Η ΜΟΡΦΗ ΚΑΙ Η ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ
του Δρ. Κων. ΣΙΑΜΑΚΗ
Ὅπως εἶπα καὶ εἰσαγωγικῶς, ἡ Κ.
Διαθήκη δὲν δίνει πληροφορίες γιὰ τὴ μορφὴ καὶ τὴ
σωματικὴ
διάπλασι τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἄλλων
βιβλικῶν
προσώπων.
Ἀσφαλῶς τὸ πρῶτο ἐνδιαφέρον
ὑπάρχει
γιὰ τὸν Κύριό
μας Ίησοῦ
Χριστό. πῶς ἦταν; ἄγνωστο. εὐκολώτερο
εἶναι νὰ
συμπεράνουμε πῶς δὲν ἦταν. δὲν ἦταν
ξανθὸς καὶ γαλανός,
διότι ἦταν
καθαρόαιμος Ἑβραῖος. ξανθὸ καὶ γαλανὸ
ζωγράφησαν τὸ Χριστὸ στὴ Β. Εὐρώπη, ἰδίως στὴν Ὁλλανδία,
ὅπως στὴν Ἀφρικὴ τὸν
ζωγράφησαν νέγρο καὶ στὴν Ἰαπωνία
κίτρινο∙ καὶ οἱ τρεῖς αὐθαιρεσίες
εἶναι ῥατσιστικὲς καὶ κατὰ βάθος
παγανιστικές. ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε
κανένα σωματικὸ ἐλάττωμα φυσικὸ ἢ ἐπίκτητο,
καὶ ἦταν τὸ λιγώτερο
κοινότυπη μορφὴ καὶ κοινότυπο ἀνάστημα. ἀσφαλῶς λιγνὸς λόγῳ τῆς ἡλικίας
του (30 -33 ἐτῶν), τῆς φτωχικῆς λιτῆς
διατροφῆς του,
καὶ τῆς σκληρῆς
χειρωνακτικῆς ἐργασίας του. ἰσχύουν δὲ γιὰ τὴν ἐνδυμασία
του καὶ τὴν ὑπόλοιπη
ἐμφάνισί
του ὅλα τὰ γενικὰ ποὺ ἰσχύουν
γιὰ τὴν ἐποχή
του, τὴν ἐθνικότητά
του, καὶ τὴν κατὰ κόσμον
κοινωνική του θέσι. ἡ ἐπιβλητικότητά του καὶ ἡ ἑλκυστικότητά
του ἦταν
πρωτοφανεῖς κι ἀνεπανάληπτες. ἦν διδάσκων ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς (Μθ 7,29∙ Μρ 1,22). οἱ ἐχθροί
του ὡμολογοῦσαν τὴν ἐπιβλητικότητά
του, τὴν
πειστικότητά του, καὶ τὴ δύναμι τοῦ λόγου
του, λέγοντας στοὺς προϊσταμένους των, ποὺ μισοῦσαν τὸ
Χριστό, ὅτι Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος (Ἰω
7,46). νέος 30 ἐτῶν ἔλεγε θυγατέρα του μιὰ γυναῖκα τὸ
λιγώτερο 24 ἐτῶν ἴσως δὲ καὶ
συνομήλικη ἢ καὶ μεγαλείτερή του (Μθ 9,22). ὁ
σεβάσμιος φαρισαῖος Νικόδημος πῆγε νύχτα κρυφὰ στὸ σπίτι
του καὶ τὸν ἀποκαλοῦσε ῥαββὶ (διδάσκαλε) (Ἰω
3,1-2). οἱ μαθηταί του, ὅταν τοὺς εἶπε, ἂν
θέλουν, νὰ τὸν παρατήσουν καὶ νὰ
φύγουν, τοῦ εἶπαν σαγηνεμένοι∙ Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα
ζωῆς
αἰωνίου
ἔχεις (Ἰω
6,68). κι ὅταν ἀναστημένος τοὺς ἐμφανίστηκε ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ (Μρ
16,12) καὶ τοὺς μιλοῦσε σὰν ἄγνωστος,
ἐνῷ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτὸν (Λκ 24,16),
πάλι ὡμολόγησαν,
ὅτι Ἡ καρδία
ἡμῶν
καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ (Λκ 24,32). αὐτὴ ὅμως ἡ ἐπιβλητικότητά
του καὶ ἡ ἑλκυστικότητά
του δὲν ὀφείλονται
σ’ ἕνα ἐπιβλητικὸ ἀνάστημα
μ’ ἐπιβλητικὴ φωνή,
οὔτε σὲ μιὰ ἔκτακτη ὀμορφιά,
ἀκόμη κι
ἂν τὰ εἶχε αὐτὰ τὰ
χαρακτηριστικά. ὀφείλονται στὴν πνευματική του δύναμι, στὴν ἀλήθεια
καὶ τὴ δύναμι
τοῦ
περιεχομένου τοῦ λόγου του, καὶ στὴ δύναμι
τῶν
σημείων του. διότι στὸ Κατὰ Μάρκον Εὐαγγέλιο
λέγεται γι’ αὐτόν∙ Κατ’ ἐξουσίαν
καὶ τοῖς πνεύμασι τοῖς ἀκαθάρτοις
ἐπιτάσσει,
καὶ
ὑπακούουσιν
αὐτῷ (Μρ 1,27). ἀσφαλῶς τὰ
πνεύματα δὲν θὰ χρειάζονταν ἕνα ἀθλητικὸ ἀνάστημα,
ἢ ἕνα
βροντόφωνο λόγο ἢ ἕνα πανόμορφο πρόσωπο, γιὰ νὰ ὑποκύψουν,
διότι ἀπὸ τέτοια
δὲν ἐπηρεάζονται.
οὔτε τὰ ἄψυχα
στοιχεῖα τῆς
φύσεως, σὰν τὴν τρικυμισμένη θάλασσα ἢ τὴν ἄκαρπη
συκῆ, ἐπηρεάζονται
ἀπὸ
τέτοια, γιὰ νὰ ὑποταχθοῦν. ἡ δύναμι
ποὺ ἔκανε αὐτὰ τὰ ἀπειθῆ
πνεύματα ἢ τὰ ἄψυχα στοιχεῖα τῆς
φύσεως νὰ ὑποκύπτουν
σ’ αὐτὸν καὶ παρὰ τὴ θέλησί
τους, ἡ ἴδια
δύναμι πολὺ περισσότερο ὑπέτασσε καὶ ἔπειθε
τοὺς εὐπειθεῖς. δὲν ἦταν
κάποιο σωματικὸ χαρακτηριστικό, παράστημα ἢ ὀμορφιὰ ἢ ἐπιβλητικὴ φωνή, ἀκόμη –ἐπαναλαμβάνω-
καὶ στὴν
περίπτωσι ποὺ ὑπῆρχαν κι αὐτά. τὸ εὐαγγέλιο
τοῦ Κυρίου
σὲ τίποτε
τὸ κατὰ σάρκα
δὲν
στηρίχτηκε ποτέ, οὔτε καὶ κατὰ τὴν ἀρχή
του. στὰ
βυζαντινὰ χρόνια
ἐμφανίστηκαν
διάφορες ἀπόκρυφες περιγραφὲς τῆς μορφῆς τοῦ Χριστοῦ.
πρόκειται γιὰ ζωγραφικὲς ἀπόψεις διαφόρων ζωγραφικῶν σχολῶν καὶ
συντεχνιῶν, οἱ ὁποῖες καὶ
διαμάχονταν μεταξύ τους μ’ αὐτὰ τὰ
περιγραφικὰ κείμενα ποὺ ἐξαπέλυαν στὴν
κυκλοφορία.
Ὅσο γιὰ τὴν
κόμωσι τοῦ Κυρίου, τὴν ἐνδυμασία του καὶ τὴν ὑπόδησί
του, κι ἐπιπροσθέτως
γιὰ τὴν
πολιτική του ὑπόστασι καὶ τὸ ποιές γλῶσσες
μιλοῦσε, ἔχουμε ὁπωσδήποτε
κάποιες πληροφορίες.
Δίδασκε στὴν ἑβραϊκὴ τῆς ἐποχῆς του,
κι αὐτὴ ἦταν ἡ
μητρική του γλῶσσα. μιλοῦσε ἴσως καὶ τὴ
φοινικική, ἂν μίλησε μ’ αὐτὴ τὴ γλῶσσα στὴ
Χαναναία ἢ Συροφοινίκισσα (Μθ 15,21-28∙ Μρ 7,24-30), ἡ ὁποία γλῶσσα ἔμοιαζε
πάρα πολὺ μὲ τὴν ἑβραϊκή.
μιλοῦσε ὁπωσδήποτε
καὶ τὴν ἑλληνική,
ποὺ τὴ μιλοῦσαν
τότε σὰ
δεύτερη γλῶσσα ἐγγράμματοι κι ἀγράμματοι μικροὶ καὶ
μεγάλοι σ’ὅλη τὴν Κοντινὴ Ἀνατολή. εἶναι
βέβαιο ὅτι μὲ τὸν Πιλᾶτο
συνωμίλησε στὴν ἑλληνική, διότι οὔτε ὁ Ῥωμαῖος Πιλᾶτος ἤξερε τὴν ἑβραϊκή,
οὔτε ὁ Χριστὸς μιλοῦσε ποτὲ τὴ
λατινική, ἐνῷ τὴν ἑλληνικὴ τὴν εἶχαν καὶ οἱ δύο
κοινὴ γλῶσσα. τὰ ἑλληνικὰ τοῦ Κυρίου
ἦταν ἀκριβῶς τὰ ἑλληνικὰ τῆς Ἀποκαλύψεως.
ὁ Κύριος
κατ’ ἄνθρωπον
καὶ
πολιτικῶς ἦταν ὑπόδουλος
ὅπως καὶ ὅλοι
σχεδὸν οἱ Ἑβραῖοι καὶ πολλὰ ἄλλα ἔθνη καὶ οἱ Ἕλληνες.
Τὰ χέρια
του καὶ τὸ σῶμα του ὅλο ἦταν
χέρια καὶ σῶμα
σκληραγωγημένου ἀνθρώπου ποὺ ἄσκησε γιὰ πολλά
χρόνια σκληρὸ χειρωνακτικὸ ἐπάγγελμα.
Ὡς λαϊκὸς στὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ μὴ ἱερεὺς μήτε
ναζιραῖος, εἶχε
μαλλιὰ σὰν τῶν
σημερινῶν σοβαρῶν ἀντρῶν (ἔτσι
κουρεύονταν καὶ τότε ὅλοι οἱ ἄντρες) καὶ γένεια
γύρω στὰ 3 ἑκατοστά.
καὶ ὅλοι οἱ
βιβλικοὶ ἄντρες τῆς Κ.
Διαθήκης, πλὴν τοῦ Ἰωάννου βαπτιστοῦ, εἶχαν τὰ ἴδια
μαλλιὰ καὶ γένεια
καὶ
μουστάκια. κοσμήματα δὲν φοροῦσαν ποτὲ κανένα
ἀπολύτως
οὔτε ὁ Κύριος
οὔτε οἱ ἄλλοι ἄντρες τῆς Καινῆς
Διαθήκης. οὔτε κἂν βέρα οἱ ἔγγαμοι σὰν τὸ Πέτρο,
διότι ἡ βέρα ἦταν
συνήθεια μόνο τῶν Ῥωμαίων, ποὺ μέχρι
τὸν Δ΄ αἰῶνα δὲν εἶχε
μεταδοθῇ στὸ μὴ ῥωμαϊκὸ κόσμο.
οἱ ἀπόστολοι
στὶς Ἐπιστολές
των εἶναι ἐναντίον
ὁποιουδήποτε
κοσμήματος κι ἐναντίον τῶν μακριῶν μαλλιῶν τῶν ἀντρῶν (Α΄Κο
11,14∙ Α΄Πε 3,3-4), ἡ δὲ διδασκαλία τους ἀπέρρευσε
ὁπωσδήποτε ἀπὸ τὴν
πρακτική τους καὶ τὴν πρακτικὴ τοῦ
Κυρίου.
Τὰ ῥοῦχα ποὺ φοροῦσε ὁ Κύριος
ἦταν, ὅπως καὶ ὅλων, χιτὼν καὶ ἱμάτιον. εἶχε καὶ ἕναν ἄρραφον
χιτῶνα
ἐκ
τῶν
ἄνωθεν
ὑφαντὸν δι’ ὅλου (Ἰω
19,23), τὸν ὁποῖο οἱ σταυρωταί
του, γιὰ νὰ μὴ τὸν
καταστρέψουν στὴ μοιρασιὰ κόβοντάς τον σὲ
τεμάχια, δὲν τὸν μοιράστηκαν ὅπως τὸ ἱμάτιό
του, ἀλλ’ ἔρριξαν
γι’ αὐτὸν κλῆρο, ὥστε νὰ τὸν πάρῃ ὁλόκληρο
μόνο ἕνας.
πολλὰ καὶ ῥομαντικὰ λὲν γιὰ τὸ χιτῶνα αὐτὸ
διάφοροι μυθιστοριογράφοι καὶ σεναριογράφοι, ποὺ εἶναι
μόνο ἀστήρικτες
κι ἀνιστόρητες
φαντασιοκοπίες. ὁ Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος, ὁ ἀρχαιότερος σωστὸς κι ὁ
καλλίτερος ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν, λέει
γιὰ τὸ χιτῶνα αὐτό, πὼς τὸ ὅτι ἦταν ἄρραφος
δείχνει τὴν εὐτέλειά του, τὴν κατώτερη ποιότητά του, καὶ τὴ
φτώχεια τοῦ Χριστοῦ. νομίζω ὅτι ῥοῦχο
χωρίς ῥαφὴ δὲν
γίνεται, παρὰ μόνο ἂν γίνῃ ὅπως ἡ
κάλτσα, δηλαδὴ πλεκτὸ μὲ 1 ἢ μὲ 2 ἢ μὲ 5
βελόνες. κι αὐτὸ τὸ δηλώνει, νομίζω, τόσο τὸ εἶδος τοῦ χιτῶνος ὅσο καὶ ἡ φράσι
τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι’ ὅλου. οἱ ἀρχαῖοι ἀπὸ τὰ τρία
πανιά, πίλημα (=τσόχα), ὕφασμα, καὶ πλεκτό, γνώριζαν μόνο τὰ δύο πρῶτα, κι ἀγνοοῦσαν τὸ
πλεκτό. ὅταν τὸ ἐφεῦραν, τὄλεγαν
κι αὐτὸ ὑφαντόν. ἐδῶ ἔχουμε τὴν ἀρχαιότερη
μνεία πλεκτοῦ στὴν παγκόσμια ἱστορία. ἦταν λοιπὸν ὁ ἄρραφος
χιτὼν τοῦ Χριστοῦ ἕνα
πλεκτὸ σὰν
πουλόβερ ἢ σὰ φανέλλα μὲ μανίκια (μακριὰ ἢ κοντὰ) ποὺ ἔφτανε
μέχρι τὶς κνῆμες, ἦταν λινὸς ἢ
μάλλινος, καὶ φυσικὰ φοριόταν κατάσαρκα ὅπως ὅλοι οἱ χιτῶνες.
γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦσε νὰ
τεμαχιστῇ. ὑπάρχουν
καὶ σήμερα
παρόμοια πλεκτὰ σχεδὸν ὁλόσωμα.
Ἐξωπραγματικὴ
φαντασίωσι ἐπικρατεῖ καὶ γιὰ τὴν ὑπόδησι
τοῦ Χριστοῦ. τὸν
φαντάζονται καὶ τὸν παριστάνουν μὲ πέδιλα, ἐπειδὴ τ’ἀρχαῖα ἀγάλματα
σχεδὸν
μοναδικὰ
παπούτσια ἔχουν τὰ πέδιλα. τὰ πέδιλα ὅμως ἦταν τότε
παπούτσια τῆς πολυτελείας καὶ τῆς εὐμαρείας
περισσότερο. ὁ λαὸς, καὶ ἰδίως οἱ
χωρικοί, οἱ χειρώνακτες, οἱ κυνηγοί, οἱ στρατιῶτες, καὶ ὅλοι ὅσοι ὡδοιποροῦσαν, ὅπως ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοι,
φοροῦσαν ἀκριβῶς ἄρβυλα. ἀρβύλα
λεγόταν τὸ ἄρβυλο στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ καὶ καλιγούλα (caligula) στὴ
λατινική. ὁ Αἰσχύλος καὶ ἄλλοι ποιηταὶ
φαντάζονται τοὺς πολεμιστὰς τῆς Τροίας, Ἀγαμέμνονα
Ἀχιλλέα Ὀδυσσέα
κλπ., νὰ φοροῦν ἀρβύλες,
ἐπειδὴ
τέτοιες φοροῦσαν καὶ οἱ ἴδιοι στὶς μάχες
τοῦ Μαραθῶνος, τῶν
Θερμοπυλῶν, τῶν Πλαταιῶν, κλπ.
(Αἰσχύλος,
Ἀγαμ.,
944. Εὐριπίδης,
Ὀρ.,1470∙
Βάκχ.,1134. Ἱπποκράτης, Ἄρθρ.,828). καὶ δὲν θὰ ἦταν
καθόλου μακριὰ ἀπὸ τὴν
πραγματικότητα τῆς ὁμηρικῆς ἐποχῆς. κατὰ τὴν ἀρχαιότητα
μέχρι καὶ τὸν ὄψιμο
μεσαίωνα δὲν ὑπῆρχαν στρατιωτικὲς
στολές∙ οἱ στρατιῶτες φοροῦσαν ὅ,τι καὶ οἱ
συνήθεις ὁδοιπόροι. γι’ αὐτὸ φοροῦσαν κι’
αὐτοὶ ἀρβύλες.
κι ὅπως σήμερα ἕνας στρατιωτικὸς λέγεται λαϊκὰ καὶ
«καραβάνα», ἔτσι καὶ στὴ ῥωμαϊκὴ ἀρχαιότητα
λεγόταν «καλιγούλα» (caligula = ὁ ἀρβύλας)
ἢ
«καρακάλλα» (caracalla =ὁ
χλαίνας). γι’ αὐτὸ καὶ δυὸ Ῥωμαῖοι αὐτοκράτορες
ποὺ ἦταν
στρατιωτικοί, ὁ Γάιος Ἰούλιος Γερμανικὸς κι ὁ Μάρκος
Αὐρήλιος Ἀντωνῖνος, ἐπωνομάστηκαν
ἀντιστοίχως
Καλιγούλας (Caligula) καὶ
Καρακάλλας (Caracalla).
τέτοια ἄρβυλα
πρέπει νὰ φοροῦσε κι ὁ
Χριστός, ὅσο κι ἂν μᾶς φαίνεται παράξενο, τέτοια καὶ οἱ ἀπόστολοι.
δὲν ἦταν ἄνθρωποι τῶν
σαλονιῶν, γιὰ νὰ φοροῦν
πέδιλα∙ ὅπως καὶ μιὰ
βοσκοπούλα ἢ ὀρειβάτρια σήμερα δὲν θὰ φοροῦσε ποτὲ στὰ βουνὰ
ψηλοτάκουνα γοβάκια. χλαῖνα (caracalla) ὁ Χριστὸς δὲν θὰ φοροῦσε
ποτέ. διότι στὸ ὑποτροπικὸ κλῖμα τῆς
Παλαιστίνης ἦταν ἀρκετὸ καὶ γιὰ τὴν πιὸ κρύα
νύχτα ἕνα
χειμερινὸ ἱμάτιον. οἱ ἀπόστολοι τῶν ἐθνῶν ὅμως, ὅπως ὁ Παῦλος καὶ οἱ
συνεργάτες του, ὅταν περιώδευαν τὴν Εὐρώπη,
φοροῦσαν
τέτοια χλαῖνα ἢ τὸν παραπλήσιον φαινώλην (= paenula) (Β΄Τι 4,13), ποὺ ἀναφέρει
ὁ Παῦλος ὡς
προσωπικό του χειμερινὸ ῥοῦχο. ὁ φαινώλης ἦταν κάτι
σὰ βραχεῖα ἢ ἡμίπαλτο,
ἐνῷ ἡ χλαῖνα ἦταν παλτὸ βαρὺ καὶ μακρὺ μέχρι
τοὺς ἀστραγάλους.
Αὐτὰ γιὰ τὸν Κύριο
Ἰησοῦ
Χριστό.

