Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ ΕΚΛΟΓΗ ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ ΕΚΛΟΓΗ 

ΕΞ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


Στις 14 Μαΐου 1967 στις 9 το πρωί συνήλθε η Αριστίνδην Ι. Σύνοδος με θέμα την εκλογή Αρχιεπισκόπου. Της συνεδριάσεως προήδρευε ο Τοποτηρητής Πατρών Κωνσταντίνος. Των συνεδριάσεων πάντα παρίστατο ο Γενικός Διευθυντής Θρησκευμάτων του Υπουργείου που είχε τον τιμητικό τίτλο «Βασιλικός επίτροπος». Τα τελευταία χρόνια την θέση αυτή κατείχε ο καθηγητής Πανεπιστημίου Μάρκος Σιώτης.
Η εκλογή τελείωσε γρήγορα διότι υπήρξε πλήρης ομοφωνία όλων των μελών. Το τριπρόσωπον που είχε καταρτισθεί περιελάμβανε τον Πατρών Κωνσταντίνο, τον Τρίκκης Διονύσιο και τον Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο. Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι παραιτήθηκαν, με την παράκλησιν να επιλεγεί ο τρίτος, ο Ιερώνυμος Κοτσώνης.
Το πρακτικό και το έγγραφο προς το Υπουργείο βρίσκονταν στις υπογραφές, όταν ο κλητήρας της Συνόδου εμφανίσθηκε και ανακοίνωσε ότι, στο γραφείο του Προέδρου βρίσκονταν οι συνταγματάρχες και αρχηγοί της Επανάστασης, Γ. Παπαδόπουλος, Στ. Πατακός και Ν. Μακαρέλος και παρακαλούν να διακοπεί για λίγο η συνεδρίαση για να ανακοινώσουν κάτι στον προεδρεύοντα. Πράγματι η συνεδρίαση διεκόπη, αλλά παρακάλεσε ο Κ. Σιώτης τον προεδρεύοντα να υπογράψει το πρακτικό εκλογής και μετά να εξέλθει, όπως και έγινε.
Όταν, μετά, συνήντησε ο κ. Σιώτης τον προεδρεύοντα και τον ρώτησε τι ήθελαν οι επισκέπτες, του απάντησε ότι ήρθαν να παρακαλέσουν τα μέλη της Ι. Συνόδου να προτιμήσουν δια την εκλογή Αρχιεπισκόπου τον Μητροπολίτην Καστορίας Δωρόθεον, αλλ’ έλαβον την πληροφορίαν, ότι η εκλογή είχε τελειώσει και εκλέχτηκε ο καθηγητής του Κανονικού Δικαίου αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος. “Εκείνοι το ήκουον με αταραξίαν, και αφού έγιναν οι τυπικοί αποχαιριετισμοί, έφυγαν”.
Έτσι έγινε αρχιεπίσκοπος ο Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης). Την επομένη μάλιστα της χειροτονίας του, ο γέροντας Αρχ/πος Χρυσόστομος που νοσηλεύονταν στον Ερυθρό Σταυρό του έστειλε ένα δώρο (πολύτιμο εγκόλπιο) και το τηλεγράφημα: «Χριστού Θεού σταυρωθέντος δια τας αμαρτίας ημών και αναστάντος δια την δικαίωσιν ημών την ευλογίαν επικαλούμαι επί το ποιμαντικόν έργον υμετέρας Μακαριότητος» (Πρώην Αθηνών Χρυσόστομος).
Υπάρχουν πολλά κείμενα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των δύο ανδρών, και φανερώνουν την μεταξύ τους κοινωνία και αγάπη εν Χριστώ.
Τον Ιερώνυμο ως αρχιεπίσκοπο Αθηνών τον δέχτηκαν όλες ανά τον κόσμο ορθόδοξες εκκλησίες, αφού είχαν επικοινωνία μαζί του, αλλά και όλοι οι μητροπολίτες της ελλαδικής εκκλησίας και γι’ αυτό το σύνολο της ιεραρχίας έλαβε ενεργό μέρος σε όλες τις εκλογές και τις χειροτονίες της περιόδου εκείνης. 
Όμως ο νέος Αρχιεπίσκοπος δε βρήκε ρόδινα τα πράγματα. Αντίθετα παρέλαβε μια εκκλησία σε δεινή κατάσταση. Κόλαση εσωτερική, οργανική, κρίση γοήτρου, κρίση πνευματική, κρίση σχέσεων με την πολιτεία και επικοινωνία με τους πιστούς. Σκάνδαλα είχαν εκραγεί. Θλιβερό υπήρξε το φαινόμενο αρχιερέων. Μιτροφόροι πραξικοπηματίες ποδοπάτησαν τους Νόμους καταληφθέντες από χρυσοθηρικόν οίστρον. Διαθήκες ανοίγονταν προκαλώντας τον καγχασμό και τις λοιδορίες στο πανελλήνιο. Η Ιεραρχία είχε μεταβληθεί σε κράτος εν κράτει και κοσμικόν ίδρυμα υλικών μεγαλείων. Σε δίκες μητροπολιτών που έγιναν, οι καταθέσεις των μαρτύρων θύμιζαν σελίδες Βοκκακίου. Ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος είχε καταγγείλει υπεύθυνα και ονομαστικά ότι είκοσι και πλέον μητροπολίτες “ενεθυλάκωσαν” εισοδήματα που κυμαίνονταν μεταξύ 500.000 και 2.000.000 (πολλά χρήματα για κείνη την εποχή).
Ανατριχιαστικοί και παχυαίοι υπήρξαν οι τίτλοι των εφημερίδων, όπως: «ΣΩΜΑΤΕΙΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ Ο ΜΑΜΩΝΑΣ», και άλλα αντίστοιχα.
Η εκκλησιαστική διοίκηση ήταν ένα κλειστό κύκλωμα, όπως θα διαπίστωνε κανείς ανατρέχοντας στα δίπτυχα. Εκεί θα έβλεπε ότι τα ονόματα που δέσποζαν στην Ιεραρχία ήτα, Ιάκωβος και Παντελεήμων (από τους Ιάκωβο Βαβανάτσο και Παντελεήμονα Φωστίνη). Αυτό το κύκλωμα εμπόδιζε την είσοδο καινούργιας ζύμης, από την οποία θα αναδύονταν καινούργιοι ηγέτες. Έτσι αυτοεπαναλαμβάνονταν και αυτοσυντηρούνταν το ίδιο διεφθαρμένο καθεστώς.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος είχε γνώση των δυσκολιών αυτών. Το πρώτο καλό ήταν, ότι βρήκε 15 μητροπολιτικές έδρες κενές. Έτσι, άρχισε το έργο του, επιλέγοντας για το αξίωμα της Αρχιεροσύνης αφοσιωμένους και ζηλωτές κληρικούς, συγκροτημένους και ταπεινούς, που να μπορούν να ασκήσουν υπεύθυνα και καρποφόρα το επισκοπικό τους διακόνημα, δίχως να τους κατατρώγουν οι πειρασμοί του πλούτου ή των κοσμικών απολαύσεων, αναζητώντας τους σε κάθε γωνιά της ελληνικής πατρίδας.
 
ΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Το παλιό κατεστημένο, οι εκκλησιαστικές φατρίες και τα δεσποτάτα, που είχαν κατ’ επανάληψη αρνηθή εις τον αρχιμανδρίτη και καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ιερώνυμο Κοτσώνη να τον προάγουν ακόμα και σε Τιτουλάριο επίσκοπο, αισθάνθηκαν άβολα με την ανάδειξη και τη χειροτονία του σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Τελικά τον αποδέχθηκαν και τον αναγνώρισαν μπροστά στην αγανάκτηση του ορθόδοξου λαού, ο οποίος κουρασμένος από τα αλλεπάλληλα εκκλησιαστικά σκάνδαλα, που ως τότε γέμιζαν την ατμόσφαιρα με πνιγηρές αναθυμιάσεις, αισθάνθηκε ανακούφιση, ανέπνευσε ελπίδα και γέμισε την καρδιά του προσδοκίες.
Ήταν γενική η απαίτηση να γίνουν πολλά υπέρ της Εκκλησίας χωρίς καμμία χρονοτριβή. Αυτό τουλάχιστον μαρτυρούσαν τα τηλεγραφήματα και οι επιστολές πολιτών και άλλων παραγόντων εκείνης της εποχής προς τον νέο Αρχιεπίσκοπο. Η εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» (19-5-1967) έγραφε: «Περίοδον παρακμής και καταπτώσεως διέτρεχεν εσχάτως η Ελλαδική Εκκλησία… Το κλυδωνιζόμενον σκάφος της Ελλαδικής Εκκλησίας καλείται ήδη να οδηγήση εις ασφαλή λιμένα ο νέος Προκαθήμενός της. Όσα επεσήμανεν ούτος εις τον προχθεσινόν ενθρονιστήριον λόγον του, εγένοντο δεκτά με αισθήματα ανακουφίσεως και ικανοποιήσεως υπό των ποιμενομένων, διότι αι επαγγελίαι του νέου Αρχιεπισκόπου περί καθάρσεως και αλλαγής του επικρατούντος εντός της Εκκλησίας μας πνεύματος, αποτελούν και αξίωσιν του ελληνικού λαού ο οποίος και ευρίσκεται παρά το πλευρόν του Προκαθημένου, που και ούτος δεν ανέχεται να βλέπη να κυριαρχή αντί της αγάπης το μίσος, αντί της αφοσιώσεως και της θυσίας η ιδιοτέλεια και ο εγωισμός, αντί της λιτότητος και της απλότητος η χλιδή, αντί της ενότητος και ομοφροσύνης η διάσπασις».
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α’ είχε επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε, γι’ αυτό άρχισε το έργο με την επιλογή στο αξίωμα της αρχιερωσύνης αφοσιωμένων και ζηλωτών κληρικών που τους διέκρινε η πίστη, η ευσέβεια, η μόρφωση, η καλλιέργεια, το ήθος και η ταπεινοφροσύνη. Έτσι ανέδειξε άνδρες αφανείς μεν, ζηλωτές δε που είχαν οργώσει με μόχθο τον αγρό του Κυρίου και τον πότισαν με ιδρώτα και αίμα. Αρνήθηκε να συνεργασθή με κληρικούς που τριγύριζαν το μέγαρο της αρχιεπισκοπής ή τα συνοδικά γραφεία θωπεύοντας την αρχιερατική αυταρέσκεια για να πετύχουν την δεσποτική τους προαγωγή.
Κορύφωμα στην αναζήτηση αυτή ήταν η επιμονή του να εκλεγεί επίσκοπος ο Αυγουστίνος Καντιώτης, παρά την σφοδρή αντίσταση που προέβαλαν κρατούντες και μέλη της Συνόδου. Έκανε επισκόπους τον Αναστάσιο Ανδρούσης – σημερινό Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας –, τον Δημήτριο Τρακατέλη – αρχιεπίσκοπο Αμερικής –, τον Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημο Γκαντζηρούλη με το τεράστιο πνευματικό και συγγραφικό του έργο – που παρόμοιο δεν έχει ξαναγίνει – και πολλούς άλλους ακόμα.
Από την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους και επί 150 χρόνια, περίπου, η Εκκλησία βρίσκονταν σχεδόν σε αδράνεια. Κυλούσαν τα χρόνια περιοριζόμενη σε μια τυπική τελετουργική παρουσία. Οι διάφοροι Οργανισμοί Νομικών Προσώπων, που είχαν κατά διαστήματα δημιουργηθεί – ΟΔΕΠ, ΤΑΚΕ, ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ … – βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Μεταξύ των διαφόρων φυσικών προσώπων υπήρχε μεγάλη διάσταση, αφού, για διάφορα θέματα, σέρνονταν στα δικαστήρια. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο να κατεδαφίσουν Ναό γιατί είχε κτισθεί σε οικόπεδο του ΟΔΕΠ.
Ο Καταστατικός Χάρτης ήταν κατοχικός. Την εκκλησιαστική εκπαίδευση την είχε, από την εποχή της Βαυαροκρατίας, το αθεϊστικό κράτος με τις γνωστές υποχθόνιες μεθοδεύσεις των μυστικών κέντρων αποφάσεων.

2 σχόλια:

  1. ΝΑ ΒΑΖΕΙΣ ΚΑ ΤΑ ΜΗ ΑΡΕΣΤΑ ΣΟΙ ΣΧΟΛΙΑ ΠΟΥ ΕΣΤΕΙΛΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΚΑΙ ΕΑΝ ΣΥ ΣΙΩΠΗΣΕΙΣ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΛΕΚΤΟΥΣ ΣΟΥ ΟΙ ΛΙΘΟΙ ΚΕΚΡΑΞΟΝΤΑΙ

    ΑπάντησηΔιαγραφή