Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

 


Ἡ ἱστορία τοῦ σήμερα ἑορταζομένου ἁγίου Ἀλεξάνδρου (Πατριάρχου Κων/πόλεως) ἀποκαλύπτει ὅλη τὴν τραγικότητα τοῦ σημερινοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τῆς πονηρᾶς συνοδείας του καὶ ὅσων συνεδριάζουν σήμερα στο Φανάρι μαζί του!
πατρ. ἅγιος Ἀλέξανδρος, «ζήλῳ πυρπολούμενος τῷ θείῳ ὡς ἄλλος Ἠλίας νοητῶς, κατέσφαξε τὸν βλάσφημον  Ἄρειον» (γιὰ ὅποιον δὲν γνωρίζει τὸ γεγονός, μπορεῖ νὰ τὸ πληροφορηθεῖ ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ παραθέτουμε στὴ συνέχεια).
πατρ. Βαρθολομαῖος πυρπολούμενος ζήλῳ κακοδόξῳ ἐναγκαλίζεται, τιμᾶ καὶ “συλλειτουργεῖ” μὲ τοὺς συγχρόνους Ἀρείους καὶ προδρόμους τοῦ Ἀντιχρίστου Πάπες!
πατρ. ἅγιος Ἀλέξανδρος, παρὰ τὴν πίεση πολιτικῶν προσώπων καὶ Ἐπισκόπων, καὶ παρὰ τὴν γραπτὴ ὁμολογία τοῦ Ἀρείου ὅτι πιστεύει Ὀρθόδοξα(!) ἀρνήθηκε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Ἀρείου στὸ ναό, παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τὸν πάρει ἀπ’ αὐτὴν τὴν ζωή, παρὰ νὰ συλλειτουργήσει μὲ τὸν αἱρετικό.  
κ. Βαρθολομαῖος, παρὰ τὶς διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων καὶ παρὰ τὶς γραπτὲς “ὁμολογίες” τῶν Παπῶν ὅτι θὰ συνεχίσουν νὰ πιστεύουν κακόδοξα, εἰσάγει στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ τοὺς αἱρετικούς, ἐμπαίζοντας τὸν Θεό, καὶ μὴ φοβούμενος μήπως ὁ Θεὸς τοῦ ἐπιφυλάσσει τὴν τύχη τοῦ Ἀρείου!
Παραθέτουμε μερικὰ ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ Ὄρθρου, καὶ τὴν παρουσίαση τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου.
[Ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ γνῶστες καὶ σύγχρονοι συγγραφεῖς τοῦ γεγονότος, ἀντὶ νὰ μιμηθοῦν τὸν ἅγιο Ἀλέξανδρο, κοινωνοῦν μὲ τὸν κ. Βαρθολομαῖο καὶ τοὺς κοινωνοῦντας μὲ αὐτόν!].

Ἀπὸ τὰ τροπάρια τοῦ ὄρθρου
Ζήλ πυρπολούμενος τ θεί ς λλος λίας νοητς, κατέσφαξας τν βέβηλον κα βλάσφημον ζντα ρειον σπερ κκενος τε ποτέ, τος τς ασχύνης εργάσατο.
Θάμβος ν θεάσασθαι σ τν σοφόν, π θυσιαστήριον κείμενον κα οράτως κατασφάττοντα δεινς, τ πρς Θεν ντεύξει σου, ρειον λλόφρονα νδοξε.
Μανέντος διήλεγξας, σοφίσματα τ δόλια ρείου Συνόδ ν τ πρώτ, μ καθυπήξας τας το κρατοντος ρμας, προστάττοντος ατ συλλειτουργεν. θεν τ ντεύξει σου όρατος κατέσφαξας.
Νεύματι νακτος, κλινας, π᾿ ατο συλλειτουργεν βιαζόμενος τ δολιόφρονι, θεν ν θλίψει βόησας, ς ωνς Κυρί λυτρωσαμέν σε.
Ξένα, θεόφρων θαυμάσια, τ σ  θεί κράτει πέδειξας, κατ το δυσσεβος, θεν ν χώρω πέκτεινας, δυσωδεστάτ ατν τροπωσάμενος.
Τὸν δυσσεβῆ προσευχῇ τῇ παναλκεῖ σου, Ἄρειον κτείνας Ἀλέξανδρε θεόφρον, ἐν τοῖς βεβήλοις τόποις, ὑβρίσαντα ἠμύνω, βροχίσας ὡς Ἰούδαν.
 θεομάχος Χριστοῦ χιτῶνα ῥήξας, ὡς ὁ προδότης πρηνὴς λακήσας μέσον, νῦν θρηνεῖ ἐν ᾍδῃ, ψυχῶν ἀδίκων μόρον, θανάτῳ τῷ δικαίῳ.

Ο ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος, ο αιρετικός Άρειος και οι σύγχρονοι Οικουμενιστές

 

Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης

 

Την Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011 στο κυριακάτικο κήρυγμά του στον ιερό ναό Αγίου Αντωνίου Θεσσαλονίκης ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης αναφέρθηκε στον εορτάζοντα άγιο Παύλο τον Ομολογητή προχωρώντας σε συγκρίσεις με τη σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση. Αναφερόμενος στο βίο του αγίου ο π. Θεόδωρος μίλησε για τον διδάσκαλο του αγίου Παύλου Αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο και τη στάση του απέναντι στον Άρειο, τονίζοντας μεταξύ άλλων:

«Όταν επίεσε ο Κωντσάντιος, ο Αρειανός αυτοκράτωρ τον Πατριάρχη Αλέξανδρο να δεχθεί σε συμπροσευχή τον Άρειο δηλ. να δεχθεί να πάει μέσα στο ναό την Κυριακή ο Άρειος και να λειτουργήσει μαζί με τον Πατριάρχη, ο αιρετικός μαζί με τον Ορθόδοξο, τι έκανε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος; Αυτό που κάνουν σήμερα οι δικοί μας οι Πατριάρχες και συμπροσεύχονται και συνυπάρχουν μαζί με τους Παπικούς, μαζί με τους Προτεστάντες, μαζί με τους Μονοφυσίτας, ακόμη και μαζί με τους ετεροθρήσκους, μαζί με τους Βουδιστάς και τους Μουσουλμάνους, μαζί με το φύραμα όλων αυτών των πλανών των διαμονικών;... 

Αυτές τις ημέρες ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμπροσευχήθηκε στην Ασίζη όχι μόνο μαζί με τον Πάπα και τους Προτεστάντες και τον Αγγλικανό «Αρχιεπίσκοπο», αλλά μαζί και με Βουδιστάς, με Μουσουλμάνους, με ειδωλολάτρας. Προσεύχονται, συμπροσεύχονται και συλλειτουργούν. Ξεχάσαμε ότι υποδέχτηκαν τον Πάπα στην Κωνσταντινούπολη θυμιάζοντάς τον και λέγοντας «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»; Και τον τιμήσαμε. Και τον τίμησαν και φοιτητές της Θεολογικής Σχολής δίνοντάς του τιμητικό μετάλλιο.

Έπρεπε να κάνει και ο Πατριάρχης Αλέξανδρος το ίδιο; Να δεχθεί τον Άρειο μέσα στο ναό και να συμπροσευχηθεί και να συλλειτουργήσει; Όχι. Τι έκαμε; Δεν μπορώ, λέει. Το απαγορεύουν οι Κανόνες. «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος καθαιρείσθω». Όποιος επίσκοπος ή παπάς ή διάκος προσευχηθεί με αιρετικούς, πολύ περισσότερο με αλλοθρήσκους, να καθαιρείται. Γι΄ αυτό και ο Πατριάρχης Αλέξανδρος είπε, δεν μπορώ το απαγορεύουν οι Κανόνες. Αλλά οι πολιτικοί έχουν δύναμη, όπως και σήμερα. Και εξαναγκάζουν και Αρχιεπισκόπους να ακολουθούν το δικό τους το δρόμο, και σήμερα στην Ελλάδα. Πολλές φορές και οι δικοί μας κάνουν αυτά που θέλει η κυβέρνησις.

Προσευχήθηκε λοιπόν ο Πατριάρχης Αλέξανδρος την προηγουμένη ημέρα και παρακάλεσε στο Θεό να μην επιτρέψει να συμπροσευχηθεί μαζί με τον Άρειο. Και ο Θεός τον γλίτωσε με θαύμα. Την άλλη μέρα πηγαίνοντας ο Άρειος στο ναό, κατά οικτρό τρόπο, μέσα σε δημόσιο αποχωρητήριο πέθανε. Και γλίτωσε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αυτή την παράβαση των Κανόνων, τη συμπροσευχή με τον αιρετικό Άρειο.

Φαντασθείτε σήμερα τους σημερινούς Πατριάρχας και Αρχιεπισκόπους. Όχι απλώς δεν σκέφτονται να μην συμπροσευχηθούν ή πώς να αποφύγουν τους αιρετικούς αλλά με χαρά πηγαίνουν μαζί τους και κάνουν συμπόσια και φιέστες».

Κλείνοντας δε το κήρυγμά του ο π. Θεόδωρος κάλεσε τους πιστούς να αποκτήσουν το ζήλο των αγίων Πατέρων που καταδίκασαν τις μεγάλες αιρέσεις του Αρειανισμού, του Μονοφυσιτισμού, του Παπισμού, του Πορτασταντισμού ώστε να καταδικάσουμε την παναίρεση του Οικουμενισμού. Διερωτήθηκε μάλιστα: «Που είναι οι Αρχιερείς σαν τον Αλέξανδρο που θα παρακαλέσουν το Θεό να μην επιτρέψει να προσευχόμαστε με αποστάτες από την Πίστη;»

 

Άγιος Αλέξανδρος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας και ο Άρειος.
Πηγή: «fdathanasiou»
Ἡ ἀρειανική αἵρεση καί ἡ ἀντιπαράθεσή του μέ τόν Ἄρειο
Ἡ ἀρειανική αἵρεση, παρά τήν ἀπόφαση τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί παρ’ ὅλες τίς προσπάθειες γιά τή διάδοση τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, δέν εἶχε ἐξαλειφθεῖ καί ἔμελε νά ταλαιπωρήσει τήν Ἐκκλησία γιά πολύ καιρό ἀκόμη. Ἡ ὁμάδα τῶν ἐπισκοπῶν, πού ὑπεστήριξαν τόν Ἄρειο στή Σύνοδο, παρ’ ὅλο πού προσυπέγραψαν τίς ἀποφάσεις της, δέν ἡσύχασαν πότε. Ἡ ὁμάδα αὐτή εἶχε ἐν τῷ μεταξύ διευρυνθεῖ, ἡγέτης της ἦταν ὁ φιλόδοξος Εὐσέβιος Νικομηδείας, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη ἐπιρροή στόν αὐτοκράτορα. Ἀκόμη πολλοί κρατικοί λειτουργοί καθώς καί πρόσωπα ἀπό τό οἰκογενειακό περιβάλλον τοῦ αὐτοκράτορα εἶχαν προσχωρήσει στήν αἵρεση, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ Βασιλίνα, μητέρα τοῦ τελευταίου εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου.
Κατά τό τριακοστό ἔτος τῆς βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (τό 335) καί κατόπιν πιέσεων ἀπό τόν κύκλο αὐτῶν πού ὑπεστήριζαν τόν αἱρεσιάρχη, κλήθηκε ὁ Ἄρειος ἀπό τόν αὐτοκράτορα στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ἐρωτηθεῖ καί νά ὁμολογήσει «εἰ τήν πίστιν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἔχοι», ἄν ἔχει τήν πίστη, δηλαδή ὅλης τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὀρθή πίστη. Ὁ ἐρχομός τοῦ αἱρεσιάρχη στήν πρωτεύουσα ἀναζωπύρωσε τή διαμάχη τῶν δύο μερίδων τοῦ λαοῦ, τῶν ὀρθοδόξων καί τῶν αἱρετικῶν, καί πάλι ἐπαναλήφθηκαν ταραχές στήν Πόλη. Ὁ Ἄρειος, χωρίς πότε νά ἔχει μετανοήσει ἤ νά ἔχει ἀλλάξει κάτι στίς αἱρετικές του δοξασίες, βασιζόμενος μόνον στή μεγάλη δύναμη πού εἶχαν οἱ ὑποστηρικτές του, ὡμολογησε μπροστά στόν βασιλιά ὅτι πιστεύει τήν κοινή πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ἔδωσε μάλιστα γραπτή ὁμολογία τῆς πίστεώς του. Ἡ ὁμολογία αὐτή ἦταν διατυπωμένη μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε, παίζοντας μέ τίς λέξεις, χρησιμοποιώντας χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί παραλείποντας ὅ,τι δέν τόν ἐξυπηρετοῦσε, τίς ἐνδεικτικές φράσεις δηλαδή τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ὅπως τήν εἶχε διατυπώσει ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος, καί αὐτές τῆς αἱρετικῆς του διδασκαλίας, νά κρύβεται ἡ κακοδοξία του, γιά τήν ὁποία εἶχε καταδικασθεῖ ἀπό τή Σύνοδο. Ἔτσι παρουσίασε ὅτι ἡ πίστη τοῦ ἦταν ἴδια μέ τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας «ὑποκρινόμενος καί αὐτός, ὡς ὁ διάβολος τά τῶν Γραφῶν ρήματα», ὅπως σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δέχθηκε τήν ὁμολογία του καί τόν ἔστειλε στόν πατριάρχη Ἀλέξανδρο λέγοντας του ὅμως: «Εἰ ὀρθή σου ἡ πίστις ἐστί, καλῶς ὤμοσας, εἰ δέ ἀσεβής ἐστιν ἡ πίστις σου καί ὤμοσας, ὁ Θεός ἐκ τοῦ οὐρανοῦ κρῖναι τά κατά σέ», θέλοντας ἔτσι νά ἐκδηλώσει τήν ἐπιφυλακτικότητά του γιά τήν εἰλικρίνεια τοῦ Ἀρείου καί νά τόν καταστήσει ὑπεύθυνο τῶν πράξεών του. Μέ τό δόλιο αὐτό τρόπο καί διά τῶν συνηθισμένων σ’ αὐτούς πιέσεων οἱ φιλικά προσκείμενοι στόν Ἄρειο ἐπίσκοποι καί κοσμικοί ἄρχοντες θέλησαν νά εἰσαγάγουν τόν Ἄρειο στήν ἐκκλησιαστική κοινωνία. Ἡ δολιότητα καί ὁ ἐκβιασμός ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ Ἄρειος εἶχε κριθεῖ ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο καί εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπό τήν κοινωνία τῆς μιᾶς καθολικῆς Ἐκκλησίας θά ἔπρεπε πάλι ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο νά κριθεῖ, ὥστε νά ἐλεγχθεῖ λεπτομερῶς ἡ πίστη του καί ἡ μετάνοιά του δέν ἦταν δυνατόν μία βασιλική ἀπόφαση ἡ μία ἁπλή ὁμολογία πίστεως τοῦ αἱρεσιάρχη ν’ ἀνατρέψει ἀπόφαση τῆς Οἰκουμενικῆς Συνοδοῦ. Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος στίς μεθοδεύσεις αὐτές μέ παρρησία ἀντέτασσε ὅτι δέν εἶναι σωστό ἔτσι ἁπλά νά δεχθοῦμε σέ κοινωνία «τόν τῆς αἱρέσεως εὑρετήν». Ὁ Εὐσέβιος Νικομηδείας ὡς ἀπάντηση στήν ἄρνηση τοῦ πατριάρχη μεταξύ ἄλλων τόν ἀπειλοῦσε ὅτι θά προκαλοῦσε τήν καθαιρεσή του καί τήν ἐξορία του, ἄν δέν δεχόταν τόν Ἄρειο σέ κοινωνία, ὅποτε οὕτως ἤ ἄλλως ὁ διάδοχός του θά δεχόταν τόν Ἀρειο. Τόν ἅγιο Ἀλέξανδρο βέβαια δέν τόν ἀπασχολοῦσε τόσο ἡ ἀπειλή τῆς καθαιρέσεως, ὅσο ἡ ἀνάγκη νά τηρηθεῖ ἀπαρασάλευτη ἡ πίστη πού διακήρυξε ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος τῆς Νικαίας. Βλέποντας λοιπόν ὅτι στή φάση αὐτή τοῦ ἀγώνα ἡ θεολογική συζήτηση καί ἡ ἀπροκάλυπτη ἔρευνα τῆς ἀλήθειας δέν εἶχαν καμία δύναμη, ἄφησε κατά μέρος τήν προσπάθεια νά πείσει τούς αἱρετικούς γιά τό λάθος τους καί κατέφυγε στόν παντεπόπτη Θεό. Μέ νηστεῖες καί προσευχές, νύκτα καί ἡμέ­ρα παρακαλοῦσε τόν Θεό. Σύχναζε μάλιστα στήν ἐκκλησία τήν ἀφιερωμένη στήν Ἁγία Εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εὑρίσκεται πολύ κοντά στή Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας (πού τότε χτιζόταν), ὅπου μόνος «ὑπό τήν ἱεράν τράπεζαν ἑαυτόν ἐπί στόμα ἐκτείνας ηὔχετο δακρύων»: ἄν μέν οἱ πεποιθήσεις καί τά σχεδία τοῦ Ἀρείου εὐοδωθοῦν, νά μήν εὑρεθεῖ στήν ἀνάγκη νά τόν συναντήσει κατά πρόσωπον, ἄν ὅμως ἡ πίστη τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὀρθή, τότε ὁ Θεός ἄς ἀποδώσει τό δίκαιο καί ἄς μήν ἐπιτρέψει ἡ αἵρεση νά νομι­σθεῖ ὡς εὐσέβεια. Στήν ἀγωνία του ὁ ἅγιος εἶχε συμπαραστάτη τόν πρεσβύτερο Μακάριο, γνωστό τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος καί τόν ἐνημέρωσε γιά τά συμβάντα στήν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ θάνατος τοῦ Ἀρείου
Ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ ἦρθε πράγματι ἄμεση. Τήν παραμονή τῆς ἡμέρας, κατά τήν ὁποία ὁ Ἄρειος ἐπρόκειτο νά γίνει δεκτός στήν ἐκκλησιαστικη κοινωνία καί ἐνῶ περιεφέρετο στήν ἀγορά τῆς Κωνσταντινουπόλεως συνοδευόμενος, ὡς συνήθως, ἀπό πλῆθος ὀπαδῶν του, πέρασε ἀπό τά δημόσια ἀποχωρητήρια γιά κάποια σωματική ἀνάγκη. Ἐκεῖ μέσα βρῆκε οἰκτρό θάνατο «τοῖς σκυβάλοις μέν τά ἔντερα, τοῖς ἐντέροις δέ τήν ψυχήν ὁ δείλαιος συναποβάλλει». Τό γεγονός αὐτό, ὅπως εἶναι φυσικό, προεκάλεσε ἰδιαίτερη αἴσθηση σέ ὅλους. Τό μέρος αὐτό γιά πολλά χρόνια δείχνονταν ἀπό τούς κατοίκους τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἀποφεύγονταν ἡ χρήση του, μέχρις ὅτου κάποιος ἀρειανόφρων ἀγόρασε τό χῶρο, γκρέμισε τά δημόσια ἀποχωρητήρια καί ἔκτισε μιά οἰκία ὥστε νά ξεχαστεῖ τό γεγονός. Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος σχολιάζοντας τόν ἀπροσδόκητο θάνατο τοῦ Ἀρείου μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τό κοινό τέλος ὅλων μας καί δέν εἶναι συνετό νά εὐχόμαστε τό θάνατο κανενός, ἀκόμη κι ἄν εἶναι ἐχθρός, ἀφοῦ δέν γνωρίζουμε πότε, ἄν θά μᾶς βρεῖ τό βράδυ ζωντανούς ὁ θάνατος ὅπως τοῦ Ἀρείου ἔγινε κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες πού προκαλεῖ τήν ἔκπληξη καί τόν θαυμασμό μας. Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὅταν ἔμαθε γιά τό θάνατο τοῦ Ἀρείου, ἔμεινε ἐκπληκτος καί αὐτός γιά τό πῶς ἐλέγχθηκε ὁ αἱρεσιαρχής ὡς ἐπίορκος καί, ὅπως ἦταν ἑπόμενο, μετά τό γεγονός αὐτό ἐξασθένησε κατά πολύ ἡ ἐπιρροή τῶν ἀρειανῶν ἐπισκοπῶν καί κοσμικῶν ἀρχόντων στόν αὐτοκράτορα. Τήν ἑπομένη ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος καί ὁ ὀρθόδοξος λαός τῆς Κωνσταντινουπόλεως συνάχθηκαν στήν Ἁγία Εἰρήνη καί εὐχαρίστησαν τόν Θεό, ὄχι διότι χάρηκαν γιά τό θάνατο τοῦ αἱρεσιάρχη, ἀλλά διότι ὁ Θεός δέν ἐγκαταλείπει τό λαό του καί ἀποδίδει τό δίκαιο, παρά τά ἄδικα σχέδια καί τίς ἄδικες κρίσεις τῶν ἀνθρώπων. Στήν Κωνσταντινούπολη ἐπανῆλθε ἡ εἰρήνη. Οἱ αἱρετικοί ντροπιάστηαν καί περιορίστηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅσο ζοῦσε ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος, ἀπολάμβανε τήν εἰρήνη πού οἱ εὐχές καί οἱ ἀρετές τοῦ ἁγίου τῆς χαριζαν.

 Ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου
Τή θαυματουργική ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, μετά τίς προσευχές τοῦ ἁγίου Ἀλεξάνδρου, θυμᾶται πενήντα χρόνια ἀργότερα καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, τό 381, ὅταν ἦταν καί αὐτός πατριάρχης τῆς Κωνσταντινουπόλεως σέ ἐποχή ταραγμένη πάλι ἀπό τήν αἵρεση τῶν πνευματομάχων καί προετοίμαζε τήν Ἐκκλησία γιά τή Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ἀπευθύνεται στό λαό τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί τούς λέγει ὅτι «ἔχουν παράδοση ὀρθοδοξίας ἀκολουθώντας ὡς μαθητές τόν πρῶτο ἐπίσκοπο τῆς Νέας Πόλεώς τους, τόν Ἀλέξανδρο (τόν πολύ τόν ξακουστό), μεγάλο ὑπέρμαχο καί κήρυκα τῆς ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος μέ λόγους καί μέ ἔργα ἐξαφάνισε τήν ἀσέβεια ἀπό τήν Ἐκκλησία» καί τούς θυμίζει τή δύναμη τῆς προσευχῆς του, πού κατά τά ἀποστολικά πρότυπα «κατέλυσε τόν ἀρχηγό τῆς ἀσέβειας σέ χῶρο ἀντάξιο τοῦ βορβόρου πού ἔρρεε ἀπό τό στόμα του καί ἔτσι ἡ ὕβρις ἀντιστάθηκε στήν ὕβρι καί ὁ δίκαιος θάνατος (τοῦ Ἀρείου) στηλίτευσε τόν ἄδικο θάνατο πολλῶν ψυχῶν», πού παρασύρονταν ἀπό τίς αἱρετικές διδασκαλίες του.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου