Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

Εκκοσμίκευση και Οικουμενισμός, π. Αθ. Μυτιληναίου

Θλίψη - Χαρά (περικάρπιο και καρπός), Εκκοσμίκευση και Οικουμενισμός, π. Αθ. Μυτιληναίου




Ἀπὸ Ὁμιλία στὴν «Ἀποκάλυψη» τὴ δεκαετία τοῦ 1980!
Τό χω­ρί­ο πού ἀ­να­λύ­ου­με ἀρ­χί­ζει μέ μί­α πο­λύ τρυ­φε­ρή προ­σοι­κεί­ω­ση· «Ἐ­γὼ Ἰ­ω­άν­νης, ὁ ἀ­δελ­φὸς ὑ­μῶν», ὁ ἀ­δελ­φός σας, «καὶ συγ­κοι­νω­νὸς ἐν τῇ θλί­ψει καὶ βα­σι­λεί­ᾳ καὶ ὑ­πο­μο­νῇ».
Καί ὅ­πως βλέ­που­με, ὑ­πάρ­χει κοι­νή θλί­ψη· καί ἡ κοι­νή θλίψις πάν­το­τε ἀ­δελ­φώ­νει. «Ἐ­γώ, ὁ Ἰ­ω­άν­νης, σέ σᾶς· ὁ ἀ­δελ­φός σας καί συγ­κοι­νω­νός σας. Σέ τί; Στή θλί­ψη, στή βα­σι­λεί­α, στήν ὑ­πο­μο­νή». Τρί­α με­γά­λα θέ­μα­τα!
Ἄς δοῦ­με τό πρῶ­το.
Θλί­ψη. Τί εἶ­ναι ἡ θλί­ψη; Εἶ­ναι ἡ συμ­πί­ε­ση καί ἡ ἐξ αὐ­τῆς στε­νο­χω­ρί­α τῆς ψυ­χῆς. Θλί­βω, ζου­λά­ω· σύν­θλι­ψη, ζού­ληγ­μα. Ζου­λι­έ­ται ἡ ψυ­χή, ἄ­ρα καί στε­νο­χω­ρεῖ­ται. Στε­νοχω­ρεῖ­ται· στε­νός χῶ­ρος.
Ἀλ­λά ἄν, ἡ ἐν Κυ­ρί­ῳ χα­ρά, εἶ­ναι ὁ καρ­πός τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τος, ἡ θλίψις εἶ­ναι τό πε­ρι­κάρ­πιο τοῦ καρ­ποῦ! Ἀ­π’ ἔ­ξω θλί­ψη, μέ­σα χα­ρά· ἀ­π’ ἔ­ξω τό τσό­φλι, μέ­σα τό ἀ­μύ­γδα­λο. Τό ἀ­μύ­γδα­λο δέν εἶ­ναι μό­νο του· ἔ­χει τό τσό­φλι του· πρέ­πει νά προ­στα­τευ­θεῖ. Ἡ θλίψις –ἀ­κοῦ­στε αὐ­τά τά ὀ­ξύ­μω­ρα ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως– ἡ θλίψις προ­στα­τεύ­ει τήν χα­ρά! Τό φαν­τα­στή­κα­τε πο­τέ; Αὐ­τά εἶ­ναι δυ­να­τά μό­νο μέ­σα στό χρι­στι­α­νι­κό βί­ω­μα. Ἄν δέν τά ζή­σου­με ἔ­τσι, πρέ­πει νά ἀμ­φι­βάλ­λου­με γιά τήν χρι­στι­α­νι­κή μας ἰ­δι­ό­τη­τα.
Δη­λα­δή δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτυ­χθεῖ καί πε­ρι­σω­θεῖ ἡ χα­ρά καί ἡ πνευ­μα­τι­κό­τητα πού τήν γεν­νᾶ, ἄν ἀ­που­σιά­ζει ἡ θλί­ψη.
Ἀλ­λά ἡ ἐν Κυ­ρί­ῳ θλίψις δέν εἶ­ναι κά­τι πού ἔρ­χε­ται ἀ­πό μέ­σα –ἀ­φοῦ ἡ χα­ρά εἶ­ναι ὁ καρ­πός, καί αὐ­τή ἀ­πο­τε­λεῖ τό πε­ρι­κάρ­πιο– ἀλ­λ’ εἶ­ναι κά­τι πού ἔρ­χε­ται ἀπ’ ἔ­ξω. Αὐ­τό ση­μει­ῶ­στε το. θλίψις εἶ­ναι ἡ κα­τά­στα­ση πού δη­μι­ουρ­γεῖ­ται στούς πι­στούς ἀ­πό τίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἀν­τι­δρά­σεις τοῦ κό­σμου καί τοῦ Δι­α­βό­λου.
Ὁ Κύ­ριος, τό ξέ­ρε­τε, μᾶς εἰ­δο­ποί­η­σε σχε­τι­κά· «πα­ρα­δώ­σου­σιν ὑ­μᾶς εἰς θλῖ­ψιν». Ἄ, ὥ­στε λοι­πόν, ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­ναι τό πρᾶγ­μα· θά μᾶς πα­ρα­δώ­σουν σέ θλί­ψη. Τί εἶ­ναι ἡ «θλί­ψη»; Ὁ δι­ωγ­μός, οἱ φυ­λα­κές, οἱ στε­ρή­σεις, ὁ θά­να­τος, τό μαρ­τύ­ριο! Ἀλ­λ’ αὐ­τά εἶ­ναι ἀ­π’ ἔ­ξω· δέν εἶ­ναι ἀ­πό μέ­σα.
Ἐν τού­τοις αὐ­τή ἡ θλίψις δί­νει ἄ­φα­τη καί ὑ­πε­ρεκ­βλύ­ζου­σα χα­ρά! τό­ση πολ­λή, ὥ­στε νά γρά­φει στούς Κο­ριν­θί­ους ὁ Ἀ­πό­στο­λος «πε­πλή­ρω­μαι τῇ πα­ρα­κλή­σει, ὑ­περ­πε­ρισ­σεύ­ο­μαι τῇ χα­ρᾷ ἐ­πὶ πά­σῃ τῇ θλί­ψει ἡ­μῶν». Πε­ρί­ερ­γο πρᾶγ­μα· πε­ρί­ερ­γο! Ἀ­κοῦ­στε τήν με­τά­φρα­σή του: Εἶ­μαι γε­μᾶ­τος ἀ­πό πα­ρη­γο­ρί­α, «πε­πλή­ρω­μαι τῇ πα­ρα­κλή­σει»· ὑ­πέρ-πε­ρισ­σεύ­ο­μαι... σοῦ­περ-πε­ρισ­σεύ­ο­μαι –νά μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νά τό πῶ μ’ αὐ­τή τήν σύγ­χρο­νη ἔκ­φρα­ση– σοῦ­περ-πε­ρισ­σεύ­ο­μαι στή χα­ρά, μέ ὅ­λη ἐ­κεί­νη τή θλίψις μας! Ὤ, ἅ­γι­ε Παῦ­λε!
Νά για­τί ὁ καρ­πός εἶ­ναι ἡ χα­ρά, τό πε­ρι­κάρ­πιο ἡ θλί­ψη. Ἄν βγά­λεις τήν θλί­ψη, θά χά­σεις τήν χα­ρά· ἄν βγά­λεις τό τσό­φλι, θά χά­σεις τό ἀ­μύ­γδα­λο.
Ἀλ­λά προ­σέξ­τε. Ἡ θλίψις εἶ­ναι γνώ­ρι­σμα ἐ­κεί­νων πού θά κλη­ρο­νο­μή­σουν τήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, πά­λι εἰς τὰς Πρά­ξεις –τό εἶ­χε πεῖ με­τά τόν λι­θο­βο­λι­σμό του στά Λύ­στρα, αὐ­τό τό πε­ρί­φη­μο: «διὰ πολ­λῶν θλί­ψε­ων δεῖ ἡ­μᾶς εἰ­σελ­θεῖν εἰς τὴν βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ». Ἐ­κεῖ­νο τό «δεῖ» εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό τό πρέ­πει, πού συν­δέ­ει τό μέ­σα μέ τό ἔ­ξω, τή χα­ρά μέ τή θλί­ψη. Δέν χω­ρί­ζον­ται αὐ­τά· δέν μπο­ροῦν νά χω­ρι­σθοῦν. Γι’ αὐ­τό λέ­ει ὅτι πρέ­πει νά μποῦ­με στή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ μέ πολ­λές, ὄ­χι ἁ­πλῶς θλί­ψεις, ἀλ­λά μέ πολ­λές θλί­ψεις!
Ἡ ἐ­πο­χή μας προ­σπα­θεῖ νά δη­μι­ουρ­γή­σει –ἐ­δῶ πρέ­πει νά προ­σέ­ξου­με–  ἕ­ναν Χρι­στι­α­νι­σμό χω­ρίς θλί­ψεις, ἕ­ναν Χρι­στι­α­νι­σμό γε­μᾶ­το ἀ­πό συμ­βι­βα­σμούς καί ἀ­πό ἀ­νέ­σεις. Δέν θέ­λου­με νά ζου­λη­χθοῦ­με ἀ­πο­λύ­τως σέ τί­πο­τα. Πρό­κει­ται γιά τόν ἕ­να ἀπό τούς δύ­ο κιν­δύ­νους πού ἀ­πει­λοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας στόν πα­ρόν­τα αἰ­ῶ­να. Ὁ ἕ­νας κίν­δυ­νος λέ­γε­ται ἐκ­κο­σμί­κευ­ση καί ὁ ἄλ­λος κίν­δυ­νος οἰ­κου­με­νι­σμός, ἤ θρη­σκευ­τι­κός συγ­κρη­τι­σμός. Αὐ­τοί οἱ δυ­ό με­γά­λοι κίν­δυ­νοι αὐ­τήν τή στιγ­μή ἀ­πει­λοῦν τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Θά τούς ξα­να­πῶ: οἰ­κου­με­νι­σμός καί ἐκ­κο­σμί­κευ­ση, ἐκ­συγ­χρο­νι­σμός, ἡ κο­σμι­κο­ποί­η­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ κο­σμι­κο­ποί­η­ση τοῦ φρο­νή­μα­τος.
Θά μᾶς πεῖ ὁ ἀ­πό­στ. Παῦ­λος: «Δέν ξέ­ρε­τε ὅ­τι Βα­σι­λεί­α Θε­οῦ ἄ­δι­κοι δέν θά κλη­ρο­νο­μή­σουν;». Λέ­ει μά­λι­στα: «Για­τί δέν μά­θα­τε νά ἀ­δι­κεῖ­σθε; Για­τί δέν μά­θα­τε νά ἀ­πο­στε­ρεῖ­σθε; Ἀλ­λά σεῖς καί ἀ­δι­κεῖ­τε καί ἀ­πο­στε­ρεῖ­τε, καί μά­λι­στα ἀ­δελ­φούς!»…
Δη­λα­δή ὁ σύγ­χρο­νος Χρι­στια­νός ἀ­παι­τεῖ μιά πί­στη μέ τό ἀ­ζη­μί­ω­το. Μιά πί­στη μέ τό ἀ­ζη­μί­ω­το!... Δη­λα­δή μιά πί­στη χω­ρίς σταυ­ρό· μί­α πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­ντι­σταυ­ρι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ὅ­μως παύ­ει πλέ­ον νά εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κό­τη­τα μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, καί πα­ρα­μέ­νει ἕ­να ὑ­πο­κα­τά­στα­το τῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τος· ὄ­χι πλέ­ον ὡς πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος πιά... Δρα­πέ­τευ­σε πλέ­ον τό Πνεῦ­μα τό Ἅ­γι­ο!
Τό βι­βλί­ο τῆς Ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως, ἀ­γα­πη­τοί μου, μᾶς εἰ­δο­ποι­εῖ καί μᾶς λέ­ει: «ἐ­δό­θη αὐ­τῷ –ποι­ό «αὐ­τῷ»; «τῷ θη­ρί­ῳ», στό Θη­ρί­ο– πό­λε­μον ποι­ῆ­σαι», τοῦ πα­ρα­χω­ρή­θηκε νά κά­νει πό­λε­μο, «με­τὰ τῶν ἁ­γί­ων καὶ νι­κῆ­σαι αὐ­τούς». Ἀ­κού­σα­τε; νά κά­νει πό­λε­μο ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἁ­γί­ων, τῶν πι­στῶν, καί νά τούς νι­κή­σει! Ἀ­κού­σα­τε; πα­ρα­χω­ρή­θηκε ἀ­πό τόν Θε­ό νά νι­κη­θοῦν οἱ πι­στοί ἀ­πό τό Θη­ρί­ο! «καὶ ἵ­να μή τις δύ­νη­ται ἀ­γο­ρά­σαι ἢ πω­λῆ­σαι, εἰ μὴ ὁ ἔ­χων τὸ χά­ραγ­μα» –οἰ­κο­νο­μι­κός ἀ­πο­κλει­σμός!– καί νά μήν μπο­ρεῖς νά ἀ­γο­ρά­σεις ἤ νά που­λή­σεις, πα­ρά μό­νο ἐ­άν ἔ­χεις τό χά­ραγ­μα· ὅ­τι εἶ­σαι Μα­σό­νος, ὅ­τι εἶ­σαι Λά­ϊ­ονς, ὅ­τι εἶ­σαι Ρο­τα­ρια­νός, ὅ­τι εἶ­σαι..., τί ἄλ­λα θά βγοῦν δέν ξέ­ρω. Ὅ­λα αὐ­τά, ἐ­άν ἔ­χεις τό «χά­ραγ­μα».
Αὐ­τό εἶ­ναι τό «χά­ραγ­μα» τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου· αὐ­τό εἶ­ναι· κάθε ἀν­τί­χρι­στη ἐ­νέρ­γεια, βί­ω­ση, το­πο­θέ­τη­ση, σχῆ­μα. Αὐ­τό εἶ­ναι τό «χά­ραγ­μα». Ἐ­άν λοι­πόν εἶ­σαι ἔ­τσι, τό­τε ὅ­λες οἱ πόρ­τες εἶ­ναι ἀ­νοι­χτές. Δέν εἶ­σαι; τό­τε δέν θά μπο­ρέ­σεις οὔ­τε νά ἀ­γο­ρά­σεις οὔ­τε νά που­λή­σεις. «εἰ μὴ ὁ ἔ­χων τὸ χά­ραγ­μα, τὸ ὄ­νο­μα τοῦ θη­ρί­ου ἢ τὸν ἀ­ριθ­μὸν τοῦ ὀ­νό­μα­τος αὐ­τοῦ χξς΄». «Ὦ­δέ ἐ­στιν ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ πί­στις τῶν ἁ­γί­ων», ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ ὑ­πο­μο­νή καί ἡ πί­στη τῶν ἁ­γί­ων. Ἐ­δῶ εἶ­ναι! Σάν νά λέ­ει: Γιά νά δοῦ­με τώ­ρα· ποι­οί θά εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι πού θά ἔ­χουν πί­στη καί ὑ­πο­μο­νή, καί θά ποῦν: «Ἀ­πο­κλει­σμό; ἀ­πο­κλει­σμό! Στό πε­ρι­θώ­ριο; στό πε­ρι­θώ­ριο!».
Ὅ­πως βλέ­πε­τε, πό­λε­μος καί δι­ωγ­μός τῶν Χρι­στια­νῶν καί οἰ­κο­νο­μι­κός ἀ­πο­κλει­σμός, πού ση­μαί­νει μέ κά­θε τρό­πο νά ἐ­ξον­τω­θοῦν οἱ πι­στοί.
Ὅ­λα αὐ­τά ἀ­πο­τε­λοῦν τήν θλί­ψη, τό πε­ρι­κάρ­πιο τῆς χα­ρᾶς, τήν προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Δέν ὁ­μι­λεῖ ἐ­δῶ τό ἱ­ε­ρό κεί­με­νο οὔ­τε πε­ρί ἀ­νέ­σε­ων οὔ­τε πε­ρί συμ­βι­βα­σμῶν· ἀλ­λά τί; το­νί­ζει τό «ὧ­δέ ἐ­στιν ἡ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἡ πί­στις τῶν ἁ­γί­ων»!
Ἀ­γα­πη­τοί μου, τί ξη­με­ρώ­νει αὔ­ριο δέν ξέ­ρου­με· ἄς προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου