Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010


Misha,

saint Seraphim's

"pet bear"



Κάποια μέρα πήγε στην «μακρυνή έρημο» μια αδελφή άπό τό μοναστήρι τοϋ Ντιβέγιεβο. Περνούσε μια περίοδο αγωνίας και άπογοητεύσεως τόσο, πού να θελήση να φύγη άπό τό μοναστήρι, όπου ή δουλειά της μαγείρισσας της προκαλούσε απέχθεια. Ό γέροντας έδωσε ευλογία να έλθη να τόν δη.


Πλησιάζοντας, όμως, τί άντίκρυσε; Τόν ερημίτη καθιστό έξω άπό τό κελλί του μέ μια πελώρια αρκούδα μπροστά στα πόδια του.


«Βοήθεια, πάτερ! φώναζε ή φτωχή μοναχή. Ήρθε τό τέλος μου!»
Εκείνος, έδιωξε τήν αρκούδα και είπε γελαστά:
«Όχι, μητερούλα, δέν ήρθε τό τέλος σου ακόμα. Τό τέλος σου είναι μακριά. 'Αντίθετα, πρόκειται για μεγάλη χαρά.»
Άφοϋ τήν καθησύχασε, τήν έβαλε νά καθήση πλάϊ του πάνω σ' ενα κορμό δένδρου, άλλα ή αρκούδα ξανάρθε και ξάπλωσε πάλι στά πόδια του.

Έτρεμα σύγκορμη, διηγείται ή καλόγρηα, ένώ ό πάτερ Σεραφείμ βάλθηκε νά της δίνη κομμάτια ψωμιού πού έβγαζε άπα το σακκούλι του, τόοο ήρεμα, σάν νά μην είχε νά κάνη μέ μια αρκούδα άλλα μ' ένα αρνάκι.

Τότε πήρα ξανά κουράγιο.

Αυτό πού μου έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν τό πρόσωπο τοΰ γέροντα. "Ηταν καθαρό, διάφανο και χαρούμενο σάν το πρόσωπο ενός αγγέλου. Τέλος, οταν αισθάνθηκα εντελώς ασφαλής, μου έδωσε το υπόλοιπο τοΰ ψωμιού καί μοϋ είπε νά δώσω έγώ ή ίδια στην αρκούδα νά φάη. Έγώ όμως απάντησα: «Όχι πάτερ, θα φάη καί τό χέρι μου μαζί». (Συγχρόνως όμως σκεπτόμουνα: Τόσο τό καλλίτερο. Δεν θα είμαι πιά άναγκαομένη να δουλεύω στη κουζίνα). Ό πάτερ Σεραφείμ χαμογέλασε: «Πίστεψε με, μητερούλα, δεν θα φάη τό χέρι σου».

Τότε λοιπόν, πήρα τό ψωμί, καί μικρά - μικρά κομματάκια τό έδινα στο ζώο.
"Ηταν τόση ή ευχαρίστηση πού αισθανόμουνα, ώστε στενοχωρήθηκα πολύ όταν έτελείωσε τό ψωμί. "
« Θυμάσαι μητερούλα, ένα λιοντάρι υπηρετούσε τον άγιο Γεράσιμο στην έρημο. Μια αρκούδα υπηρετεί τό φτωχό Σεραφείμ. Βλέπεις, τά ζώα μας υπακούουν. Καί σύ, χάνεις τό θάρρος σου. Γιατί; κάνε υπομονή. Θα έχετε χαρά εσείς έκεϊ στο μοναστήρι. Επισκέπτες διάσημοι θάρθοϋν, ζητώντας τά νέα τού φτωχού Σεραφείμ καί σύ, χωρίς δισταγμό θά τους πής τότε πώς μαζί δώσαμε φαΐ σέ μια αρκούδα.

"Αν είχα ενα ψαλίδι θά έκοβα λίγο άπό τό τρίχωμα της,για άπόδειξη. Σέ ικετεύω, μητερούλα, μήν χάνεις ποτέ τό κουράγιο σου, για τίποτε!»
Τότε, μέ όλη τήν απλότητα, τοΰ είπα: «Αν οι αδελφές βλέπανε τήν αρκούδα σας, θά πέθαιναν άπό φόβο».
«Δέν θά τήν δουν! Καί αν κανείς τήν σκότωνε, ώ πόσο θά λυπόμουνα! Οϋτε καί θά τήν σκοτώσουν. Εκτός άπό σένα κανένας άλλος δέν θά τήν δη. »
Σκεπτόμουνα ακόμη: «Πώς θά μ' ακούσουνε οι αδελφές, οταν θά τους διηγηθώ αυτό τό θαύμα».

Αλλά ό γέροντας απαντώντας στις σκέψεις μου: «Πριν περάσουν εντεκα χρόνια μετά τό θάνατο μου, δεν θα πης τίποτε σέ κανένα, μητερούλα. Τότε πια θά ξέρης σέ ποιόν να τα πής».
Ποιος ήταν αύτός . ό παράξενος άνθρωπος, ή ύπαρξη αυτή μέ τά διάφανα μάτια, που ζούσε στην καρδιά τοϋ δάσους, φίλος μέ τις αρκούδες και τά παιδιά;
Ένας «πτωχός τω πνεύματι»; ένας δια Χριοτόν σαλός; ένας στάρετς μέ κύρος, πλημμυρισμένος μέ τά χαρίσματα τοϋ Άγιου Πνεύματος;


(απόσπασμα από την εισαγωγή του βίου του στάρετς Σεραφείμ τού Σάρωφ, γραμμένου από την Ειρήνη Γκοραϊνωφ)

Από τον ΜΙΣ
Α

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου