγματος καί τόν διαδέχεται αών τς καταλλαγς καί τς γάπης!


πίσης, μως, σκοπός τν θεολογικν Διαλόγων εναι (κατά τό Κείμενο) καί « ναζήτησις τν κοινν στοιχείων τς χριστιανικς Πίστεως»! Διαλεγόμεθα ναζητώντας τρόπους πού θά μς δηγήσουν πωσδήποτε στόν δεδομένο ς ντικειμενικό σκοπό καί τέλος, τς νότητος! Δηλαδή, διά νά μή χάσωμε τή λογική καί τήν σοβαρότητά μας, διαλεγόμεθα, συμφώνως πρός τήν νέα, μεταπατερική νοοτροπία καί θεώρησι τν θεολογικν Διαλόγων, χοντας προδιαγεγραμμένη καί προσυμπεφωνημένη τήν κβασι καί κατάληξί των!


τοποθέτησις τι «ν κ τν κυρίων ργάνων ν τ στορί τς Οκουμενικς Κινήσεως εναι τό Παγκόσμιον Συμβούλιον κκλησιν (Π.Σ.Ε.)...ν συγκεκροτημένον διαχριστιανικόν σμα» μέ «σημαντική ποστολήν διά τήν προώθησιν τς νότητος το χριστιανικο κόσμου.»
Πρόκειται γιά ναγνώρισι καί καθιέρωσι το παναιρετικο συνονθυλεύματος μέ τό νομα Π.Σ.Ε., τό ποο χει, πό τς δρύσεώς του καί μέχρι σήμερον, χρεωθε πλθος φρικτν, ς βλασφήμων πό ρθοδόξου πόψεως, νεργειν, κδηλώσεων καί κειμένων στό νεργητικό του, πως ατά χουν καταγραφε καί δημοσιευθε κατά κόρον.
ρκε νά ναλογισθ κανείς τι, ατό τό ποον πιχειρεται νά «νομιμοποιηθ», πανορθοδόξως, ς ργανον διά τήν προώθησιν το Θείου θελήματος περί «τς τν πάντων νώσεως», χι πλς θά το διανόητον γιά τούς Πατέρες τς κκλησίας, λλά ξάπαντος θά θεωρετο πό κείνων βλάσφημο καί βδελυκτό! Νέοι καιροί, βεβαίως, νέα θη!
ξίσωσις, σέ οοδήποτε πίπεδο καί συνθήκη συμβαίνει, τς ρθοδοξίας μετά τν αρέσεων, κόμη καί τν πλέον βλασφήμων ξ ατν, ποία πρακτικς καί θεωρητικς σχύει ς κανών λειτουργίας το Π.Σ.Ε., δέν ναιρεται πό λεκτικές καί μόνον διαφοροποιήσεις, ς ατή το Κειμένου περί μή ποδοχς τς δέας τς «σότητος τν μολογιν», καθ’ ν στιγμήν δέα ατή εναι κυρίαρχος καί δομική γιά τήν σύστασι, τήν παρξι καί τή λειτουργία ατο το ργανισμο.
Ατό δέ πού προβάλλεται ς λλοθι γιά τή συνέχισι τς συμμετοχς τν ρθοδόξων κκλησιν στό Π.Σ.Ε. σοτίμως μεταξύ λων τν λλων αρετικν μάδων καί κοινοτήτων, δηλαδή πίκλησι Καταστατικο ρθρου το Π.Σ.Ε., σύμφωνα μέ τό ποο «μέλη ατο δύνανται νά εναι μόνον α κκλησίαι καί α μολογίαι, α ναγνωρίζουσαι τόν Κ.Η.Ι.Χ. ς Θεόν καί Σωτρα κατά τάς Γραφάς καί μολογοσαι τόν ν Τριάδι Θεόν,...κατά τό Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως», τοτο πό μόνο του συνιστ ξιοκατάκριτο δογματικό μινιμαλισμό, λλά καί μεγίστη ποκρισία. Πρός πίστωσι ρκε νά πληροφορηθ κανείς ποιά εναι σήμερον τά μέλη το Π.Σ.Ε.!


πιπλέον, τοποθέτησι, ς ρητή ποδοχή καί ναγνώρισι στό Π.Σ.Ε. ς προφανς θεαρέστου σκοπο του, τοι «νά φέρη τάς κκλησίας ες ζσαν παφήν πρός λλήλας καί νά προαγάγη τήν μελέτην καί συζήτησιν τν ζητημάτων τς χριστιανικς νότητος»(Δήλωσις το Τορόντο, παρ. 2)»  συνιστ, πέραν τς παραδέκτου μολογίας πάρξεως πολλν κκλησιν, κχώρησι καί μεταβίβασι τς ποθέσεως τς παγχριστιανικς νότητος πό τά χέρια τς ρθοδόξου κκλησίας στά χέρια καί τούς σχεδιασμούς τν πευθύνων  το Π.Σ.Ε, δηλαδή αρετικν προσώπων καί ργάνων κτός τς κκλησίας το Χριστο!


ντίφασι ς πρός τήν ρχική τοποθέτησι, στή σχετική διατύπωσι (πρώτη παράγραφο) το ν λόγω κειμένου, εναι προφανής, πως καί κύρωσί της. κε ρθόδοξος κκλησία θεωρεται «τι κατέχει κυρίαν θέσιν ες τήν πόθεσιν τς προωθήσεως τς νότητος τν Χριστιανν ντός το συγχρόνου κόσμου.» Ατή, μως, ρχική τοποθέτησι διολισθαίνει σταδιακς ντός το κειμένου καί καταλήγει νά κυρώνεται διά τς προβολς καί ποδοχς, τελικς, το Π.Σ.Ε ς ργάνου το Θείου θελήματος, τό ποο νεργε τά δέοντα πρός τήν κπλήρωσί του. Μόνον πού κάθε λλο παρά κυρία εναι θέσι τς ρθοδόξου κκλησίας μέσα στό Π.Σ.Ε. καί, βεβαίως, κάθε λλο παρά ξασφαλίζονται, οτε κν στοιχειωδς, ο προϋποθέσεις πιτεύξεως το ποτίθεται πανορθοδόξως «κοινο σκοπο», ποος, πως ναφέρεται στό Κείμενο, «εναι τελική ποκατάστασις τς ν τ ρθ πίστει καί τ γάπη νότητος.»


ξιοσημείωτη καί χαρακτηριστική, προφανς δέ καθόλου τυχαα, εναι καί τοποθέτησι πρός τό τέλος το Κειμένου, τι « ρθόδοξος κκλησία θεωρε καταδικαστέαν πσαν διάσπασιν τς νότητος τς κκλησίας, πό τόμων μάδων, πί προφάσει τηρήσεως δθεν προασπίσεως τς γνησίας ρθοδοξίας. ς μαρτυρε λη ζωή τς ρθοδόξου κκλησίας, διατήρησις τς γνησίας ρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά το συνοδικο συστήματος, τό ποον νέκαθεν ν τ κκλησί πετέλει τόν ρμόδιον καί σχατον κριτήν περί τν θεμάτων πίστεως.» !
νταθα πρέπει νά ναζητήσωμε πολλές παντήσεις σέ καίρια περί τς συγκλήσεως τς φερομένης ς «γίας καί Μεγάλης Συνόδου» τς ρθοδόξου κκλησίας, ρωτήματα καί προβληματισμούς. Σ’ ατή τήν παράγραφο συμπυκνώνεται καί συγχρόνως ποκαλύπτεται σαθρότης το φρονήματος τν διοργανωτν καί μπνευστν της, καθώς πίσης καί πικινδυνότητα τς συγκλήσεως ατς τώρα καί πό τίς πάρχουσες, ντελς κατάλληλες, συνθκες καί προϋποθέσεις.


σως, νά θεωρηθομε περβολικοί, λλά θά τολμήσωμε νά ποστηρίξωμε τι καί μόνον ατή παράγραφος ς τοποθέτησις, ν συνδυασμ μέ τήν καταφανή, σχεδόν ποκλειστική, ς στόχο καί σκοπό το Κειμένου, προώθησι τς κκλησιαστικς νομιμοποιήσεως το παναιρετικο Π.Σ.Ε. καί τς διεφθαρμένης, στορικς καί Θεολογικς, Οκουμενικς Κινήσεως ς «ργάνων» τς κπληρώσεως το Θείου θελήματος περί τς νότητος τν Χριστιανν, νευ τέρων διευκρινίσεων, συνιστον τήν πόδειξι τς ρθότητος το χαρακτηρισμο τς φερομένης καί στανικς πιβαλλομένης ς «γίας καί Μεγάλης Συνόδου» ς ΛΗΣΤΡΙΚΗΣ ΨΕΥΔΟ-ΣΥΝΟΔΟΥ!


Τό ρητς ποστηριζόμενο καί διακηρυττόμενο διά τς ς νω τοποθετήσεως το προεγκεκριμένου καί συμπεφωνημένου σχεδίου Κειμένου τς «γίας καί Μεγάλης Συνόδου» τι τό Συνοδικό σύστημα νέκαθεν ποτελοσε ν τ κκλησία τόν σχατο κριτή τν θεμάτων τς πίστεως, πό τήν ννοια τς πικυρώσεως, διατυπώσεως καί διακηρύξεως τς ρθότητος τς Πίστεως, εναι νακριβές καί πονηρόν! ποτελε σαφς ντορθόδοξο θέσι, θεολόγητη ποψι καί νιστόρητη παραποίησι τς διαχρονικς πράξεως καί ζως τς κκλησίας το Χριστο, ταν μάλιστα δέν συμπαρατίθενται καί ο παραίτητες διευκρινίσεις.
Παραβλέποντες τήν μλλον ποτιμητική γιά να Συνοδικό Κείμενο πανορθοδόξου κύρους, νωτέρω διατύπωσι, μόλις πού χρειάζεται νά πισημάνωμε τι προφανς κανένα «σύστημα» δέν ποτελε διαχρονικς τόν σχατο κριτή τν θεμάτων τς πίστεως. αθεντία τς κκλησίας εναι δια λήθειά Της, ποία μπορε νά κφρασθ καί ν Συνόδω καί κτός Συνόδου καί ποστηριζομένη πό τς πλειοψηφίας καί πό τς μειοψηφίας, κόμη καί πό νός μεμονωμένου προσώπου (γίου), κατά περίπτωσιν.


Συνοδικός θεσμός σύστημα, φ’ αυτο καί μαγικ τ τρόπ, δέν διασφαλίζει τίποτε καί δέν γγυται, μοίως, τίποτε, νευ τν παραιτήτων προϋποθέσεων. Καί τοτο, διότι, ς καλς γνωρίζουν ο παΐοντες τς ρθοδόξου Θεολογίας, Σύνοδος δέν ποτελε στήν κκλησία ναν ατοτελή δρυματοποιημένο θεσμό, ποος κφράζει  a priori λαθήτως τήν λήθεια.


Προφανς, Σύνοδος τν ρθοδόξων καί κανονικν πισκόπων τς κκλησίας κατέχει σπουδαα θέσι ν ατ καί πό προϋποθέσεις κφράζει καί ποτελε τή φωνή τς κκλησίας. Τό σημαντικότερο, μως, τό ποο ποσιωπται ν προκειμέν εναι τι τό κρος καί αθεντικότης μις Συνόδου οσιαστικς δέν πηγάζει, οτε προέρχεται πό ατή καθ’ αυτή τή συνέλευσι τν πισκόπων καί τή σύγκλησί της, λλά πρωτίστως καί κυρίως πό τή Θεολογία καί τό ρθόδοξο φρόνημα τν προσώπων-πατέρων, ο ποοι τήν συγκροτον. Δηλαδή, άν οί συγκροτοντες μία Σύνοδο πίσκοποι εναι θεολόγητοι καί δέν χουν ρθόδοξο φρόνημα, κφράσουν δέ ατή τήν θεολογησία καί νορθοδοξία των στά κείμενα καί τίς ποφάσεις ατς τς Συνόδου, εναι ατονόητο τι ατή Σύνοδος δέν χει καμμία ρμοδιότητα καί δέν ποτελε κανενός εδους κριτή τν θεμάτων τς πίστεως, τά ποα καλεται νά πιληφθ καί ντιμετωπίση.


Μέ λλα λόγια μία Σύνοδος, ποία μάλιστα κ προοιμίου ναγορεύεται γιά τυπικούς καί ριθμητικούς λόγους ς «γία καί Μεγάλη» καί «Πανορθόδοξος», χωρίς νά διαθέτη τά ποιοτικά κενα χαρακτηριστικά πού προαναφέραμε, δηλαδή δέν χει γίους πατερικές μορφές κραιφνες ρθοδόξους θεολόγους στω σκητές θεοφοβουμένους εράρχες μεταξύ τν μελν της, εναι μφίβολο άν θά κατορθώση κανονικς νά ναγνωρισθ ς τέτοια. άν, μάλιστα, ς συμβαίνει ν προκειμένω, πλειοψηφον ες ατήν ο λλοτριοφρονοντες, ο χλιαροί περί τήν Πίστι καί δή ο δεδηλωμένοι αρετίζοντες, ο ποοι χουν καί τόν πρτο λόγο στή διαμόρφωσι τν κειμένων καί τν ποφάσεών της, λόγω καί τν στρεβλώσεων στίς διαδικασίες λειτουργίας ατς (ψφος νά κκλησία καί χι νά πίσκοπο) τότε τό ποτέλεσμα καί κατάληξι εναι προδιαγεγραμμένα.


πάρχει, μως, καί κάτι λλο, σημαντικό ν προκειμένω. Φαίνεται τι ο μπνευστές καί διοργανωτές ατς τς προκατασκευασμένης ς γίας καί Μεγάλης Συνόδου διά τς νωτέρω τοποθετήσεως πιδιώκουν δύο τινά: Νά ντιστρέψουν μέ διαστρέβλωσι τά πράγματα, φ’ νός, καί, φ’ τέρου, νά καλλιεργήσουν γιά τούς φελες καί προθύμους τήν παραίτητη δικαιολογία ναγνωρίσεως καί πακος μις τέτοιας πολυδιαφημιζομένης Συνόδου.
Διότι συνιστ ντιστροφή τς πραγματικότητος καί τν δεδομένων νά θεωρεται Σύνοδος κριτής τς Πίστεως καί χι, πως ρμόζει καί μς διδάσκει κκλησία διά τν γίων Πατέρων, εσεβής Πίστις κριτής τς Συνόδου! σο δέ γιά τήν καλλιέργεια κλίματος πιβολς καί φόβου πρός ναγκαστικό σεβασμό καί ναγνώρισι τν θέσεων καί ποφάσεων ατς τς Συνόδου, θά εμεθα πολύ φελες καί σύνετοι άν νωτισθομε τέτοιες σειρνες καί παρακούσωμε τή φωνή τς κκλησίας λεγούσης, διά στόματος το μεγάλου μολογητο γίου Θεοδώρου το Στουδίτου, περί Συνόδων, τά ξς:


«Συνόδους συνεκρότησαν μεγάλας καί παμπληθες καί κκλησίαν Θεο αυτούς νομάκασι, καί πέρ Κανόνων φρόντισαν τ δοκεν,  κατά Κανόνων τό ληθές κινούμενοι» . Γιά νά συνεχίσει: «Συνόδους τοίνυν, δέσποτα, ο τό πλς συνάγεσθαι εράρχας τε καί ερες, κν πολλοί σιν (κρείσσων γάρ ες ποιν τό θέλημα το Κυρίου, μύριοι παραβαίνοντες), λλά τό ν νόματι Κυρίου, ν τ ερήνη καί φυλακ τν Κανόνων. Καί τό δεσμεν καί λύειν οχ ς τυχεν, λλ’ ς δοκε τ ληθεί, καί τ κανόνι, καί τ γνώμονι τς κριβείας. ... καί ξουσί τος εράρχαις ν οδενί δέδοται πί πάση παραβάσει κανόνος, μόνον στοιχεν τά δεδογμένα καί πεσθαι τος προλαβοσιν».

ς προσέξωμε, λοιπόν, διαιτέρως τή στάσι μας εδικς ναντι ατς τς Συνόδου. Δέν πρόκειται γιά μία κόμη οκουμενιστική σχημία. ποτελε ρόσημο! Δέν εναι κάτι τό ποο μπορε νά μή μς φορ. Οδείς χέφρων μπορε νά μφισβητήση τι ρθοδοξία στήν ποχή μας χειμάζεται καί δοκιμάζεται πό τή λαίλαπα το ντιχρίστου καί παναιρετικο Οκουμενισμο καί πό τόν ξουνιτισμό τν ξ ρθοδόξων Οκουμενιστν, ο ποοι προδίδουν πειγόμενοι νά μοιρασθον παπική ξουσία πί τς ρθοδόξου νατολς.
 Ἡ προετοιμασθεσα καί δη πικειμένη νά συγκληθ «γία καί Μεγάλη Σύνοδος» δέν χει καμμία σχέσι μέ τίς Συνόδους τς ρθοδόξου κκλησίας. ποτελε τήν -συνέχειά των, τήν διακοπή των, μή γένοιτο, διά τς «πανορθοδόξου» Συνοδικς διακηρύξεως το Οκουμενισμο καί τς συνεπαγομένης Συνοδικς καταργήσεως, κατά τόν οίδιμο σιομάρτυρα Κοσμ Φλαμιτο (+ 1852), τς ρθοδοξίας!


Σύνοδος ατή δέν πρέπει νά συγκληθ! άν, μως, παραχωρήσει Θεός κάτι τέτοιο, θά πρέπει νά ποκηρυχθ κ τν προτέρων, κρινομένη βάσει τν προεγκεκριμένων καί συμπεφωνημένων ντορθοδόξων Κειμένων της, ς ληστρική! Διότι, διαφορετικά, άν, παρ’ λπίδα, πνος καταλάβει τούς φύλακας, τότε ατή Σύνοδος θά προκαλέσει διαιρέσεις καί σχίσματα καί πώλεια δυσαριθμήτων ψυχν, κατά τήν προφητική κτίμησι το σπουδαίου Σέρβου Δογματολόγου ουστίνου Πόποβιτς (+1979).


Σύνοδος ατή δέν ζητε νά ρνηθομε τήν ρθοδοξία νεργητικς. Ζητε κάτι πουλο: Νά ποδεχθομε νά μή μολογομε τήν ρθοδοξία (κατά τό Κείμενο «ποκλειομένης πάσης πράξεως προσηλυτισμο λλης προκλητικς νεργείας μολογιακο νταγωνισμο»!) καί νά σιωπμε ταν ατή προδίδεται! Νά γκαταλείψωμε τόν γώνα περί το νός «ο στι χρεία» (τοι τς σωτηρίας μας διά τς παξ παραδοθείσης τος γίοις Πίστεως ν τ κκλησία) καί νά σχολούμεθα μέ τάς «νέας συνθήκας» καί τάς «νέας προκλήσεις» το συγχρόνου κόσμου, καθιστάμενοι τσι τέκνα του! Νά μή μς πασχολ λήθεια περισσότερο πό τήν μόνοια. Νά ναζητομε τήν νότητα στήν ψευδαίσθησι μις τερόκλητης μεγάλης ποίμνης καί νός ποιμένος χωρίς γνώριμη φωνή καί χι νά χαιρώμεθα ς μέλη το μικρο ποιμνίου, στό ποο εδόκησε Πατήρ μν νά δώσει τήν Βασιλεία Του (Λουκ. ιβ΄, 32)! Στμεν, λοιπόν, καλς!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου