Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016



Ή «Μεγάλη Σύνοδος»
ΤΟΥ †APXIM. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ*
    
*Η Σερβική Εκκλησία ανεκήρυξε Άγιο τον Μακαριστόν
π. Ιουστίνον Πόποβιτς στις 29 Απριλίου 2010. 
Αναδημοσίευση από το βιβλίον του Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς «Περί την μελετωμένην "Μεγάλην Σύνοδον" της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπόμνημα προς την Σύνοδον της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», Αθηναι 1977, σελ. 14-17.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ • Εξόχως ενδιαφέρον και επίκαιρο είναι σήμερα το κείμενο του οσίου ημών Πατρός †Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, το οποίο απηύθυνε το 1977 ως Υπόμνημα στην Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και είναι επίκαιρο σήμερα διότι αναφέρεται στις επεκτατικές, καισαροπαπικες και ηγεμονικές βλέψεις των οικουμενιστών ενοίκων του παλαιφάτου και πνευματικώς εμπεριστάτου Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επί πάντων των Αυτοκεφάλων και Αυτονόμων Ορθοδόξων Εκκλησιών.  • Πρόσφατο «θύμα» και μόνιμος «στόχος» αυτών των βλέψεων είναι η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία -παρά τον ανέρειστο ακρωτηριασμό της με την εκκλησιαστική υπεξαίρεση της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και των «Νέων Χωρών» (διάβαζε «Απελευθερωμένων Ελληνικών Εδαφών»), που κρατά ανολοκλήρωτη την εθνική ανεξαρτησία της Ελλάδος και εγκυμονεί μεγίστους κινδύνους στα πλαίσια των σχεδιασμών της Νέας Τάξεως Πραγμάτων στην Βαλκανική- δέχεται ασφυκτική πίεση από τον λατινόφρονα, οικουμενιστή και παναιρετικό Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, με τις συχνές και αλλεπάλληλες επισκέψεις-«εισβολές» του και περιοδείες του ανά τις Ιερές Μητροπόλεις της. Ήδη τον Οκτώβριο του 2008 στο Φανάρι ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος Β΄ αποδέχθηκε τον απρόσμενο και αντικανονικό υποβιβασμό -άτυπο μεν, αλλά ουσιαστικά υπαρκτό- της Εκκλησίας της Ελλάδος από «αδελφή» σε «κόρη» φραστικά και σε «παρακόρη» εκ των πραγμάτων και των γεγονότων που ακολούθησαν. Για τον υποβιβασμό αυτόν δεν αντέδρασε η Ιερά Σύνοδος ως σώμα, αλλά μόνος εκ των Ιεραρχών ο Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος αντέδρασε ως πρόσωπο· ακόμη ούτε οι εκ του Κλήρου και του Μοναχισμού έχοντες λόγο «πνευματικοί» και «καθηγούμενοι» και «άγιοι» και πανεπιστημιακοί καθηγητές —ως «στρατηγοί» μάλιστα φερόμενοι— άρθρωσαν λόγο και όρθωσαν ανάστημα!... Κι ας γνωρίζουν όλοι πολύ καλά ότι τα εκκλησιαστικά πραξικοπήματα ακολουθούν πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις που αναδιαμορφώνουν γεωπολιτικά ευρύτατες περιοχές του πλανήτη -εξελίξεις που τίποτα ευοίωνο δεν προοιωνίζονται για την άκρως εμπερίστατη και εν κινδύνω ευρισκομένη πατρίδα μας!  • Στο εν λόγω κείμενο ο όσιος Πατήρ Ιουστίνος Πόποβιτς αποκαλύπτει την δολία σκοπιμότητα και τις έωλες μεθοδεύσεις για τη σύγκληση της «Μεγάλης Συνόδου», η οποία στις μέρες μας προωθείται επισταμένως και με επιταχυνομένους ρυθμούς, προκειμένου -τώρα που οι Ιεραρχίες τους ελέγχονται απολύτως από τις νεοταξικές οικουμενιστικές δυνάμεις της Νέας Εποχής του Αντίχριστου- να ποδηγετήσει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες στην εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στον εξουνιτισμό τους και στην καταβαράθρωσή τους στην οικουμενιστική και συγκρητιστική χοάνη της Πανθρησκείας. Στο δημοσιευόμενο απόσπασμα, με τίτλο «Ανατολικός νεοπαπισμός εν όψει;» ο Πατήρ Ιουστίνος μας ευλογεί, ήδη από το 1977, με την καλή ανησυχία και εγρήγορση για τα ανιέρως τεκταινόμενα κατά της Αγίας Ορθοδοξίας. 
 

Πλην όμως, οι εν Κωνσταντινουπόλει και τινες άλλοι επείγονται και σπεύδουν ταχέως προς μίαν τοιαύτην σύνοδον (χωρίς να σκέπτωνται πολύ περί των επιπτώσεων, τας οποίας δύναται να έχη αυτή η «Σύνοδος» και αι αποφάσεις της δια την ενότητα της Ορθοδοξίας). Δια τουτο η πρόσφατος εκείνη «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» της Γενεύης απεφάσισε, κατά την επιθυμίαν και πρωτοβουλίαν κυρίως της Κωνσταντινουπόλεως, όπως «επιταχυνθή η σύγκλησις» της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ώστε να συγκληθή «όσον το δυνατόν ταχύτερον»· όπως η Σύνοδος γίνη «βραχείας διαρκείας» και τέλος, οπως «ασχοληθη με περιωρισμένον αριθμόν θεμάτων». Και εν συνεχεία αναφέρονται καθ΄ εν εις τα Πρακτικα της Διασκέψεως τα δέκα ψηφισθέντα θέματα. Εξ αυτών τα πρώτα τέσσερα είναι τα εξής: η Διασπορά, το Αύτοκέφαλον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού, το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού, καί τα Δίπτυχα, τ.[ουτ'] έ.[στιν] η μεταξυ των Ορθοδόξων Εκκλησιών σειρά και ευταξία.
Βεβαίως, κατά τας επανειλημμένας δηλώσεις του προέδρου της Διασκέψεως μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, η «υπό προπαρασκευήν Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» της Ορθοδόξου Εκκλησίας δέον όπως «μη θεωρηθή ως μοναδική και αποκλείουσα την κατ΄ ακολουθίαν σύγκλησιν και άλλων αγίων και μεγάλων Συνόδων» (Πρακτικά, σσ. 18, 20, 50, 55, 60). -(Κατά τάλλα, σημειωτέον χάριν της αληθείας, η συμπεριφορά αυτού ως προεδρεύοντος εις την Διάσκεψιν ήτο περισσότερον ή δεσποτική και αντισυνοδική, παρά τας ταπεινοφανείς δηλώσεις του, οτι «θα είναι δημοκρατικότερος ολων». Τούτο προκύπτει εκ των αυτών σελίδων τώων δημοσιευθέντων Πρακτικών).
Κατόπιν πάντων τούτων και ένεκεν αυτών -δεδομένης ιδίως της προτεραιότητος των προαναφερθέντων τεσσάρων θεμάτων εις τον άρτι καθορισθέντα Κατάλογον, επικειμένης δε της προοπτικής και άλλων μεγάλων συνόδων- τίθεται εις την επαγρυπνούσαν συνείδησιν παντός ορθοδόξου το ερώτημα: τί άραγε επιδιώκεται δια μιας τόσον εσπευσμένης, βραχυχρονίου και ούτω πως «σκηνοθετημένης» Συνόδου;
Πανιερώτατοι Πατέρες και Αρχιερείς, Δεν είναι δυνατόν να μη αποκομίση τις εξ ολων αυτών την εντύπωσιν και την πεποίθησιν, οτι όπισθεν ολων των τοιούτου είδους ενεργειών ευρίσκεται μία κρυφή επιθυμία ωρισμένων ανθρώπων του σημερινού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως: όπως το Πατριαρχείον τούτο, το κατα την τάξιν της τιμής πρώτον εις την Ορθοδοξίαν, δια μιας νέας επιδεικνυομένης και επιδεικτικής αντιλήψεως περί της θέσεώς του και περί του τρόπου της συμπεριφοράς του επιβληθή σήμερον τελικώς και οριστικώς εις τας Ορθοδόξους Αυτοκεφάλους Εκκλησίας και γενικώς εις τον ορθόδοξον κόσμον και εις όλην την ορθόδοξον διασποράν, και οπως επικυρώση και κατοχυρώση τούτο την νεοπαπιστικήν του επιβολήν ταύτην δια μιας «Οικουμενικής Συνόδου». Δια τούτο συμπεριελήφθησαν μεταξύ των δέκα δια την Σύνοδον επιλεγέντων θεμάτων, και μάλιστα ως τα πρώτα τέσσαρα, εκείνα ακριβώς τα θέματα, τα οποία σαφώς αποδεικνύουν την επιθυμίαν των ανθρώπων αυτών της Κωνσταντινουπόλεως, όπως υποτάξουν εις αυτήν όλην την Ορθόδοξον Διασποράν -τούτο δε σημαίνει ολόκληρον σχεδόν τον κόσμον!- καί όπως εξασφαλίσουν αποκλειστικώς δι΄ εαυτους το δικαίωμα του χορηγείν το αυτοκέφαλον και την αυτονομίαν εις όλας εν γένει τας Ορθοδόξους Εκκλησίας εις τον κόσμον, παρούσας και μελλοντικάς, ταυτοχρόνως απονέμοντες εις αυτάς και την εξ απόψεως τάξεως και σειράς θέσιν εκείνην, την οποίαν αυτοί μόνοι θα ορίσουν. (Διότι, τούτο υποδηλοί η εις τα συνοδικά θέματα συμπερίληψις και του θέματος των Διπτύχων, τα οποία δεν σημαίνουν μόνον «την τάξιν, καθ΄ ην μνημονεύονται εν ταις Λειτουργίαις» οι προκαθήμενοι ιεράρχαι, αλλά και την τάξιν ήτοι την κατά σειράν θέσιν των Εκκλησιών εις τας Συνόδους, κ.τ.λ.).
Σέβομαι και εκτιμώ βαθύτατα τας μακραίωνας προσφοράς και διακονίας, αρετάς και ανδραγαθήματα του Πατριαρχείου τούτου, ήτοι της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και βαθέως υποκλίνομαι ενώπιον του σημερινού σταυρού αυτής, όστις ούτε μικρός ούτε απλούς είναι, και όστις κατα τήν φύσιν της Εκκλησίας του Χριστού είναι σταυρός όλης της Ορθοδόξου Εκκλησίας, κατά τον Αποστολικόν λόγον: «Είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη». Αναγνωρίζω επίσης και ουδόλως υποτιμώ την κανονικήν τάξιν καί το κατά τους ιερούς Κανόνας τιμητικόν προβάδισμα της Κωνσταντινουπόλεως, την πρώτην δηλαδή θέσιν αυτής κατά τήν τάξιν της τιμής («τα πρεσβεία» της τιμής) μεταξύ των ισοδυνάμων, ισονόμων καί ισαξίων ορθοδόξων τοπικών Εκκλησιών. Υπενθυμίζω μόνον, ότι ούτε ευαγγελικόν, ούτε ορθόδοξον, ούτε κανονικόν θα ήτο το να επιτραπή εις την Κωνσταντινούπολιν, ή εις οιονδήποτε άλλο Πατριαρχείον, όπως, λόγω των δυσκολιών και δυσχερειών, εις τας οποίας ευρίσκεται, οδηγήση όλην την Ορθοδοξίαν εις το χείλος της αβύσσου, ως είχεν ήδη συμβή παρομοίως κατά την θλιβεράν εποχήν της ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας, ή όπως επιχειρήση την κανονικήν -ή και δογματικήν- μονιμοποίησιν και διαιώνισιν ωρισμένων ιστορικών μορφών και σχημάτων, τα οποία εις δεδομένην στιγμήν, αντί του να είναι πτερά, δύνανται να καταντήσουν δεσμά δια την Εκκλησίαν του Θεού και δια τήν μεταμορφωτικήν καί σωτήριον παρουσίαν Της εις τον κόσμον. Πρέπει να είμεθα ειλικρινείς: εις την συμπεριφοράν ωρισμένων εκ των αντιπροσώπων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως γίνεται αισθητή κατά τας τελευταίας δεκαετίας η ιδία εκείνη μη υγιής ανησυχία και πνευματικώς νοσηρά σπουδή, η οποία κατά τον ΙΕ΄ αιώνα ωδήγησε την Εκκλησίαν εις την Φλωρεντιανήν προδοσίαν, εξουθένωσιν και αισχύνην. Επίσης δεν πρέπει να επιτραπή πλέον να συνεχισθή και να διαιωνισθή η εις τινας περιπτώσεις εφαρμοσθείσα συμπεριφορά της εποχής της Τουρκοκρατίας, καθισταμένη τρόπον τινα υπόδειγμα και υπογραμμός δι΄ όλας τας εποχάς της ιστορίας της Εκκλησίας. Πάντως, όσον και αν ήσαν επικίνδυνοι δια την Ορθοδοξίαν οι καιροί της Φλωρεντίας και η εποχή της Τουρκοκρατίας, δεν συγκρίνονται προς την σήμερον, διότι σήμερον η κατάστασις είναι επικινδυνοτέρα: η Κωνσταντινούπολις ήτο τότε ζωντανός οργανισμός, έχων εκατομμύρια πιστών, οι οποίοι υπερέβησαν και υπερενίκησαν εν τάχει την επιβληθείσαν κρίσιν και τον πειρασμόν να θυσιασθή ή πίστις και η Βασιλεία του Θεού χάριν του επιγείου Βασιλείου και των προσκαίρων ανέσεων. Σήμερον όμως η Κωνσταντινούπολις δεν είναι πλέον, ο,τι ήτο: αρκετοί εκ των τοσούτον πολλών μητροπολιτών της στερούνται λαού και ποιμνίου• είναι επίσκοποι μη έχοντες ποίον να επισκοπούν, αλλ' όμως έχοντες εν ταυτώ την αξίωσιν αυτοί οι ίδιοι να κρατούν εις τας χείρας των την τύχην όλης της Εκκλησίας! Αλλά σήμερον δεν είναι πλέον δυνατόν, ούτε επιτρεπτόν, να επαναληφθή η οιουδήποτε είδους Φλωρεντία. Ούτε, επίσης, επιτρέπεται να επαναλαμβάνωνται ωρισμέναι ενέργειαι, χειρονομίαι και τρόποι συμπεριφοράς παρόμοιοι πρός τινα προηγούμενα, λαβόντα χώραν εις περιπτώσεις τινας κατά την διάρκειαν της υπό τους Τούρκους δουλείας.  -Τα αυτά ισχύουν σήμερον και δια τό Πατριαρχείον Μόσχας. Θα επιτρέψουν δηλαδή οι Ορθόδοξοι όλου του κόσμου, οπως αι δυσκολία και τα προβλήματα του εν λόγω Πατριαρχείου, ή και αι επί μέρους δυσκολίαι των άλλων υπό τον άθεον κομμουνισμόν ευρισκομένων τοπικών Εκκλησιών, προσδιορίζουν το μέλλον της Ορθοδοξίας;
Ή τύχη και τό μέλλον της Εκκλησίας δεν ευρίσκεται πλέον -και ουδέποτε ευρίσκετο ουσιαστικώς, και δεν δύναται να ευρίσκηται- εις τας χείρας του Βυζαντινού η του Ρώσσου ή του οιουδήποτε αυτοκράτορος, ή πατριάρχου, ή άλλου τινός δυνάστου και ισχυρού του κόσμου τούτου, ουδέ ακόμη εις τας χείρας της «Πενταρχίας» ή των στενώς νοουμένων «Αυτοκεφαλιών». Η Εκκλησία του Χριστού ηυξήθη και επληθύνθη τη δυνάμει του Θεού και τη χάριτι του Παναγίου Πνεύματος εις μέγαν οργανισμός αποτελούμενον εκ των κατά τόπους Καθολικών του Θεου Εκκλησιών, κεκτημένων ποίμνια εκ πολλών εκατομμυρίων χριστιανών· μάλιστα δε, εκ των Εκκλησιών τούτων πολλαί εσφράγισαν δια του αίματος των μελών των, και κατά τας ημέρας μας ακόμη, την αποστολικήν διαδοχήν των και την εις τόν Αμνόν του Θεού πιστότητά των. Εις τον ορίζοντα εμφανίζονται ήδη και ανατέλλουν και νέαι ζωνταναί Τοπικαί Εκκλησίαι -παραδείγματος χάριν, η Εκκλησία της Ιαπωνίας, ή της Αφρικής, ή της Αμερικής,- τας οποίας ουδεμία παπικού τύπου «υπερεκκλησία» δικαιούται ή δύναται ν΄ αποστερήση της εν Κυρίω ελευθερίας των (πρβλ. τόν Η΄ κανόνα της Αγίας Γ' Οικουμενικής Συνόδου), διότι τούτο θα ήτο επίθεσις εναντίον αυτής ταύτης της ουσίας της Εκκλησίας. Ερήμην όλων αυτών των Εκκλησιών, ως και ερήμην όλων των λοιπών Τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, είναι αδιανόητος η λύσις και η ρύθμισις οιουδήποτε σοβαρού και οικουμενικής σημασίας προβλήματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μάλιστα δε η λύσις ζητημάτων αφορώντων αυτάς ταύτας τας περί ων ο λόγος Εκκλησίας, ως είναι το θέμα της Διασποράς. Ο μακραίων αγών όλης της Ορθοδοξίας κατά της επιβολής του παπικού απολυταρχισμού της Ρώμης υπήρξεν ακριβώς αγών υπέρ της τοιαύτης ελευθερίας της τοπικής Εκκλησίας ως καθολικής και συνοδικής Εκκλησίας του Θεού. Θα βαδίσωμεν άραγε σήμερον κατ΄ ίχνος της πεπτωκυίας παλαιάς Ρώμης και θα στραφώμεν άραγε πρός τινα «δευτέραν» η «τρίτην» τοιαύτην, παρομοίαν προς εκείνην: Η Κωνσταντινούπολις, η οποία εν τω προσώπω των αγίων και μεγάλων Ιεραρχών της και του πιστού ορθοδόξου λαού και κλήρου της ανθίστατο ορθοδόξως, κανονικώς και συνοδικώς, δια μέσου των πολλών και ενδόξων αιώνων του παρελθόντος, προς τας εκ της Πρεσβυτέρας Ρώμης προερχομένας παπικάς κηδεμονευτικάς φιλοδοξίας και απολυταρχικάς διεκδικήσεις, θέλει άραγε σήμερον να αγνοήση η ιδία την συνοδικήν παράδοσιν και το συνοδικόν πολίτευμα της Ορθοδοξίας και να αντικαταστήση αυτά δια νεοπαπιστικών τινων υποκαταστάτων της «δευτέρας» ή της «τρίτης» ή της οιασδήποτε Ρώμης;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου