Ὁ πλασμένος διάλογος αὐτός εἶναι ἔργο ἀνωνύμου (κατ΄ ἀρχήν) λογίου συγγραφέως τοῦ 15ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος – σύμφωνα μέ τήν πλοκή τοῦ διαλόγου, ὡς πρωταγωνιστής του – ἦταν εὐρέως καί διεθνῶς γνωστός ὡς ὁμολογητής τῆς Ὀρθοδοξίας, τελοῦσε δέ ὑπό διωγμό ἀπό τίς ἐκκλησιαστικές καί αὐτοκρατορικές ὑπηρεσίες ἐντός τῆς Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως.
Ὅπως προκύπτει ἀπό ἔγκυρα στοιχεῖα, συντάκτης τοῦ κειμένου ὑπῆρξε ὁ Ἱερομνήμων Θεόδωρος Ἀγαλλιανός (1400-1474), γνωστός ὀρθόδοξος λόγιος, τῆς μερίδος τῶν κατά τοῦ λατινισμοῦ “ἐνισταμένων” (κατά τήν ἔκφραση τοῦ κειμένου του) Ὀρθοδόξων τῆς Κωνσταντινουπόλεως στά μέσα τοῦ 15ου αἰῶνος.
Ὁ διάλογος λοιπόν διαμείβεται μεταξύ κάποιου “Ἱερομνήμονος” (12ου τῆ τάξει ἀξιωματούχου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου) καί κάποιου Μοναχοῦ προσκυνητοῦ-ἐπισκέπτου, προερχομένου ἀπό τά Εὐχάιτα (τήν Θεοδωρούπολη), ὁ ὁποῖος ἔχει ζῆλο ὑπέρ τῆς Πίστεως καί κατά τῶν προδοτῶν Κληρικῶν πού συνήνεσαν στήν ψευδο-ένωση Φερράρας-Φλωρεντίας· ὁ διάλογος εἶναι γραμμένος στήν λογία, ἀττική, διάλεκτο καί τοποθετεῖται στήν περίοδο μετά τήν παρέλευση δύο ἐτῶν ἀπό τήν ἑνωτική Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), δηλαδή γύρω στό ἔτος 1442, καί μέχρι τήν πτώση (Ἅλωση) τῆς ΚΠόλεως (1453) [b].
Ὁ διάλογος, λοιπόν, ἐνῷ προέρχεται ἀπό τά χρόνια ἀμέσως πρό τῆς Ἁλώσεως, διασώθηκε χάριν ἡμῶν στό σύγγραμμα “Τόμος Χαρᾶς” (1705) τοῦ σπουδαίου ἱστορικοῦ καί θεολόγου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Δοσιθέου (1641-1707), μεταξύ ἄλλων ἀντιπαπικῶν κειμένων τοῦ “Τόμου”. Ἡ παρουσίαση γίνεται βάσει τῆς ἐκδόσεως τοῦ “Τόμου Χαρᾶς” ἀπό τίς ἐκδόσεις Β. Ρηγοπούλου (1985), ἡ ὁποία ἔγινε μέ τήν ἐπιμέλεια τοῦ φιλολόγου Κων. Σιαμάκη.
Τά ἐπί μέρους θέματα πού πραγματεύεται ὁ διάλογος τοῦ Ἱερομνήμονος μέ τόν Μοναχό σέ περίπου 50 σελίδες εἶναι πολλά καί πολύ ἐπίκαιρα· ἀναπτύσσονται τά ἑξῆς: (α) ἡ διάσταση τῶν Ὀρθοδόξων ἐκκλησιαστικῶν ἀνθρώπων ἀπό τίς ἐκπεσοῦσες τῆς Πίστεως ἐπίσημες ἐκκλησιαστικές ἐξουσίες: πῶς ὁρίζεται ἡ Ἐκκλησία· (β) ποιά εἶναι ἡ “νέα ἐκκλησία” [“ἡ νῦν συστάσα”] : ἐκείνη τῶν Ὀρθοδόξων ἀποτειχισμένων ἤ ἐκείνη ὅσων προσχώρησαν στήν αἵρεση τοῦ λατινισμοῦ, τῶν λατινοφρόνων, ἄν καί φαίνεται ὡς ἡ ἐπίσημη καί κρατοῦσα; (γ) συνεπῶς εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἀκοινωνησία (ἀποτείχιση) ἀπό ὅσους κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς, ἡ γενικότερη “ἔνσταση”, καί ἡ διασπορά τῆς ἀντιδράσεως καί σέ ἄλλους Ὀρθοδόξους· (δ) ἡ ἀρετή τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ὡς προϋπόθεση τῆς θυσιαστικῆς ὁμολογίας του στήν ἑνωτική, προδοτική, Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας· (ε) ἡ θρησκευτική νοηματοδότηση καί διεύρυνση τῶν ἐθνικῶν ὅρων “Γραικός” καί “Λατῖνος”· (στ) ἡ ὑποδειγματική ὁμολογία καί ἡ ἀκριβής ἐκκλησιολογία τοῦ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Γαλησιώτου· (ζ) ἡ ἰσχύς καί ἀποτελεσματικότητα τῶν ὀρθοδόξων ἀφορισμῶν καί τό “ἀνίσχυρον” καί “ἀνενέργητον” (ἡ ἀκυρότητα καί ἀδράνεια) τῶν παπικῶν, “λατινικῶν”, ἀφορισμῶν· (η) ἡ ἀφθαρσία καί εὐωδία καί θαυματουργία τῶν Ὀρθοδόξων Ἁγίων ἤ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους καί ἡ ἐξ ἀντιθέτου ἀπουσία τέτοιων σημείων στούς Λατίνους “ἁγίους”, στά λείψανα ἐκείνων, ἀλλά καί σέ ὅσα ἱερά λείψανα Ὀρθοδόξων Ἁγίων μεταφέρθηκαν στήν αἱρετική Δύση, ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ “Θεός πρόσκειται μέν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίᾳ” τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλ΄ ὅμως τήν “λατινικήν ἐκκλησίαν ἀποδιοπομπεῖται καί ἀποστρέφεται, καί ξένην ἡγεῖται καί ἀλλοτριόφρονα” (παρ. § 46, σελ. 578)· (9) ὅσοι ἄνθρωποι ἀνακηρύχθηκαν ἅγιοι ἀπό τούς Λατίνους, τό ὀφείλουν ἐνίοτε σέ (ἁπλῶς) ἀνθρώπινες ἀρετές, οἱ ὁποῖες δέν ἐπισκιάσθηκαν ἀπό τήν θεία Χάρη, καί σέ ἀνθρώπινες φημολογίες. Ὅλοι μας ἄλλωστε θεωροῦμε καί ὀνομάζουμε εἰλικρινῶς τόν Γέροντά μας “ἅγιο”, ἀλλά τό ἐπικυρώνει τοῦτο καί ὁ Θεός; (10) ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά ἐνσκηνώσει, διά τῆς θείας Χάριτός του, στούς αἱρετικούς, λόγω τῆς κακοδοξίας τους, ἀκόμη καί ἄν τηροῦν ἄκρα μοναχική ἄσκηση ἤ ἄν ἀποθάνουν καί μαρτυρικῶς ἀκόμη στά χέρια ἀσεβῶν· (11) κατά τήν ὁμολογία τοῦ Ὁσίου Μελετίου τοῦ Γαλησιώτου, προτάσσεται, προτεραιοποιεῖται, ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ εὐσέβεια, ἔναντι ὅλων τῶν γεωπολιτικῶν κινδύνων καί ἰσορροπισμῶν ἐκείνων τούς ὁποίους ἀντιμετώπιζε ἡ αὐτοκρατορική ἐξουσία, ἡ ὁποία ἤθελε νά ἐργαλειοποιήσει τήν Ἐκκλησία, μέ “ἐκπτώσεις” στήν δογματική Πίστη· συνυφαίνονται δέ στό κείμενο καί ἄλλες πολλές ἱερές, ἐνδιαφέρουσες, ἐπιμέρους ἐκκλησιολογικές καί εὐρύτερες θεολογικές θέσεις.
“Ἡ Ἐκκλησία οὐκ οἰκοδομαῖς ἐκ λίθων καί πλίνθων καί κιόνων καί μολύβδων συνισταμένοις ὥρισται· τοῦτο γάρ ναός καλεῖται· ὁ δέ Θεός οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, ἀλλ’ ἐν ταῖς τῶν πιστῶν καί ὀρθοδόξων ψυχαῖς, ὧν συνερχομένων εἰς ταὐτό κατά τό ὁμόγνωμον καί ὁμόδοξον Ἐκκλησία ὀνομάζεται” (παρ. § 12, σελ. 559ἑξ.).
“Καί σύ δέ, βασιλεῦ, [λέγει ὁ Ὅσιος Μελέτιος] εἰ καί τολμηρόν τό συμβουλευόμενον, μή τόν τοῦ Θεοῦ φόβον ἐν δευτέρῳ θέμενος, φόβον ἀνθρώπων ἐπίσειε κατά σαυτοῦ ἤ κατά τοῦ κοινοῦ τῆς Πόλεως. Ἐάν γάρ μή Κύριος φυλάξη πόλιν, εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων […] Τήν εὐσέβειαν γάρ ἐξάπαντος προηγεῖσθαι, μετά δέ τοῦτο τά περί τῶν ἄλλων σκοπεῖν” (παρ. § 33, σελ. 571ἑξ.).
“Ὁ λόγος ἀπέδειξεν, ὅτι ἀρεσκομένου τοῦ Θεοῦ τῇ τῶν δογμάτων ὀρθότητι τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἐκκλησίας, δι΄αὐτῆς καί τῶν αὐτῆς τροφίμων τάς θεοσημείας ἐργάζεται καί ζώντων καί μετά θάνατον, καί τῇ τῶν ἁγίων λειψάνων ἀναδείξει, ὧν οὐδέν ἐστιν ἐν τῇ κατά Λατίνους [ἐκκλησίᾳ], ὡς ἀποστρεφομένου πάντως τοῦ Θεοῦ καί μυσαττομένου ταύτην [τήν λατινικήν ἐκκλησίαν] διά τήν κακοδοξίαν αὐτῆς” (παρ. § 51, σελ. 580).
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[a] Ἀδ. Διαμαντόπουλος, “Σίλβεστρος Συρόπουλος καί τά ἀπομνημονεύματα αὐτοῦ τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ Συνόδου” (εἰσαγωγή) στό ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΥ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ἡ Ἱστορία τῆς Συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας, ἐκδότης: Ὁ Ροδοστόλου Χρυσόστομος, Ἅγιον Ὄρος 2021, σελ. 46ἑξ. Πρβλ καί HANS-GEORG BECK, Kirche und Theologische Literatur im Byzantinischen Reich, Muenchen 1959, s. 759.
[b] Ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἐπιμελητοῦ τῆς ἐκδόσεως κ. Κ. Σιαμάκη παραδοχή συγκλήσεως μιᾶς δῆθεν “ὀρθοδόξου Συνόδου τῆς Ἁγίας Σοφίας τοῦ 1450” καί μιᾶς δῆθεν Πατριαρχίας τοῦ ἀνθενωτικοῦ, Ὀρθοδόξου, Ἀθανασίου Β΄ μετ’ αὐτήν, μολονότι ἀκολουθεῖ τήν ἴδια παλαιά θέση τοῦ Δοσιθέου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων καί τοῦ Κων. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων (19ου αἰ.), δέν γίνεται πλέον ἐπιστημονικῶς ἀποδεκτή. Ἡ ἐπίσημη ἐξουσία στήν ΚΠολη, ἐκκλησιαστική καί πολιτική, παρέμεινε λοιπόν σταθερῶς λατινόφρων μέχρι τήν Ἅλωση τοῦ 1453· ὁπότε καί τό περιθώριο διεξαγωγῆς τοῦ διαλόγου αὐτοῦ [terminus ante quem] μετακινεῖται στό 1453, καί ὄχι στό 1450 καί σέ κάποια δῆθεν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Βασιλεύουσα πρό τῆς Ἁλώσεως. Πρβλ. Ἀρχιμ. Νεκτάριος Καρσιώτης, Ἡ Σύνοδος Φερράρας – Φλωρεντίας ἀπό τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὅρου ἑνώσεως ἕως καί τῆς καταργήσεως αὐτοῦ. Μελέτη φιλολογική καί ἱστορική (διδακτορική διατριβή ὑποβληθεῖσα στό Τμῆμα Φιλολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ ΕΚΠΑ), Ἀθῆναι 2019.
Ζήσης: Διάλογος Ἱερομνήμονος μέ Μοναχό κατά τῶν Λατίνων (παρουσίασι).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου