Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Εισαγωγικές παρατηρήσεις και διευκρινίσεις.
Στην ηλεκτρονική διεύθυνση
https://www.youtube.com/watch?v=VQ4YXKDpjZY
δημοσιεύεται εκτεταμένη συζήτηση με θέμα:
«Οικουμενισμός – Αποτείχιση – Πάτριο Εορτολόγιο (παλαιό) – Γ.Ο.Χ.»
Παρακολουθώντας τόσο τη συζήτηση, όσο και τα σχόλια που ακολούθησαν στο video, επιβεβαιώθηκαν, δυστυχώς, οι αρχικοί μου φόβοι: αντί για ουσιαστική αντι-οικουμενιστική κατήχηση, προκλήθηκε σύγχυση θεολογική, εκκλησιολογική και ιστορική. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η διάκριση, αλλά η πόλωση· όχι η θεραπεία, αλλά η εμβάθυνση του τραύματος.
Το βασικό μειονέκτημα της συζήτησης ήταν η απουσία πραγματικού διαλόγου. Δεν συμμετείχε ούτε ένας από τους κριθέντες αποτειχισμένους, ούτε καν κάποιος αποτειχισμένος, που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο. Έτσι, η συζήτηση οργανώθηκε εξ αρχής πάνω σε μια προκαθορισμένη παραδοχή: ότι η Ορθοδοξία ταυτίζεται αποκλειστικά με το παλαιό ημερολόγιο και ότι μόνο η αποτείχιση του 1935 ήταν «ορθή», ενώ όλες οι άλλες μορφές αποτείχισης ή αντίστασης χαρακτηρίζονται καινοτομικές ή εκτός Εκκλησίας. Δεν καταγράφηκε καμία ουσιαστική αντίρρηση, καμία εναλλακτική θεολογική φωνή. Η πρακτική ήταν σαφής: «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει». Αυτό, όμως, δεν συνιστά εκκλησιαστικό διάλογο, αλλά επιβεβαίωση προειλημμένων θέσεων.
Πριν από κάθε ειδικότερη ανάλυση, είναι αναγκαίο να τεθούν υπόψη ορισμένες απόψεις του γράφοντος :
- Η επιλογή ημερολογίου δεν αποτελεί δογματικό κριτήριο.
Ο κάθε πιστός είναι ελεύθερος, εντός Εκκλησίας, να ακολουθεί το παλαιό ή το νέο ημερολόγιο. Άλλο πράγμα η προσωπική εκτίμηση και άλλο η απολυτοποίηση μιας πρακτικής με σωτηριολογικούς όρους, ιδίως, όταν αυτή στηρίζεται σε ιστορικά ή κανονικά επισφαλή επιχειρήματα. - Ο χαρακτηρισμός “σχισματικός” ή “εντός/εκτός Εκκλησίας” δεν είναι ιδιωτική αρμοδιότητα.
Τέτοιες κρίσεις ανήκουν αποκλειστικά σε Πανορθόδοξη Σύνοδο. Κάθε ιδιωτική σωτηριολογική ετυμηγορία αλλοιώνει το συνοδικό ήθος και οδηγεί σε παραεκκλησιαστική νοοτροπία. - Το πασχάλιο ζήτημα εμπεριέχει αστρονομικές παραμέτρους.
Εφόσον οι όροι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (ισημερία – πανσέληνος) είναι αστρονομικοί, είναι θεμιτό και αναγκαίο να εξετασθεί η δημιουργία ενός επιστημονικά ακριβέστερου ημερολογίου, αποδεκτού από όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσω Πανορθοδόξου Συνόδου.
Η επίκληση εννοιών όπως «εκκλησιαστική ισημερία» ή «εκκλησιαστική πανσέληνος» δεν θεραπεύει την έλλειψη ενότητας, όπως αποδεικνύει η σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα (π.χ. Ουκρανία).
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Α. Το ημερολόγιο: εργαλείο, όχι αποκάλυψη
Η συζήτηση αποκαλύπτει μια βαθύτερη σύγχυση: τη σύγχυση μεταξύ
αστρονομικού εργαλείου, εκκλησιαστικής χρήσης και εκκλησιολογικού κύρους.
Τα ημερολόγια δεν είναι θεόπνευστα δεδομένα, αλλά ανθρώπινα συστήματα μέτρησης του χρόνου, τα οποία η Εκκλησία χρησιμοποιεί λειτουργικά. Η Εκκλησία αγιάζει τον χρόνο, δεν τον θεοποιεί.
Β. Το Ιουλιανό ημερολόγιο και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος
Ιστορική και θεολογική αποσαφήνιση
Το Ιουλιανό ημερολόγιο δεν εισήλθε στη ζωή της Εκκλησίας ως θεσπισμένο δόγμα, ούτε ως στοιχείο αποκαλυπτικής παραδόσεως. Αποτελούσε το κοινώς αποδεκτό πολιτικό ημερολόγιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το οποίο χρησιμοποιούσαν τόσο η διοίκηση όσο και η καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η Εκκλησία, ζώντας εντός της ιστορίας και όχι έξω από αυτήν, υιοθέτησε το ήδη υπάρχον χρονικό πλαίσιο για πρακτικούς και λειτουργικούς λόγους, χωρίς να του αποδώσει θεολογικό κύρος καθαυτό.
Η λειτουργική χρήση του Ιουλιανού ημερολογίου δεν σήμαινε θεολογική ταύτιση, αλλά ποιμαντική προσαρμογή. Όπως η Εκκλησία χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα, τους ρωμαϊκούς διοικητικούς όρους και τις κοινωνικές δομές της εποχής χωρίς να τις θεοποιήσει, έτσι και το ημερολόγιο εντάχθηκε ως εργαλείο τάξεως και κοινής πράξεως, όχι ως στοιχείο πίστεως. Η Εκκλησία πάντοτε διέκρινε ανάμεσα στο αμετάβλητο της πίστεως και στο μεταβλητό των ιστορικών μορφών μέσα στις οποίες αυτή βιώνεται.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325) επιβεβαιώνει με τον πιο σαφή τρόπο αυτή τη διάκριση. Η Σύνοδος δεν καθόρισε ημερολόγιο, ούτε όρισε συγκεκριμένο αστρονομικό σύστημα ως δεσμευτικό για την Εκκλησία. Εκείνο που καθόρισε ήταν οι όροι εορτασμού του Πάσχα, με σκοπό την αποφυγή σύγχυσης, τοπικισμών και ιουδαϊζουσών πρακτικών. Το ενδιαφέρον της Συνόδου ήταν κατεξοχήν εκκλησιολογικό και ποιμαντικό: η ενότητα της Εκκλησίας και η κοινή εμπειρία της Αναστάσεως.
Οι όροι αυτοί –σχέση με την εαρινή ισημερία, την πανσέληνο και τον διαχωρισμό από το Ιουδαϊκό Πάσχα– δεν αποσκοπούσαν στην κατοχύρωση ενός συγκεκριμένου ημερολογίου, αλλά στη διασφάλιση της θεολογικής τάξεως των γεγονότων και της ενότητας του εκκλησιαστικού σώματος. Το ημερολόγιο λειτουργούσε ως μέσο εφαρμογής αυτών των όρων, όχι ως πηγή τους. Η Σύνοδος, με άλλα λόγια, νομοθέτησε κριτήρια, όχι εργαλεία.
Η ιστορική εξέλιξη επιβεβαιώνει αυτή τη θεώρηση. Η Εκκλησία γνώρισε επί αιώνες διαφοροποιήσεις στον τρόπο υπολογισμού του χρόνου, χωρίς να διακόπτεται η εκκλησιαστική κοινωνία. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το ημερολόγιο δεν θεωρήθηκε ποτέ συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Αντιθέτως, εκείνο που θεωρήθηκε αδιαπραγμάτευτο ήταν η κοινή συνοδική απόφαση και η διαφύλαξη της ενότητας.
Η μεταγενέστερη ταύτιση του Ιουλιανού ημερολογίου με την Ορθοδοξία αποτελεί, επομένως, ιστορική αναχρονιστική προβολή και θεολογική υπέρβαση. Μετατρέπει ένα ιστορικό εργαλείο σε κανονιστικό κριτήριο και μεταθέτει το κέντρο βάρους της εκκλησιολογίας από τη Σύνοδο στο ημερολόγιο. Έτσι το ημερολόγιο καθίσταται κριτής του υγιούς και νοσούντος Χριστεπωνύμου πληρώματος.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν προστατεύει την παράδοση, αλλά την ιδεολογικοποιεί. Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι στατικό σύνολο εξωτερικών μορφών, αλλά ζωντανή συνοδική εμπειρία του Σώματος του Χριστού μέσα στην ιστορία. Όταν ένα ιστορικό μέσο –όπως το Ιουλιανό ημερολόγιο– αποσπάται από το πλαίσιο αυτό και απολυτοποιείται, τότε παύει να υπηρετεί την Εκκλησία και γίνεται αιτία διαιρέσεως.
Συνεπώς, η πιστότητα στην Ορθοδοξία δεν ταυτίζεται με την προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο ημερολόγιο, αλλά με την υπακοή στο συνοδικό ήθος της Εκκλησίας.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν μας παρέδωσε ημερολόγιο· μας παρέδωσε τρόπο εκκλησιαστικής υπάρξεως. Αυτό ακριβώς είναι το κεφαλαιώδες σημείο που συχνά λησμονείται στον σύγχρονο ημερολογιακό λόγο.
Γ. Αστρονομική απόκλιση και εκκλησιαστική συνείδηση
Η σταδιακή αστρονομική απόκλιση του Ιουλιανού ημερολογίου είναι ιστορικά και επιστημονικά διαπιστωμένη. Το Ιουλιανό σύστημα υπολογίζει το τροπικό έτος ως 365,25 ημέρες, ενώ το πραγματικό ηλιακό έτος είναι μικρότερο (περίπου 365,2422 ημέρες). Η διαφορά αυτή, αν και αμελητέα σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, συσσωρεύεται με την πάροδο των αιώνων, με αποτέλεσμα τη μετατόπιση της εαρινής ισημερίας σε σχέση με το ημερολόγιο. Ήδη από τον Μεσαίωνα, η ισημερία δεν συνέπιπτε πλέον με την 21η Μαρτίου, ημερομηνία που είχε λάβει ως συμβατική βάση η πασχάλια παράδοση της Εκκλησίας.
Η πραγματικότητα αυτή δεν προκάλεσε άμεση θεολογική κρίση, και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η Εκκλησία δεν αντιλαμβάνεται τον χρόνο ως ουδέτερη φυσική διάσταση που απαιτεί απόλυτη μαθηματική ακρίβεια, αλλά ως χώρο σωτηριολογικής οικονομίας. Ο χρόνος, στη θεολογία της Εκκλησίας, δεν αγιάζεται επειδή μετράται σωστά, αλλά επειδή προσφέρεται στον Θεό μέσα στη λειτουργική πράξη. Για τον λόγο αυτό, η Εκκλησία μπορούσε επί αιώνες να ζει με αστρονομικές αποκλίσεις χωρίς να θεωρεί ότι απειλείται η αλήθεια της πίστεως.
Ωστόσο, η αποδοχή της αστρονομικής ανακρίβειας δεν ισοδυναμεί με θεολογική αδιαφορία ή με απόρριψη της επιστήμης. Ήδη από τη μεταβυζαντινή περίοδο, λόγιοι και εκκλησιαστικοί άνδρες είχαν συνείδηση ότι το ημερολόγιο αποτελεί ανθρώπινο εργαλείο, και όχι αποκαλυπτικό δεδομένο. Η δυνατότητα διορθώσεως του ημερολογίου δεν θεωρήθηκε βλασφημία ή καινοτομία καθεαυτή, αλλά θεμιτή προϋπόθεση, υπό έναν αυστηρό όρο: ότι κάθε διόρθωση οφείλει να πραγματοποιείται εκκλησιαστικά, συνοδικά και καθολικά, ώστε να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας και όχι να τη διαρρηγνύει.
Εδώ αναδεικνύεται η ουσιαστική διάκριση μεταξύ αστρονομικής ορθότητας και εκκλησιαστικής νομιμότητας. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την επιστήμη, όταν αρνείται μια ημερολογιακή μεταρρύθμιση· απορρίπτει την μονομερή επιβολή της. Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν κατοχυρώνεται από την τεχνική ακρίβεια, αλλά από τη συνοδική συνείδηση, η οποία εκφράζει τη ζωή του Σώματος ως συνόλου. Όταν η επιστημονική γνώση αποσπάται από τη συνοδική πράξη και προβάλλεται ως αυτονομημένο κριτήριο, τότε παύει να είναι διακονία και μετατρέπεται σε παράγοντα διαιρέσεως.
Κατά συνέπεια, το ουσιαστικό πρόβλημα του ημερολογιακού ζητήματος δεν είναι επιστημονικό, αλλά εκκλησιολογικό. Δεν έγκειται στο αν το Ιουλιανό ημερολόγιο είναι λιγότερο ακριβές από ένα διορθωμένο σύστημα, αλλά στο γεγονός ότι η όποια μεταβολή δεν προέκυψε από πανορθόδοξη συμφωνία, αλλά από αποσπασματικές αποφάσεις επιμέρους Εκκλησιών. Έτσι, το ημερολόγιο, αντί να λειτουργεί ως κοινό λειτουργικό πλαίσιο, μετατράπηκε σε σημείο διάσπασης της εκκλησιαστικής εμπειρίας.
Η ιστορική εμπειρία της Εκκλησίας δείχνει ότι οι αστρονομικές διαφορές δεν διασπούν την Εκκλησία, ενώ η απουσία συνοδικής ενότητας το πράττει. Η Εκκλησία έζησε επί αιώνες με διαφορετικούς τοπικούς υπολογισμούς του χρόνου, χωρίς να διακόπτεται η κοινωνία. Αντιθέτως, εκείνο που θεωρούσε πάντοτε καταστροφικό δεν ήταν η απόκλιση ημερών, αλλά η αυτονόμηση της κρίσης – είτε στο όνομα της παράδοσης είτε στο όνομα της προόδου.
Επομένως, η ορθόδοξη στάση απέναντι στο ημερολόγιο δεν είναι ούτε η άκριτη προσκόλληση σε μια αστρονομική ανακρίβεια, ούτε η άνευ όρων αποδοχή της επιστημονικής διόρθωσης. Είναι η εκκλησιολογική διάκριση, η οποία αναγνωρίζει την επιστήμη ως χρήσιμη, αλλά υποτάσσει τη χρήση της στο συνοδικό ήθος της Εκκλησίας. Μόνον εντός αυτής της προοπτικής μπορεί μια ενδεχόμενη διόρθωση του ημερολογίου να καταστεί όχι αιτία σχίσματος, αλλά όργανο ενότητας.
Ε. Γρηγοριανό και Νέο Ημερολόγιο: αναγκαίες θεολογικές και ιστορικές διευκρινισεις
Στη συζήτηση διαπράχθηκε ένα καίριο σφάλμα, το οποίο αποτελεί τη βάση πολλών μεταγενέστερων παρερμηνειών: η άκριτη ταύτιση του Γρηγοριανού ημερολογίου με το Νέο (διορθωμένο Ιουλιανό). Η ταύτιση αυτή δεν αντέχει ούτε ιστορικά, ούτε αστρονομικά, ούτε εκκλησιολογικά και οδηγεί σε ψευδή συμπεράσματα περί δήθεν συνοδικής καταδίκης του Νέου Ημερολογίου.
1. Η φύση και ο σκοπός του Γρηγοριανού ημερολογίου
Το Γρηγοριανό ημερολόγιο θεσπίστηκε το 1582 με παπική πρωτοβουλία, με σκοπό την αστρονομική διόρθωση του Ιουλιανού συστήματος. Ως προς την αστρονομική του βάση, επρόκειτο για μια πράγματι ακριβέστερη προσέγγιση του ηλιακού έτους. Όμως, η Εκκλησία δεν το απέρριψε εξαιτίας της επιστημονικής του ακρίβειας.
Η απόρριψη του Γρηγοριανού ημερολογίου από τις Ορθόδοξες Συνόδους του 16ου αιώνα (και ιδίως από τις Συνόδους του 1583, 1587 και 1593) ήταν κατεξοχήν εκκλησιολογική με πασχάλια λογική. Το Γρηγοριανό σύστημα:
- καταργούσε τον παραδοσιακό τρόπο υπολογισμού του Πάσχα,
- επέτρεπε τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα πριν ή ταυτόχρονα με το Ιουδαϊκό Πάσχα,
- και, ως εκ τούτου, παραβίαζε τον πασχάλιο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, όπως αυτός ερμηνεύθηκε και βιώθηκε στην πατερική παράδοση.
Η πατερική αρχή ότι το Χριστιανικό Πάσχα εορτάζεται μετά το Ιουδαϊκό δεν είναι απλώς ιστορική σύμβαση, αλλά φέρει θεολογικό περιεχόμενο: διαφυλάσσει τη διάκριση μεταξύ τύπου και πληρώσεως, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, προεικονίσεως και εκπληρώσεως. Η παραβίαση αυτής της τάξεως θεωρήθηκε εκκλησιολογικά απαράδεκτη, ανεξαρτήτως της επιστημονικής ποιότητας του ημερολογίου.
Τα ιστορικά παραδείγματα εορτασμού του δυτικού Πάσχα πριν ή μαζί με το Ιουδαϊκό (όπως τα έτη 1903, 1923, 1954, 1981, 1997, 2008 και άλλα) επιβεβαιώνουν ότι η συνοδική αυτή κριτική δεν ήταν θεωρητική, αλλά απολύτως δικαιολογημένη.
2. Το Νέο (διορθωμένο Ιουλιανό) ημερολόγιο: διαφορετικό σύστημα, διαφορετικό ζήτημα
Το Νέο Ημερολόγιο, το οποίο προτάθηκε και υιοθετήθηκε εν μέρει κατά τον 20ό αιώνα, δεν ταυτίζεται με το Γρηγοριανό ως σύστημα. Πρόκειται για αστρονομική διόρθωση του Ιουλιανού ημερολογίου, η οποία επιτυγχάνει μεγαλύτερη ακρίβεια στον υπολογισμό του ηλιακού έτους και συμπίπτει ημερολογιακά με το Γρηγοριανό μόνο μέχρι το έτος 2800.
Το κρισιμότερο, όμως, στοιχείο είναι το εξής:
το Νέο Ημερολόγιο δεν τροποποιεί τον πασχάλιο υπολογισμό. Οι Εκκλησίες που το υιοθέτησαν εξακολουθούν να εορτάζουν το Πάσχα βάσει του παλαιού πασχαλίου κανόνα. Επομένως, η κύρια αιτία της συνοδικής καταδίκης του Γρηγοριανού ημερολογίου –η παραβίαση του πασχαλίου– δεν ισχύει για το Νέο Ημερολόγιο.
Αυτό και μόνο καθιστά θεολογικά αβάσιμη την άποψη ότι το Νέο Ημερολόγιο έχει «καταδικαστεί» από τις Συνόδους του 16ου αιώνα.
3. Το ζήτημα του πλαστού σιγιλλίου και η ιστορική ευθύνη
Η συχνά επαναλαμβανόμενη επίκληση της Συνόδου του 1583, ως δήθεν καταδίκης του Νέου Ημερολογίου, στηρίζεται σε πλαστό ή παραχαραγμένο σιγίλλιο, γεγονός το οποίο έχει τεκμηριωθεί ιστορικά και αναγνωρίζεται ακόμη και από σοβαρούς μελετητές προερχόμενους από τον χώρο των Γ.Ο.Χ.
Η εμμονή στη χρήση ενός πλαστού εγγράφου, ως δογματικού επιχειρήματος, δεν συνιστά υπεράσπιση της παραδόσεως, αλλά υπονόμευσή της. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν στηρίζεται σε ιδεολογικές κατασκευές, αλλά σε τεκμηριωμένη ιστορική και συνοδική μαρτυρία.
4. Το πραγματικό πρόβλημα του Νέου Ημερολογίου: εκκλησιολογικό, όχι δογματικό
Από τα παραπάνω προκύπτει με σαφήνεια ότι το πρόβλημα του Νέου Ημερολογίου δεν είναι δογματικό. Δεν εισάγει νέα πίστη, δεν αλλοιώνει δόγμα, δεν θίγει άμεσα τον πασχάλιο κανόνα.
Το πρόβλημα είναι εκκλησιολογικό:
η υιοθέτησή του δεν έγινε με πανορθόδοξη απόφαση, αλλά μέσω αποσπασματικών ενεργειών επιμέρους Εκκλησιών. Έτσι, διαρρήχθηκε η κοινή λειτουργική εμπειρία και δημιουργήθηκε τραύμα στο σώμα της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν νοσεί, επειδή χρησιμοποιεί διαφορετικό ημερολόγιο, αλλά επειδή έπαψε να ενεργεί ως ένα σώμα. Το ημερολόγιο έγινε σύμβολο της διάσπασης όχι λόγω της φύσεώς του, αλλά λόγω του τρόπου επιβολής του.
Σύνδεση του ημερολογιακού ζητήματος με την αποτείχιση και τα όριά της
Η συζήτηση περί ημερολογίου απόκτησε κρίσιμη βαρύτητα, όταν συνδέεται με την πράξη της αποτείχισης, διότι τότε το ζήτημα μεταφέρεται από το επίπεδο της διοικητικής ή λειτουργικής διαφοράς στο επίπεδο της εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Εδώ ακριβώς απαιτείται αυστηρή διάκριση, ώστε η αποτείχιση να μη μετατραπεί από θεραπευτικό εκκλησιολογικό μέτρο σε μηχανισμό παραγωγής σχισμάτων.
1. Τι είναι – και τι δεν είναι – η αποτείχιση
Η αποτείχιση, σύμφωνα με τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου (861), συνιστά έκτακτο μέτρο διακοπής μνημοσύνου επισκόπου μόνον όταν αυτός:
- κηρύττει γυμνή τη κεφαλή αιρετική διδασκαλία,
- καταδικασμένη ή πατερικώς απορριφθείσα,
- και μάλιστα πριν από συνοδική κρίση, για την προστασία του πληρώματος.
Ο Κανόνας θεσπίζει οριοθετημένη πράξη άμυνας. Η αποτείχιση δεν δημιουργεί νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα, ούτε θεμελιώνει αυτοτελή εκκλησιαστική ταυτότητα. Είναι αναστολή εκκλησιαστικής κοινωνίας, όχι ίδρυση Εκκλησίας.
2. Το ημερολόγιο και η αποτείχιση: κρίσιμη διάκριση
Το ημερολόγιο, όπως αποδείχθηκε, δεν αποτελεί δογματικό ζήτημα. Δεν έχει ορισθεί συνοδικά ως όρος πίστεως, ούτε έχει ταυτισθεί με αιρετική διδασκαλία. Συνεπώς:
Δεν μπορεί να αποτελέσει καθαυτό λόγο αποτείχισης.
Η ταύτιση του Νέου Ημερολογίου με αίρεση συνιστά διεύρυνση του ΙΕ΄ Κανόνα πέραν του γράμματος και του πνεύματός του. Όταν η αποτείχιση θεμελιώνεται όχι σε κηρυττόμενη αίρεση, αλλά σε λειτουργική πρακτική ή διοικητική απόφαση, τότε παύει να είναι κανονική άμυνα και μετατρέπεται σε αντικανονική αποκοπή.
3. Το πραγματικό πεδίο εφαρμογής της αποτείχισης σήμερα
Αν η αποτείχιση μπορεί να θεμελιωθεί σήμερα, αυτό δεν γίνεται εξαιτίας του ημερολογίου, αλλά εξαιτίας:
- του Οικουμενισμού ως εκκλησιολογικής αιρέσεως,
- όταν αυτός εκφράζεται όχι απλώς ως διάλογος, αλλά ως άρνηση της μοναδικότητας της Εκκλησίας,
- και κηρύττεται δημόσια, θεσμικά και αμετανόητα.
Εδώ και μόνον εδώ τίθεται θεμιτά ζήτημα αποτείχισης, όχι από ημερολογιακή επιλογή, αλλά από διαστρέβλωση της εκκλησιολογίας.
4. Τα όρια της αποτείχισης: πότε μετατρέπεται σε σχίσμα
Η αποτείχιση παύει να είναι εκκλησιαστική και καθίσταται σχισματική όταν:
- μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση χωρίς προοπτική συνοδικής αποκατάστασης,
- συνοδεύεται από ιδιωτικές καταδίκες ολόκληρων Εκκλησιών ως «εκτός»,
- θεμελιώνει αυτονομημένη εκκλησιαστική ταυτότητα («εμείς είμαστε η Εκκλησία»),
- ή προσθέτει δευτερεύοντα κριτήρια (ημερολόγιο, τυπικό, διοικητικές πράξεις) ως όρους σωτηρίας.
Τότε η αποτείχιση, αντί να προφυλάσσει το σώμα, το ακρωτηριάζει.
5. Η περίπτωση των Γ.Ο.Χ. και το εκκλησιολογικό αδιέξοδο
Η ιστορική πορεία μεγάλου μέρους του Γ.Ο.Χ. κινήματος δείχνει τι συμβαίνει όταν:
- το ημερολόγιο αναγορεύεται σε κριτήριο Εκκλησίας,
- η αποτείχιση παγιώνεται χωρίς συνοδική αποκατάσταση,
- και η έννοια της Εκκλησίας μετατίθεται από το σώμα στο καθαρό υπόλοιπο.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν η διαφύλαξη της Ορθοδοξίας, αλλά:αλλεπάλληλες διασπάσεις, αμοιβαίοι αναθεματισμοί, και εκκλησιολογικός κατακερματισμός.
Αυτό δεν αποτελεί νίκη κατά του Οικουμενισμού, αλλά επιβεβαίωση της παθολογίας του.
Η αποτείχιση είναι θεραπευτικό εργαλείο, όχι εκκλησιολογικό υποκατάστατο. Δεν σώζει από μόνη της, ούτε κατοχυρώνει την αλήθεια αυτομάτως. Χωρίς διάκριση, χωρίς συνοδικό ορίζοντα και χωρίς εκκλησιολογική ταπείνωση, μπορεί να γίνει πηγή μεγαλύτερου κακού από εκείνο που επιχειρεί να θεραπεύσει.
Το ημερολόγιο, λοιπόν, δεν νομιμοποιεί αποτείχιση. Ο Οικουμενισμός ενδεχομένως τη νομιμοποιεί – υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Και στις δύο περιπτώσεις, το κριτήριο δεν είναι η ιδεολογική καθαρότητα, αλλά η πίστη στο συνοδικό ήθος της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν σώζεται από «καθαρούς χρόνους», αλλά από ορθή πίστη εν κοινωνία. Αν αυτή η αρχή χαθεί, τότε και η αποτείχιση παύει να είναι ομολογία και γίνεται σχίσμα.
Συμπεράσματα.
Το ημερολόγιο δεν σώζει, ούτε καταδικάζει· δεν αποτελεί ούτε εγγύηση Ορθοδοξίας, ούτε απόδειξη εκπτώσεως. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έζησε και δεν ζει από την αστρονομική ακρίβεια, αλλά από το συνοδικό της φρόνημα. Όταν το ημερολόγιο θεοποιείται, η Εκκλησία υποκαθίσταται από ένα εξωτερικό σχήμα· όταν μηδενίζεται, υπονομεύεται η ευθύνη της κοινής εκκλησιαστικής πράξεως. Η αποτείχιση, ως έκτακτο και θεραπευτικό μέτρο, δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε λειτουργικές ή διοικητικές διαφορές, αλλά μόνο σε κηρυττόμενη εκκλησιολογική εκτροπή, και πάντοτε με προοπτική συνοδικής αποκατάστασης. Η μετατροπή της σε μόνιμη κατάσταση και σε κριτήριο εκκλησιαστικής ταυτότητας αλλοιώνει το ίδιο το νόημά της και οδηγεί σε σχισματική λογική.
Σήμερα, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η περιχαράκωση σε «καθαρές» ομάδες, αλλά η επανενεργοποίηση του νοσούντος συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας. Αυτό είναι και το αυθεντικό περιεχόμενο της πατερικής έννοιας «ἐφραγκεύσαμεν»· όχι η οριστική αποκοπή από το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά η προσωρινή άμυνα, ώστε να αποτραπεί η διάχυση της εκκλησιολογικής νόσου και να καταστεί δυνατή η θεραπεία. Υπό αυτή την έννοια, η αποτείχιση των αντι-οικουμενιστών οφείλει να στοχεύει όχι στη διαιώνιση της διαίρεσης, αλλά στη σύμπραξη όλων των αντι-οικουμενιστικών δυνάμεων, ανεξαρτήτως ημερολογίου ή επιμέρους παραδόσεων, με σκοπό την εκκλησιαστική αποκατάσταση: τη συνοδική καταδίκη του Οικουμενισμού, την καθαίρεση των ψευδεπισκόπων, που τον κηρύττουν και τη συγκρότηση υγιώς λειτουργουσών εκκλησιαστικών Συνόδων. Μόνον έτσι η αποτείχιση παραμένει ομολογία και δεν εκφυλίζεται σε σχίσμα, και μόνον έτσι η Εκκλησία βιώνεται όχι ως ιδεολογικό στρατόπεδο, αλλά ως Σώμα Χριστού εν θεραπεία και εν αληθεία.
ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ.
Σχόλια και απόψεις για
το παραπάνω κείμενο να στέλνονται μόνο στο ιστολόγιο-ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ
ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ στο link.
https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/01/blog-post_24.html
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου