ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ
ΣΕ ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
ΑΠΑΝΤΗΣΗ
KATAΠΕΛΤΗΣ
ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ
ΤΗΣ ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟ
π. ΕΥΘΥΜΙΟ ΤΡΙΚΑΜΗΝΑ
Γ΄ Μέρος
Αποτειχισι:
Ωστε παππουληδες, χαρακτηριζετε τον ΑΚΑΘΑΙΡΕΤΟ ιερομοναχο Ευθυμιο Τρικαμηνα, "οσιολογιωτατο μοναχο" και δεν ντρεπεστε;
Ετσι βλεπετε τους "αφορισμους και τις καθαιρεσεις" των ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΩΝ;
Ως κανονικες;
Και που το στηριζετε αυτο;
Σε ποιον Ιερο Κανονα, ω σοφολογιωτατοι;
Στους κανονες του Αννα και του Καϊαφα, στους Αρχιερεις της Αισχυνης, ή στους κανονες του Κυκλωπα;
Λιγη ντροπη, παππουληδες, δεν βλαπτει.
Και αν συνεχισετε με το ιδιο αντορθοδοξο στυλ και ηθος, θα μεινετε στην ιστορια ως ...παππουληδες και τιποτα περισσοτερο.
===================
Εἰς τό σημεῖο αὐτό πρέπει, πατέρες, νά ἀναφερθῆ
ὅτι, ἴσως, δέν ἔχετε κατανοήσει τόν σκοπό
τῆς ἀποτειχίσεως καί δι’ αὐτό τόν περιπλέκετε μέ ὅλες αὐτές τίς ἀμάρτυρες, ἀπό
πατερικῆς πλευρᾶς, θεωρίες τῆς διαγνώσεως. Ὁ σκοπός λοιπόν τῆς ἀποτειχίσεως εἶναι
ἡ προσωπική ἀσφάλεια τοῦ κάθε πιστοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι λύκος καί ὄχι
ποιμήν. Ἐπίσης ὁ σκοπός εἶναι ἡ ἐνσωμάτωσις,
διά τῆς ἀποτειχίσεως καί τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τούς αἱρετικούς, εἰς τήν Ἐκκλησία
τήν ἀληθινή τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως. Διότι πρωτίστως ἡ ἐνσωμάτωσις αὐτή
γίνεται διά τῆς ἀληθινῆς καί ὀρθοδόξου Πίστεως.
Δι’ αὐτόν τόν λόγο παντοῦ καί πάντοτε οἱ
Πατέρες διδάσκουν τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς ποιμένες,
χωρίς τίς διαδικασίες πού ἐσεῖς ἀναφέρετε, οἱ ὁποῖες μάλιστα ἰσχυρίζεσθε ὅτι
πρέπει νά γίνουν ἀπό τούς Ἁγίους καί χωρίς νά ἀφήνουν τήν παραμικρή ὑπόνοια
περί δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος. Θά ἦταν ἄλλωστε ἀστεῖο, ἀφ’ ἑνός οἱ
Πατέρες νά ἀποκαλοῦσαν λύκο καί φίδι τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο καί ἀφ’ ἑτέρου νά σοῦ
ἐπέτρεπαν νά παραμείνης κοντά του ἔστω καί γιά ἐλάχιστο χρόνο.
Ἐσεῖς τώρα μέ ὅλες αὐτές τίς πρακτικές
διαδικασίες πού διδάσκετε καί ἐπιπλέον τήν –μετά τήν διάγνωσι– ἀσάφεια γιά τό
δέον γενέσθαι, κατ’ οὐσίαν διδάσκετε τήν παραμονή καί ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς
Ἐπισκόπους καί τήν διά μέσου τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου ἐνσωμάτωσι εἰς τήν Ἐκκλησία.
Τό ὅτι αὐτό, κατ’ εὐθεῖαν ἀντιστρατεύεται στήν διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν
Ἁγίων μόλις εἶναι ἀνάγκη, ὡς ὀφθαλμοφανές, νά τό ἀναφέρωμε. Αὐτός ἄλλωστε εἶναι
καί ὁ λόγος πού ὅ,τι ἀναφέρετε τό στηρίζετε ἀποκλειστικά καί μόνο στή λογική
σας καί οὐδέποτε στίς Γραφές καί στούς Ἁγίους.
Πρέπει ἐπίσης νά ἀναφερθῶ καί στήν
κριτική σας δι’ αὐτό πού γράφω στό βιβλίο πού ἐξέδωσα. Γράφετε στή σελ. 8,
κρίνοντας τή θέσι μου, τά ἑξῆς: «Ἑπομένως
ἡ φράση τοῦ π. Εὐθυμίου “Ἡ ἔκφρασις αὐτήν ἐπίσης τοῦ παρόντος Κανόνος
´κατεγνωσμένη παρά τῶν Ἁγίων Πατέρων ἤ Συνόδων’ δέν σημαίνει ὅτι διά μία ‘μή
κατεγνωσμένη’ αἵρεση ὀφείλουμε ὑπακοή εἰς τούς ἐπισκόπους καί τούς φορεῖς τῆς αἱρέσεως...”
(σελ. 27-28) εἶναι μετέωρη καί ἄστοχη».
Κατ’ ἀρχάς ἐδῶ πάλι, γιά νά στηρίξετε
τήν κριτική σας δέν ἀναφέρετε τίποτε ἁγιογραφικό ἤ πατερικό. Ἔπειτα ἡ ἴδια ἡ ἑρμηνεία
τοῦ ἁγ. Νικοδήμου σᾶς διαψεύδει, διότι ὁ ἅγιος ἀναφέρει ὅτι ἀποτειχιζόμεθα ἀπό
τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο «προτοῦ νά γένῃ ἀκόμη
συνοδική κρίσις περί τῆς αἱρέσεως ταύτης». Ἀκόμη σᾶς διαψεύδει ὁ ἅγ. Ἰωάννης
ὁ Θεολόγος ὅταν στήν Β΄ Καθολική ἐπιστολή του γράφει «εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε
αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε» (Β΄ Ἰωαν. 10). Καί ἐδῶ ἡ ἐξακρίβωσις
τῆς αἱρέσεως ἀπό τόν τυχόντα εἶναι ἀρκετή διά τήν ἀποτείχισι.
Σᾶς διαψεύδουν δέ καί ὅλοι οἱ ἅγιοι
Πατέρες, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζουν τούς αἱρετικούς ὡς λύκους καί φαρμακερά φίδια,
ὄχι λόγῳ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, ἀλλά λόγῳ τῶν αἱρετικῶν φρονημάτων των. Σᾶς
διαψεύδουν τέλος καί οἱ ἴδιες οἱ ἀποφάσεις πολλῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες ἐδικαίωσαν
τούς αἱρετικούς καί κατεδίκασαν τούς Ὀρθοδόξους. Ἀλοίμονο ἄν εἰδικά στίς ἡμέρες
μας, πατέρες, περιμένετε Σύνοδο γιά νά καταδικάση τήν, ὅπως τήν ὀνομάσατε,
παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο καταδικάζετε κατ’ οὐσίαν τούς
Ὀρθοδόξους σέ συμπόρευσι καί ἀναγνώρισι τῶν αἱρετικῶν καί τῆς αἱρέσεως,
μολονότι εἶστε ὑπεύθυνοι τοῦ γραφείου τῆς Μητροπόλεως ἐπί τῶν αἱρέσεων.
Στή σελ. 8 τῆς μελέτης σας γράφετε,
πατέρες, τά ἑξῆς: «Ἐπίσης τόν Κανόνα αὐτόν
πρέπει νά τόν ἑρμηνεύσουμε στό πνεῦμα καί στή συνάφεια τῶν δύο προηγουμένων, τοῦ
13ου καί 14ου Κανόνος καί τοῦ πρώτου μέρους τοῦ 15ου.
Ὅπως δηλαδή οἱ δύο παραπάνω κανόνες (13ος καί 14ος)
κρίνουν ἀπαραίτητη τήν συνοδική κρίση καί ἐξέταση τῶν ἠθικῶν παραπτωμάτων ἤ ἄλλων
ἀδικημάτων τοῦ Ἐπισκόπου, πρίν ἀπό τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεώς του, ἔτσι καί
πολύ περισσότερο τώρα, ὅταν δηλαδή πρόκειται γιά τό σοβαρότατο παράπτωμα τῆς ἐκπτώσεως
σέ κάποια αἱρετική διδασκαλία, θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ συνοδική κρίσις, καί ἐξέτασις
τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, ἔστω καί ἄν δέν ἀναγράφεται ρητῶς στό δεύτερο μέρος τοῦ
15ου, ἁπλούστατα, διότι αὐτό εἶναι κάτι τό αὐτονόητο. Καί εἶναι αὐτονόητο
ὄχι μόνον, διότι τό ἀπαιτεῖ ἡ συνάφεια μέ τούς δύο προηγουμένους Κανόνες, ἀλλά καί
διότι τό ἀπαιτεῖ ἡ ὅλη Συνοδική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅπως ὅλοι
γνωρίζουμε, οἱ Ἅγιοι Πατέρες στίς Συνόδους, πού συγκροτοῦσαν, δέν περιορίζοντο
μόνον στήν καταδίκη τῆς αἱρέσεως, ἀλλά προχωροῦσαν ἐπιπλέον καί στήν καταδίκη τῶν
αἱρετικῶν».
Ἐδῶ πατέρες, προκειμένου νά στηρίξετε
τίς θέσεις σας, ἀδιαφορεῖτε ὄχι μόνο γιά τήν διδασκαλία τῆς ἁγ. Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων,
ἀλλά καί δι’ αὐτόν τόν ἴδιο τόν Κανόνα, τόν ὁποῖο ἑρμηνεύετε. Διότι ἐνῶ ὁ
Κανόνας ἀναφέρει ρητῶς «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς
τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπο κοινωνίας ἀποτειχίζοντες...», ἐσεῖς ἀπεναντίας
ἀναφέρετε: «Ὅπως δηλαδή οἱ δύο παραπάνω
κανόνες (13ος καί 14ος) κρίνουν ἀπαραίτητη τήν συνοδική κρίση καί ἐξέταση τῶν ἠθικῶν
παραπτωμάτων ἤ ἄλλων ἀδικημάτων τοῦ Ἐπισκόπου, πρίν ἀπό τήν διακοπή τῆς
μνημονεύσεώς του, ἔτσι καί πολύ περισσότερο τώρα, ὅταν δηλαδή πρόκειται γιά τό
σοβαρότατο παράπτωμα τῆς ἐκπτώσεως σέ κάποια αἱρετική διδασκαλία, θεωρεῖται ἀναγκαία
ἡ συνοδική κρίσις καί ἐξέτασις τοῦ αἱρετικοῦ ἐπισκόπου, ἔστω καί ἄν δέν ἀναγράφεται
ρητῶς στό δεύτερο μέρος τοῦ 15ου, ἁπλούστατα, διότι αὐτό εἶναι κάτι τό αὐτονόητο».
Ἐδῶ λοιπόν ὁ Κανόνας διδάσκει τό ἀντίθετο
ἀπό αὐτό πού ἰσχυρίζεσθε ἐσεῖς, δηλαδή ἡ ἀποτείχισις γίνεται πρό συνοδικῆς
κρίσεως τοῦ Ἐπισκόπου. Ἐσεῖς ὅμως ἀδιαφορώντας δι’ αὐτά τά ὁποῖα διδάσκει ὁ
Κανόνας καί στηριζόμενοι στούς δύο προηγούμενους, ἐξάγετε τό συμπέρασμα ὅτι ἀπαιτεῖται
ἡ συνοδική καταδίκη τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ πρίν ἀπό τήν ἀποτείχισι.
Λίγο πιό πάνω στήν μελέτη σας γράφετε
τά ἑξῆς: «Τό δεύτερο σκέλος (ἐννοεῖται
τοῦ Κανόνος) ἔχει τελείως διαφορετικό
περιεχόμενο. Ἀναφέρεται στή διακοπή μνημονεύσεως, ὄχι γιά ἠθικῆς φύσεως
παραπτώματα ἤ ἀδικήματα κληρικῶν, ἀλλά γιά λόγους πίστεως».
Πῶς λοιπόν ἐνῶ λίγο πρίν ἀναφέρετε ὅτι
«τό δεύτερο σκέλος ἔχει τελείως
διαφορετικό περιεχόμενο», τώρα τό ταυτίζετε μέ τούς δύο αὐτούς Κανόνες καί
τό πρῶτο σκέλος τοῦ παρόντος; Πῶς δηλαδή, ἐφ΄ ὅσον ἔχει τελείως διαφορετικό
περιεχόμενο, ἔχει τήν ἴδια ἀντιμετώπισι καί διαδικασία μέ τούς προηγουμένους
Κανόνες;
Καταλαβαίνω πατέρες, ὅτι αὐτή ἡ προσαρμογή
τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ Κανόνος στούς δύο προηγουμένους σᾶς ἐξυπηρετεῖ ἀφάνταστα
στήν δυνητική ἑρμηνεία τήν ὁποία διδάσκετε, ἀλλά βλέπετε ὅτι μέ αὐτά πού ἰσχυρίζεσθε
ἔρχεσθε σέ ἀντίθεσι ὄχι μόνο μέ Γραφές,
μέ Πατέρες, μέ τόν ἴδιο τόν Κανόνα, τόν ὁποῖο ἑρμηνεύετε, ἀλλά καί μέ τά ἴδια
τά λόγια σας, τά ὁποῖα λίγο ἀνωτέρω στήν μελέτη σας ἀναφέρατε.
Τό πλέον παράδοξο εἶναι ὅτι ἰσχυρίζεσθε
ὅτι στήν περίπτωσι τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἐπισκόπου ἀπαιτεῖται «πολύ περισσότερο» ἡ συνοδική κρίσι πρίν τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως.
Τώρα, γιά τί εἴδους διακοπή μνημονεύσεως καί ἀποτείχισι πρόκειται, μετά τήν
καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, αὐτό μόνον ἐσεῖς μπορεῖτε νά τό κατανοήσετε,
δεδομένου καί τοῦ ὅτι, ὅταν καταδικάζει ἡ Σύνοδος κάποιον Ἐπίσκοπο, χειροτονεῖ
στή θέσι του ἄλλον καί δέν ἀφήνει ἀνεπίσκοπον τήν ἐκκλησιαστική ἐπαρχία. Ἀνεπίσκοπος εἶναι ἡ ἐπαρχία ὅταν ἔχει αἱρετικό
Ἐπίσκοπο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅτι εὑρῆκε τήν Κων/πολι ἀνεπίσκοπο
μολονότι εἶχε αἱρετικό Ἐπίσκοπο.
Πάντως ἀπό τήν στιγμή πού προσαρμόσατε ἑρμηνευτικά
τόν ἐν λόγῳ Κανόνα «στό πνεῦμα καί στήν
συνάφεια τῶν δύο προηγουμένων, τοῦ 13ου καί 14ου Κανόνος καί τοῦ πρώτου μέρους τοῦ 15ου»
καταδεικνύετε ἀπροκάλυπτα ὅτι ταυτίζετε καί ἐξισώνετε τά θέματα τῆς πίστεως,
καί εἰδικά τῆς αἱρέσεως, μέ ὅλα τά ἄλλα παραπτώματα τοῦ Ἐπισκόπου, ὁπότε εἶναι
φυσικό ἀβίαστα νά ὁδηγηθῆτε στήν δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος, πλήν ὅμως ἀπομακρύνεσθε
ἀπό ὅλη τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι καί διδασκαλία τῶν Ἁγίων, διότι αὐτοί τά ἀντιμετώπισαν
τελείως διαφορετικά. Δι’ αὐτό καί ἐδίδαξαν τήν ἄμεσον ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς
Ἐπισκόπους, τούς ἀποκαλοῦσαν προβατόσχημους λύκους κλπ.
Στή συνέχεια στή σελ. (9) ἀναφέρεσθε
στήν εἰκονομαχία καί γράφετε τά ἑξῆς: «Εἶναι
ἄστοχη καί ἀνακριβής ἱστορικά ἡ θέση, τήν ὁποία διατυπώνει, ὅτι ἡ αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας
δέν εἶχε καταγνωστεῖ συνοδικά ἀπό τῆς ἐνάρξεώς της (726) μέχρι τήν Ζ΄ Οἰκουμενική
Σύνοδο (787), «ἡ ὁποία τήν κατέστησε κατεγνωσμένη» (σελ. 28), διότι ἀγνοεῖ ἤ
θέλει νά ἀγνοεῖ, τήν Τοπική Σύνοδο τῆς Συρίας τό 726, στήν ὁποία μάλιστα
πρωτοστάτησε ὁ μεγάλος Πατήρ τῆς Ἐκκλησίας Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἑπομένως,
τά παραδείγματα, τῶν Ἁγίων δέκα Μαρτύρων καί τῆς Ἁγίας Θεοδοσίας, πού ἀναφέρει
παρακάτω (σελ. 35-36), πού προχώρησαν σέ ἀποτείχιση καί ἐμαρτύρησαν κατά τήν
πρώτη περίοδο τῆς εἰκονομαχίας ἐπί εἰκονομάχου Πατριάρχου Ἀναστασίου, ὅπως ἐπίσης
καί τῶν Ἁγίων Θεοφίλου, Λογγίνου τοῦ Στυλίτου, Ὑπατίου κλπ., πού ἀναφέρει
παρακάτω (σελ. 37), δέν ἀποτελοῦν παραδείγματα Ἁγίων, πού ἀποτειχίστηκαν ἀπό μή
καταγνωσμένη αἵρεση, διότι ἡ αἵρεση εἶχε καταγνωσθεῖ συνοδικά ἤδη ἀπό τῆς ἐμφανίσεώς
της τό 726».
Κατ’
ἀρχάς κάνετε μία σύγχυσι εἰς αὐτά πού ἀναφέρει ὁ 15ος Κανών τῆς
Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Διότι ὁ Κανόνας δέν ὁμιλεῖ γιά μία οἱαδήποτε Σύνοδο, ἡ ὁποία
θά συγκληθῆ καί θά καταδικάση κάποια αἵρεσι, ἀλλά ὁμιλεῖ γιά τίς ἐγκεκριμένες
Συνόδους,
οἱ ὁποῖες, εἴτε ἔχουν ἐπικυρωθῆ ἀπό Οἰκουμενικές, εἴτε ἔχουν ἀναγνωρισθῆ ἀπό τή
συνείδησι τοῦ λαοῦ ὡς Ὀρθόδοξες ἐξ’ αἰτίας τῶν ἀποφάσεών των. Καί οἱ Οἰκουμενικές
πάλι Σύνοδοι ἐπικυρώθηκαν ἀπό τίς μεταγενέστερες ἐξ αἰτίας τῶν ὀρθοδόξων ἀποφάσεών
των, ἡ δέ τελευταία Ζ΄ Οἰκουμενική ἐπικυρώθηκε ἀπό τίς Συνόδους ἐπί ἁγ. Φωτίου
καί εἰδικά ἀπό τή Σύνοδο τοῦ 879, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται λόγῳ τῶν ἀποφάσεών της
ὡς Η΄ Οἰκουμενική. Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο ὁ ἐν λόγῳ ἱερός Κανόνας θέτει τήν
ἔκφρασι «παρά τῶν ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων
κατεγνωσμένη (τήν αἵρεσιν)». Ἡ ἔκφρασις «τῶν ἁγίων» προφανῶς ἀναφέρεται καί
εἰς τούς Πατέρας.
Ὅταν
λοιπόν γίνη μία Σύνοδος τοπική, ποιός θά μᾶς κάνη τήν διάγνωσι γιά τό ἄν εἶναι ἁγία
ἤ ληστρική; Μήπως ὁ κάθε πιστός ὁ ὁποῖος, σύμφωνα μέ τά λεγόμενά σας, δέν
δύναται νά διαγνώση οὔτε κἄν τήν αἵρεσι; Διότι ἄν δέν δύναται νά διαγνώση τήν αἵρεσι,
πῶς θά διαγνώση τήν Σύνοδο ἡ ὁποία θά καταδικάση τήν αἵρεσι;
Μήπως, πατέρες, τά θέματα τά ἀντιλαμβάνεσθε
σέ κάθε περίπτωσι, ὅπως σᾶς ἐξυπηρετοῦν, καί μάλιστα, ὅπως ἐξυπηρετοῦν τήν
δυνητική ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος; Διότι ἄν ἰσχύουν αὐτά πού ἀναφέρετε, τότε καί ἡ
αἵρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι κατεγνωσμένη διότι ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τή
Σύνοδο τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Διότι κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἡ ὀρθόδοξος
Σύνοδος κρίνεται ἀπό τίς ἀποφάσεις της. Ἄρα λοιπόν αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξος
Σύνοδος ἡ ὁποία κατεδίκασε τήν αἵρεσι καί ὄχι ἡ δική σας (ἐννοῶ αὐτήν στήν ὁποία
ἀνήκετε ἐσεῖς καί ὁ δεσπότης σας) ἡ ὁποία τήν ὑποθάλπει. Ἐσεῖς ὅμως, παραδόξως
καί διαφωνώντας μέ τά ἴδια τά γραφόμενά σας, θεωρεῖτε τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
ἀκατάγνωστη ἀπό Σύνοδο καί μάλιστα ἀναμένετε νά καταδικασθῆ ἀπό τούς ἴδιους
τούς Οἰκουμενιστές.
Πρέπει ἀκόμη νά ἀναφερθῆ ὅτι τά
πρακτικά τῶν Συνόδων (τόμος Γ’ σελ. 206) ἀναφέρουν τήν περίοδο αὐτή, δηλαδή ἀπό
τήν ἀρχή τῆς εἰκονομαχίας μέχρι τήν Ζ’ Οἰκουμενική, ὅτι ἔγιναν τέσσερις τοπικαί
Σύνοδοι, δύο ὑπέρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καί δύο ὑπέρ τῆς εἰκονομαχίας. Ποιός τώρα
θά κάνη τήν διάγνωσι γιά τό ποιά Σύνοδος εἶναι Ὀρθόδοξος καί ποιά αἱρετική;
Διότι, σύμφωνα μέ τή δική σας λογική, ἐφ΄ ὅσον ἔγινε Σύνοδος καί μάλιστα στήν ἴδια
τήν Κων/πολι, εἰς τήν ὁποία ἀνεφάνη ἡ αἵρεσις καί ἐπί πλέον πολυπληθής (348 Ἐπίσκοποι),
πού οὔτε καί οἱ Οἰκουμενικές, κάποιες φορές, συγκέντρωσαν τόσους Ἐπισκόπους, ἡ ὁποία
κατεδίκασε ὡς αἵρεσι τήν ὕπαρξι τῶν εἰκόνων, ἡ προσκύνησις τῶν εἰκόνων ἦτο πλέον κατεγνωσμένη αἵρεσις
καί ἔπρεπε νά ἀποτειχισθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι
ἀπό τούς εἰκονοφίλους Ἐπισκόπους. Ὅσοι δέ ἐγνώριζον τίς ἀποφάσεις τῶν
Συνόδων τῆς Συρίας καί τῆς Ρώμης, ἔπρεπε καί αὐτοί νά θεωρήσουν τήν εἰκονομαχία
ὡς κατεγνωσμένη αἵρεσι καί νά ἀποτειχισθοῦν ἀπό τούς εἰκονομάχους. Δηλαδή ὁ
καθένας, ὅπως ἔκρινε καί σύμφωνα μέ τήν διάγνωσί του περί τῆς Συνόδου θά ἐτοποθετεῖτο.
Δέν ἐσκέπτοντο ὅμως κατ’ αὐτόν τόν
τρόπο οἱ Ὀρθόδοξοι, οὔτε ποτέ οἱ Ἅγιοι τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς περιόδου ἀναφέρθηκαν
σέ κάποια ἀπόφασι Συνόδου, προκειμένου νά κατοχυρώσουν τή θέσι των. Οὔτε ἀκόμη
καί οἱ Ἅγιοι τῆς περιόδου μετά τήν Ζ΄ Οἰκουμενική ἐστηρίχθηκαν στίς ἀποφάσεις
της, ἀλλά ἐπολεμοῦσαν τήν αἵρεσι ἀντιπαραθέτοντας τήν ὀρθόδοξο Παράδοσι περί τῶν
ἁγίων εἰκόνων καί, μάλιστα, ἐπεκαλοῦντο χωρία ἀπό τούς ἐγκεκριμένους παλαιούς ἁγίους
ὅπως τόν Μ. Βασίλειο, τόν Χρυσόστομο κλπ. Καί τοῦτο διότι ἡ Σύνοδος αὐτή τῆς
Νικαίας δέν εἶχε ἐπικυρωθῆ ὡς Οἰκουμενική.
Ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ἡ εἰκονομαχική
Σύνοδος τοῦ 815 κατεδίκασε τήν Σύνοδο αὐτή τῆς Νικαίας καί φυσικά δέν θά ἦτο
δυνατόν, ὄχι νά πράξουν, ἄλλα οὔτε νά διανοηθοῦν νά καταδικάσουν μία Οἰκουμενική
Σύνοδο. Ἀλλά καί στά πρακτικά τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς βλέπουμε ὅτι οἱ Πατέρες δέν ἐπικαλοῦνται
τίς Συνόδους πού ἀναφέρετε ἐσεῖς, πατέρες, γιά νά κατοχυρώσουν τό ὀρθόδοξο
δόγμα, ἀλλά βλέπουμε νά ἐπικαλοῦνται πάμπολλες μαρτυρίες ἀπό τούς ἐγκεκριμένους
παλαιούς Ἁγίους, ἀπό τίς Γραφές, ἀπό θαύματα κλπ. Ἀκόμη δέ καί αὐτοί οἱ Ἐπίσκοποι
πού προσῆλθον στή Σύνοδο αὐτή, μετανοοῦντες ἐπειδή ἐπλανήθησαν περί τήν πίστι
καί ἐτάχθησαν ὑπέρ τῶν εἰκονομάχων, δέν ἐπικαλέσθηκαν πρός δικαιολογία τήν
Σύνοδο τῆς Ἱέρειας τοῦ 754, ἀλλά ἐθεώρησαν τήν πλάνη ὡς προσωπική των ὑπόθεσι
καί ὄχι ὡς παραπλάνησι ἐξ αἰτίας τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου αὐτῆς.
Ἀπό ὅλα αὐτά βλέπομε ὅτι οἱ Πατέρες τῆς
περιόδου αὐτῆς ἐπολέμουν τήν εἰκονομαχία ὡς αἵρεσι, ἀδιαφορώντας γιά τίς ἀποφάσεις
τῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες πολλές φορές ἦσαν ὑπέρ τῆς αἱρέσεως. Διότι ἁπλούστατα, ἄν
ἐπεκαλοῦντο τίς ἀποφάσεις κάποιας Συνόδου, θά ἀντεκρούοντο ἀπό τούς εἰκονομάχους,
οἱ ὁποῖοι μέ τή σειρά τους θά ἐπεκαλοῦντο τίς ἀποφάσεις κάποιας ἄλλης Συνόδου
καί μάλιστα πολυπληθεστέρας. Αὐτό τό βλέπομε καί σήμερα νά γίνεται ἀπό τούς αἱρετικούς.
Δηλαδή πολλές φορές ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἀναφέρει ὅτι οἱ συμπροσευχές, οἱ
διάλογοι, οἱ ἀποφάσεις πού ὑπογράφουν, ἡ ἄρσις τῶν ἀναθεμάτων κλπ. εἶναι ἀποφάσεις Συνόδων καί μάλιστα Πανορθοδόξων.
Οἱ Ὀρθόδοξοι λοιπόν βιώνουν τό ὀρθόδοξο
δόγμα καί τό ὑπερασπίζονται καί δέν στηρίζονται στίς ἀποφάσεις προσφάτων καί μή
ἐγκεκριμένων Συνόδων, ἀλλά αὐτό τό κάνουν οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι, ἀπεναντίας,
στηρίζονται στίς ἀποφάσεις τῶν προσφάτων Συνόδων καί ὄχι τῶν ἐγκεκριμένων ἤ, ὅπως
λέγει ὁ Κανόνας, τῶν «ἁγίων Συνόδων ἤ
Πατέρων». Δι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο
οἱ Πατέρες τῆς περιόδου αὐτῆς τῆς εἰκονομαχίας, οὔτε ἐστηρίχθησαν, οὔτε ἀνέφεραν
ποτέ αὐτές τίς Συνόδους πού, ἐσεῖς σήμερα, πατέρες, ψάχνοντας τήν ἱστορία εὑρήκατε. Διότι ἄν ἐστηρίζοντο
στίς Συνόδους, ἴσως σήμερα οἱ ναοί μας θά ἦσαν χωρίς εἰκόνες. Ὅπως καί ἐσεῖς
περιμένετε Σύνοδο γιά νά καταδικάση τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὥστε νά ἰδῆτε
τί θά πράξετε κατόπιν. Προφανῶς θέλετε νά βαδίσετε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς καί ὄχι, ὅπως
οἱ Ἅγιοι, πού ἐθυσιάστηκαν χάριν τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως.
(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου