Σάββατο 15 Απριλίου 2023

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΥΣ, ΣΕ ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΤΕΣ, ΣΥΚΟΦΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΨΕΥΤΕΣ.

Για να µάθει ο λαός ότι: ΟΛΟΙ (σχεδόν) ΟΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΑΝ, ΕΚΑΝΑΝ ΑΓΩΝΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ, ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ ΚΑΛΑ, ΝΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΠΛΟΥΣΙΟΙ ΜΕ ‘’ΔΟΞΑ’’ ΚΑΙ ΤΙΜΕΣ!.

Ο ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Α΄(Κοτσώνης) και οι περί αυτού μητροπολιτες ΗΡΘΑΝ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΦΕΡΑΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΦΥΓΑΝ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΕΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ, ΠΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ !.

Σ΄αυτούς και γιαυτό απαντάµε.

ΑΠΑΝΤΑΜΕ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΥΣ

2oν 

ΙΙ. ΜΠΟΥΡΔΑΛΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΚΑΥΧΑΣΜΟ

Ξεκινά το δεύτερο πεδίο ο κ. Μπούρδαλας ότι «η γνωστή αυτή χούντα θέλησε να ελέγξει πλήρως και τη διοίκηση της “Εκκλησίας της

Ελλάδος”, ώστε αφενός να την έχει υποτακτική και αφετέρου δ’ αυτής να ελέγχεται καθηµερινά ο λεγόµενος κατώτατος κλήρος…».

Η ‘’διοίκηση της Εκκλησίας’’, κύριε, για δεκάδες χρόνια ήταν ανύπαρκτη, απλώς βρίσκονταν και το µόνο που έκαναν ήταν να

καλοπερνάνε και να συνθλίβουν τους παπάδες (το λεγόµενο κατώτατο κλήρο). Από δεκάδες δηµοσιεύµατα σταχυολογώ κάποια

ενδεικτικά αποσπάσµατα: «Ο Αρχιεπισκοπικός θρόνος των Αθηνών ουσιαστικώς εχήρευσεν από του θανάτου του Μεγάλου

Μητροπολίτου – ως ετιτλοφορείτο τότε – Γερµανού Καλλιγά – “παρά την εν τω µεταξύ διέλευσιν εκ του θρόνου µερικών

προσωπικοτήτων, ως του Μελετίου Μεταξάκη, του Χρυσοστόµου Παπαδόπουλου, του Δαµασκηνού Παπανδρέου, του Χρύσανθου

Φιλιππίδη και του Σπυρίδωνος Βλάχου” – η Εκκλησία έκτοτε παρέµεινεν ουσιαστικώς αδιοίκητος ου µόνον δια τας προσωπικάς

αδυναµίας τούτων, αλλά και δια τας υπ’ αυτών δηµιουργηθείσας εκκλησιαστικάς ανωµαλίας, τας συνακολουθούσας την πολυτάραχον

ιστορίαν της Ελλάδος του πρώτου ηµίσεος και πλέον του τρέχοντος αιώνος» (Π. Παλαιολόγος, “ΤΟ ΒΗΜΑ”, 8/2/1962).

Ο µητροπολίτης Πειραιώς είπε στην Ιεραρχίαν: «Έχοµεν σαπίλαν και

βόρβορον εις την Εκκλησίαν… Αποδείχθη εις την υπόθεσιν Λαρίσης, την

οποίαν, όταν απεφάσισεν η Εκκλησία να τελειώσει, το έκαµεν εντός είκοσι

ηµερών. Διατί δεν το έκαµεν επί εν έτος;». Ο Σάµου είπε: «Διαµαρτύροµαι.

Δεν γνωρίζετε πως έχουν τα πράγµατα. Μη µε αναγκάσετε να κάνω

τυµβωρυχίας. Αν ανοίξω το στόµα µου πολλοί θα καθίσουν στο εδώλιο, θα

πέσει βόµβα πραγµατική» (“ΕΘΝΟΣ”, 3/10/1960).

Ο Κυβερνητικός Επίτροπος για τα λεγόµενα στη συνέλευση της Ιεραρχίας τον

Οκτώβριο του 1963, δήλωσε: «Αλλοίµονον…, εάν εδίδετο ευρυτέρα


δηµοσιότης των εδώ λεγοµένων, άτινα θεωρώ βεβήλωσιν της ιερότητος του χώρου τούτου και ως εκ τούτου, θα εσκανδαλίζετο εις

αφάνταστον βαθµόν και ο λαϊκός πιστός επεί ακροάσει αυτών…».

Και κάποιος αγανακτισµένος ιεράρχης φωνάζοντας χαρακτήρισε τη Σύνοδο της Ιεραρχίας «Χρεωκοπήσασαν Εταιρείαν».

Δε σας προβληµάτισε, κ. Ερευνητά, πως την περίοδο της ξενικής κατοχής και τη µετέπειτα περίοδο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, η

Ελληνική Εκκλησία το µόνο, για το οποίο µπορεί να καυχάται είναι η µεγάλη αλυσίδα από ιερείς, µάρτυρες που πορφυρίζει το µαρτυρικό

τους αίµα, ενώ δεν υπάρχει, ούτε µία – µα ούτε µία περίπτωση αρχιερέα που να σύρθηκε αιµόφυρτος στον τόπο της εκτέλεσης και να

στεφανώθηκε µε τη δόξα του µάρτυρα;

Για τον κατώτατο κλήρο, που φοβηθήκατε µην µπει υπό τον έλεγχο της Χούντας! Αλλά αυτός όµως δε χρειάζονταν, γιατί συνθλίβονταν

και ακόµα µέχρι σήµερα συνθλίβεται από τους σκληροτράχηλους “αρχιερείς”. Γι’ αυτούς τους ήρωες παπάδες, ιδιαιτέρως των χωριών

που µέχρι τότε – όπως έγραφε ο Τύπος: «… οι ιερείς εργάζονται εις τους δρόµους και σπάζουν πέτρες ή εργάζονται εις τα µεταλλεία ή

εις κοπάδια ως βοσκοί, δια να κατορθώσουν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην…» (“ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, 8/10/1960).

«… Περίπου 2.500 ιερείς αµείβονται σε είδος και 3.000 περίπου, σύµφωνα µε την επίσηµη έκθεση της Συνοδικής Επιτροπής,

έπαιρναν σαν µηνιαίο µισθό από 100-500 δραχµές, κρέµονταν δηλαδή η ζωή τους και η υπόσταση της οικογένειάς τους… από την καλή

διάθεση των ενοριτών…» (“ΕΘΝΟΣ», 19/1/1959).

Ο ευθυµογράφος της εφηµερίδος “ΤΑ ΝΕΑ” µιλάει µε σκληρή γλώσσα για το κατάντηµα των ιερέων και την ευθύνη την καταλογίζει

στους επισκόπους για την αδιαφορία τους: «Πένεται η πλεµπάγια του κατωτέρου κλήρου, που εξαρτάται από το έλεος των ρασοφόρων

φεουδαρχών, από τα γούστα και τις ιδιοτροπίες των οποίων εξαρτάται η τραγική τους µοίρα. Ποιος Θεός ευλογεί αυτή την τραγική

ανισότητα και αδικία; Μήπως ο Κύριος ηµών Ιησούς Χριστός, την αγία εικόνα του οποίου κρεµάνε επάνω στις χονδρές κοιλίες τους, οι

άγιοι φεουδάρχαι…;» (Δηµ. Ψαθά, “ΤΑ ΝΕΑ”).

«Εµαύρισε, κατά το δη λεγόµενον, το µάτι των εφηµερίων της υπαίθρου και συνεννοούνται µεταξύ των, δι’ οµαδικήν πορείαν

διαµαρτυρίας εις τας Αθήνας…» (“Δυτική Στερεά”, 27/11/1960).

«Οι Ιερείς καλούνται να µιµηθούν τον Ιώβ. Δηλαδή να κάνουν υποµονήν δια την λύσιν του εφηµεριακού των προβλήµατος… Η

Κυβέρνηση δεν επείγεται… το αφήνει να “σιτέψει” ακόµα περισσότερον…» (“ΕΘΝΟΣ”, 13/10/1962).

Γι’ αυτόν τον “κατώτατον κλήρον” που επί 150 χρόνια τους ενέπαιζαν οι πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες, µόλις ανέβηκε στον

αρχιεπισκοπικό θρόνο ο αγιασµένος π. Ιερώνυµος τακτοποίησε την Ιερατική Οικογένεια, αγωνίστηκε σκληρά, απείλησε µε παραίτηση και

κατόρθωσε το ακατόρθωτο, µέσα σε ένα χρόνο να έρθει το ποθούµενο σαν λαµπρή.

Ήταν 24 Ιουλίου 1968 και δηµοσιεύεται ο αναγκαστικός νόµος 469/1968 (ΦΕΚ Α΄ 162/1968) «περί µισθολογικής διαβαθµίσεως του

εφηµεριακού κλήρου της Εκκλησίας της Ελλάδος». Και ποια ήταν η διαβάθµιση; Όλοι οι ιερείς εντάχθηκαν στο υπαλληλικό µισθολόγιο,

µε τη βαθµολογική προαγωγή και συνταξιοδοτικές απολαβές την αντίστοιχη περίθαλψη και το εφάπαξ µετά την αποχώρηση.

Ενδεικτικά: Ο µισθός του ιερέως 4 ης κατηγορίας µέχρι εκείνη την εποχή (1967) ήταν 722 δρχ. και αµέσως σχεδόν τριπλασιάστηκε. Οι

συντάξεις (31/12/1966) µαζί µε τα επιδόµατα των γιορτών ήταν 925 δραχµές και έφθασαν 3.287 δρχ., το εφάπαξ από 40.000 δρχ. έφθασε

στις 31/12/71 166.000 δρχ.

Αν αυτή την τιτάνια προσπάθεια του αρχιεπ. Ιερωνύµου Κοτσώνη τη θεωρείτε και µέχρι σήµερα ακόµα, ότι ήταν ο “έλεγχος µε

νοθευµένο νοµοκανονικό δηλητήριο”, τότε ντροπή σας και αν αυτό εξακολουθείτε να πιστεύετε για τόσα χρόνια, κ. Μπούρδαλα, και οι

υπόλοιποι των “Δηµοκρατικών πεποιθήσεων και αντιλήψεων” δεν εισηγηθήκατε στις τόσες Δηµοκρατικές κυβερνήσεις που ήσασταν και

µέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων να τα καταργήσουν όλα και να επανέλθουν στο καθεστώς του 1966, που δεν είχε ιδεολόγηµα

υποτακτικό;

ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ του κ. Μπούρδαλα.

Γράφει: «Με βάσει τον Α.Ν. 3/1967 (δηµοσίευση 10/5/1967) µε τον οποίο επεκτείνεται η νοµοθεσία (Ν.Δ. 4589/1966) περί ορίου

ηλικία των 80 ετών και επί του Αρχιεπισκόπου, αποµακρύνεται “αυτοδικαίως” ο κανονικός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Β΄

(Χατζησταύρου).


Ο λόγος: Δεν ήταν διατεθειµένος ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Β΄ να τους κάνει

“όλα τα χατίρια”. Ταυτόχρονα µε τον ίδιο Α (αναγκαστικό) Ν (νόµο) καταργείται η

Σύνοδος της Ιεραρχίας και συγκροτείται 8µελής “Αριστίνδην” Σύνοδος!».

Κύριοι Μπούρδαλα, Ανδρεόπουλε, δεσπότη Αλκαλοχωρίου & Σια, για να µη

δηλητηριάζετε τον απονήρευτο κόσµο µε ψεύδη, επί τέλους ΦΘΑΝΕΙ ΠΙΑ!

α) Το Ν. Διάταγµα 4589/1966 ψηφίστηκε από τη Βουλή 10/10/1966, ήταν µια

επαναφορά του Νόµου Πλαστήρα (6/12/1923) και το Ν.Δ. 26/9/1924 του Πάγκαλου,

που έθετε όριο εξόδου στα 65, ενώ η δικτατορία Παπαδόπουλου την παράτεινε στα

80 χρόνια, επιβλήθηκε στις 21/4/1967, ο Α.Ν. 3/1967 δηµοσιεύθηκε 10/5/1967, ενώ

η “Αριστίνδην Σύνοδος” τοποθετείται στις 13/5/1967 από οκτώ επισκόπους που

διαφώνησαν τον Οκτώβριο του 1965 µε την ανταρσία που έκανε η “πρεσβυτέρα

Ιεραρχία” να κάνει εκλογές µε το παλαιό καθεστώς και µε το “µεταθετό”, ενώ η

εκλογή Ιερωνύµου από την 8µελή Σύνοδο έγινε αργότερα. Προσέξατε τις

ηµεροµηνίες!

Έτσι αποµακρύνεται – γράφετε – “αυτοδικαίως” ο κανονικός Αρχιεπίσκοπος (!). Ήταν

όµως κανονικός Αρχιεπίσκοπος ο Χρυσόστοµος Χατζησταύρου; Ας το δούµε:

Ο διάκονος Θεµιστοκλής και µετέπειτα Χρυσόστοµος χειροτονήθηκε ως βοηθός

επίσκοπος του Μητροπολίτη Σµύρνης µε τίτλο του Τιτουλαρίου της παλαιάς επισκοπής Τράλλεων. Μετά από δυόµισι χρόνια (16 Μαρτίου

1913) τοποθετείται στη Μητρόπολη Φιλαδελφείας της Μ. Ασίας. Το Οικουµενικό Πατριαρχείο στις 19 Φεβρουαρίου του 1922 τον

µετέθεσε στη Μητρόπολη Εφέσου που τότε ήταν ένα θρησκευτικό κέντρο και αριθµούσε περί τις 200 χιλ. χριστιανούς. Αρχίζει η µεγάλη

Μικρασιατική καταστροφή, που στα τέλη Αυγούστου έχουµε αρκετούς εθνοϊεροµάρτυρες επισκόπους σε όλες αυτές τις περιοχές, όπως

Κυδωνίων Γρηγόριος, ο Ικονίου Προκόπιος, ο Ζήλων Ευθύµιος, ο Σµύρνης Χρυσόστοµος κ.ά., οι οποίοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το

ποίµνιο και κρεµάστηκαν ή δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους, ενώ αντίθετα ο Χρυσόστοµος την έσκασε και βρέθηκε στον Πειραιά µε

Αγγλικό πλοίο.

Μετά δύο µήνες, το Δεκέµβριο του 1922 ο Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης (µασόνος) διορίζει τον Χρυσόστοµο Αποκρισάριο του

(ειδικό για συνοµιλίες) στην Ελλάδα.

Έρχεται ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ΄ και τον τοποθετεί στις 5 Φεβρουαρίου 1924 στη Μητρόπολη Ρόδου, η οποία ήταν υπό Ιταλική

κατοχή, αυτός όµως αρνήθηκε την τοποθέτηση φοβούµενος, επειδή ο προηγούµενος Απόστολος ο Τρύφωνας εξορίστηκε από τις ιταλικές

αρχές και έτσι στις 30 Απριλίου υπέβαλε την παραίτηση, αλλά συγχρόνως την ίδια ηµέρα µετατέθηκε στη Μητρόπολη Βεροίας &

Ναούσης.

Εδώ έχουµε δεύτερο παράπτωµα. Το Οικουµενικό Πατριαρχείο τον τοποθέτησε στις 5 Φεβρ. 1924 στη µητρόπολη ρόδου, για λόγους

γράφει: «υψίστου εθνικού συµφέροντος …». Ο Χρυσόστοµος αρνήθηκε την τοποθέτησή του, δεν πήγε, παρ’ ότι ήταν λόγοι

εκκλησιαστικοί και εθνικοί και στις 30 Απριλίου παραιτείται και την ίδια ηµέρα τον µεταθέτουν αντικανονικά στη µητρόπολη Βεροίας &

Ναούσης. Τώρα υπάρχει και άρνηση απόφασης εκκλησιαστικής αρχής, ο επίσκοπος που δέχεται την αρχιερωσύνη, αναλαµβάνει και το

επίµοχθο έργο της επισκοπικής διακονίας, το οποίο δεν µπορεί να το αποποιηθεί παρά µόνο για λόγους γήρατος ή αδιαµφισβήτητης

ανικανότητας. Αν παραιτηθεί χωρίς κανονικούς λόγους, στερείται συγχρόνως και την αρχιερατική τιµή και αξία του. Τη νοµοκανονική

θεµελίωση µας την υπογραµµίζει η επιστολή της εν Εφέσω Γ΄ Οικουµ. Συνόδου και µας την σχολιάζουν οι µεγάλοι ερµηνευτές Ζωναράς,

Βαλσαµώντας και Νικόδηµος Αγιορείτης (Πηδάλιο, σελ. 178-9) και (Σύνταγµα Ράλλη-Ποτλή, εκ. 1852, σελ. 208). Υπάρχουν αρκετοί Ιεροί

Κανόνες που καταδικάζουν την άρνηση, ενδεικτικά αναφέρουµε: «Επίσκοπος επαρχίας τινός, δεν πείθεται δε να υπάγη εις την

εµπιστευθείσαν ταύτην του επαρχίαν, ότι ούτος να αφορίζεται …» (Ι. Καν. της εν Αντιοχεία 17 ος , Γ. Πηδάλιο, σελ. 415).

Μετά πέντε µήνες (7 Οκτωβρίου 1924) µετατέθηκε πάλι, τώρα στη µεγάλη µητρόπολη Καβάλας που αργότερα µετονοµάστηκε σε

Φιλίππων & Νεαπόλεως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΣ

ΙΕΡΟΚΑΝΟΝΙΚΑ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Οι Ιεροί Κανόνες, κ. Μπούρδαλα και Σια, απαγορεύουν το µεταθετό των Επισκόπων και είναι κείµενα αυστηρά, ενσωµατωµένα στην

Ευχαριστιακή λειτουργία της Εκκλησίας, φορτισµένα µε τη Χάρη του Αγίου Πνεύµατος. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια συνετάγησαν οι Ι.

Κανόνες µε ακρίβεια από τους Αγίους Πατέρες, για να µπορεί να κινείται άνετα η Εκκλησία, του “χθες”, του “σήµερα” και του “αύριο”.

«Μηδενί εξείναι τους προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ή αθετείν, ή ετέρους παρά τους προκειµένους παραδέχεσθαι κανόνας,

ψευδεπιγράφως υπό τινων συντεθέντας, των την αλήθειαν καπηλεύσειν επιχειρησάντων» (ΣΤ΄ Οικουµ. Συνόδου Ι. Καν. Β΄, σελ. 220).

Ο εν λόγω µητροπολίτης Χρυσόστοµος δε µετατέθηκε µία φορά, που και αυτό είναι κολάσιµο και καταδικαστέο κατά τους Ιερούς


Κανόνες που αυστηρά υπογραµµίζουν: «Επίσκοπον από παροικίας ετέρας εις ετέραν µη ΜΕΘΙΣΤΑΣΘΑΙ, µήτε αυθαιρέτως επιρρίπτοντα


εαυτόν, µήτε υπό λαών εκβιαζόµενον. Μένειν δε εις ήν εκληρώθη υπό του Θεού εξ αρχής εκκλησίαν και µη ΜΕΘΙΣΤΑΣΘΑΙ αυτής»

(Αντιοχείας Συνόδου Ι. Καν. ΚΑ΄, σελ. 417).

Ο δε κορυφαίος ερµηνευτής των Ι. Κανόνων Αρέθας στο θέµα αυτό είναι συντριπτικός, «Αι µεταθέσεις πλεονεξίας χάριν και δόξης

κενής εφέσει ενεργούνται∙ ών εκάτερον βλεδυρόν∙ το µεν ως ειδωλολατρία, το δε ως εωσφόρου νόηµα». Αλλά έχουµε σωρεία

µεταθέσεων (πρωτοφανή για την χιλιόχρονη εκκλησιαστική ιστορία) και δεν είχε µόνο αυτά «ο αυτοδικαίως» κανονικός Αρχιεπίσκοπος

Χρυσόστοµος …», κ. Μπούρδαλα. Διότι εδώ έχουµε και συνέχεια.

Με το πρωτόκολλο συµφωνίας Βουλγαρίας-Γερµανίας, τα βουλγαρικά στρατεύµατα άρχισαν να µπαίνουν στις Ελληνικές µακεδονικές

περιοχές και ο πρώτος που εγκατέλειψε το ποίµνιο, ήταν ο µητροπολίτης Καβάλας Χρυσόστοµος µαζί µε τα πολιτικά πρόσωπα της

περιοχής (όπως γράψαµε πιο πάνω).

Εδώ έχουµε τρίτο αρχιερατικό παράπτωµα, γιατί ένας αρχιερέας που ορίστηκε φρουρός ακοίµητος, αυτός για τρίτη φορά εγκαταλείπει

το ποίµνιό του που γίνεται βορά δολοφόνων εκατοντάδων-χιλιάδων ανθρώπων και ο ίδιος κρύβεται, να σωθεί! Δεν είναι µόνο οι Ιεροί

Κανόνες που τον καταδικάζουν, αλλά και η Αγία Γραφή δια στόµατος των Αποστόλων φωνάζει για επίσκοπο δειλό, εις την εκτέλεση των

καθηκόντων του και είναι πράγµα αδιανόητον: «Ου γαρ έδωκεν ο Θεός πνεύµα δειλίας, αλλά δυνάµεως… µη ουν επαισχυνθής το

µαρτύριον του Κυρίου ηµών» (Β΄ Τιµ. 1, 7-9), και η καταδίκη των δειλών είναι: «εν τη λίµνη τη καιοµένη εν πυρί και θείω» (Αποκ. 21, 8).

Πόσες φορές, κύριοι Μπούρδαλα, Ανδρεόπουλε, Νανάκη, Κονιδάρη κ.ά. έχει καθαιρεθεί ή αφοριστεί κατά τους Ιερούς Κανόνες ο

“κανονικός” Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Χατζησταύρου; Έχουµε και συνέχεια!

Τα “πραξικοπήµατα” του Χρυσοστόµου Χατζησταύρου

Γράφετε, κ. Ερευνητά, ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Β΄ δεν ήταν διατεθειµένος να τους κάνει “όλα τα χατίρια” τους δικτάτορες, γι’

αυτό και τον παραίτησαν!

Είναι όµως έτσι; Ας τα δούµε µαζί, κ. Μπούρδαλα, µήπως και ζητήσετε από τους αναγνώστες σας κάποια συγνώµη για τις “ερευνητικές”

µπούρδες που γράφετε!

Ο Χρυσόστοµος ως µητροπολίτης Φιλίππων και Νεαπόλεως και ως Αντιπρόεδρος της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στις 7 Απριλίου του 1959

έκανε πραξικόπηµα µε άλλους επτά (7) επισκόπους (Λευκάδος, Φωκίδος, Θεσσαλιώτιδος, Πρεβέζης και Σάµου), αγνόησαν το νόµιµο και

κανονικό Αρχιεπίσκοπο Θεόκλητο Παναγιωτόπουλο και την υπόλοιπη οµάδα Συνοδικών αµπαρώθηκαν στο Συνοδικό µέγαρο και έκαναν

“εκλογές” για την πλήρωση κενών µητροπολιτών εδρών µε το καταδικασµένο από τους Ιερούς Κανόνες αντικανονικό “ΜΕΤΑΘΕΤΟ”.

Οι “εκλογές” έγιναν, ο Αρχιεπ. Θεόκλητος µε τη µειοψηφία του αντέδρασαν δυναµικά, πρώτα κλείδωσαν το Συνοδικό παρεκκλήσι του

Αγ. Ανδρέα, για να µην µπορούν να δώσουν το µικρό µήνυµα οι “εκλεγµένοι” και δεύτερο κατήγγειλε το πραξικόπηµα και δήλωσε ότι η

διαδικασία είναι άκυρη δίχως την παρουσία του Προέδρου, τον οποίον παράκουσαν και παρανόµησαν.

Ο σάλος που δηµιουργήθηκε, ήταν τεράστιος για αρκετό καιρό, η οξύτητα και φρασεολογία εκατέρωθεν ήταν τέτοια, που µένει κανείς

άναυδος, τα πρωτοσέλιδα των εφηµερίδων διακωµωδούσαν την κατάπτωση του αρχιερατικού λειτουργήµατος.

Το πρωτοφανές αυτό κατάντηµα ευτελισµού ανάγκασε την κυβέρνηση να παρέµβει δυναµικά και µε το “σπαθί” να βάλει τέρµα στη

διαµάχη και να ανακόψει την ορµή των αντιπάλων αντιµαχόµενων στρατοπέδων.

Ο υπουργός Παιδείας & Θρησκευµάτων Ε. Βογιατζής κατέθεσε στη Βουλή νοµοσχέδιο που έβαζε τελεία και παύλα στις µεταθέσεις των

µητροπολιτών και οι εκλογές να γίνονται πλέον από το σύνολο της Ιεραρχίας και όχι από τη Μικρά Ιερά Σύνοδο.

Αυτό δεν τους άρεσε, η Ιεραρχία “επαναστάτησε”, συσπειρώθηκε, άφησε κατά µέρος τις διαφορές τους και βγήκαν στην επίθεση

κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι παραβίασε τα εσωτερικά της Εκκλησίας και ζήτησαν την απόσυρση του Νοµοθετήµατος. Η κυβέρνηση

ήταν ανένδοτη και ο Νόµος επιβλήθηκε. Αντίθετα η Ιεραρχία δεν το δέχονταν και ως αντίποινα κήρυξε “απεργία” αρνούµενοι να κάνουν

εκλογές και προσπαθώντας µε διάφορα τεχνάσµατα να επαναφέρουν το παλαιό καθεστώς. Αυτό κράτησε ένα χρόνο, αναγκάζοντάς τους

να συµβιβαστούν µε το καινούριο καθεστώς και έτσι προχώρησαν το Μάιο του 1960 σε εκλογές για τις οκτώ (8) χηρεύουσες µητροπόλεις.

Οι χειροτονίες που ακολούθησαν, έγιναν ένα δεύτερο Βατερλώ!

ΟΙ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ Η ΔΕΔΗΛΩΜΕΝΗ

α) Ο πολυ…γράµµατος κ. Ανδρεόπουλος στο “βραβευµένο” βιβλίο «Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974» στη σελίδα 268

µας πληροφορεί, κατά παράδοση, ότι δηλαδή ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος από τις 10 Μαΐου 1973 περιήλθε σε δυσχερή θέση, έχοντας

απολέσει τη «δεδηλωµένη» µε τη µεταβολή των συσχετισµών στη «µικρά» (Διαρκή) και τη «µεγάλη» Σύνοδο (Ιεραρχία) και ήταν ένας

Αρχιεπίσκοπος «µειοψηφίας», γι’ αυτό υπέβαλε την παραίτηση.

β) Ερευνητά κ. Μπούρδαλα, ξέχασε, φαίνεται ο φίλος σας πολυ…γράµµατος κ. Ανδρεόπουλος που διαπραγµατεύεται µεθοδικά όλη

αυτή την ιστορία και µε ελικοειδή τρόπο να ενηµερώσει ελικοειδή ότι ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος είχε, φαίνεται, τη «δεδηλωµένη» µε τη

µειοψηφία του στη “µικρά” και “µεγάλη” Σύνοδο και δηµιούργησε τεράστια αναστάτωση στην Εκκλησία σκανδαλίζοντας εκατοµµύρια

πιστούς και γι’ αυτό µάλλον δεν παραιτήθηκε;


γ) Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείµ πόσες φορές είχε µειοψηφία στη “µικρά” και

“µεγάλη” Σύνοδο και επειδή είχε και αυτός µάλλον τη “δεδηλωµένη” και αντί

παραίτηση ξαµολούσε ένα “Δι’ ευχών” και άντε τους έλεγε!. Υπάρχουν δεκάδες

περιπτώσεις αρχιεπισκόπων που είχαν απολέσει τη “δεδηλωµένη” αλλά όµως

κανείς ποτέ δεν παραιτήθηκε. ΓΙΑΤΙ; Για ρωτήστε τον!

Πώς έγινε Αρχιεπίσκοπος ο Χρυσόστοµος Χατζησταύρου;

Δεν πρόλαβε να καθίσει ο κουρνιαχτός από τα θλιβερά γεγονότα του 1959 και

τις εκλογές του 1960 και ξέσπασε νέο τσουνάµι πιο σφοδρό σε ένταση από τα

προηγούµενα.

Στις 8 Ιανουαρίου 1962 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος και µόλις τον

έβαλαν στον τάφο (11 Ιανουαρίου) την µεθεπόµενη ηµέρα (13 Ιανουαρίου) συνήλθε η Ιεραρχία για την εκλογή Αρχιεπισκόπου. Επί δύο

ηµέρες οι εφηµερίδες έδειχναν το επικρατέστερο πρόσωπο και συγχρόνως όµως τον στηλίτευαν για την ιδιωτική του ζωή, µε σχόλια και

πονηρά υπονοούµενα, προσπαθώντας να δώσουν να καταλάβουν οι εκλέκτορες αρχιερείς τις αδυναµίες του δείχνοντας την

ακαταλληλότητα του αρχιερέως για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Δε θα αναφερθώ εν πολλοίς περί του υποψήφιου αρχιεπισκόπου Αττικής Ιακώβου, γιατί είναι τόσα που… Θα αναφέρω µόνο αυτό που

έγραψε τότε ο Σπύρος Αλεξίου (εκκλησιαστικός ρεπόρτερ και δηµοσιογράφος) φίλος όλων των αρχιεπισκόπων και φίλο σας, κύριοι

διαστρεβλωτές της ιστορίας. Αυτό -έλεγε-ότι κυκλοφορούσε µεταξύ των δηµοσιογράφων:

- «Είναι µέσα ο Μητροπολίτης, ρώτησε ένας ιερέας το θυρωρό ιερέα της µητρόπολης;.

--Ναι,αλλάκοιµάται!

–Αααα…Είναι εις τας αγκάλας του Μορφέως!.

– Δεν ξέρω αν τον λένε Μορφέως, πάντως ναύτης είναι…!»

Ίσως και γιαυτό εγινε µε πρωτόγνωρη ταχύτητα η όλη διαδικασία και η εκλογική αναµέτρηση!. Το δε αποτέλεσµα, ήταν το

αναµενόµενο!. Μόλις ακούστηκαν οι καµπάνες του Μητροπολιτικού Ναού να χτυπούν και µεταδόθηκε η είδηση ότι νέος Αρχιεπίσκοπος

ήταν αυτός που στιγµάτιζαν, δηλαδή ο Ιάκωβος Βαβανάτσος, έπεσε κεραυνός, στην αρχή φάνηκε ως απίστευτη, καθώς όµως τα ρεπορτάζ

των εφηµερίδων το βεβαίωναν, συγχρόνως όµως τα συνόδευαν και µε πικάντικα σχόλια, ο πιστός Ορθόδοξος λαός βρέθηκε κυριολεκτικά

αποσβολωµένος.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος δεν µπόρεσε να σταθεί παρά µερικές ηµέρες στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, διότι ο ξεσηκωµός και οι

διαµαρτυρίες του κόσµου ήταν πρωτοφανείς. Ο ίδιος αρνούνταν να παραιτηθεί. «Δεν παραιτούµαι – δεν παραιτούµαι! – δήλωνε –

Μόνον ο Θεός µπορεί να µε πάρει!...».

Ο τότε πρωθυπουργός Κων. Καραµανλής από την οργή του λαού που βγήκε στους δρόµους, αναγκάστηκε να ζητήσει την αυθηµερόν

παραίτησή του. Δώδεκα ηµέρες κράτησε τον αρχιεπισκοπικό τίτλο και στις 25 Ιανουαρίου πέταξε στους Συνοδικούς το χαρτί της δήλωσης

παραίτησης γράφοντας: «Ου µέντοι γε της Αρχιερωσύνης µου, ουχί οικεία βουλήσει, αλλά πολλή και καταθλιπτική κυβερνητική πιέσει

και προς αποτροπήν αναµίξεως της Πολιτείας… θεωρώ καταστρεπτικήν και ολεθρίαν…».

Επί εικοσαήµερο έµεινε χηρεύουσα η αρχιεπισκοπή, µέχρι να κατακαθίσει ο θόρυβος και ο κουρνιαχτός. Στις 14 Φεβρουαρίου 1962

συνήλθε η Ιεραρχία και εξέλιξε ένα γεροντάκι -το Χρυσόστοµο Χατζησταύρου -που τότε ξεπερνούσε τα 83 χρόνια και που πριν µερικές

ηµέρες τον είχαν καταψηφίσει ως ακατάλληλο – και για λόγους ηλικίας – για τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο!

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

“ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑΤΙΑΣ”

Η αρχιεπισκοπική περίοδός του δεν υπήρξε ό,τι καλύτερο για την Εκκλησία. Εκείνο που θα µείνει ως µελανότερο σηµείο – αν και

προσπαθούν να το κρύψουν – στην εκκλησιαστική ιστορία, είναι το “πραξικόπηµα” µε τις εκλογές µητροπολιτών το 1965, αγνοώντας Ι.

Κανόνες και Νόµους του Κράτους. Τι έγινε!

Το Νοέµβριο του 1965 συγκάλεσε την Ιεραρχία για την εκλογή 15 επισκόπων σε χηρεύουσες µητροπόλεις (από το 1960 µέχρι το 1965 η

Ιεραρχία αρνούνταν να κάνουν εκλογές στις χηρεύουσες µητροπόλεις, πιέζοντας έτσι την πολιτεία να επαναφέρει το καταδικασµένο από

τους Ι. Κανόνες “Μεταθετό”) τώρα παρακάµπτοντας µε το έτσι θέλω το νόµο Βογιατζή του 1960 που απαγόρευε τις µεταθέσεις. Το

Υπουργικό Συµβούλιο που πληροφορήθηκε τις προθέσεις των συνεδρίασε εκτάκτως επί τρίωρον και αποφάσισε τη µαταίωση των

εκλογών. 1 Έτσι το Βασιλικό Διάταγµα που εκδόθηκε, κοινοποιήθηκε επί αποδείξει στον Αρχιεπ. Χρυσόστοµο και θυροκολλήθηκε στην

είσοδο της Συνόδου, για να λάβουν γνώση οι συµµετέχοντες αρχιερείς στην εκλογική διαδικασία. Οι αρχιερείς στασίασαν κατά της


1 Υπήρχε βέβαια και η προσφυγή που είχε καταθέσει στο ΣτΕ ο μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος και είχε εκδοθεί προσωρινή αναστολή υπ’ αρ. 184/1965 (ΦΕΚ 196, τ.Α./02-11-65)

Π.Υ.Σ.


απόφασης της κυβέρνησης, ο δε µητροπολίτης Ελασσώνος Ιάκωβος (Μακρυγιάννης) έσχισε το θυροκολληµένο Β.Δ. και το πέταξε

λέγοντας: «Ουδείς δύναται να σταµατήσει την εκλογήν των αρχιερέων» και προχώρησαν σε 14 εκλογές και 2 µεταθέσεις.

Στη Συνεδρίαση αρνήθηκαν – όπως όριζε ο Νόµος – να συµµετέχουν α) ο υπουργός Παιδείας και ο Κυβερνητικός Επίτροπος καθηγητής

Πανεπιστηµίου Αµ. Αλιβιζάτος, β) επτά µητροπολίτες για διαφόρους λόγους αρνήθηκαν να συµµετέχουν στη διαδικασία, γ) άλλοι οκτώ

µετά το comfuzio και την οξυτάτην λογοµαχία που επικρατούσε στο συνοδικό µέγαρο, αγανακτισµένοι και διαµαρτυρόµενοι απεχώρησαν.

Αυτοί είναι που η δικτατορία µετά δέκα έξι µήνες τους κάλεσε και τους διόρισε ως “ΑΡΙΣΤΙΝΔΗΝ Σύνοδο”, όπως θα αναφερθούµε πιο

κάτω.

Το τι έγινε µέσα στο Συνοδικό Μέγαρο, δεν περιγράφεται. Ένας αρχιεπίσκοπος, γερασµένος που δεν διέθετε απαραίτητες δυνάµεις,

άβουλος και ανίκανος να τους δαµάσει, τον περιέφεραν σαν ένα τσουβάλι µε άχυρα.

Ανοίγοντας το αρχείο και διαβάζοντας τον Τύπο εκείνες τις ηµέρες σε πιάνει µελαγχολία µε το κατάντηµα της δεσποτικής

πραξικοπηµατικής έξαψης.

«… 36 Μητροπολίται ηγνόησαν χθες την απόφασιν του Συµβουλίου της Επικρατείας και τας κυβερνητικάς συστάσεις και

επροχώρησαν εις την πραξικοπηµατικήν πλήρωσιν 4 κενών µητροπολιτικών εδρών, εκ των οποίων δύο δια µεταθέσεως και δύο δι’

εκλογής…

» Απιστεύτου βιαιότητος σκηναί διεδραµατίσθηκαν εις το συνοδικόν µέγαρον, όπου είχον συγκεντρωθεί οι 36 αρχιερείς, ο

µητροπολιτικός ναός εκλειδώθη υπό της αστυνοµίας… πρωτοφανούς δριµύτητος επίθεσιν από ορισµένους εκ των 36, µε επικεφαλής

τους Ελασσώνος και Αργολίδος – κατά αρχιεπισκόπου – οι οποίοι δεν εδίστασαν να χρησιµοποιήσουν φράσεις, όπως “είσαι δειλός”,

“είσαι ανίκανος”, “είσαι άνανδρος”…» (“ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, 17/10/1965).

«Επεδίωξεν η Πολιτεία να καταργήσει το αµαρτωλόν µεταθετόν. Από της ηµέρας εκείνης δεν ησύχασαν οι άγιοι ιεράρχαι. Η

αποκατάστασις του µεταθετού υπήρξε η µοναδική των σχεδόν µέριµνα. Και άφηκαν επί έτη κενάς 16 µητροπόλεις, επειδή δεν

εννοούσαν να τας πληρώσουν χωρίς να επωφεληθούν ωρισµένοι ιεράρχαι, επιτυγχάνοντας την ποθητήν µετάθεσιν.

» … συνεπλήρωσαν όλας τας κενάς µητροπόλεις, χωρίς να τηρηθεί η νόµιµος διαδικασία και ούτε καν η στοιχειώδης ευπρέπεια.

» Η ανταρσία των Ιεραρχών δεν είναι δυστυχώς, µια µεµονωµένη ενέργεια, ένας κεραυνός εν αιθρία. Είναι απλώς το αποκορύφωµα

…» (“ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”, 21/11/1965).

« “Σεισµός, ως εκείνος του Αγαδίρ, θα γίνει, εάν η πολιτεία τολµήσει να παρεµποδίσει την χειροτονία και την ενθρόνισιν των

εκλεγµένων Αρχιερέων” δήλωση ο ηγούµενος των στασιαστών 36 µητροπολιτών Αργολίδος κ. Χρυσόστοµος» (“ΤΟ ΒΗΜΑ”,

21/11/1965).

Χρονογράφος της εφ. “ΤΑ ΝΕΑ” µε αφορµή τις απειλές για “σεισµός του Αγαδίρ” έγραφε τα εξής: «Σεισµόν στα παντζάκια του θα

έπρεπε να προκαλέσει το Κράτος, αν υπήρχε Κράτος σεβόµενον τον εαυτόν του. Αν υπήρχαν δηλαδή άξιοι του ονόµατος των υπουργοί

της Δικαιοσύνης και της Δηµοσίας Ασφαλείας… θα είχαν στείλει τον εισαγγελέα µαζί µε µερικούς αστυνοµικούς να τον περιβουτήξουν

αυτόν τον γενειοφόρο κύριο και να τον χώσουν µέσα, ενεργώντας απολύτως σύµφωνα και µε τους νόµους της Πολιτείας αλλά και µε

το δηµόσιο αίσθηµα». (Πήρε φόρα ο χρονογράφος και συνέχισε).

… Ασύδοτοι είναι οι Δεσποτάδες, σωστοί φεουδάρχαι στις επικράτειές τους, παµφάγοι, χρυσοθήρες µε δικαιώµατα ξαφρίσµατος του

θρησκευοµένου λαού, τελείως απαράδεκτα για την εποχή µας. Γιατί και κατά ποια λογική – επί τη βάσει ποίου ηθικού νόµου – πρέπει ο

άγιος ποιµενάρχης να τσιµπολογά χρήµατα απ’ όλες τις ιεροτελεστίες, βαπτίσεις, γάµους, κηδείες και µνηµόσυνα; Γιατί και κατά ποια

λογική – επί τη βάσει ποιάς γραπτής και άγραφης ηθικής αρχής – θα πρέπει ο Δεσπότης να γεµίζει το πουγγί του, να κουδουνίζει τα

λιρόνια, να χτίζει µέγαρα καλλιµάρµαρα και πολυκατοικίες, να κυκλοφορεί ξαπλωµένος ντερµπεντέρικα στη λιµουζίνα του, να µη

ελέγχεται από κανένα και να µη πληρώνει καν φόρους, όπως πληρώνει ο έσχατος και φτωχότερος χριστιανός;…» (Δηµ. Ψαθάς).

Ο µαχητικός Ιεροκήρυκας των Αθηνών Αρχιµανδρίτης Αυγουστίνος Καντιώτης έγραφε προς τον προϊστάµενό του Αρχιεπίσκοπο:

«Σεις, επιτρέψατέ µας να σας είπωµεν, θα φέρετε την µεγαλυτέραν ευθύνην, δια παν το οποίο θα συµβή εν τη Εκκλησία. Σεις θα

απέλθετε εκ του κόσµου, αλλ’ η Εκκλησία θα πληρώνη τ’ αποτελέσµατα των πονηροτάτων και κακοηθεστάτων εκλογών. Σεις,

Μακαριώτατε, θα κολασθήτε, διότι ενώ έχετε την ευκαιρίαν και την δύναµιν να ορθώσετε το ανάστηµά σας, να πατάξετε τους

σπουδαρχίδας, ν’ ανασύρετε εκ του βυθού της αφανείας τους τιµίους εργάτας του Ευαγγελίου και να θέσετε αυτούς επί την λυχνίαν

δια ν’ αστράψουν και πάλιν οι θρόνοι και να δοξασθή η Εκκλησία και να σωθή η Πατρίς, Σεις, αφήνετε να χαθή η ευκαιρία και να

θριαµβεύη η ευνοιοκρατία και η φαυλοκρατία εν τη Εκκλησία και µύριοι διάβολοι αύριον να παίζουν τον πλαγίαυλόν των µέσα εις τα

ιερά θυσιαστήρια της Εκκλησίας.

Ω Χριστέ! Πώς ανέχεσαι την φρικτήν κατάπτωσιν της Εκκλησίας Σου; (Περ. “ΣΠΙΘΑ”, Ιαν. 1965).

«Η πλειοψηφία της Ιεραρχίας (36) απείλησαν ότι “θα κηρύξουν εν διωγµώ την Εκκλησίαν…”. Σήµερα ο κίνδυνος συγκρούσεως των

Ιεραρχών µε τα αστυνοµικά όργανα είναι άµεσος. Και τούτο, διότι οι “πραξικοπηµατίαι” ιεράρχαι θα επιχειρήσουν οπωσδήποτε να

συνεχίσουν τας εκλογάς, αδιαφορούντες δια την απαγόρευσιν.


» Εξ ίσου άµεσος όµως είναι και ο κίνδυνος δια τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών κ. Χρυσόστοµον… να καταργηθή από Προκαθήµενος,

λόγω αδυναµίας να ανταποκριθή εις τα καθήκοντά του…» (“ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ”, 25/11/1965).

Τίτλος “ΤΟ ΑΓΟΣ”. «Τίποτε δεν ευλαβούνται οι Μητροπολίται δια να φέρουν “δυναµικώς” εις πέρας το έργον της αυθαιρέτου

πληρώσεως των χηρευουσών µητροπολιτικών εδρών!... Ενέργειαι, ως η χθεσινή δεν συµβιβάζονται µε το Σχήµα. Αποξενώνουν την

Εκκλησίαν από το ποίµνιόν της…» (“ΕΘΝΟΣ”, 19/11/1965).

Ο ΣΑΛΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Η πολιτεία δε δέχθηκε τις εκλογές, η διοικούσα “Εκκλησία” χωρίς να υπολογίζει ακάθεκτη, προχώρησε και στις χειροτονίες: «σήµερον

την πρωίαν η χειροτονία νέων µητροπολιτών εν Αθήναις, ως η των Ζιχνών εις την Αγίαν Ζώνην, του… του… του… διαγράφεται ο

κίνδυνος δηµιουργίας σοβαρών επεισοδίων τόσον ενταύθα, όσον και εις τας επαρχιακάς πόλεις, όπου µετέβησαν ή µεταβαίνουν οι

νεοεκλεγέντες» (“ΤΟ ΒΗΜΑ”, 21/11/1965).

Οι χειροτονίες άρχισαν να γίνονται βιαστικά και εκβιαστικά σε πείσµα της πολιτείας και του διαµαρτυρόµενου λαού. Οι ναοί γέµιζαν

από τις φωνές και τις αποδοκιµασίες µε τα “ανάξιος”. Η Εκκλησία βρέθηκε στη µεγαλύτερη σεισµική έξαρση από ποτέ!

Οι µήνες περνούσαν, οι δεσποτάδες αµήχανοι και φοβισµένοι, αλλά ήταν ανυποχώρητοι στις “τετελεσµένες” τους αποφάσεις.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να αντιµετωπίσει δυναµικά την κρίση, ετοίµασε Νόµο και ζητούσε τη στήριξη των κοµµάτων να ψηφίσουν,

ώστε να ορίσει Αριστίνδην Σύνοδο, όπως και σε άλλες 12 παλαιότερες παρόµοιες περίπου περιπτώσεις είχαν γίνει. Να προχωρήσουν σε

νέες εκλογές µητροπολιτών, ώστε να αποκαταστήσουν τη γαλήνη στο εκκλησιαστικό σώµα.

Με το υπ’ αριθ. 60277/129 έγγραφο η κυβέρνηση ζήτησε τη γνώµη από καθηγητάς των δύο Πανεπιστηµίων (Αθηνών – Θεσ/νίκης) να

αποφανθούν για τη νοµιµότητα της “Αριστίνδην Συνόδου”, για να δώσει λύση!

Οι οκτώ (8) καθηγητές της Θεολογικής Επιστήµης που αποτέλεσαν την επιτροπή, στις 7/12/1965 απάντησαν στο αίτηµα της

κυβέρνησης: «ΟΥΔΕΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΝ ΚΩΛΥΜΜΑ υπάρχει δια την συγκρότησιν νέας διοικούσης Ιεράς Συνόδου, καθόσον οι Ιεροί Κανόνες

σιωπούν σχετικώς… Ουδέν απολύτως κανονικόν η συνταγµατικόν κώλυµα υφίσταται προς σύγκλησιν Αριστίνδην Συνόδου…» (Αρχιµ.

Θεόκλ., Στράγκας, τοµ. Ζ΄).

Η διαµάχη αυτή κράτησε ένα χρόνο, η κόντρα µεταξύ Εκκλησίας – Πολιτείας µεταβλήθηκε σε γήπεδο αναµετρήσεων. Το υπουργείο

Παιδείας βλέποντας αδιέξοδο ζήτησε από τον αρχιµανδρίτη και καθηγητή της Δογµατικής του Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης Ιερώνυµο

Κοτσώνη ως τον πλέον ειδικό ένα σχέδιο συµβιβαστικής λύσης και ο π. Ιερώνυµος ανταποκρίθηκε στο αίτηµά τους και αποφάνθηκε ως

εξής:

Α΄. Από της πλευράς της Πολιτείας να γίνουν δεκτά τα εξής:

1. Να εξασφαλισθή, ότι οι 15 νεοχειροτονηθέντες θα επανεκλεγούν.

2. Να εξασφαλισθή, ότι µετά την επικύρωσιν των εκλογών θα εκδοθούν τα Β. Διατάγµατα της αναγνωρίσεώς των και ότι θα δώσουν την

ενώπιον του Βασιλέως διαβεβαίωσιν, δια να αναγνωρίζονται και υπό των κρατικών αρχών.

3. Να κριθή η ακυρότης των εκλογών, µεταθέσεων και χειροτονιών υπό της νέας Συνόδου.

4. Να απαλειφθή εκ του Νοµοσχεδίου η παράγραφος 1 του άρθρου 7, περί ορίου ηλικίας των Μητροπολιτών.

5. Η διάρκεια των εργασιών της νέας Συνόδου να είναι µόνον εξάµηνος, να συγκροτηθή δε εκ µητροπολιτών µόνον της Εκκλησίας της

Ελλάδος (άρθρον 2, παράγρ. 2).

6. Εκ της παραγρ. 2 του άρθρου 6 να απαλειφθούν τα περί συµµετοχής λαϊκών εις την σύνταξιν του καταλόγου εκλογίµων

παραπεµποµένου του ζητήµατος τούτου εις την Επιτροπήν του Καταστατικού Χάρτου.

7. Να απαλειφθή η διάταξις της παραγρ. 2 του άρθρου 7 περί συγκροτήσεως ειδικής Υγειονοµικής Επιτροπής και

8. Τα των άρθρων 8 (τα οικονοµικά) και 9 (εκλογή ενοριακών επιτρόπων) να παραπεµφθούν εις την Επιτροπήν του Καταστατικού

Χάρτου. Εάν τούτο δεν γίνη δεκτόν υπό της Πολιτείας, πάντως να απαλειφθή εκ του Νοµοσχεδίου η παράγρ. 4 του άρθρου 8, περί

διενεργείας Οικονοµικού Ελέγχου.

Β΄. Από της πλευράς των 36 Ιεραρχών.

1. Να παραδεχθούν την ακυρότητα των γενοµένων εκλογών και µεταθέσεων.

2. Να συνεργασθούν µετά της νέας Ιεράς Συνόδου και

3. να εκφράσουν την λύπην των δια τα γενόµενα.

Βλέποντας τα εκκλησιαστικά γκεσέµια της Εκκλησίας ότι χάνουν το παιχνίδι, δέχθηκαν τις προτάσεις του π. Ιερωνύµου Κοτσώνη ως

βάση συζήτησης και ως αρχή θεώρησαν άκυρες τις εκλογές και να επανέλθει πάλι το σώµα της Ιεραρχίας, να τις επαναλάβει, η δε

πολιτεία υποχώρησε και αναγνώρισε τις δύο µεταθέσεις, παρότι έγιναν µε πραξικοπηµατικό τρόπο. Όµως, το Ν.Δ. 4589/1966 που

νοµιµοποιούσε τις παρανοµίες, µέσα του υπήρξαν δύο σφήνες στη διάταξη που α) έβαζε όριο ηλικίας εξόδου των αρχιερέων από την

ενεργό υπηρεσία στα 80 που ήταν η επαναφορά του Νόµου Πλαστήρα 6/12/1923 και το Ν.Δ. του Πάγκαλου 26/9/1925 διατάξεις περί

εξόδου των “λόγω νόσου ή γήρατος”, που τότε η αποχώρηση ήταν στα 65, όπως ισχύει και σε κάποιες Σλαβικές χώρες.


Η διάταξη αυτή εξαιρούσε τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστοµο Β΄, για να µη δηµιουργηθεί καινούριο πρόβληµα µέσα σ’ αυτή την τεταµένη

κατάσταση που υπήρχε, εξ άλλου ο χρόνος του ήταν σύννοµος, αφού ήδη ξεπερνούσε τα 86 χρόνια.

Και β) καθιέρωνε η διάταξη να γίνονται οικονοµικοί έλεγχοι και ρύθµιση των εξόδων τους στους ίδιους και στις µητροπόλεις και αυτό

αναγκάστηκε η κυβέρνηση να το κάνει, διότι το κακό είχε παραγίνει και ο τύπος είχε αφηνιάσει µε τα καθηµερινά σκάνδαλα των

δεσποτάδων και ζητούσε έλεγχο και κάθαρση: (ενδεικτικά αποκόµµατα από τα 78 δηµοσιεύµατα).

“ΚΑΘΑΡΣΙ”. «… Αλλά το ποτήρι έχει ξεχειλίσει πια και έφτασε η στιγµή που πρέπει η Πολιτεία να πάρη τα αποφασιστικά της µέτρα

και να προχωρήση στην κάθαρση που απαιτεί πρώτα-πρώτα ο υγιής κλήρος της Ελλάδος και µαζί του όλος ο κόσµος. Το κακό έχει

παραγίνει. Δεν είναι φέουδο κανενός αυτός ο τόπος και πολύ λιγότερο των κυρίων Δεσποτάδων, που νοµίζουν ότι προορισµός τους

είναι να νέµωνται τα αγαθά του, να θησαυρίζουν, να χρυσοθηρούν αδιάντροπα… Κάθαρσι… Το ποτήρι έχει ξεχειλίσει… απ’ τις

προκλητικές, τις εµετικές ασχηµοσύνες» (“ΝΕΑ”, 4/11/1965).

Εις κύριον επίσης άρθρον, απογευµατινή εφηµερίς έγραφεν επί λέξει: «Ως έχει υπερεκχειλίσει το ποτήριον, ως έχει διαµορφωθή η

γενική αγανάκτησις ο ελληνικός λαός θα επιδοκιµάση οιανδήποτε αυστηρότητα και άνευ µηµουαπτικών τυπικοτήτων… Είναι καιρός

προς γενναίαν αποφασιστικήν πρωτοβουλίαν, η οποία θα ανοίξη την λεωφόρον προς οριστικήν εξυγίανσιν και ανόρθωσιν της

νοσούσης Εκκλησίας, ανάληψιν της µεγάλης αποστολής της και αποκατάστασιν της πνευµατικής και ψυχικής επαφής µε την

κοινωνίαν» («Βραδυνή», 27.11.1965).

‘’Ο Υπουργός των Θρησκευµάτων είχεν απευθύνει έγγραφον προς την Ιεράν Σύνοδον, δια του οποίου την ηρώτα πότε επί τέλους θα

παρητείτο εις εκ των Μητροπολιτών, αναφερόµενος ονοµαστί, ο οποίος «επί τριετίαν και πλέον καταγγελλόµενος δηµοσία ως

σοδοµίτης και κίναιδος, παθητικός, ενεργούµενος οµοφυλόφιλος… δεν είχε το στοιχειώδες ηθικόν σθένος ούτε να µηνύση τους

δηµοσίους κατηγόρους του, ούτε την ψυχικήν ανωτερότητα να παραιτηθή»’’ («Ελεύθερος Κόσµος», 30.4.66).

Ο χρονογράφος Π. Παλαιολόγος: «Κάθαρσι, λοιπόν, ζητά για όλα τούτα ο λαός. Προσωπικά, θα υποστήριζα τα οποιαδήποτε

αποφασιστικά µέτρα και θα τα χειροκροτούσα… Ακόµα διατάζει. Γιατί; Μεγάλο – µέγιστο είναι το πρόβληµα της κάθαρσης της

Εκκλησίας µας «από την κόπρον». Θάρρος, Χριστιανοί. Υψώστε το µαστίγιο, που πρώτος ύψωσεν ο Κύριος» (“ΒΗΜΑ”, 4.11.1965).

Ο χρονογράφος Δ. Ψαθάς έγραφε: «Για πρώτη φορά όλες µαζί οι εφηµερίδες, κεντρώες, δεξιές, αριστερές, συµφωνούν απόλυτα στην

αποδοκιµασία… και στην άµεση και κατεπείγουσα ανάγκη της κάθαρσης στην Εκκλησία. Με πόνο, αλλά και µε αηδία, όλος ο

θρησκευόµενος λαός αναπνέει επί χρόνια την κακοσµία που αναπέµπεται από την «κόπρο» που εµφωλεύει εις τους κόλπους της

Εκκλησίας µας… και µάταια περιµένει την κάθαρση. Αλλά αντί για κάθαρσι το κακό επιτείνεται, η κακοσµία, όλο φουντώνει και η

ελπίδα του καθαρµού γίνεται όνειρο ανέφικτο. Συµφεροντολογία, ρουσφετολογία, αηδεστάτη συναλλαγή, χρυσοθηρία, αυθαιρεσία,

ανηθικότητα και ασέλγεια είναι µερικά απ’ τα κοσµήµατα ενίων δεσποτάδων µας, που έχουν, ωστόσο, το θράσος µε τα λαµπρά αυτά

εφόδια να κυβερνούν τα ποίµνιά τους εν ονόµατι του Χριστού!» (“NEA”, 7/11/1965).

Η βραδινή καθηµερινή εφηµερίδα στο κύριο άρθρον έγραφε τα ακόλουθα: «Τοµαί χειρουργικαί απαιτούνται. Ανακαίνισις.

Αναµόρφωσις. Και βεβαίως οικονοµική µεταρρύθµισις, η οποία θα θέση τέρµα εις το σκάνδαλον π.χ. του να ανευρίσκωνται, έστω και

σπανίως, χιλιάδες τινες χρυσών λιρών εις τας επιθανατίους κλίνας ιεραρχών, οι οποίοι οφείλουν να διάγουν µετά λιτότητος και να

απέρχωνται του κόσµου τούτου καταλείποντες µόνον το τίµιον όνοµά των, την ανάµνησιν της ανιδιοτελείας, της θερµουργού

φιλαλληλίας, της αληθούς αγιότητος» («Βραδινή», 4.12.1965).

» Η Πολιτεία υπέχει εκ του νόµου και εκ των πραγµάτων µεγάλας ευθύνας δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος… Οφείλει συνεπώς η

Κυβέρνησις… να λάβη µε αποφασιστικότητα, χωρίς πάθος αλλά και χωρίς δισταγµόν, ριζικά µέτρα αναπτύξεως της Εκκλησίας, ώστε να

καταστή ικανή να εκπληρώση την αποστολήν της και να παύση οριστικώς και αµετακλήτως να σκανδαλίζη αντί να στηρίζη ψυχικώς και

πνευµατικώς τους πιστούς» («Ελευθερία», 21.11.1965).

Αυτό είναι ένα µέρος από το γενικό κλίµα που επικρατούσε την περίφηµη περίοδο του “αυτοδικαίως” κανονικού Αρχιεπισκόπου

Χρυσοστόµου Β΄ Χατζησταύρου. Δε σταµατούν όµως εδώ! Έχουµε και συνέχεια.

“Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΕΙΝΑΙ ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ”

Το κλίµα βαρύ, η ατµόσφαιρα θολή, το γόητρο της Εκκλησίας ξεπεσµένο, προκειµένου όµως οι “άγιοι” Πατέρες να “τακτοποιήσουν” τις

παράνοµες και αντικανονικές πράξεις τους, εφάρµοσαν την προτροπή του αρχαίου ποιητή Σιµωνίδη στο Σκόπα από τη Θεσσαλία:

«Ανάγκα και Θεοί πείθονται» (στην ανάγκη ακόµα και οι Θεοί υποχωρούν).

Ο µητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αµβρόσιος στη συνεδρίαση της Ιεραρχίας στις 22 Νοεµ. 1966 για τη “νοµιµοποίηση” των ανοµιών

ήταν καταπέλτης:

«Άγιοι αδελφοί και πατέρες: Καλούµεθα ν’ αποφανθώµεν επί του θέµατος της επικυρώσεως ή µη των προ ενός έτους, παρά πάντα

Νόµον και Κανόνα, κατά τρόπον πραξικοπηµατικόν, γενοµένων µεταθέσεων… εξέθεσεν το κύρος της Ιεραρχίας ενώπιον του

πανελληνίου. Εφώναξεν εις την διαπασών: Είµεθα σώµα κυρίαρχον. Ό,τι θέλοµεν, κάµνοµεν. Εις ηµάς η Κυβέρνησις και ο Βασιλεύς

πρέπει να υποτάσσονται… (απευθυνόµενος προς τον Αργολίδος που έγινε Πειραιώς).


» Πως δέχεται να τεθή υπό νέαν κρίσιν η εκλογή του; Αφού τον εξέλεξεν το Άγιον Πνεύµα – αµεταµέλητα δε τα χαρίσµατα του Θεού –

πώς δέχεται να εκλεγή εκ δευτέρου; Είναι ως να δέχεται να βαπτισθή εκ νέου. Ιδού η Ιεραρχία µεταβάλλεται εις κολυµβήθραν, δια να

βαπτισθή εκ νέου «Μητροπολίτης» Πειραιώς. Ούτω, θα έχη δύο βαπτίσεις, Μίαν περσινήν και µίαν εφετινήν. Εφ’ όσον η Βουλή τας εν

Πνεύµατι Αγίω, γενοµένας εκλογάς και µεταθέσεις, εκήρυξεν ακύρους, ως να µη εγένετο καν, πως δέχεται την δεινήν ταύτην ύβριν της

Βουλής κατά του Αγίου Πνεύµατος; Πως δε φρικιά; Πως οι τρίχες της γενειάδος και της κεφαλής του δεν ανορθώνονται…

» Το πραξικόπηµα έφερεν την Ιεραρχίαν εις δεινήν θέσιν… διέλθουµε τεταπεινωµένοι, υπό τας γέλωτας του πανελληνίου, κάτω από

καυδιανά δίκρανα, οι Νόµοι, τους οποίους εθέσπισαν – εν Πνεύµατι Αγίω – οι µεγάλοι πατέρες της Εκκλησίας, µας εκδικούνται. Οι

πατέρες ηγέρθησαν εκ του τάφου και µας καταδιώκουν απηνώς. Μας καταδιώκει δε και η οργή του λαού. Η δε οργή του λαού είναι

φωνή του Θεού… Αλλά θα µετανοήσουµεν; Ηµείς όµως οι επίσκοποι δυσκόλως µετανοούµεν…».

Δεν άργησαν όµως και πολύ! Μόλις τακτοποιήθηκαν οι παρανοµίες τους, χωρίς χρονοτριβή οι θιγόµενοι από την αποστρατία

µητροπολίται προσέφυγαν αµέσως στο Συµβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση του Νόµου ως αντισυνταγµατικό επικαλούµενη

τη διάκριση που έκανε ο Νόµος µεταξύ µητροπολιτών και αρχιεπισκόπου.

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Σ.τ.Ε) µε την υπ’ αριθ. 609-612/1966 απέρριψε την προσφυγή τους και έτσι αναγκάστηκαν οι

υπέργηροι µητροπολίται, 15 τον αριθµό, να αποχωρήσουν.

Ο σάλος δεν καταλάγιασε και µετά τη δικαστική απόφαση και την αποχώρηση των υπερηλίκων αρχιερέων, η πλειοψηφία της Ιεραρχίας

αρνήθη να εφαρµόσει το Νόµο και να κάνει καινούριες εκλογές µε την ελπίδα ότι θα κατορθώσει µε τις αλλαγές κυβερνήσεων λόγω της

ανωµαλίας που υπήρχε και έτσι θα µπορούσαν να καταργήσουν την επίµαχη διάταξη. Και για να χρονοτριβούν το θέµα, συνεδρίασαν,

χωρίς να συνεδριάζουν. Στην πρώτη συνεδρία 8/11/1966 αναβλήθηκε το θέµα. Στη δεύτερη η Ιεραρχία 22/11/1966 συζήτησαν µόνο για

τις µεταθέσεις των δύο µητροπολιτών και τις έκριναν ως “έγκυρες”. Στην τρίτη συνεδρία, ΜΑ΄ Ιεραρχία 10/12/1966 συζήτησαν µόνο για

το αν είναι αντισυνταγµατικές οι διατάξεις του Ν.Δ. 4589/1966. Στην τέταρτη συνεδρία 14/12/1966 συζήτησαν και αναγνώρισαν ότι

υπάρχουν κενές µητροπολιτικές έδρες. Η Πέµπτη 12/1/1967 που συνήλθε, το µόνο που αποφάσισε, ήταν να αναστείλουν τη σύγκληση της

Ιεραρχίας για τις 16/1/1967. Με τις συνεχείς αναβολές έχουµε την παρέµβαση του υπουργού Θρησκευµάτων Ιωάν. Θεοδωρακόπουλου

που ζητά επιτακτικά να γίνουν το αργότερο µέχρι τις 10 Απριλίου εκλογές για την πλήρωση κενών µητροπολιτικών εδρών.

Οι ηµέρες περνούσαν, οι δεσποτάδες δεν άκουγαν και τραβούσαν το δικό τους δρόµο, ώσπου κάποια στιγµή την έκτη φορά όρισαν νέα

ηµεροµηνία, την 11 η Μαΐου 1967. Τους πρόλαβε όµως η δικτατορία 21/4/67 και έτσι βρέθηκαν 15 µητροπόλεις κενές (Θεόκλ. Στράγκας,

Εκκλ. της Ελλάδος, Ιστορία εκ πηγών αψευδών, σ.σ. 4872-4882).

Σε αυτή την αντάρα, την αναµπουµπούλα και τη φωτιά των συγκρούσεων ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Β΄ πλησίαζε τα ενενήκοντα

χρόνια, δεν είχε την αντοχή να παρακολουθήσει τις εξελίξεις και να δαµάσει τα πάθη. Έσερνε βαριά τα βήµατά του, µη µπορώντας να

παρακολουθεί τις µυστικές συνεννοήσεις και να αντιδράει στις µεθοδεύσεις που επεξεργάζονταν. Έστεκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο

χωρίς να µπορεί να δει, αλλά ούτε και να ακούσει τον αναβρασµό που υπήρχε στο σώµα της Ιεραρχίας και στο πλήρωµα της Εκκλησίας.

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΕΣ

Στις 21 Απριλίου τα τανκς βγήκαν στους δρόµους και κατέλυσαν το δηµοκρατικό πολίτευµα της χώρας, ο πρώτος που συνεργάστηκε

µαζί τους ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος, διότι έσπευσε “αγαλλοµένω ποδί” στο Τατόι να ορκίσει τους δικτάτορες, το περιγράφει ως

εξής ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος: «Στις έξι το απόγευµα της 21 ης Απριλίου έγινε η ορκωµοσία της “κυβέρνησης”… Την ορκωµοσία ετέλεσε ο

Χρυσόστοµος, που όµως λόγω γήρατος αλλά και βαρηκοΐας, ούτε που είχε καταλάβει τι πραγµατικά είχε συµβεί. Έτσι, µετά το πέρας

της τελετής µοίραζε σε όλους συγχαρητήρια. Έγινα έξω φρενών, µε αποτέλεσµα να του φωνάξω ενώπιον όλων:

- Μα, ποιους συγχαίρετε, Μακαριώτατε; Πρόκειται για πραξικόπηµα και το έχουν κάνει αυτοί!» (Βασιλεύς Κωνσταντίνος, τόµος Β΄,

σελ. 255-256).

Και όχι µόνο αυτό: Την εποµένη ηµέρα (22-4-1967), συνεδρίασε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και αποφάσισαν να στείλουν και επείγον

συγχαρητήριο τηλεγράφηµα στην “Εθνική Κυβέρνηση” (!) “για µακροηµέρευση για παν έργον αγαθόν” (sic). κ. Μπούρδαλα, εδώ κάτι

συµβαίνει! Ή δεν ερευνήσατε, παρ’ ότι δηλώνετε ερευνητής, ή σας τα δώσανε και εσείς απλώς τα αντιγράψατε, διότι άλλη εξήγηση δεν

µπορεί να δοθεί. Γράφετε: «αποµακρύνεται ο “αυτοδικαίως” ο κανονικός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Β΄. Ο λόγος; Δεν ήταν

διατεθειµένος να τους κάνει “όλα τα χατίρια”». Τα γραφόµενά σας πρόδωσαν την επιστηµονική (ερευνητική) ανεπάρκεια. Μα, κύριε

ερευνητά, τι πιο µεγαλύτερο χατίρι µπορούσε να κάνει από το να ευλογήσει τη “στρατιωτική δικτατορία των συνταγµαταρχών τη

γνωστή χούντα”. Ίσως να µην είχε καταλάβει τι έκανε – όπως οµολογεί ο βασιλιάς – και ενώ το έκανε, παρατήρησε “ενώπιον όλων”, ο

Αρχιεπίσκοπος, επειδή δε θα τους έκανε “όλα τα χατίρια”, την εποµένη ηµέρα µε συνοδική απόφαση, εξύψωσε τη χούντα σε “Εθνική

Κυβέρνηση” και τους ευχήθηκαν “για µακροηµέρευση”, αυτό αν µη τι άλλο εντάσσεται στα πλαίσια της φαιδρότητας!.

Και όχι µόνο αυτό: Η δικτατορία επιβλήθηκε στις 21 Απριλίου 1967 και η “κανονική” Ιερά Σύνοδος λειτουργούσε για είκοσι συνεχείς

ηµέρες µέχρι στις 10 Μαΐου 1967. Αν δεν ήταν διατεθειµένος να µην τους κάνει “όλα τα χατίρια”, γιατί λειτουργούσε η Σύνοδος! Ενώ θα

έπρεπε να διαµαρτυρηθεί δηµόσια και να παραιτηθεί, η ενέργειά του και τα ισχυριζόµενά σας, κύριε ερευνητά, µάλλον έχουν άλλο

σκεπτικό και έτσι στις 11 του µήνα (που είναι και η ηµεροµηνία που θα πραγµατοποιούνταν οι εξ πολλάκις αναβολές της Ιεραρχίας)


δηµοσιεύεται ο Α.Ν. 3/1967 (ΦΕΚ 67 τ. Α΄/10-5-1967) που όριζε τη συγκρότηση “Αριστίνδην Σύνοδον” που συµπλήρωνε το Νοµοθετικό

Διάταγµα 4589/66 και το Β.Δ. 24/1/67 που καθόριζε τον τρόπο εκλογής τώρα και του Αρχιεπισκόπου.

Και όχι µόνο αυτό: Κάποιοι “κανονικοί” µητροπολίτες που πληροφορήθηκαν ότι θα οριστεί “Αριστίνδην Σύνοδος” προσπαθούσαν µε

“κανονικούς” τρόπους να εκµεταλλευτούν την κατάσταση και να συµµετέχουν και αυτοί στην “αντικανονική” Αριστίνδην!

Δεν έχουµε µόνο αυτό: Εσείς, κ. Μπούρδαλα, ένας ερευνητής, ο κ. Ανδρεόπουλος, ως βραβευµένος ιστορικός, σας διέφυγε της

προσοχής σας, τι έγραψε ο εκκλησιαστικός ιστορικός Αρχιµ. Θεόκλητος Στράγκας για το µποτιλιάρισµα µητροπολιτών της “Πρεσβυτέρας”

να διορισθούν στην αντικανονική “Αριστίνδην Σύνοδον”;

«… συγκλονίσασα τους εις την πλειοψηφούσαν Ιεραρχίαν ανήκοντας Μητροπολίτας, η είδησις (περί “Αριστίνδην Σύνοδον”) και έφερε

τούτους τεταραγµένους εις Αθήνας την Διακαινήσιµον εβδοµάδα, δικαιολογησάντας την εις Αθήνας κάθοδόν των ως υποχρέωσιν αυτών

να επισκεφθώσιν εις την κλίνην της ασθενείας του τον Προκαθήµενον Αρχιεπίσκοπον ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ, τινές τούτων, δια να ενεργήσωσι

δεόντως να διορισθώσι µέλη της Αριστίνδην Ι. Συνόδου ως επί παραδείγµατι Σπάρτης ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ (ως τέως στρατιωτικός), Δηµητριάδος

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (ως φίλος στρατηγού τινος), Γόρτυνος ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ (ως ιεράρχης πατρίδος Λαδά), Ηλείας ΓΕΡΜΑΝΟΣ (ως φίλος στρατηγού

τινος), Θεσσαλονίκης ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ (ως αγαπητός των ανακτόρων), Γρεβενών ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (ως έχων φίλον τον στρατοκράτην

Πατίλην) κ.ά., οίτινες εχρησιµοποίουν τα τηλέφωνα της Ι. Συνόδου ερωτώντες τας φιλίας αρµοδίους υπηρεσίας και πηγάς του Υπουργείου

Θρησκευµάτων “αν έγινε τίποτε και περιλαµβάνονται εις την ΑΡΙΣΤΙΝΔΗΝ Ι. Σύνοδον!” ή ηρώτων από τα ιδικά των τηλέφωνα τινάς των

συνοδικών υπαλλήλων Αρχιµανδρίτας Νικόλαον Καλορίζον, Θεόκλητον Στράγκαν και Κων/νον Αγριανίτην “αν έχωµεν πληροφορίαν τινά

περί συµµετοχής εις την καταρτιζοµένην Ι. Σύνοδον”».

(“Ιστορία εκ πηγών αψευδών, 18/7/1967”, σελ. 900).

Δεν έχουµε µόνο αυτό: Κύριε ερευνητά, σε αυτή την αντικανονική Αριστίνδην Σύνοδον ή όπως την ονοµάζετε ‘’επιλεγµένη και

διορισµένη 8µελής «επιτροπή των αρίστων»”, (λες και όλες οι Διαρκείς Ιερές Σύνοδοι κατέβαιναν ή ακόµα κατεβαίνουν από τον Ουρανό

και δεν είναι διορισµένες) στη δεύτερη και τρίτη περίοδο την αποτελούσαν τα 6-7 µέλη από τα 10 πρωτοκλασάτα γκεσέµια της λεγοµένης

“Πρεσβυτέρας Ιεραρχίας”, όπως ο πατριώτης σας µητροπολίτης Καλαβρύτων Γεώργιος, ο οποίος ήταν και αντιπρόεδρος της

αντικανονικής “Αριστίνδην Συνόδου”, όπως ο Ιωαννίνων Σεραφείµ Τίκας που ήταν Πρόεδρος της Μονίµου Επιτροπής επί του Τύπου (ή

πολιτικά: υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ) και Πρόεδρος του Συνοδικού Δικαστηρίου. Ο Κοζάνης Διονύσιος και ο Ζιχνών Νικόδηµος,

Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος επί της Θείας Λατρείας. Ο Φιλίππων Αλέξανδρος, Πρόεδρος επί του “Ποιµαντικού έργου”. Ο Ναυπάκτου, ο

Αιτωλίας, ο Δράµας, ο Κασσανδρίας, ο Κίτρους και µερικοί ακόµα. Με δικές τους αποφάσεις και υπογραφές έγιναν εκλογές

µητροπολιτών και συµµετείχαν ως συλλειτουργοί σε χειροτονίες, δηλαδή είναι σαν να µας λέτε ότι οι µητροπολίτες αυτοί που

υποτίθενται ότι είναι “εις τόπον και τύπον Χριστού”, περιέπαιζαν το Άγιο Πνεύµα!

Αυτός ήταν εν πολύ συντοµία ο «αποµακρυνθείς “αυτοδικαίως” κανονικός, που δε θα έκανε “όλα τα χατίρια” στη Χούντα

Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστοµος Β΄».

ΕΚΛΟΓΗ

ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΩΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ

«Αυτή η πρώτη διορισµένη 8µελής (Αριστίνδην Σύνοδος) “επιτροπή των αρίστων”, ψήφισε τον κοινό εκλεκτό της χούντας και του

παλατιού (23-5-1967) αρχιµανδρίτη Ιερώνυµο Κοτσώνη που ήταν τότε πρωθιερέας στα Ανάκτορα και καθηγητής στη Θεολογική Σχολή

του Α.Π.Θ. (δυστυχώς)». Γράφετε:

Κύριε Μπούρδαλα, τώρα κατάλαβα ότι είστε αδιάβαστος και είναι κρίµα ένα τέτοιο µεγάλο επιστηµονικό κεφάλαιο, όπως εσείς

(καθηγητής Φυσικοµαθηµατικός, Θεολόγος, Ερευνητής, Συνδικαλιστικό µέλος Α & Β ΕΛΜΕ, µέλος Π.Υ.Σ.Δ.Ε. Αχαΐας, µέλος σε

διάφορους πυρήνες, ιδρυτικό µέλος διαφόρων περιοδικών, αρθρογράφος σε εφηµερίδες και περιοδικά), να παρουσιάζεστε ως

αδιάβαστος και να δηµοσιεύετε πράγµατα και γεγονότα, όπως σας τα έδωσαν ή κάπου τα διαβάσατε, χωρίς καν να κάνετε τον κόπο να τα

διασταυρώσετε!

Τα γραφόµενά σας έχουν τόσα και τέτοια αναληθή ιστορικά γεγονότα που τροµάζουν και επιπλέον είναι τραγικό να καταφέρεστε µε

έναν ασυνήθιστο αήθη τρόπο (δυστυχώς) σε µια τεράστια πανεπιστηµιακή προσωπικότητα που αντίστοιχη δε νοµίζω ότι υπήρξε άλλη

στον αιώνα µας. Και αυτό µε ανάγκασε, ώστε µε πολύ κόπο και πόνο ψυχής να τα κάνω γνωστά σ’ εσάς και σε όσους έχουν

παραπληροφόρηση και εάν σας αγγίζουν – αυτό βέβαια προϋποθέτει αγαθή προαίρεση – να τα διορθώσετε, διότι η ιστορία είναι σκληρός

και αδυσώπητος µάρτυρας, έχει αποθηκευµένα τα γεγονότα µε ακρίβεια που ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας. Ο αρχαίος

τραγωδός Σοφοκλής (496-406) είπε: «Αλλ’ ουδέν έρπει ψεύδος εις γήρας χρόνου» (κανένα ψέµα δεν αντέχει στο χρόνο).

ΑΣ ΤΑ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΜΑΖΙ ΕΝΑ-ΕΝΑ.

α) Η διορισµένη 8µελής «επιτροπή των αρίστων», όπως επιτιµητικά τους επικαλείστε, πρέπει να γνωρίζετε – και ασφαλώς το

γνωρίζετε! – ότι όλοι οι Σύνοδοι – ονοµαζόµενοι – Διαρκής ή Αριστίνδην διορίζονται, η δε «επιτροπή των αρίστων» που τόσα επιτιµητικά

τους αποκαλείτε δεν ήταν οι άριστοι, ούτε οι δικτάτορες έψαξαν να βρουν τους άριστους, ούτε χειροτόνησαν κάποιους δικούς τους, ούτε

κάµφθηκαν από τους παρατρεχάµενους – µετά βαπτίστηκαν Δηµοκράτες – που βρέθηκαν αµέσως στην Αθήνα προσπαθώντας µε


γνωριµίες να µπούνε στην “αντικανονική” Αριστίνδην Σύνοδον. Αλλά προς τιµή των πραξικοπηµατιών που επιστράτευσαν τους οκτώ (8)

µητροπολίτας, οι οποίοι αντέδρασαν στο πραξικόπηµα του Νοεµβρίου 1965 και απεχώρησαν από τη συνεδρίαση και τότε ούτε µπορούσε

νους ανθρώπινος να σκεφτεί ότι, µετά από ενάµισι χρόνο, θα είχαµε δικτατορία και αυτούς επιστράτευσαν και αποτέλεσαν την πρώτη

“Αριστίνδην Σύνοδον”.

Αυτή είναι η αλήθεια κ. Μπούρδαλα και Σια!

β) Και “ψήφισαν τον εκλεκτό της χούντας και του παλατιού (23/5/1967) αρχιµ. Ιερώνυµο Κοτσώνη” γράφετε. Από πού εκπορεύετε

αυτήν την πληροφορία, κ. Μπούρδαλα; Διότι οι µαρτυρίες εκείνης της εποχής µας πληροφορούν τα αντίθετα. Ότι η χούντα ήθελε για

αρχιεπίσκοπο το δικό τους που ήταν ο Καστοριάς Δωρόθεος και µετά ως “αντιστασιακός” κατέλαβε την µητρόπολη Αττικής. Αυτή τη

µαρτυρία µας τη δίνουν ο εκκλησιαστικός ιστορικός αρχιµ. Θεόκλητος Στράγκας και ο καθηγητής Πανεπιστηµίου ,Ακαδηµαϊκός Μάρκος

Σιώτης που είχε διοριστεί χρόνια πριν από τη δικτατορία, για να παραβρίσκεται βασιλικός επίτροπος στις συνοδικές συνεδριάσεις και ο

οποίος ήταν παρόν στο περιστατικό µε τους τρεις πρωτεργάτες της δικτατορίας Παπαδόπουλο, Πατακό, Μακαρέζο. Επίσης έχουµε τη

µαρτυρία του Πατακού που σε συνέντευξή του σε καθηµερινή εφηµερίδα των Αθηνών να δηλώνει: «… Δεν θέλαµε Αρχιεπίσκοπο ένα

άγνωστο πρόσωπο, όπως ο Ιερώνυµος… Θέλαµε τον Δωρόθεο, Δεσπότη Καστοριάς…». Αυτές είναι γραφτές οµολογίες εκείνης της

εποχής, υπάρχουν όµως και προφορικές από αρκετά αξιόπιστα πρόσωπα.

Είναι άξιο προσοχής το σκεπτικό σας, κ. Μπούρδαλα, πως αποφαίνεστε ωσάν ‘’Προφήτης’’ ότι έγινε αρχιεπίσκοπος από το παλάτι,

επειδή ήταν πρωθιερέας στα ανάκτορα, ενώ αν διαβάσει κάποιος το βιβλίο “Βασιλεύς Κωνσταντίνος χωρίς τίτλο” (τόµος Β΄ εκδόσεις “ΤΟ

ΒΗΜΑ”, σελ. 255-271), το αντίθετο συµπέρασµα συνάγει, και “πού ήταν τότε – γράφετε – πρωθιερέας στα Ανάκτορα”. Δεν ήταν τότε,

αλλά υπήρξε πρωθιερέας πριν από 18 χρόνια, δηλαδή από τις 29 Σεπτεµβρίου του 1949 και βρέθηκε στα ανάκτορα, ενώ πήγαινε – όπως

γράφει ο ίδιος – για καθηγητής Πανεπιστηµίου, το δε περιστατικό το περιγράφει ο ίδιος στις προσωπικές του σηµειώσεις και για να το

γνωρίσει ο λαός πώς έγινε πρωθιερέας, ώστε να µην τον εµπαίζουν κάποιοι καλοθελητές παραπληροφοριοδότες. Γι’ αυτό θα

µεταφέρουµε ένα µικρό απόσπασµα:

Πώς είχε γίνει αυτό; «Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ επρόκειτο να συναντήση τον Δαµασκηνόν εις το Ξενοδοχείον Clarige όχι παρουσία του

Γεωργίου, αλλά παρόντος του Γεωργίου. Για να γίνη αυτό ο Τσώρτσιλ θα συνήντα τον Δαµασκηνόν εις ένα δωµάτιον του ξενοδοχείου

και ο Γεώργιος θα ευρίσκετο εις το διπλανόν δωµάτιον το οποίον θα εχωρίζετο από το πρώτον µόνον µε ένα παραπέτασµα, και µέσω

του οποίου ο Γεώργιος θα ηδύνατο να παρακολουθήση ολόκληρον τον διάλογον, άνευ γνώσεως του Δαµασκηνού. Ούτος, όταν

συνωµίλησε µε τον Τσώρτσιλ του είπε ‘’τα εξ αµάξης’’ εναντίον του Γεωργιου και συνέστησεν εις τον Άγγλον Πρωθυπουργόν να

φροντίση να µη κατέβη ο Γεώργιος εις την Ελλάδα, διότι θα προεκάλει καταστροφήν, δεδοµένου ότι ο λαός ήτο γενικώς όλος εναντίον

του.

Ο Γεώργιος τα είχεν ακούσει όλα αυτά και τα είχε κατόπιν διηγηθή και εις τον αδελφόν του, τον Παύλον.

Όταν ο Δαµασκηνός συνήντησε τον Γεώργιον, µη γνωρίζων ότι είχε ακούσει ολόκληρον την συνοµιλίαν, του είπε τα εντελώς αντίθετα

εκείνων, που είχεν ΕΙπεί εις τον Τσώρτσιλ. Δηλαδή πόσον είναι αγαπητός, µε πόσην αγωνίαν τον περιµένει ο ελληνικός λαός κλπ.

Το γεγονός τούτο έκαµε τον Γεώργιον, να σιχαθή τον Δαµασκηνόν και να τον αντιπαθήση τόσον ο Παύλος, όσον και η Φρειδερίκη.

Την 1 η Απριλίου 1949 ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ πέθανε. Η Βασιλική Οικογένεια δεν κάλεσε τον αρχιεπ. Δαµασκηνό να διαβάση

τρισάγιο, αλλά παρακάλεσαν να πάει ο αρχιεπ. Χρύσανθος που αρνήθηκε να ορκίσει την Γερµανοδοσύλογη Τσολάκογλου.

Ο Χρύσανθος εκάλεσε και εµέ εις το ‘’Τρισάγιον’’ αυτό. Και όταν κατόπιν ο Βασιλεύς Παύλος σκοπεύοντας να ξαναφέρη το

Ορθόδοξον καθεστώς της Όλγας, της γιαγιάς του, εζήτησεν ένα µορφωµένον κληρικόν, εκείνος συνέστησεν εµέ. Και ήµην τότε

ελεύθερος, εργαζόµενος µόνον εθελοντικώς» (“ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ”, Ο ΑΡΧΙΕΠ. ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΩΝ ΟΡΑΜΑΤΙΣΜΩΝ, σελ. 29).

Εκτός πολλών άλλων ότι, δηλαδή έγινε αρχιεπίσκοπος από το παλάτι, αν δεν είναι αστείο, καταντάει γελοιότητα σε νοήµονες

ανθρώπους, πώς είναι δυνατόν να υπήρχε τέτοια πρόταση του παλατιού, αφού είναι γνωστό ότι είχαν κόντρα µε τους δικτάτορες και αυτό

φάνηκε σχεδόν αµέσως µε τη βασιλική κίνηση ανατροπής των.

Με προξένησε ανήκουστη έκπληξη εσείς, ένας “καθηγητής” να µέµφεστε έναν πανεπιστηµιακό καθηγητή κολοσσό που εκείνη την

εποχή για να φορέσεις την τήβεννο, έπρεπε να περάσεις από πολύ λεπτή κρησάρα. Για έναν καθηγητή που στο ενεργητικό του είχε 59

δικά του συγγράµµατα, θεολογικά, επιστηµονικά, κοινωνικά, 20 µεταφράσεις, πάνω από δύο χιλιάδες (2.000) δηµοσιευµένα άρθρα σε

εφηµερίδες, περιοδικά ως και 40 συµµετοχές σε εγκυκλοπαίδειες. Σε εποχές µάλιστα που για πληροφορίες και πηγές, έπρεπε να σκάβεις

στις βιβλιοθήκες του κόσµου, για να τις βρεις, ο κόπος ήταν δυσβάστακτος και οι δαπάνες οδυνηρές!

Έχετε να µας δείξετε, κ. Μπούρδαλα, έναν τοιούτον έστω του 50% του διαµετρήµατος Ιερωνύµου;

Δεν είναι µόνο τούτα! Αλλά προχωρώντας συναντάµε τον Ιερώνυµο το 1939 µε την επιστροφή του από τις µεταπτυχιακές σπουδές σε

Γερµανία και Αγγλία, να είναι διορισµένος διάκονος ών, γραµµατέας της Ιεράς Συνόδου, παράλληλα και διευθυντής του περιοδικού

“Εκκλησία”. Με την έναρξη του πολέµου ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος του ανέθεσε πολύ βαριά φορτία. Δηλαδή! Ίδρυσε την Οργάνωση

“Πρόνοια του Στρατιώτου”, για να καλύψουν ανάγκες του στρατιώτη που µάχονταν στο µέτωπο. Οργάνωσε ειδικό τµήµα “Συντροφιά του

Αγωνιστή”, που εκτύπωνε περί τις 75.000 αντίτυπα µε τίτλο «Ένα γράµµα προς τους στρατιώτας µας», µέσα πάντα υπήρχε και µια


εικόνα της Παναγίας µε υπογραφή του Αρχιεπισκόπου, τα οποία διοχέτευαν στο µέτωπο, προς ευλογία και εµψύχωση των αγωνιστών.

Προχώρησε στην οργάνωση “Ενίσχυσις της Οικογένειας του Αγωνιστού” που προσέτρεχαν σε οικογένειες στρατευµένων, οι οποίες είχαν

ανάγκη. Μετά τον πόλεµο µετατράπηκε σε “Γραφείον Εξυπηρετήσεως Αναπήρων και Τραυµατιών πολέµου”. Εκείνο που σε

καταλαµβάνει δέος, είναι η έκθεση πεπραγµένων που έστειλε προς τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και δείχνει µια εικόνα µε το τεράστιο

έργο που είχε ανασκουµπωθεί και αναλάβει ένας απλός διάκονος. Εκεί βρήκαµε τη µεγάλη προσπάθεια που ξεκίνησε στις 17 Νοεµβρίου

1940 να ιδρύσει την ιεραποστολική κίνηση “πρόνοια στρατευοµένων” µε 170 παραρτήµατα στο λεκανοπέδιο και µε πάνω από 2.000

εθελόντριες κυρίες και δεσποινίδες κατανεµηµένες ανάλογα που γύριζαν οληµερίς σε 50 χιλ. οικογένειες στρατευµένων, τις οποίες

επισκέπτονταν συχνά και τις βοηθούσαν σε πάσης φύσεως ανάγκες. Ως και την εθελοντική συνεργασία µε γιατρούς για παροχή ιατρικής

και φαρµακευτικής βοήθειας στις οικογένειες των στρατευοµένων και αρκετά ακόµα.

Μετά την αποµάκρυνση του Αρχιεπ. Χρυσάνθου από τη γερµανόδουλη κυβέρνηση Τσολάκογλου ο νέος αρχιεπ. Δαµασκηνός δε θέλησε

να συνεχίσει το έργο της αλληλεγγύης. Ο π. Ιερώνυµος βρέθηκε να είναι ένας απλός εφηµέριος στο Νοσοκοµείο “Ευαγγελισµός”, εδώ

λειτουργούσε, εξοµολογούσε και παρηγορούσε δεκάδες καθηµερινά.

Ήταν 20 Μαΐου του 1949, όταν πέθανε ξαφνικά ο Αρχιεπ. Δαµασκηνός και στις 4 Ιουνίου έχουµε την εκλογή του Σπυρίδωνα Βλάχου τον

από Ιωαννίνων ως αρχιεπίσκοπο µε ψήφους 42 από τους 56 ψηφίσαντες.

Την ηµέρα της ενθρόνισής του (9 Ιουνίου 1949) µέσα από πλήθος που περνούσαν να πάρουν την ευχή του, διέκρινε τον Ιερώνυµο και

την ώρα που έφθασε, να φιλήσει το χέρι και να πάρει την ευχή του, του είπε:

- Ιερώνυµε, θέλω τη συµβολή σου και τη συµβουλή σου (υπάρχει ολόκληρος διάλογος, λόγω χώρου και χρόνου τα παραλείπω).

Τις επόµενες ηµέρες του παραχώρησε το κανάλι της ενεργοποίησης, αναλαµβάνοντας τη µεγάλη εξόρµηση για το “δέµα του

επαναπατρισµού”, που θα περιείχε ρούχα, τρόφιµα και οικιακά σκεύη, για να προσφερθούν στους ξεριζωµένους λόγω του εµφυλίου.

Μετά από µια καλή προεργασία ξεκίνησε η εξόρµηση µε αφετηρία την 30 η Οκτωβρίου 1949. Οι εθελοντές και οι 35.000 µαθηταί και

µαθήτριαι των κατηχητικών “όργωσαν” την Αθήνα! Τα αποτελέσµατα θεαµατικά, µέσα σε µια ηµέρα συγκεντρώθηκαν 240.000 δέµατα.

Οι σκηνές που εξελίχθηκαν µε τη διανοµή των δεµάτων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος είναι συγκλονιστικές. Υπάρχουν δεκάδες

µαρτυρίες καταγεγραµµένες, όµως εµείς για χώρο και χρόνο και για την ιστορία θα αναφερθούµε σε µία που έγινε σε χωριό της Ηπείρου

που ο προσφέρων το δέµα είχε µέσα ένα σεβαστό χρηµατικό ποσό και ένα σηµείωµα µε τη διεύθυνσή του και έγραφε:

«Οποιοσδήποτε λάβη αυτό το δέµα έστω και αν το πάρη στο Δηµοπρατήριον, ας µου στείλη το σηµείωµα αυτό, και θα του δώσω και

άλλα τόσα χρήµατα, από αυτά που ηύρε µέσα εις την τσέπην του σακκακιού µου. Αν το δέµα δεν φθάση στον προορισµό του, τότε

σηµαίνει ότι και η Εκκλησία είναι το ίδιο, όπως και οι άλλοι. Αν, όµως, το δέµα παραδοθή σε συµµοριόπληκτο χωριάτη, τότε εγώ έχω

ηττηθή. Ενίκησε η Εκκλησία».

Ο δωρητής του δέµατος ήταν ένα από τα δραστήρια συνδικαλιστικά στελέχη του Κοµµουνιστικού κόµµατος και πιθανόν να ήθελε να

δοκιµάσει την αξιοπιστία της Εκκλησιαστικής προσπάθειας. Και εδώ, “ΕΝΙΚΗΣΕ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ”.

Δύο µήνες νωρίτερα (1 η Σεπτ. 1949) του ήρθε αναπάντεχα ο διορισµός του από τον Αρχιεπ. Σπυρίδωνα ότι αναλαµβάνει τα καθήκοντα

του Πρωθιερέα στα Βασιλικά Ανάκτορα, τον δέχθηκε αθόρυβα, χωρίς να αποβλέπει σε κάτι και χωρίς βέβαια να µειωθούν οι

δραστηριότητές του.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει η πρώτη µεγάλη προσπάθεια και ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων στις 10 Σεπτεµβρίου του 1950 τον επιστρατεύει

σε µια δεύτερη σταυροφορία.

«… δια την επίλυσιν του ζωτικωτάτου δια την όλην υπόσταση του Έθνους µας προβλήµατος, της ανεγέρσεως ή επισκευής των εκ της

κατοχής και της ανταρσίας καταστραφέντων ή υποστάντων ζηµίες Ιερών Ναών της Ελλάδος…».

Ένα έργο τεράστιο και επίπονο και πολύ δαπανηρό. Ο π. Ιερώνυµος κάθισε, το σχεδίασε και το παρουσίασε στην επιτροπή και στη

συνέχεια στον Αρχιεπίσκοπο. Το σχέδιο εγκρίθηκε και στις 4 Απριλίου 1951 έγινε η εξόρµηση µε έναν έρανο σε πανελλήνια κλίµακα. Τα

αποτελέσµατα καλά, όχι όµως αρκετά για τις ανάγκες. Τότε αποφάσισε να ταξιδεύσει στην Αµερική και εκεί µε διαφωτιστικές οµιλίες να

συνεγείρει το πατριωτικό φιλότιµο για τον ιερό σκοπό της ανοικοδόµησης ναών.

Μαζί του πήρε και τον κ. Ασηµακόπουλο, διευθύνοντα Σύµβουλο της Εθνικής Εταιρείας Διαφωτίσεως, φθάνοντας συνάντησαν µια

εχθρική στάση απέναντί τους από την Αρχιεπισκοπή και από την Ελληνική Πρεσβεία – έγραφε ως την έκθεσή του:

«… Είχοµεν υποστή ηθικήν ταλαιπωρίαν και κακοµεταχείρησιν εκ της πρεσβείας… παρέστησεν ηµάς εις το Στέητ Ντιπάρτµεντ ως

απατεώνες, επειδή τάχα… δεν είχοµεν επίσηµον εκ µέρους των ανακτόρων αποστολήν». Ο κ. Ασηµακόπουλος απογοητευµένος στις 3

Ιουνίου 1951 γύρισε στην Ελλάδα. Ο π. Ιερώνυµος στύλωσε τα πόδια και αρνήθηκε να γυρίσει και άρχισε αµέσως επισκέψεις σε

οργανισµούς, φορείς και το συγκλονιστικό είναι, που όπου περνούσε, δρόµους, σταθµούς συγκοινωνίας, πλατείες σταµατούσε και

µιλούσε για το ελληνικό πρόβληµα. Στην έκθεσή του από 30 σελίδες διαβάζοντας συγκλονίζεσαι για την αντιµετώπιση των Ελληνικών

Εκκλησιαστικών και Πολιτικών παραγόντων, και την ολόθερµη αγάπη των απλών οµογενών και ξένων ατόµων και παραγόντων σε

διάφορους οργανισµούς, επιχειρήσεις και µέσων ενηµέρωσης.


Μακαριώτατε – γράφει ο ίδιος στην έκθεσή του – «θεωρούµεν υποχρέωσίν µας, όπως διαδηλώσωµεν την βαθυτάτην υµών συγκίνησιν

δια την θερµοτάτην υποδοχήν, την οποίαν εν αντιθέσει προς τας αρµοδίας Ελληνικάς Αρχάς επεφύλασσεν εις ηµάς ο εν Αµερική

Ελληνισµός. Καίτοι εκ λόγων αβρότητος προς την Αρχιεπισκοπήν, ουδεµίαν πρόσκλησιν των Ελληνικών Κοινοτήτων εδέχθηµεν, εν τούτοις

πολλαχόθεν και εκ προσώπων εντελώς αγνώστων ελάβοµεν δείγµατα της φιλοξένου διαθέσεώς των και της αγάπης των. Πολλάκις, είτε

καθ’ οδόν, είτε εντός των σιδηροδρόµων και των άλλων µέσων της συγκοινωνίας απηύθυναν εις ηµάς τον λόγον οµογενείς, άγνωστοι εις

ηµάς, µη γνωρίζοντες και αυτοί προς ποίους ωµίλουν, επί µόνη τη θέα του σχήµατος του Έλληνος Ορθοδόξου Κληρικού, παρακαλούντες

ηµάς, ίνα τους επισκεφθώµεν εις τον τόπον της διαµονής των και φιλοξενηθώµεν υπ’ αυτών…».

Τι απέδωσε αυτή η µαρτυρική προσπάθεια του π. Ιερωνύµου! Δέστε συκοφάντες και ψευδολόγοι (Μπούρδαλα, Ανδρεόπουλοι,

δέσποτα Νανάκη & Σια), αυτός είναι ένας απολογισµός ψυχρολουσίας:

Επισκευάστηκαν 774 ναοί µε µικρές ή µεγάλες ζηµιές που είχαν υποστεί.

Χτίστηκαν 300 από τα θεµέλια.

Τελείωσαν 213 που οι επισκευάς είχαν ξεκινήσει αλλά για οικονοµικούς λόγους σταµάτησαν και παρέµειναν σε εκκρεµότητα για την

δεύτερη φάση 378 Ναοί.

Αυτή είναι η αλήθεια κ. Μπούρδαλα & Σια.

Δεν τελειώσαµε εδώ, έχουµε και συνέχεια κ. παραπληροφοριτές:

Είχε ξεκινήσει δειλά-δειλά η εξέγερση στην Κύπρο, είχε ιδρυθεί η Πανελλήνια Επιτροπή Ένωσης της Κύπρου και στην Ελλάδα. Την

προσπάθεια αυτή της Προεδρίας ανέλαβε ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων που αυτός µε έγγραφό του επιστράτευσε τον π. Ιερώνυµο ως γενικό

γραµµατέα της Ένωσης, δίδοντάς του την κεντρική ευθύνη και υπευθυνότητα να ετοιµάσει υλικό, να προγραµµατίσει διαφωτιστικές

εκδηλώσεις. Να µεταφράσει ειδική ύλη και να την κοινοποιήσει σε διεθνείς Οργανισµούς και Οργανώσεις, ώστε το αίτηµα της Κύπρου για

λευτεριά να φτάσει στα πέρατα του κόσµου.

Η Αγγλία άρχισε να αντιδρά µε διαφόρους τρόπους και αγωνίζονταν µε πείσµα να θάψει το θέµα. Η ελληνική κυβέρνηση έκανε τα

πάντα να το φρενάρει και προσπαθούσε να κάµψει τη δραστηριότητα της Εκκλησίας. Η καλή οργάνωση του αγώνα, η αποφασιστικότητα

της επιτροπής και η ορµητικότητα του λαού που δεν έκοβε στροφές, αλλά προχωρούσε, έσπρωξε τη διεθνή διπλωµατία πέρα από

µικρόπνοους υπολογισµούς να πάρουν θέση, αρκετοί παράγοντες και να φέρουν το πρόβληµα στις πρώτες γραµµές της επικαιρότητας.

Έξι χρόνια αγώνα και µπροστάρης σε µια Αγγλική Αυτοκρατορία ο π. Ιερώνυµος. Εδώ γνωρίστηκε και µε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο που

λίγο αργότερα τον πίεζε, για να αναλάβει επισκοπικό θρόνο στην Κύπρο.

Στο τρίτο δεκαήµερο του Μαρτίου (’21) 1956 έχουµε σηµαντική αλλαγή. Ο δυναµικός και άφοβος αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων πέθανε. Η

αλλαγή που έγινε στις 29 Μαρτίου µε την εκλογή του από Λαρίσης Δωροθέου Κοτταρά (µασόνου) ήρθε ραγδαία µεταβολή στην όλη

εκκλησιαστική αγωνιστική πρωτοβουλία.

Ο π. Ιερώνυµος υπέβαλε την παραίτησή του, οι ευχαριστίες για την προσφορά του ήταν πολλές, θα καταχωρήσουµε ένα µικρό µόνο

απόσπασµα από την “ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΝΩΣΕΩΣ ΚΥΠΡΟΥ”.

Πανοσιολογιώτατε,

Λύπην βαθυτάτην επροξένησεν εις ηµάς η αποχώρησις Υµών εκ της «Πανελληνίου Επιτροπής Ενώσεως Κύπρου», εις την οποίαν

προσεφέρατε ανυπολογίστους υπηρεσίας ως Γενικός Γραµµατεύς ταύτης επί εξαετίαν.

Η περίοδος αύτη θα παραµείνη αληθώς ιστορική, δεδοµένου ότι κατ’ αυτήν, κατωρθώθη ώστε το Κυπριακόν Ζήτηµα, εκ του

µηδενός, να γίνη συνείδησις ολοκλήρου του Ελληνικού Λαού, πλέον δε τούτου να γίνη συµπαθές και εις αξιόλογον ποσοστόν παρά τη

Παγκοσµίω Κοινή γνώµη.

Πάντα ταύτα επετεύχθησαν εντός του µικρού σχετικώς χρονικού διαστήµατος υπό την πεφωτισµένην αιγίδα του Προκαθηµένου της

Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κυρού ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ και χάρις εις την αυταπάρνησιν τούτου και τας αόκνους ενεργείας Υµών. Η εις το

µέγιστον δυνατόν ανώτατον όριον εργατικότης και εν γένει δραστηριότης και διορατικότης της Υµετέρας Πανοσιολογιότητος,

απέδωσαν πλουσίους καρπούς επιτυχών χειρισµών εις λίαν δυσχερείς στιγµάς υφ’ άς διήλθε το Κυπριακόν ζήτηµα κατά την περίοδον

ταύτην.

Αυτή είναι η αλήθεια, κ. Μπούρδαλα, και δεν είναι µόνο αυτά που εσείς και κάποιοι µασονοχριστιανούµενοι τον συκοφαντείτε. Αλλά!

Για χρόνια άνθρωποι που γνώριζαν τα εκκλησιαστικά πράγµατα, πίεζαν τον Ιερώνυµο να επισκοπηθεί. Ο ίδιος αρνούνταν τέτοιες

σκέψεις και προτάσεις δίχως καν να το συζητήσει. Υπάρχουν αρκετές τέτοιες σκέψεις και προτάσεις δίχως καν να το συζητήσει. Υπάρχουν

αρκετές τέτοιες γραπτές αναφορές που πραγµατικά σε συγκλονίζουν. Αρνήθηκε ακόµα και για την Αρχιεπισκοπή Αµερικής.

Θα αναφερθώ σε αποσπάσµατα δύο επιστολών και ένα σχόλιο που δηµοσιεύθηκαν στον ηµερήσιο τύπο µεγάλης κυκλοφορίας. Την

πρώτη τη γράφει όχι φίλος του, αλλά δεινός πολέµιός του. Αλλά όµως η αλήθεια είναι αλήθεια! Έγραφε:

Α΄ Επιστολή


«Το “Έθνος”, ιδιαιτέρως ασχοληθέν µε τα θέµατα της Ιεραρχίας και την εν γένει εκκλησιαστικήν µας κατάστασιν, ηρεύνησε και την

υπόθεσιν ταύτην και δύναται, σήµερον, µετά πάσης βεβαιότητος, να παρουσιάση την κυρίαν αιτίαν, διότι πιθανόν να υπάρχουν και

δευτερεύουσαι.

» Ως εφηµέριος εις τα Ανάκτορα υπηρετεί από ετών ο αρχιµανδρίτης Ιερώνυµος Κοτσώνης. Πρόκειται περί κληρικού µε άψογον

ήθος, µε πλουσίαν κοινωνικήν δράσιν και µε µόρφωσιν, πράγµατι, σπανίαν. Αρκεί να αναφερθή, ότι έχει συγγράψει 49 επιστηµονικά

έργα. Μετά τον θάνατον του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος είχε διαδοθή µετ’ επιτάσεως, ότι εφέρετο ο κ. Κοτσώνης ως µέλλων

Αρχιεπίσκοπος. Ο ίδιος, όµως, ουδεµίαν σχέσιν είχε µε τας διαδόσεις αυτάς. Σηµειωτέον µάλιστα ότι ούτε καν επιθυµίαν δι’

υποψηφιότητα επισκόπου είχεν εκδηλώσει.

» Γεγονός είναι, ότι πάντοτε επιέζετο από διαφόρους φίλους του ιεράρχας και λαϊκούς να δεχθή, να υποβάλη τα χαρτιά του δια να

εγγραφή εις τους καταλόγους των εκλογίµων επισκόπων και ηρνείτο επιµόνως.

» Προκειµένου, όµως, να εγγραφή ένας αρχιµανδρίτης εις τους πίνακας των εκλογίµων επισκόπων, ερωτάται ολόκληρος η Ιεραρχία.

Το ίδιο έγινε και εις την προκειµένην περίπτωσιν. Και η Ιεραρχία απήντησε δια ψήφων 56 υπέρ και 3 κατά. Ακολούθως, το θέµα ήλθεν

εις την διοικούσαν Σύνοδον, η οποία επεβάλλετο ν’ αποφασίση αν τελικώς να ανεγράφετο εις τον πίνακα των υποψηφίων, δε την

µυστικήν, µεταξύ δώδεκα µόνον µητροπολιτών, έλαβεν έξ αρνητικάς ψήφους. Συνεπώς, πρέπει τρεις εκ των Ιεραρχών που

σνυπογράφως εψήφισαν καταφατικώς, εις την διαρκή σύνοδον να ηρνήθησαν την ψήφον των!

» Με την πράξιν αυτήν της Ιεράς Συνόδου τον Σεπτέµβριον του 1958 αποδεικνύεται, ότι ο εν λόγω αρχιµανδρίτης θεωρείται

κατάλληλος από την Ιεραρχίαν, από το σύνολον δηλ. των Ιεραρχών, αλλ’ ακατάλληλος από µερικούς ιεράρχας της Διαρκούς Συνόδου.

» Επιστολήν σχετικήν επί του ιδίου θέµατος µας απέστειλεν η Ορθόδοξη Χριστιανική Εταιρεία Λαϊκών Θεολόγων, η οποία µεταξύ

άλλων γράφει:

» “Δεν φρονούν οι καταψηφίσαντες ιεράρχαι, ότι κατόπιν των ου τυχαίων προσόντων του π. Ιερωνύµου, όχι µόνον ερράπισαν την

Αρετήν, την Μόρφωσιν και την δικαιοσύνη, αλλά και συµπεριεφέρθησαν έναντι του αισθήµατος της Κοινής Γνώµης και του Βασιλικού

Οίκου µε περιφρόνησιν;… Η περίπτωσις της ψηφοφορίας ταύτης της απελθούσης Συνόδου θα µείνη εις την Ιστορίαν ως ένδειξις της

καταπτώσεως των εκκλησιαστικών µας ηθών. Ασχέτως αν η διάδοχος Ι. Σύνοδος αποκαταστήση το ποδοπατηθέν δίκαιον”».

(“ΕΘΝΟΣ”, Σπύρος Αλεξίου, 17/11/1958).

Β΄ Επιστολή

«Κύριε Διευθυντά,

Καθήκον µου, έστω και κάπως καθυστερηµένως, να σας καταστήσω γνωστόν ένα γεγονός, το οποίον γνωρίζω εξ ιδίας αντιλήψεως

και το οποίον είναι χαρακτηριστικόν και του ήθους του κ. Κοτσώνη και των ανωτέρων αρχών, υπό τας οποίας εµφορείται… ήµην

Υπουργός της Παιδείας και επρόκειτο να συµπληρωθή η µητροπολιτική έδρα της ιδιαιτέρως µου πατρίδος Χίου. Επειδή ήθελα η

µητρόπολις Χίου να αποκτήση ένα καλόν ποιµενάρχην, είχον δε πληροφορίας, ότι ο κ. Κοτσώνης δεν επεδίωκεν ουδεµίαν προαγωγήν,

τον εκάλεσα εις το σπίτι µου και τον παρεκάλεσα να δεχθή να γίνη µητροπολίτης Χίου. Ο κ. Κοτσώνης όµως ηρνήθη όταν δε επέµεινα

ότι ήτο καθήκον του να προσφέρη τας υπηρεσίας του ως αρχιερεύς µοι απήντησεν ότι κατά την γνώµην του η Εκκλησία έχει

περισσοτέραν ανάγκην από στρατιώτας και δι’ αυτό προτιµά να παραµείνη εις τον βαθµόν του πρεσβυτέρου».

Μετά τιµής

ΚΩΝΣΤ. Ι. ΑΜΑΝΤΟΣ

Καθηγητής Πανεπιστηµίου Αθηνών

Πρώην υπουργός Παιδείας

(“ΒΗΜΑ”, 28 η Μαρτίου 1958)

Και σχόλιο:

«Ο Άρχων του Κόσµου τούτου φαίνεται θριαµβεύων και γελά σαρδονίως δια τον θρίαµβόν του… Το Δωροθεϊκόν συγκρότηµα

συµµαχήσον µυστικώς…

Ώ δύστηνος Εκκλησίας µας! Εις ποίας χείρας έχεις πέσει!!

Ο ιστορικός του µέλλοντος, που θα ερευνήση δια να κατανοήση την περίπτωσιν και το φαινόµενον του π. Ιερωνύµου, θα αδυνατή να

ερµηνεύση πως κατά την συνεδρίασιν της Ι. Συνόδου της 20 ης Σεπτεµβρίου 1958 ενεγράφησαν εις τον κατάλογον των προς αρχιερατείαν

εκλογίµων δέκα αρχιµανδρίται και κατά την αυτήν συνεδρίαν αυτής απερρίφθη η εγγραφή εις τον ίδιον κατάλογον του Αρχιµ. κ.

Ιερωνύµου Κοτσώνη. Δια να διευκολύνωµεν τον ιστορικόν του µέλλοντος, του λέγοµεν χωρίς φόβον και χωρίς πάθος ότι η Ι. Σύνοδος της

103 ης συνοδικής περιόδου (1957-1958) απέρριψε την δια τον βαθµόν του επισκόπου υποψηφιότητα του κατά πάντα λαµπρού τούτου

Κληρικού, ορµωµένη από βιώµατα φθόνου και φόβου. Φθόνου µεν… έχουν ανάλογον και σχετικήν επαλήθευσιν οι στίχοι του λαϊκού

στιχουργού των καλάνδων των Χριστουγέννων.

» Δια Χριστόν ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης, αµέσως εταράχθηκε κι έγινε θηριώδης. Ότι πολλά φοβήθηκε δια την βασιλείαν µη του

την πάρη ο Χριστός και χάση την αξίαν…


» Η περίπτωσις της ψηφοφορίας ταύτης της Ι. Συνόδου της 103 ης συνοδικής περιόδου, θα µείνη εις την ιστορίαν της Εκκλησίας µας ως

ένδειξις της βαθείας καταπτώσεως των εκκλησιαστικών µας ηθών…».

ΑΝΔΡ. Ι. ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ

Υπάρχουν – κ. Μπούρδαλα, Ανδρεόπουλε, Νανάκη, Κονιδάρη, Θεοδωρόπουλε… – δεκάδες, εκατοντάδες δηµοσιεύµατα πριν 50-70

χρόνια που δείχνουν ποιος ήταν ο ιερέας Ιερώνυµος Κοτσώνης και τότε δε βγήκε ουδείς να τα διαψεύσει. Αλλά και ο ίδιος δε διανοήθηκε

ποτέ να επικαλεστεί το αλάθητο, το µαρτυρούν η µετέπειτα ζωή του, τα γραπτά αποθησαυρίσµατά του, το ηµερολόγιό του µέσα στο

οποίο µε αυστηρότητα καταγράφει τις αδυναµίες του, έως τη δηµόσια διαθήκη του, µέσα από την οποία ζητάει συγνώµη από όλους

εκείνους που λύπησε και τυχόν αδίκησε.

Η επόµενη γενιά που θα ακολουθήσει, που δεν θα είναι επηρεασµένη από µασονικούς κύκλους και µε µια λαχτάρα να φωτογραφηθεί

µε ένα βραβείο που είναι στηριγµένο πάνω στο ψέµα και θα βρεθεί µπροστά στην περίοδο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος Κοτσώνης εδώ, σε

δύο πράγµατα θα σταθεί µπροστά µε δέος.

Το πρώτο που πρέπει να είναι ίσως και το µοναδικό σε όλη την δισχιλιετή παρουσία της Εκκλησίας µας. Είναι, όταν κάποια ηµέρα ο

πρώην αρχιεπίσκοπος Ιερώνυµος πριν το ηλιοβασίλεµα, πήρε το γεροντικό µπαστούνι, χωρίς αρχιεπισκοπικά διακριτικά, αλλά ως ένας

απλός µοναχός, κατευθύνθηκε στα λεωφορεία της γραµµής µε σκοπό, να επισκεφθεί ένα-ένα τους επισκόπους που στην περίοδο της

αρχιεπισκοπίας του τον πολέµησαν και τον λύπησαν, χωρίς να θυµηθεί τα περασµένα και ούτε να διατυπώσει κάποιο παράπονο, αλλά

αυτός να ζητήσει συγνώµην, εάν τους στεναχώρησε ή τους λύπησε κάποια στιγµή άθελά του. Μια συγχώρηση, αδελφό προς αδελφό και

σαν λειτουργός προς ένα λειτουργό του Θεού.

Ένας σταθµός ήταν η Φλώρινα. Ο επίσκοπος Φλώρινας σήµανε συναγερµό, χτύπησε τις καµπάνες και κάλεσε το λαό στο µητροπολιτικό

Ναό. Εδώ τον υποδέχθηκαν ψάλλοντας δοξολογία: «Και ενώπιον πυκνού εκκλησιάσµατος – τα περιγράφει ο ίδιος ο άγιος Φλωρίνης –

του ζήτησα συγνώµην δια την πικρίαν που του επροξένησα µε τον έλεγχόν µου. Έκλαιεν αυτός, έκλαιον και εγώ. Ήτο µία από τας πλέον

συγκινητικάς ηµέρας της ζωής µου».

Ο Φλωρίνης π. Αυγουστίνος, για να δείξει τη ζηµία που έκανε και από την άλλη για την ανεξικακία του π. Ιερωνύµου, έγραψε: «Είναι δε

προς τιµήν του ότι, ενώ αι διαφωνίαι µας – ακόµα και δικαστικές – εχρονολογούντο και προ της αναδείξεως του εις αρχιεπίσκοπον, εν

τούτοις δεν εµνησικάκισεν, αλλ’ ως αρχιεπίσκοπος µε επρότεινε δι’ επίσκοπον της ακριτικής περιφερείας Φλωρίνης».

Άλλος σταθµός υπήρξε η Κόρινθος. Εδώ ο επίσκοπος ήταν ο πιο δεινός πολέµιος του π. Ιερωνύµου. Είχε τάξει τον εαυτόν του, όπως

έλεγε ο ίδιος ότι θα πωλήσει δύο διαµερίσµατα από τα πολλά που είχε αγοράσει (ΠΩΣ!) ως δεσπότης, για να τον διώξει (sic). Και η αιτία

για το µίσος αυτό του δηµιουργήθηκε, επειδή ο π. Ιερώνυµος του χάλασε (κατήργησε µε το Β.Δ. 487/71) την ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

ΚΟΡΙΝΘΟΥ, επειδή είχε καταντήσει άντρο παιδεραστίας και οµοφυλοφιλίας (σχετικά αναφερόµαστε πιο πάνω στα “Αντι-εισαγωγικά”).

Εδώ βρέθηκε ο Ιερώνυµος απρόσµενος στα εγκαίνια του καθολικού του Μοναστηριού του Προφήτου Ηλιού Λουτρακίου, ο Κορίνθου

ξαφνιασµένος του φόρεσε τον αρχιερατικό µανδύα του και κάλεσε το εκκλησίασµα να ψάλλουν όλοι µαζί τη φήµη του.

Ακολούθησε η επίσκεψη στην Κατερίνη. Φθάνοντας πληροφορήθηκε ότι νοσηλεύεται σε Νοσοκοµείο της Θεσ/νίκης. Όταν µπήκε στο

Νοσοκοµείο σαν ένας απλός µοναχός και ζήτησε να δει το µητροπολίτη κ. Βαρνάβα, του ανακοίνωσαν πως λίγο πριν εκοιµήθη, φόρεσε το

επιτραχήλιο ως απλούς ιερέας, διάβασε τρισάγιο και αναχώρησε.

Συνέχισε τις επισκέψεις, δεν άφησε καµιά πόρτα πολεµίου επισκόπου, που να µη χτυπήσει.

Τέτοιο γεγονός δεν υπάρχει καταγεγραµµένο που να έχει συµβεί στη δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας. Εδώ µας δείχνει τη βαθυτάτη

ταπείνωση και την Πατερική απλότητα που είχε.

Δεύτερον: Ο ίδιος στη χειρόγραφο διαθήκη, την οποία συνέταξε στις 13 Σεπτ. 1985, άφησε γραπτή εντολή, όπως η εξόδιος ακολουθία

να γίνει: «απέριττος και απλή, ως αναξίου µοναχού, επιθυµώ να γίνει και η κηδεία µου. Ήτοι, πρώτον, µετά το εκ του Παναγίου Τάφου

σάββανόν µου να περιβληθώ ένα απλούν ζωστικόν και µίαν δερµατίνην ζώνην, ως κάλυµµα δε της κεφαλής να έχω έναν σκούφον µου.

Η εξόδιος Ακολουθία µου παρακαλώ να αναγνωσθή εις τον εν Υστερνίοις Ιερόν Ναόν της Παναγίας της Ευβλεπούσης… να αναγνωσθή

υπό ενός µόνον ιερέως, κατά προτίµησιν του εφηµερίου Υστερνίων, και να µη εκφωνηθούν ούτε επικήδιον ούτε επιτάφιοι λόγοι. Τέλος

η σορός µου να ταφή εις το παρά την θέσιν Μύλοι παρεκκλήσιον το τιµώµενον επ’ ονόµατι του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, όπου,

ει δυνατόν, να γίνονται και τα ετήσια µνηµόσυνα…».

Ένας από τους σφοδρούς πολεµίους του από δάσκαλος, σιγά-σιγά έγινε πανεπιστηµιακός δάσκαλος, και µε τις “ευλογίες” του

Πατριαρχείου χειροτονήθηκε επίσκοπος στη νεοϊδρυθείσα µητρόπολη Αλκαλοχωρίου π. Ανδρέας Νανάκης του ξέφυγε και µία αλήθεια:

«η εξιλέωση – του Ιερωνύµου για τα “κακά” στην Εκκλησία – θα έλθει όχι τόσο µε την παραίτηση, όσο µε τη µαρτυρική διαθήκη, στην

οποία ζητούσε η κηδεία του να είναι “απέριττος” και απλή…». Ενώ ο πολυ… γράµµατος κ. Ανδρεόπουλος, για να αφήσει παρακαταθήκη

αµφιβολίας που ετοίµασε στο µαγειρείο τις επόµενες γενεές, µας µεταφέρει µια ψευδέστατη φαντασία ότι δεν είναι έτσι τα γεγονότα,

αλλά: «Σύµφωνα µε τη διαφορετική εκδοχή του τότε (1988) διευθυντή του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου ι. Χατζηφώτη, η κηδεία

έγινε στον ιερό ναό της Παναγίας της Μεγαλόχαρης, στην Τήνο, προεξέρχοντος του µητροπολίτου Σύρου Δωροθέου (Στέκα) και

ακολούθησε η ταφή στα Υστέρνια» (Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ 1967-1974, σελ. 308).


Η κακότης τους ακόµα και την ταφή του προσπαθούν να σκυλεύσουν!

Ούτε τέτοιο γεγονός βρέθηκε καταγεγραµµένο στην εκκλησιαστική ιστορία, αρχιεπίσκοπος να ζητά να ενταφιαστεί ως ένας “απλός

ανάξιος µοναχός!” και µε ιερουργό µόνο τον ιερέα του χωριού.

Αυτός υπήρξε το “δυστυχώς” για εσάς και την παρέα σας κ. Μπούρδαλα, ο ιερέας – Αρχιεπίσκοπος – Ιερώνυµος Κοτσώνης! Αλλά

συνεχίζεται το παραλήρηµα ψεύδους.

Ακολουθει το ΤΕΛΟΣ

Τριανταφυλλος Τασιοπουλος, εφημεριδα ΑΓΩΝΑΣ Λαρισας Μαρτιος 2023

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου