Η ΟΥΝΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (Γ)
Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού)
Έλληνας Ουνίτης επίσκοπος αξιολογεί την Κολυμπάριο Σύνοδο
(Α.Μ.Σ.Κ)
Κριτική στις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης δημοσίευσε ο
+ Ο Γρατιανουπόλεως Δημήτριος (Ουνίτης επίσκοπος) - Μέλος της Μικτής Επιτροπής
του Θεολογικού Διαλόγου. Στο κείμενο γράφονται τα εξής:
Οι «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν
Κόσμον» απετέλεσε ένα από τα βασικά θέματα που κυριάρχησαν στην Αγία και Μεγάλη
Σύνοδο της Ορθοδοξίας στην Κρήτη, με την απόφαση και έκδοση ενός σχετικού
σημαντικού κειμένου που υπέγραψαν οι αντιπροσωπείες των δέκα Ορθοδόξων
Εκκλησιών, παρούσες στη Σύνοδο.
Η απόφαση αυτή ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Καθολική Εκκλησία, η
οποία επί τριάντα έξη τώρα χρόνια (1980-2016) διεξάγει – μέσω μιας Διεθνούς
Μικτής Επιτροπής - επίσημο Θεολογικό Διάλογο με την Ορθόδοξη Εκκλησία στο
σύνολο της, δηλ. με τις 14 Ορθόδοξες Εκκλησίες. Ερωτάται λοιπόν πώς
διαμορφώνεται από εδώ και πέρα η εκκλησιολογική διάσταση αυτού του Διαλόγου με
βάση την πρόσφατη απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας
; Πιο συγκεκριμένα ερωτάται ποια είναι η υπόσταση αυτού του Διαλόγου; Πώς
εννοείται ο Διάλογος αυτός με την Καθολική Εκκλησία ; Τι επιπτώσεις πιθανόν να
έχει η απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην περαιτέρω πορεία του
Θεολογικού Διαλόγου, έχοντας μάλιστα υπόψη ότι σε λίγες ημέρες, στις 15-22
Σεπτεμβρίου 2016, συνέρχεται στην πόλη Chieti της Ιταλίας η Ολομέλεια της
Διεθνούς Μικτής.
Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των δυο Εκκλησιών με
κύριο θέμα: «Προς μια κοινή κατανόηση της Συνοδικότητας και του Πρωτείου στην
υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας» (Τowards a Common Understanding of
Synodality and Primacy in Service to the Unity of the Church).
Η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου περιγράφει τη θεμελίωση
και τον σκοπό του Διαλόγου της Ορθοδοξίας «προς τον λοιπόν Χριστιανικόν
Κόσμον», τονίζοντας ορισμένες κατευθυντήριες αρχές :
1) Η οικουμενική ευθύνη της Ορθοδόξου
Εκκλησίας για την ενότητα των Χριστιανών:
«Η ευθύνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας διά την ενότητα, ως και η
οικουμενική αυτής αποστολή εξεφράσθησαν υπό των Οικουμενικών Συνόδων. Αύται
ιδιαιτέρως προέβαλον τον μεταξύ της ορθής πίστεως και της μυστηριακής κοινωνίας
υφιστάμενον άρρηκτον δεσμόν».
Η μυστηριακή κοινωνία είναι έκφραση και επιστέγασμα της κοινής ομολογίας πίστεως. Άρρηκτος λοιπόν ο δεσμός «ορθοδοξίας» πίστεως και «ορθοπραξίας» συμμετοχής στο Κοινό Ποτήριο.
2) Η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την προσευχή και την πράξη στην κίνηση πρoς αποκατάσταση τής ενότητας μετά των άλλων Χριστιανών «ἐν τῇ Μιᾷ, Ἁγίᾳ, Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ»:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία, αδιαλείπτως προσευχομένη “υπέρ της των
πάντων ενώσεως”, εκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετά των εξ αυτής διεστώτων, των
εγγύς και των μακράν, επρωτοστάτησε μάλιστα εις την σύγχρονον αναζήτησιν οδών
και τρόπων της αποκαταστάσεως της ενότητος των εις Χριστόν πιστευόντων, μετέσχε
της Οικουμενικής Κινήσεως από της εμφανίσεως αυτής και συνετέλεσεν εις την
διαμόρφωσιν και περαιτέρω εξέλιξιν αυτής.
3) Η θεμελίωση των Θεολογικών
Διαλόγων της Ορθοδοξίας:
«Οι σύγχρονοι διμερείς θεολογικοί διάλογοι της Ορθοδόξου
Εκκλησίας, ως και η συμμετοχή αυτής εις την Οικουμενικήν Κίνησιν ερείδονται επί
της συνειδήσεως ταύτης της Ορθοδοξίας και του οικουμενικού αυτής πνεύματος επί
τω τέλει της αναζητήσεως, βάσει της αληθείας της πίστεως και της παραδόσεως της
αρχαίας Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων, της ενότητος όλων των
Χριστιανών».
Να σημειωθεί βέβαια ότι στον «λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον», στον
οποίον αναφέρεται η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, συγκαταλέγεται και η
Καθολική Εκκλησία, με την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία διεξάγει επί τριάντα έξη
τώρα χρόνια (1980-2016) επίσημο Θεολογικό Διάλογο «εν αληθεία και αγάπη». Ο
διμερής αυτός Διάλογος – όπως αποφασίσθηκε από κοινού κατά την έναρξη του, το
1979, – διεξάγεται ακριβώς: «επί τω τέλει της
αναζητήσεως, βάσει της αληθείας της πίστεως και της παραδόσεως της αρχαίας
Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων, της ενότητος όλων των Χριστιανών».
Ως προς τη φύση της Εκκλησίας σε σχέση με τον «λοιπόν
Χριστιανικόν Κόσμον», προς τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία επιδιώκει και διεξάγει
Διάλογο, η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επισημαίνει κατ’αρχήν ότι:
«Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν
τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ».
Ορθή η διακήρυξη αυτή καθότι η Εκκλησία του Χριστού είναι και
παραμένει μέχρι συντελείας των αιώνων «μια, αγία, καθολική και αποστολική»,
παρά τα σχίσματα και τις διαιρέσεις στους κόλπους της κατά τη διάρκεια των
αιώνων μέχρι σήμερα. Η διατάραξη της ενότητας κατά την ιστορική πορεία της
Εκκλησίας δεν αλλοίωσε την οντολογική φύση της, ούτε αυτή οφείλεται σε θεϊκή
βούληση, αλλά επήλθε ιστορικά από υπαιτιότητα των ανθρώπων.
Ως προς την Καθολική Εκκλησία, η Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος σαφώς
διεκήρυξε ότι τόσον η ίδια όσον και η Ορθόδοξη Εκκλησία διατήρησαν, παρά τον
ιστορικό χωρισμό τους, τα στοιχεία εκείνα της αποστολικότητας και
μυστηριακής δομής της Εκκλησίας του Χριστού, τα οποία τις καθιστούν όντως
«Εκκλησίες», όργανα αγιασμού και σωτηρίας, λόγω των Μυστηρίων και ιδιαίτερα της
Ιερωσύνης και της Αγίας Ευχαριστίας.
Η Απόφαση όμως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου διαφοροποιείται
κάπως ως προς την εκκλησιολογική και μυστηριακή δομή του «λοιπού Χριστιανικού
Κόσμου» :
Αφού επισημαίνει κατ’αρχήν ότι: «κατά την οντολογικήν φύσιν της
Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή», «παρά ταύτα, η
Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν
κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών».
Η διακήρυξη αυτή απετέλεσε αντικείμενο μακράς συζήτησης,
υιοθετώντας τελικά πλήρως την πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την Αγία
και Μεγάλη Σύνοδο, σύμφωνα με την εξής ταυτόσημη ακριβώς διατύπωση: «Η
Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν άλλων ετεροδόξων
Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών».
Η Σύνοδος δεν χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «σχισματικές ή
αιρετικές χριστιανικές κοινότητες», αλλά τις αποκαλεί «ετερόδοξες Χριστιανικές
Εκκλησίες και Ομολογίες» μη ευρισκόμενες εν κοινωνίᾳ μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι άλλες λοιπόν Χριστιανικές Εκκλησίες, συμπεριλαμβανομένης και της Καθολικής
Αποστολικής Εκκλησίας της Ρώμης, χαρακτηρίζονται ως «ετερόδοξες», ο δε όρος
«Εκκλησία» γίνεται αποδεκτός «κατά την ιστορική του μόνο ονομασία» και όχι
«κατά τήν οντολογικήν φύσιν»
αυτής.
Αυτό σημαίνει – εμμέσως πλην σαφώς – ότι δεν αναγνωρίζεται η
ουσιαστική έννοια και φύση της Καθολικής Εκκλησίας ως «Εκκλησία» με βάση την
αποστολική διαδοχή και επομένως την εκκλησιολογική και μυστηριακή αυτής
υπόσταση και δομή. Η Καθολική Εκκλησία έχει την αυτοσυνειδησία ότι «εν αυτή»
υπάρχει (subsistit in) πλήρως η Εκκλησία του Χριστού, και ομολογεί την πίστη
της αρχαίας αδιαίρετης Εκκλησίας, όπως ορίσθηκε στο Σύμβολο της
Πίστεως Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως γι’αυτό και θεωρεί εαυτήν «ορθόδοξη» κατά
την πατερική ορολογία.
Παρά ταύτα, κατά την Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, η
Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι οι σχέσεις της με τις ἱστορικά μόνον ονομαζόμενες (δηλ.
αυτοκαλούμενες) άλλες ετερόδοξες χριστιανικές Εκκλησίες και Ομολογίες, μη
ευρισκόμενες εν κοινωνίᾳ μετ’ αυτής, «πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι
ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος
και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος,
ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη
τόσον διά θεολογικούς, όσον και διά ποιμαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον
μετά των λοιπών χριστιανών εις διμερές και πολυμερές επίπεδον και προς την
συμμετοχήν γενικώτερον εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων χρόνων».
Η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εκφράζει την πεποίθηση
ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «διά του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του
πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους
εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης
προς την ενότητα».
Στον μέχρι σήμερα διεξαγόμενο Θεολογικό Διάλογο της Ορθόδοξης
Εκκλησίας με την Καθολική Εκκλησία, σαφώς διαφαίνεται από τα κοινά θεολογικά
μέχρι σήμερα εκδοθέντα κείμενα ότι εσημειώθη κάποια κατά το δυνατόν
αντικειμενικότερη αποσαφήνιση της διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας «περί
μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης
καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς». Παραμένει βέβαια η
αντικειμενικότερη αποσαφήνιση της διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας ως προς
το όλον εκκλησιολογικό θέμα». Και όπως λέχθηκε παραπάνω, προσεχώς η Μικτή
Επιτροπή θα συζητήσει στην Ολομέλεια της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής του
Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των δυο Εκκλησιών το θέμα της «συνοδικότητας και του
πρωτείου στην υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας».
Στην Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου περιγράφεται και η
μεθολογία των Θεολογικών Διαλόγων :
«Η κατά την διεξαγωγήν των θεολογικών διαλόγων ακολουθουμένη
μεθοδολογία αποσκοπεί εις τε την λύσιν των παραδεδομένων θεολογικών διαφορών ή
των τυχόν νέων διαφοροποιήσεων και εις την αναζήτησιν των κοινών στοιχείων της
χριστιανικής πίστεως, προϋποθέτει δε την σχετικήν πληροφόρησιν του πληρώματος
της Εκκλησίας επί των διαφόρων εξελίξεων των διαλόγων. Εν περιπτώσει αδυναμίας
υπερβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικής διαφοράς ο θεολογικός διάλογος
δύναται να συνεχίζηται, καταγραφομένης της διαπιστωθείσης επί του συγκεκριμένου
θέματος θεολογικής διαφωνίας και ανακοινουμένης της διαφωνίας ταύτης προς πάσας
τας κατά τόπους Ορθοδόξους Εκκλησίας διά τα εφεξής δέοντα γενέσθαι».
Καθολικοί και Ορθόδοξοι θεολόγοι στον Διάλογο αυτό, συζητούν με
γνώμονα την ιερά Παράδοση της αρχαίας αδιαίρετης Εκκλησίας, και εκεί ακριβώς
επιδιώκουν να εύρουν τη λύση των διαφορών τους. Οι δογματικές εξελίξεις στη
Δύση κατά τη δεύτερη χιλιετία, ερήμην της Ορθοδοξίας, εξετάζονται ακριβώς υπό
το φως της ιεράς Παραδόσεως και των ιερών κανόνων της αρχαίας αδιαίρετης
Εκκλησίας.
Στην αναζήτηση αυτή δεν χωρούν βέβαια δογματικοί συμβιβασμοί και
υποχωρήσεις, δεν υπάρχει καμιά περίπτωση «υπογραφής» της ένωσης, δεν υπάρχει η
ελάχιστη πρόθεση ή επιδίωξη τέτοιας «υπογραφής κάποιου τετελεσμένου συμβολαίου
ένωσης». Είναι πολύ μακρύς ακόμα ο δρόμος προς
την ένωση, θα χρειασθούν
ακόμη αρκετές δεκαετίες διαλόγου, χωρίς να προδιαγράφεται
ακόμα η μελλοντική έκβαση του.
Η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου δεν αγνοεί ούτε
υποβαθμίζει τις δυσκολίες του Διαλόγου γενικά με τον «λοιπόν Χριστιανικόν
Κόσμον», και ειδικότερα με την Καθολική Εκκλησία:
|
«Βεβαίως, η Ορθόδοξος Εκκλησία, διαλεγομένη μετά των λοιπών Χριστιανών, δεν παραγνωρίζει τας δυσκολίας του τοιούτου εγχειρήματος, κατανοεί όμως ταύτας εν τη πορεία προς την κοινήν κατανόησιν της παραδόσεως της αρχαίας Εκκλησίας και επί τη ελπίδι ότι το Άγιον Πνεύμα, όπερ “όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας” (στιχηρόν εσπερινού πεντηκοστής), θα “αναπληρώση τα ελλείποντα” (ευχή χειροτονίας). Εν τη εννοία ταύτη, η Ορθόδοξος Εκκλησία εις τας σχέσεις αυτής προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον δεν στηρίζεται μόνον εις τας ανθρωπίνους δυνάμεις των διεξαγόντων τους διαλόγους, αλλ’ απεκδέχεται πρωτίστως την επιστασίαν του Αγίου Πνεύματος εν τη χάριτι του Κυρίου, ευχηθέντος “ίνα πάντες εν ώσιν” (Ιω. 17, 21)». |
Η Απόφαση λοιπόν της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εδραιώνει τον Οικουμενικό Διάλογο. Η Καθολική Εκκλησία συνδιαλέγεται εν αγάπη και αληθεία με την Αδελφή Ορθόδοξη Εκκλησία, της οποίας ρητώς αναγνωρίζει την αποστολική προέλευση, την εκκλησιολογική και μυστηριακή δομή, με αποκλειστικό σκοπό το αίσθημα «ὑπευθυνότητος καί ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀμοιβαία κατανόησις καί ἡ συνεργασία τυγχάνουν οὐσιώδεις, “ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ” (Α’ Κορ. 9, 12)», όπως ακριβώς επισημαίνει και η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου: «Ἡ πολυσχιδής αὕτη δραστηριότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πηγάζει ἐκ τοῦ αἰσθήματος ὑπευθυνότητος καί ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀμοιβαία κατανόησις καί ἡ συνεργασία τυγχάνουν οὐσιώδεις, “ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ” (Α’ Κορ. 9, 12)».
Η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου εστιάζει την ανάγκη του
Οικουμενικού Διαλόγου πρώτιστα δια της «ορθοδόξου μαρτυρίας» ανάμεσα στους
«ετεροδόξους», επισημαίνει όμως ότι σκοπός του Οικουμενικού Διαλόγου είναι η
ποθητή επίτευξη της ορατής ενότητας των χριστιανών, δηλαδή «εν τη πεποιθήσει
ότι διά του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ
αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής, με
αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα».
Με το ίδιο σκεπτικό και προοπτική και η Καθολική Εκκλησία
συμμετέχει στον Οικουμενικό Διάλογο αγάπης και αλήθειας δια της «μαρτυρίας»
εντός και εκτός αυτής.
Συνοψίζοντας, θεωρώ ότι η Απόφαση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου
στην Κρήτη για τις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν
Χριστιανικόν Κόσμον» είναι ιστορική και σημαντική: Για πρώτη φορά πράγματι οι
Ορθόδοξες Εκκλησίες, στην πλειοψηφία τους, με συνοδική πανορθόδοξη απόφαση
επικυρώνουν και εμπεδώνουν τη βούληση ενεργούς συμμετοχής τους, παρά τις
αρνητικές φωνές που ακούονται, «εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων
χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι διά του Διαλόγου δίδουν δυναμικήν μαρτυρίαν του
πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους
εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης
προς την ενότητα».
Σημειώνουμε όμως ότι η Καθολική Εκκλησία – από και μετά την Β΄
Βατικάνειο Σύνοδο - στις σχέσεις της προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον, και
ειδικότερα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, επανεξέτασε τον βαθμό κοινωνίας στα της
πίστεως και λατρείας που υπάρχει ήδη με αυτήν, και κατέληξε στη ρητή αναγνώριση
της εκκλησιολογικής και μυτηριακής δομής της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Με βάση αυτήν
την πεποίθηση διεξάγει τον Θεολογικό Διάλογο με αυτήν. Μέλλει να διασαφηνισθεί
και από πλευράς της Ορθοδόξου πλευράς με ποια εκκλησιολογική βάση διεξάγει τον
Θεολογικό Διάλογο με την Καθολική Εκκλησία. Αυτό δεν φάνηκε στις αποφάσεις της
Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Κρήτη, τουλάχιστον ως προς την Καθολική
Εκκλησία.
Πάντως η εκπεφρασμένη συνοδικά πανορθόδοξη βούληση Διαλόγου
ενισχύεται από την προσευχή προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, Ιδρυτή της Εκκλησίας.
Για το λόγο αυτό και η Απόφαση της Συνόδου καταλήγει:
«Δεόμεθα όπως οι Χριστιανοί εργασθώσιν από κοινού, ώστε να αποβή
εγγύς η ημέρα, καθ’ ην ο Κύριος θα εκπληρώση την ελπίδα των Ορθοδόξων Εκκλησιών
και «γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν» (Ιω. 10,16).
Σχολιάζοντας τα παραπάνω:
-Ο κ.Δημήτριος
Σαλάχας ενώ από την μια πλευρά αποδέχεται την Α.Κ.Κ.Σ και την θεωρεί ένα
μεγάλο βήμα εκ πλευράς Ορθοδόξου Εκκλησίας, από την άλλη ασκεί σκληρή κριτική σ
αυτήν, διότι, ενώ ο Παπισμός ρητώς αναγνωρίζει την εκκλησιολογική και
μυστηριακή δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η ψευδοσύνοδος, με το να αποκαλέσει τον
Παπισμό ως «ετερόδοξη Χριστιανική Εκκλησία και Ομολογία μη ευρισκομένη εν
κοινωνία μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας», δεν αναγνωρίζει την ουσιαστική έννοια
και φύση του Παπισμού ως «Εκκλησία», με βάση την αποστολική διαδοχή και
επομένως την εκκλησιολογική και μυστηριακή του υπόσταση και δομή. γι αυτό και
καλεί την Ορθόδοξη πλευρά να διασαφηνίσει με ποια εκκλησιολογική βάση διεξάγει
τον Θεολογικό Διάλογο με τον Παπισμό.
Δηλαδή υποστηρίζει ότι η Κολυμπάριος Σύνοδος δεν αναγνώρισε «την ουσιαστική έννοια και φύση της Καθολικής Εκκλησίας», δεν αναγνώρισε την εκκλησιολογική υπόσταση του Παπισμού αλλά την ΗΜΙΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕ.
Σύμφωνα με τον
καθηγητή του εκκλησιαστικού δικαίου Κυριάκο Κυριαζόπουλο «πρόκειται για «ανόνητα
λογοπαίγνια». Αν ίσχυε η άποψη του κ.Δ.Σ τότε γιατί πραγματοποιήθηκαν
οι Θεολογικοί διάλογοι μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών μιας και δεν αναγνωρίσθηκαν
και ούτε αναγνωρίζεται (καθώς θεωρούν μερικοί) ολοσχερώς η «Βατικάνεια
Εκκλησιολογία» και εκκλησιαστικότητα αυτών; Γίνονται διάλογοι για χάρη των διαλόγων;;;
Επίσης με την προσεκτική μελέτη του επιμάχου 6ου κειμένου
της Α.Μ.Σ.Κ διαπιστώνουμε ορισμένα σημεία, στα οποία η ασάφεια δίνει την
δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας του: .
Γίνεται αναφορά σε ετερόδοξες χριστιανικές Εκκλησίες που δεν
βρίσκονται σε κοινωνία με την Ορθόδοξο Εκκλησία (βλ. παράγρ. 6), και επίσης
στην αλήθεια και πίστη και παράδοση των επτά Οικουμενικών Συνόδων, ως εις βάσιν
της αναζητήσεως της ενότητος των Χριστιανών (βλ. παράγρ. 5).
Δεν περιγράφεται όμως η αποστολική αλήθεια, πίστη και παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων και δεν αντιδιαστέλλεται από την ετεροδοξία των «ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών» με συγκεκριμένα στοιχεία της δισχιλιετούς Παραδόσεως της Εκκλησίας. Έτσι δεν οριοθετείται σαφώς η Εκκλησία από τις αιρέσεις που σφετερίζονται την αποστολική αλήθεια, είτε αυτές αποδέχονται τις τρεις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους (οι Μονοφυσίτες), είτε έχουν συγκαλέσει είκοσι μία (οι Ρωμαιοκαθολικοί), είτε αρνούνται να αναγνωρίσουν στην Ορθόδοξο Εκκλησία την όλη αποστολική πίστη (οι Προτεστάντες). Επειδή λοιπόν τις ονομάζουμε «ετερόδοξες χριστιανικές Εκκλησίες» (εννοώντας ότι έχουν κάποια δομή και κάποια στοιχεία της Εκκλησίας, αλλά είναι ετερόδοξες στην πίστη), χωρίς να προσδιορίζουμε σαφώς την ετεροδοξία τους (που τις έχει οδηγήσει εκτός Εκκλησίας, στην αίρεσή), εύκολα ημπορούμε να διολισθήσουμε στην αντορθόδοξη θεωρία ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί «ευρίσκονται πλέον υπό καθεστώς όχι τετελεσμένου σχίσματος αλλά διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας (ακοινωνησία)».
Η
ασφαλής διεξαγωγή διαχριστιανικών διαλόγων χρειάζεται ένα καταστατικής ισχύος
κείμενο, που να αποτυπώνει με σαφήνεια την διαφοροποίηση της Ορθοδοξίας από την
αίρεση και της Εκκλησίας από τις αιρετικές «εκκλησίες». Η μορφή των Ιερών
Κανόνων α’ της Β’ Οικουμενικής Συνόδου και α’ και β’ της Πενθέκτης μπορεί να
αποτελέσει παράδειγμα. . Αυτή η θεωρία, η οποία έχει κερδίσει και Ορθοδόξους
θεολόγους, διαστρεβλώνει την έννοια της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής
Εκκλησίας (στην οποία συσκευάζει Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς παρά τις δογματικές
διαφορές), καθώς και την έννοια της ετεροδοξίας, την οποία αντιλαμβάνεται ως
διαφορετική διατύπωση της ιδίας αποστολικής πίστεως! 2) Στην παράγρ. 20 έχουν
επισημανθεί ελλείψεις, οι οποίες αφήνουν χώρο στην βαπτισματική θεολογία και
στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας στους ετεροδόξους.
Τέλος αναφέρουμε τις ευχαριστίες και την διαβεβαίωση του
Πατριάρχου Βαρθολομαίου προς τον επικεφαλής των ουνιτών της Ουκρανίας
Σβιάτοσλαβ Σέβτσουκ «για την υποστήριξή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο για
την διοργάνωση της Συνόδου στην Κρήτη»
Έγραψε σε επιστολή του ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος :
«Έχουμε την ευχαρίστηση να επωφεληθούμε της ευκαιρίας να
εκφράσουμε την ειλικρινή μας ευγνωμοσύνη για την επιστολή σας και για τις
αδελφικές ευχές σας για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, η οποία με την χάρη του
Αγίου Πνεύματος και την συνέργια των αδελφών μας Προκαθημένων και ιεραρχών των
Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών από όλο τον κόσμο συνήλθε στις 19 Ιουνίου και
επιτυχώς ετελείωσε στις 26 Ιουνίου 2016 στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης. Μπορούμε
να σας διαβεβαιώσουμε, Σεβασμιώτατε, ότι η δέσμευσή μας στον διάλογο με την
Αδελφή μας Εκκλησία υπερβαλλόντως υποστηρίχθηκε στις Συνοδικές Επιτροπές και
επισήμως αναφέρεται στο τελικό ανακοινωθέν. Αυτή, κατά την άποψή μας, είναι
βεβαίως κρίσιμη για την αξιόπιστη και ενωτική μαρτυρία του Ευαγγελίου στον
ταραγμένο κόσμο της εποχής μας». ( Γιώργος Ν.Παπαθανασόπουλους,
Προβληματισμός από φιλενωτικές ενέργειες, 29-8-2016, http : //aktines.
blogspot. gr/2016/08/blog-post_782. html)

Που βρισκόταν η Γρατιανούπολη (Ιστορικά στοιχεία)
ΑπάντησηΔιαγραφή-------------------------------------------------------------------------------------
Στους νότιους πρόποδες της οροσειράς της Ροδόπης και στην ανατολική όχθη του Πάτερμου έχουν εντοπιστεί ερείπια οχυρωμένου οικισμού, που ταυτίζεται με τη βυζαντινή Γρατιανού (σημερινή Γρατινή). Η Γρατινή, χωριό στα μέσα του ορεινού όγκου της Ροδόπης, βορειοανατολικά της Κομοτηνής, είναι μια κωμόπολη η οποία στα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας διέθετε ισχυρό φρούριο, γνωστό ως Γρατιανούπολη. Δίπλα από τον ποταμό Πάτερμο, βρίσκονται στη δυτική πλευρά ενός υψώματος τα ερείπια των οχυρώσεων της βυζαντινής Γρατιανούπολης και διατηρούνται τα ερείπια μονόχωρης βυζαντινής εκκλησίας και ατείχιστου οικισμού, ενώ ένα λιθόκτιστο τοξωτό γεφύρι ενώνει τη χαράδρα, που κυλά ο ποταμός Πάτερμος. Το φρούριο κατασκευάστηκε πιθανότατα κατά τον 14ο αιώνα. Η κάτοψη του έχει ακανόνιστο σχήμα και μήκος από Βόρεια προς Νότια άνω των 250 ποδιών. Η τοιχοδομία του, που φτάνει έως τα 4 μέτρα ύψος, αποτελείται από αργούς λίθους, κονίαμα, θραύσματα πλίνθων και ακατάστατη πλινθοδομή.