Τρίτη 28 Απριλίου 2026

Απάντηση του Ταουάνδρου Β΄, Πάπα και Πατριάρχη της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (Σάββατο, 25 Απριλίου 2026) [Κείμενο-Σύντομη Κριτική)

 



ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Παναγιώτατε Οικουμενικέ Πατριάρχα κ.κ. Βαρθολομαίε,

Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες και Επίσκοποι, σεβαστοί Πατέρες, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,

Χριστός Ανέστη… Αληθώς Ανέστη.

Με μεγάλη χαρά στέκομαι σήμερα ανάμεσά σας σε αυτόν τον άγιο τόπο. Εκφράζω τις ειλικρινείς μου ευχαριστίες προς την Παναγιότητά Σας για την ευγενική αυτή πρόσκληση, την οποία δεν λαμβάνω απλώς ως επίσημη επίσκεψη, αλλά ως μήνυμα σφραγισμένο με αγάπη.

Η συνοδεία μου ενώνεται μαζί μου στην έκφραση βαθύτατης ευγνωμοσύνης για τη θερμή υποδοχή σας και την αγάπη που διαφαίνεται σε κάθε λεπτομέρεια της γενναιόδωρης φιλοξενίας σας από την πρώτη στιγμή της αφίξεώς μας.

Είχα την ευλογία να συναντήσω την Παναγιότητά Σας και στο παρελθόν, όμως αυτή είναι η πρώτη μου επίσκεψη στην ιστορική σας Έδρα εδώ στην Τουρκία, σε αυτήν την όμορφη χώρα. Έχω ευλογηθεί βαθιά από αυτή την επίσκεψη, η οποία αποτελεί συνέχεια της μακράς ιστορίας και των βαθιά ριζωμένων δεσμών αγάπης μεταξύ των δύο Εκκλησιών μας, της Έδρας του Αγίου Μάρκου του Αποστόλου και της Έδρας του Αγίου Ανδρέου του Αποστόλου.

Έρχομαι σε εσάς από την Αίγυπτο, από την Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία, από τη γη που αγιάστηκε από την επίσκεψη της Αγίας Οικογένειας κατά τον πρώτο αιώνα· από τη γη του Αγίου Μάρκου του Αποστόλου, ο οποίος επισφράγισε τη μαρτυρία του με το μαρτύριο στην Αλεξάνδρεια.

Μέσα στους αιώνες, η Κοπτική Εκκλησία διαφύλαξε την πίστη με σταθερότητα και ανέδειξε μεγάλους Πατέρες της Ορθοδοξίας, μεταξύ των οποίων τον Άγιο Αθανάσιο τον Αποστολικό και τον Άγιο Κύριλλο, στύλο της πίστεως. Έγινε γνωστή στην ιστορία ως η Εκκλησία των Μαρτύρων.

Από τη γη της ανέτειλε επίσης ο Μέγας Αντώνιος, ο πατέρας του μοναχισμού, του οποίου το παράδειγμα ενέπνευσε την εξάπλωση του μοναχικού βίου σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δεν μπορώ να σταθώ εδώ χωρίς να εκφράσω τη βαθιά μου εκτίμηση για τη μαρτυρία και τη διακονία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, καθώς και για τις ακούραστες προσπάθειες της Παναγιότητάς Σας στην υπηρεσία της ενότητας της Ορθοδοξίας.

Φέρετε αυτήν την ιερή μαρτυρία με αξιοθαύμαστη πιστότητα και πνευματική χαρά που μας εμπνέει όλους. Εκτιμώ ιδιαίτερα τη δέσμευσή σας για ενότητα και ειρήνη, και ιδίως την βαθιά σας πρόσκληση ότι η Εκκλησία πρέπει να είναι «σημείο ενότητας, μαρτυρία αγάπης και διάκονος ειρήνης».

Προσεύχομαι ο Κύριος Χριστός να χαρίζει στην Παναγιότητά Σας υγεία και δύναμη και να σας στηρίζει σε αυτήν την ιερή αποστολή. Εκτιμώ επίσης τις ιστορικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών και των λαών μας, που συνδέονται με βαθιούς και διαρκείς δεσμούς μέσα στους αιώνες.

Είναι αληθινή χαρά να συναντώ σήμερα την Παναγιότητά Σας, μαζί με τους αγαπητούς Πατέρες της ευλογημένης σας Εκκλησίας. Αναμένουμε με μεγάλη χαρά να σας υποδεχθούμε στην Αίγυπτο στον κατάλληλο χρόνο.

Κλείνοντας, ας προσευχηθούμε μαζί, ας διακονήσουμε μαζί και ας δώσουμε μαρτυρία μαζί ενώπιον ενός κόσμου που αναμένει από εμάς κάτι πολύ βαθύτερο από λόγια. Διότι, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο Θεός «δύναται περεκπερισσο ποισαι πρ πάντα ατούμεθα νοομεν, κατ τν δύναμιν τν νεργουμένην ν μν» (Εφεσίους 3:20). Αυτή είναι η βάση της ελπίδας μας.

Χριστός Ανέστη… Αληθώς Ανέστη. Ευχαριστώ.

------------------------------------------------------------------

Σύντομη κριτική των απόψεων

Α. Πρωτίστως, καταλογίζεται στον Κόπτη Προκαθήμενο μια «σιωπηρή αποδοχή» του πρωτείου της Κωνσταντινούπολης. Η χρήση τίτλων όπως «Παναγιώτατε» και η αναγνώριση μιας ειδικής «ιερής αποστολής» του Φαναρίου έρχονται σε σύγκρουση με την ιστορική αυτοσυνειδησία της Αλεξανδρινής Έδρας, η οποία παραδοσιακά δεν αναγνώριζε δικαιοδοσία εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά μετά το Σχίσμα του 451 μ.Χ.

Β. Παράλληλα, εντοπίζεται μια έντονη δογματική ασάφεια. Ο Πατριάρχης χρησιμοποιεί τον όρο «Ορθοδοξία»  εξισώνοντας τη Μονοφυσιτική παράδοση των Κοπτών με τη Χαλκηδόνεια παράδοση των Βυζαντινών. Αυτή η «ορολογική ισοπέδωση» συνοδεύεται από μια ηχηρή αποσιώπηση της Χριστολογικής διαφοράς. Η πλήρης αποφυγή αναφοράς στις δύο φύσεις του Χριστού —το κεντρικό ζήτημα που χωρίζει τις δύο Εκκλησίες για 15 αιώνες— δεν εκλαμβάνεται ως διπλωματική ευγένεια, αλλά ως εκκλησιολογική αυτονόμευση που θυσιάζει την αλήθεια του δόγματος χάριν της προσέγγισης.

Γ.Η ρητορική περί «μακρών δεσμών αγάπης» χαρακτηρίζεται ιστορικά ανακριβής, καθώς αποσιωπά αιώνες αλληλοαφορισμών και εχθρότητας, παρουσιάζοντας τη σύγχρονη εκκλησιαστική διπλωματία ως δήθεν αιώνια παράδοση. Αυτό οδηγεί σε έναν προβληματικό «λειτουργικό οικουμενισμό», όπου η κοινή προσευχή και η κοινωνική διακονία προτάσσονται ως υποκατάστατα της δογματικής ενότητας.

Δ. Η  χρήση της Αγίας Γραφής ως ρητορικό άλλοθι και η ασάφεια γύρω από τα όρια της Εκκλησίας υποδηλώνουν μια θεολογική παράλυση. Η  αληθινή ενότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί με διπλωματικούς ελιγμούς και αμοιβαίες αβρότητες, αλλά απαιτεί ειλικρινή ομολογία της αλήθειας, αναγνώριση του βάθους της διαίρεσης και ουσιαστικό θεολογικό διάλογο χωρίς εκπτώσεις στην πίστη.

1 σχόλιο:

  1. Η Κοπτική Εκκλησία, ως αρχαία Πατριαρχική Έδρα (Ιεροσολύμων, Αντιοχείας, Αλεξανδρείας, Κωνσταντινουπόλεως, Ρώμης), ιστορικά δεν αναγνωρίζει το πρωτείο εξουσίας της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ταουάνδρος Β΄ εδώ φαίνεται να υιοθετεί de facto το εκκλησιολογικό μοντέλο της Κωνσταντινούπολης, παραγκωνίζοντας την ίδια του την παράδοση. Η αναφορά στην «ιερή αποστολή» του Οικουμενικού Πατριάρχη και η ευχή για «υγεία και δύναμη» σε αυτήν την αποστολή ισοδυναμεί με αναγνώριση δικαιοδοσίας που η Κοπτική Εκκλησία ποτέ δεν είχε αποδεχθεί.
    Ο.Χ
    ________________________________________

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου