Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Οποιοι λαοι ξεχνουν την ιστορια τους, πεθαινουν. Πολυ περισσοτερο την Εκκλησιαστικη ιστορια τους. Πολλοι ενοχοι της αθλιοτητας αυτης που δημιουργηθηκε μεσα στην Εκκλησια, ακομα ζουν. Μηπως μετανοιωσαν; Μεγαλη υποθεσι η υποθεσι της μετανοιας. Λιγοι την χρησιμοποιουν, ακομα και σε αλλους τομεις. Παντου επικρατει η υποκρισια. Η μεγαλη υποκρισια. Ομως ξεχνουμε οτι ο Θεος μας απο ολα περισσοτερο τα κακα μισει την υποκρισια και τους υποκριτες. Γιατι Εκεινος υπηρξε απολυτα ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ. Και το ιδιο ζηταει να εχουν και οι δικοι Του. Την απολυτη ειλικρινεια. Ομως ποσοι την εχουν; Ελαχιστοτατοι, δυστυχως. Το βλεπουμε αυτο παντου και γυρω μας, στους δικους μας ανθρωπους, που ενω ειναι σκληροι και αναλγητοι, εμφανιζονται σαν ...αρνακια, ενω ειναι πραγματικα ...Λυκακια!!!


Ο σφαγιασμός των 12 Μητροπολιτών (Β) 

του Αγωνιστου ιατρου κ. Λυκούργου Νάνη

Το επιεικώς οξύμωρο είναι ότι οι ιεράρχες εκείνοι, οι οποίοι, δυνάμει της υπ’ αριθμόν 3 ΣΠ, είχαν αποκλεισθεί απ’ τη συμμετοχή τους στα διοικούντα την Εκκλησία όργανα ιερουργούσαν, κήρυτταν, χειροτονούσαν ιερείς, και, γενικότερα, εξακολουθούσαν να ασκούν πλήρως την επισκοπική τους διακονία στη μητρόπολη  την οποία ποίμαιναν!

Κάποιοι όμως αυτοδιοικητικοί άρχοντες, επηρεασμένοι, προφανώς, απ’ την ολέθρια και ανυπόστατη δημοσιογραφική φημολογία περί της ΔΗΘΕΝ αντιανονικότητος και περί "δηλώσεων μετανοίας" των "υπό δίκην αρχιερέων", των μητροπολιτών των πόλεων και χωρίων στις οποίες ζούσαν και δρούσαν, διέκοψαν τη συνεργασία με τους κανονικούς ποιμενάρχες (επί τη βάσει των όσων διαλαμβάνει σχετική αγόρευση,  εν συνόδω, του μακαριστού μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου, υπερμάχου της επαναφοράς της κανονικής τάξεως και της εν τη Εκκλησία ενότητος), ίσως για να φανούν αρεστοί στην κεντρική εξουσία, ενώ και κάποιοι απ’ τους αποκλεισθέντες επισκόπους έπαυσαν να προσέρχονται σε επίσημες τελετές και εκδηλώσεις!

Ιδού οι πρώτες παρενέργειες της πολιτικής του "ειρηνοποιού", όπως διαφάνηκε αρχικά  στον ενθρονιστήριο λόγο του για να διαψευσθεί αυτή η εντύπωση, ΠΑΤΑΓΩΔΩΣ, στη συνέχεια, αρχιεπισκόπου Σεραφείμ!


Τόσο, όμως, αυτοί (οι αποκλεισθέντες) όσο και κάποιοι άλλοι, ευσυνείδητοι και τίμιοι μητροπολίτες, που δεν είχαν απωλέσει το δικαίωμα συμμετοχής στην αριστίνδην ιεραρχία που συγκροτήθηκε επί τη βάσει της ρηθείσης συντακτικής πράξεως, από την πρώτη στιγμή της εκδηλώσεως των εν θέματι αντικανονικοτήτων δεν έπαυσαν να διαμαρτύρονται στεντορεία τη φωνή, κυρίως με έγγραφα και τηλεγραφήματα, με αξιοσημείωτο θάρρος και παρρησία, τόσο προς την εκκλησιαστική διοίκηση όσο και προς τους αρμοδίους πολιτειακούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς παράγοντες, όντων των τελευταίων συνυπεύθυνων ( αν όχι και πρωτοστατούντων) για το πρωτοφανές χάος στο οποίο οδηγούνταν τα εν Ελλάδι εκκλησιαστικά πράγματα συνεπεία των ολεθρίων επιλογών τους.

Οι προαναφερθέντες δεν έπαυσαν να τονίζουν ότι προέχει η ενότητα της Εκκλησίας διά της καταργήσεως του δημιουργηθέντος, συνεπεία της υπ’ αριθμόν 3 ΣΠ, "στεγανού" εντός του επισκοπικού σώματος και προς την κατεύθυνση αυτή, εν πνεύματι αγάπης, κινήθηκαν και συντόνισαν το βηματισμό τους. Προς το σκοπό αυτό κάποιοι εξ αυτών, κατά τη γραπτή μαρτυρία του μακαριστού Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου, επισκέφθηκαν τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ και τον καθικέτευσαν να αποκαταστήσει τη διασαλευθείσα ενότητα θέτοντάς τον παράλληλα προ των  ευθυνών του.

Δυστυχώς, ενώ έλαβαν απ’ τα αρχιεπισκοπικά χείλη τη διαβεβαίωση ότι μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου 1974 το όλο ζήτημα θα είχε τακτοποιηθεί (η εκλογή Σεραφείμ είχε πραγματοποιηθεί στις 12 Ιανουαρίου του ιδίου έτους και η μετά ταύτα ενθρόνισή του στις 16 του ιδίου μηνός) εν τούτοις τα πράγματα εξελίχθηκαν αλλέως και σε βάρος της ενότητας της Εκκλησίας.

Στο σημείο αυτό αξίζει να υπομνησθεί ότι ενώ απ’ την αρχιεπισκοπή Αθηνών είχαν τυπωθεί οι προσκλήσεις προς τους αποκλεισθέντες μητροπολίτες με σκοπό οι τελευταίοι να παραστούν στη τελετή ενθρονίσεως του μακαριστού Σεραφείμ στον καθεδρικό ναό της Αθήνας, εν τούτοις, κάποια χειρ (για χείρες έχει γραφεί) τις έσχισε (αν)!!! πριν τη πραγματοποίησή της (της ενθρονίσεως) και τελικά αυτές δεν απεστάλησαν στους υποψήφιους αποδέκτες τους –προς δόξαν του  αρχεκάκου όφεως, πατρός και εμπνευστού της διαιρέσεως!

Ο μακαριστός μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος, στο περισπούδαστο και άκρως διαφωτιστικό πόνημά του με τίτλο «ΕΙΠΕ ΤΗ  ΕΚΚΛΗΣΙΑ» (εκδόσεις ΣΠΟΡΑ, Αθήνα 1995), συνοψίζοντας την εκκλησιαστική πολιτική του "δοτού" συνοδικού σχήματος που ασκούσε διοίκηση στην Ελλαδική Εκκλησία τους πρώτους μήνες του 1974, καταλήγει στη διαπίστωση, καθ’ όλα τεκμηριωμένη, επί τη βάσει της οποίας «το πρώτο τετράμηνο ήταν μία σταδιακή κατολίσθηση του Σώματος της αριστίνδην Ιεραρχίας ή πολυμελούς Συνόδου (όπως την αποκαλούσαν Ιεράρχες-μέλη της) στην εμπάθεια και τη ανυποληψία».

Τον άξονα των ενεργειών της τον οριοθετούσαν οι τρεις βασικές επιδιωξεις:

1) Ψήφιση νέου Καταστατικού Χάρτη με διατάξεις που θα διευκόλυναν το ΜΕΤΑΘΕΤΟ των Μητροπολιτών, έτσι, που να μπορέσει να πραγματοποιηθεί η ολοκλήρωση της συναλλαγής.

2) η εξόντωση μερίδας των  Μητροπολιτών, που χαρακτηρίστηκαν απ’ την 3 ΣΠ σαν αντικανονικοί για την ανάδειξη "ημετέρων" και την εξασφάλιση πλειοψηφίας και

3) η τιμωρία των μελών της Αριστίνδην Συνόδου του 1967, έτσι, που να μην έχουν ψήφο και συγκροτούν ισχυρή αντιπολίτευση".

Έτσι στις 4 Μαρτίου του 1974, ημέρα αποφράδα για την Εκκλησία της Ελλάδος, η αριστίνδην ιεραρχία που προέκυψε δυνάμει της υπ' αριθμόν 3 ΣΠ, με 21 ψήφους υπέρ, 8 κατά και μια αποχή επανέφερε το λαομίσητο και θεοκατάρατο και επισύρον για τους ποιούντας χρήσιν του  επισκόπους φρικτές αρές, μεταθετό για όλη τη χώρα! Κατά τα άλλα εκόπτοντο, οι ασκούντες τότε την εκκλησιαστική διοίκηση, ότι επανέφεραν τη κανονική τάξη που είχε διασαλευθεί επί των ημερών του μακαριστού Ιερωνύμου!



ΜΕΡΟΣ Γ΄.

H κίνηση για την επαναφορά του δυσώνυμου μεταθετού των επισκόπων άρχισε να μεθοδεύεται απ’ τη ΔΙΣ αμέσως μετά την παραίτηση του μακαριστού αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου του Α΄. Επικράτησε η τάση να γίνουν παραστάσεις στην κυβέρνηση και να ζητηθεί να καθιερωθεί με νόμο το μεταθετό.

Ο πρώτος εκκλησιαστικός παράγων που αντέδρασε δυναμικά στην επιχείρηση "νεκρανάστασης" του επαράτου μεταθετού ήταν ο μακαριστός, μαχητικός μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, ο και με λέοντα προσφυέστατα, παρομοιασθείς, που απέστειλε ένα μνημειώδες τηλεγράφημα διαμαρτυρίας στη σύνοδο με ημερομηνία  3 Ιανουαρίου 1974 και του οποίου ένα  χαρακτηριστικό απόσπασμα παραθέτουμε:

"Εάν η είδησις είναι αληθινή, πράγμα επαναλαμβάνω απίστευτον, τότε δεν απομένει παρά να κλαύσωμεν και θρηνήσωμεν διά το κατάντημα της κατά τα πρεσβεία συγκροτηθείσης ΔΙΣ. Διά της γενομένης εγγράφου, ως άδεται, προτάσεως, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, εντός βραχυτάτου διαστήματος ο διάβολος επέτυχε και δη εν περιόδω πανιέρων εορτών εις τον κατά της Εκκλησίας αγώνα του την πρώτην του φευ! νικητήριον επίθεσιν! Αγάλλονται οι εχθροί της πίστεως και σκιρτούν οι της Εκκλησίας ημών πολέμιοι διά τα φρικτά ολισθήματα της ΔΙΣ. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος εξευτελισμός από την καταβαλλομένην ανίερον προσπάθειαν προς επαναφοράν του μεταθετού το οδωδός πτώμα του οποίου διήγειρε την όρεξιν και συνήγειρεν τους αμετανοήτους εραστάς του, οίτινες, δίκην γυπαετών, ετοιμάζονται να επιπέσουν διά να χορτασθούν από των σεσηπυίων σαρκών τούτου".

Έτεροι ιεράρχες που αντέδρασαν με σθένος ήταν οι μακαριστοί Φλωρίνης Αυγουστίνος, Μηθύμνης Ιάκωβος, Κιλκισίου Χαρίτων κ.ά.

Άλλη, αξιοσημείωτη αντίδραση, υπήρξε αυτή απ’ τη μεριά του παλαίμαχου αγωνιστή κατά του μεταθετού, αειμνήστου εκδότη του περιοδικού ΕΝΟΡΙΑ, Ανδρέα Κεραμίδα, που απ’ το κρεβάτι της ασθενείας του απηύθυνε θερμή έκκληση σε όλους τους ιεράρχες προκειμένου να αποτρέψουν την επαναφορά του ολέθριου μεταθετού το οποίο, όπως χαρακτηριστικά έγραψε, "μεταβάλλει τους Ιεράρχας εις χωροφύλακας ή δημοδιδασκάλους"!

Τα μέλη της αριστίνδην ιεραρχίας που διέσωσαν, με την άρνησή τους να ψηφίσουν την επαναφορά του παναθλίου μεταθετού, το κύρος του αρχιερατικού αξιώματος ήταν οι εξής:

Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, Κοζάνης Διονύσιος, Μηθύμνης Ιάκωβος, Αιτωλοακαρνανίας Θεόκλητος, Γυθείου Σωτήριος, Άρτης Ιγνάτιος, Κιλκισίου Χαρίτων και Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

Για την ιστορία αναφέρουμε πως στην αρχή η προσπάθεια για την επαναφορά του μεταθετού συνάντησε εμπόδιο απ’ το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣΤΕ) στο οποίο στάλθηκε προς επεξεργασία το σχετικό προεδρικό διάταγμα του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (υπουργός ο καθηγητής Π. Χρήστου) για το λόγο ότι με βάση τη ΣΠ υπ’ αριθμόν 3 δεν είχε δικαίωμα το Υπουργείο να εκδώσει Προεδρικό Διάταγμα.

Αξιοσημείωτο επίσης τυγχάνει το γεγονός ότι το ΣΤΕ υποδείκνυε στην πολιτεία ότι ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΚΑΙΝΟΥΡΙΕΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΝ ΤΗ ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ  ΤΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΩΝ ΤΟΥΣ (Σ.Σ. ΤΩΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΩΝ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΚΑΙ ΛΕΩΝΙΔΑ).

Τελικά παρακάμφθηκε το ΣΤΕ αφού ο υπουργός Χρήστου εισηγήθηκε στο δικτατορικό υπουργικό συμβούλιο την έκδοση νόμου.

Ακολούθησε η δεύτερη πράξη του εκκλησιαστικού δράματος, τουτέστιν η τιμωρία των συνοδικών μελών της αριστίνδην συνόδου του 1967.

Με μια επιεικώς παράξενη απόφασή της η αριστίνδην ιεραρχία του 1974 επέβαλε στους  μητροπολίτες Ναυπακτίας Δαμασκηνό, Πρεβέζης Στυλιανό, Ξάνθης Αντώνιο, Διδυμοτείχου Κωνσταντίνο και Κασσανδρείας Συνέσιο, που ήταν μέλη της συνόδου του 1967, την ανυπόστατη και αντικανονική ποινή του δεκαετούς αποκλεισμού sic απ τα διοικητικά όργανα της Εκκλησίας!

Ταυτόχρονα τους στιγμάτισε με τη μομφή του "παρασυναγώγου".

Το τραγελαφικό στην όλη υπόθεση είναι ότι οι τιμωρηθέντες μητροπολίτες είχαν το δικαίωμα να ποιμαίνουν τις επαρχίες τους! Να λειτουργούν, να χειροτονούν, να διορίζουν, να παύουν! Μόνο στα συνοδικά διοικητικά εκκλησιαστικά σώματα δεν μπορούσαν να συμμετέχουν!

Και το άκρον άωτον του τραγέλαφου! Η ίδια ποινή επεβλήθη και στο μακαριστό μητροπολίτη Πατρών Κωνσταντίνο (Πλατή) που είχε αποχωρήσει από την ενεργό υπηρεσία ως καταληφθείς απ το όριο ηλικίας!

Το "θέατρο του παραλόγου" συνεχίστηκε με την αναγνώριση της "κανονικότητας", απ' την πλευρά της αριστίνδην ιεραρχίας, στις 28 Μαρτίου του 1974, είκοσι μητροπολιτών και πέντε επισκόπων. Οι μητροπολίτες που  αναγνωρίστηκαν ως "κανονικοί" ήταν οι εξής:

Φωκίδος Χρυσόστομος, Νικαίας Γεώργιος, Φλωρίνης Αυγουστίνος, Σιδηροκάστρου Ιωάννης, Θηβών και Λεβαδείας Νικόδημος, Αλεξανδρουπόλεως Κωνστάντιος, Δρυινουπόλεως  Σεβαστιανός, Χίου Χρυσόστομος, Εδέσσης Καλλίνικος, Κερκύρας Πολύκαρπος, Ύδρας Ιερόθεος, Λαγκαδά Σπυρίδων, Ζακύνθου Απόστολος (στις 13 Ιουνίου ήραν την κανονικότητά  του!!!) , Ελασσώνος Σεβαστιανός, Θεσσαλιώτιδος Κωνσταντίνος (στις 13 Ιουνίου ήραν την  κανονικότητά του !!!), Λευκάδος Νικηφόρος, Καρυστίας Σεραφείμ, Χαλκίδος Νικόλαος, Γόρτυνος  Θεόφιλος και Τρίκκης Σεραφείμ.  

Επίσης αναγνωρίστηκαν σαν "κανονικοί" οι επίσκοποι:

Βρεσθένης Δημήτριος, Ευρίπου Βασίλειος, Αχελώου Ευθύμιος, Δωδώνης Χρυσόστομος  (Βούλτσος) και Ανδρούσης Αναστάσιος.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν αναγνωρίσθηκαν ως κανονικοί οι  μητροπολίτες Αττικής Νικόδημος και Θεσσαλονίκης Λεωνίδας.

Προφανώς, όπως σημειώνει στο προαναφερθέν συγγραφικό του πόνημα ο μακαριστός μητροπολίτης Αττικής Νικόδημος,  οι εν λόγω μητροπόλεις είχαν πέσει στο τραπέζι των προεκλογικών διαπραγματεύσεων και είχαν μοιραστεί στους εκλέκτορες...

Αξίζει, οπωσδήποτε, να επισημανθεί το επιεικώς ακατανόητο γεγονός με βάση το οποίο, πολύ σύντομα, μερικοί απ’ τους αρχιερείς που κρίθηκαν "κανονικοί" μετά ταύτα πέρασαν στην πλευρά των "αντικανονικών", άνευ αποχρώσης ιεροκανονικής αιτίας.

Κατά τον Αττικής Νικόδημο "η κρίση και η μετάταξη γινόταν ανάλογα με την ευκαιριακή θυμική κατάσταση των πρωταγωνιστών και χωρίς να δοθούν οι ανάλογες εξηγήσεις".

Εν συνεχεία η αριστίνδην ιεραρχία από τις 25 έως τις 30 Απριλίου 1974 αναγνώρισε σαν "κανονικούς" τους μητροπολίτες Ηλείας Αθανάσιο, Βερροίας Παύλο και Σπάρτης Ιερόθεο.

Ακόμη και μετά τη "θεαματική" αναγνώριση της κανονικότητας κάποιων εκ των χαρακτηρισθέντων ως "αντικανονικών" μητροπολιτών, οι τελευταίοι, παρέμειναν αποκλεισμένοι και δεν τους επετράπη να συμμετάσχουν στα συνοδικά εκκλησιαστικά όργανα! Επρόκειτο, προφανώς, περί συμπαιγνίας!

Αλγεινή, πάντως, εντύπωση και πληθώρα εύλογων ερωτηματικών προκαλεί το γεγονός ότι απ’ τους εικοσιεννέα μητροπολίτες που εξελέγησαν από την αριστίνδην σύνοδο του 1967 οι είκοσι αναγνωρίσθηκαν ως κανονικοί και οι εννέα όχι! Εν ονόματι ποίας λογικής και ηθικής;

Μάλλον η επάρατη σκοπιμότητα είχε εξορίσει εκείνη τη χρονιά τη λογική και την ηθική απ’ την  περιοχή της εκκλησιαστικής ζωής!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου