Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Ἡ καραμέλα τοῦ Λέοντος

 

Περίληψη.

Το κείμενο αφηγείται το πρώτο κήρυγμα του νεαρού τότε Κωνσταντίνου Καλλινίκου  στη Σμύρνη το 1895, όταν, μετά τον σεισμό που κατέστρεψε τη Θεολογική Σχολή του, αναγκάστηκε να αναζητήσει εργασία ως ιεροκήρυκας. Παρά την έλλειψη διπλώματος και τον χαμηλό μισθό, αποδέχεται δοκιμαστικά τη θέση σε εκκλησιαστική αδελφότητα.

Στο κήρυγμά του εξηγεί εγκύκλιο του μητροπολίτη Σμύρνης που προειδοποιεί για τις ενωτικές κινήσεις της Ρώμης. Με αλληγορία τον γηρασμένο λέοντα που παγιδεύει τα ζώα, στηλιτεύει τον πάπα ΛΕΟΝΤΑ  XIII και τις προσηλυτιστικές μεθόδους των Ουνιτών. Το κήρυγμα ενθουσιάζει το κοινό, και ο συγγραφέας κλείνει με συγκινημένη ανάμνηση των νεανικών, ιδεαλιστικών του χρόνων.

---------------------------------------------------------

Το κείμενο.

Ἡ καραμέλα τοῦ Λέοντος

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΜΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑ· Τῷ 1895 σεισμὸς εἶχε μεταβάλει εἰς ἐρείπια τὴν Θεολογικὴν Σχολήν μας, οἱ δὲ ἄπτεροι ἀετιδεῖς της τῇδε κακεῖσε διεσκορπίσθησαν. Ἐγώ, ναυαγὸς τῆς τύχης, ἐξεβράσθην εἰς τὴν προκυμαίαν τῆς ὡραίας πρωτευούσης τῆς ἑλληνικωτάτης Ἰωνίας ζητῶν πόρον ζωῆς. Κατὰ συγκυρἰαν ἔμαθον ὅτι ἡ νεοσύστατος ἐν Σμύρνῃ ἀδελφότης «Εὐσέβεια» ἐζήτει ἱεροκήρυκα κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Παρὰ φίλου ἔμαθον τίνες οἱ συγκροτοῦντες τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιόν της καὶ μετ᾿ ὀλίγον εὑρισκόμην ἐνώπιον ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ προεδρείου της.

-Ἔμαθα, κύριε, εἶπον μὲ ἄκραν συστολήν, ὅτι ἡ ἀδελφότης σας θέλει ἱεροκήρυκα καὶ ἦλθα, ἂν μὲ θεωρῆτε κατάλληλον, νὰ ζητήσω τὴν θέσιν.

-Καὶ ποῦ εἶναι τὰ διπλώματά σου; μὲ ἠρώτησεν.

-Διπλώματα δὲν ἔχω. Δὲν ἐπρόφθασα νὰ δώσω ἐξετάσεις ἕνεκα τοῦ σεισμοῦ. Ἓν καὶ μόνον ἔτος μοὶ ὑπελείπετο.

-Τότε λοιπὸν δὲν ἔχεις καμμίαν ἀξίαν, μοὶ ἀπήντησεν ἐταστικῶς βλέπων με ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἤρχισε νὰ τρίβῃ τὰς χεῖρας.

-Ὥστε, διέκοψα ἐγὼ μετά τινας στιγμὰς ῥίπτων ἐπ᾿ αὐτοῦ τὸ βλέμμα ἱκετευτικόν, δὲν ὑπάρχει ἐλπίς;

-Ξέρω κι ἐγώ; Ἐν τούτοις πέρασε αὔριο, νὰ τὸ πῶ στοὺς συναδέλφους μου.

Τὴν ἑπομένην ἤμην καὶ πάλιν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔδωκε καὶ καθέκλαν αὐτὴν τὴν φοράν.

-Τὰ συνεζητήσαμεν μὲ τοὺς ἄλλους, ἤρχισεν ὁ γοργόφθαλμος Λέσβιος, καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀκόλουθον ἀπόφασιν. Ἐπειδὴ εἶσαι ἀκόμη χωρὶς δίπλωμα νὰ σὲ ὑποβάλωμεν εἰς δοκιμήν. Καὶ ἂν μᾶς ἀρέσῃς, καλά· εἰ δὲ μή, ὥρα σου καλή. Γνωρίζεις τί μισθὸν προσφέρομεν; Ὀκτὼ μετζιτιέδες τὸν μῆνα.

Ὀκτὼ μετζιτιέδες τὸν μῆνα, εἶπα κατ᾿ ἐμαυτόν. Ἓν φράγκον δηλαδὴ τὸ ἡμερονύκτιον. Δυστυχὴς  Θεολογία! Μὲ αὐτὸ νὰ φάγῃς, νὰ ἐνδυθῇς,νὰ κοιμηθῇς, ν᾿ ἀγοράσῃς γραφικὴν ὕλην ἢ βιβλία! Καὶ προηγουμένως νὰ δοκιμασθῶ, ὡσὰν νὰ ἤμην κανεὶς ψάλτης!

-Ἀλλά, ἐτόλμησα ὑποτραυλίζων νὰ ἐξωτερικεύσω τὰς σκέψεις μου, ἡ «Εὐσέβεια», ὡς μανθάνω, ἀριθμεῖ πολλὰς ἑκατοντάδας μελῶν, τῶν ὁποίων αἱ συνδρομαὶ ἀποφέρουν μηνιαίως τοὐλάχιστον 30 λίρας. Μὲ 8 μετζίκια πῶς νὰ ζήσω;

-Χά, χά,, ἐξερράγη μὲ ἠχηροὺς γέλωτας ὁ καταστηματάρχης. «Διδάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις»! Καὶ δὲν λέγει τὸ Εὐαγγέλιον «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ «ψυχῇ ὑμῶν» καὶ «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ»; Καὶ πῶς θὰ μᾶς ἐξηγῇς σὺ αὐτὰ τὰ λόγια, ὅταν δεικνύεσαι δοῦλος τοῦ χρυσοῦ καὶ ὄχι τοῦ Χριστοῦ; Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν ἀποθεματικὸν κεφάλαιον διὰ νὰ μὴ ξεπέσωμεν, ὅπως ἡ προκάτοχος [ἀδελφότης] «Ὀρθοδοξία» μὲ τοὺς μεγάλους μισθούς της. Καὶ ἔπειτα Διατί νὰ μὴ κάμετε καὶ σεῖς  κάποιαν θυσίαν οἱ κληρικοί; Δὲν εἶναι αἶσχος ἡμεῖς οἱ μπακάληδες καὶ χασάπηδες νὰ ζητοῦμεν μὲ τὸν ὀβολόν μας νὰ φέρωμεν τὸ κήρυγμα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐνῷ ἡ ἐπίσημος ἐκκλησία, τῆς ὁποίας εἶναι καθῆκον νὰ κηρύττῃ, μᾶς ἀφῆκε νὰ λιμοκτονοῦμεν, καὶ ἀγρὸν ἠγόρασεν;

Οἱ λόγοι τοῦ ἀνδρὸς εἶχον αὐτοστιγμεὶ τὸ ἀποτέλεσμά των. Ἄπειρος τῶν συναλλαγῶν τοῦ κόσμου, πρώτην ἤδη φορὰν εἰς τὴν κοινωνικὴν παλαίστραν εἰσερχόμενος, καὶ πλήρης νεανικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, οὐ μόνον ἐδικαίωσα ἐν τῇ συνειδήσει τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ καὶ ἐντροπήν τινα ᾐσθάνθην διὰ τὴν ἀποτολμηθεῖσαν παρατήρησίν μου. Μήπως ἄλλωστε [εἶπα  εἰς ἑαυτὸν] ἡ νεότης δὲν εἶναι τρεφομένη ὡς τὰ ἄνθη μὲ τὴν δρόσον τοῦ οὐρανοῦ; Ἀπεδέχθην, λοιπόν, καὶ τὴν δοκιμὴν καὶ τὸ ποσὸν τοῦ μισθοῦ, ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ πελάται μου θὰ ἱκανοποιοῦντο, καὶ περὶ τὰς 5μ.μ. τῆς ἑπομένης Κυριακῆς εὑρισκόμην εἰς τὸ σχολεῖον  τοῦ ἁγίου Τρύφωνος, ἐν τῇ αὐλῇ τοῦ ὁποίου κατὰ πρώτην φορὰν καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ ἤκουα τὴν φωνήν μου ἀπὸ τοῦ βήματος. Εὗρον καὶ τὴν αὐλὴν καὶ τὰ πρὸς τὴν αὐλὴν βλέποντα παράθυρα κατάμεστα κόσμου ἀναμένοντος τὴν ἄφιξίν μου μετὰ περιεργείας. Οὐδ᾿ ὅλως διόλου ἔλειπεν ἀπὸ τοῦ μέρους ἐκείνου τὸ εἰδυλλιακὸν  καὶ ποιητικόν. Ἄνωθεν ὁ καταγέλαστος ἰωνικὸς οὐρανὸς γλυκυθύμως μᾶς ἐσκέπαζε. Κάτωθεν τὴν πλατεῖαν αὐλὴν κατέστιζον ἄνθη καὶ δενδρύλλια μυροβόλα. Χρυσαλλίδες ποῦ καὶ ποῦ διέσχιζον τὴν ἠλιόλουστον, ἀλλ᾿ εὔκρατον ἀτμόσφαιραν. Εἷς πήδαξ ἐν τῷ μέσω ἐκελάριζε καὶ παρὰ τὸν πήδακα ὑψοῦτο ἡ ἐξέδρα ἐφ᾿ ἧς μετ᾿ ὀλίγον θ᾿ ἀνηρχόμην ἐγώ. Μήπως ὁ πήδαξ ἐσυμβόλιζε τὴν πηγὴν τῆς ζωῆς καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ ἀναπηδῶν ὕδωρ ὑπεδήλου τ ὕδωρ τἁλλόμενον εἰς ζωὴν αἰώνιον;

Μετά τινα λεπτὰ ἐπρόβαλε σύσσωμον τὸ προεδρεῖον. Ὁ κ. πρόεδρος, εἷς ἀγαθώτατος ἄνθρωπος, μοὶ ἔτεινε φάκελλον ἐσωκλείοντα τὸ θέμα μου, ἐφ οὗ προμελέτη δέν μοι ἐπετρέπετο. Ἤνοιξα καὶ ἀνέγνωσα. Ἦτο ἡ ποιμαντορικὴ ἐγκύκλιος τοῦ ἁγίου Σμύρνης κυρίου Βασιλείου, ἥν εἶχον ἀναγνώσει τὴν προτεραίαν. Ὁ πάπας προσεκάλει τοὺς ἐν Ἀνατολῇ πιστοὺς εἰς ἕνωσιν, διὰ νὰ «λαμπρυνθῇ» καὶ πάλιν ἡ κατ᾿ Ἀνατολὰς Ἐκκλησία. Πρὸς διαπίστωσιν δὲ τῆς «στοργῆς» του ὁ ἅγιος πατὴρ εἶχε στείλει εἰς Σμύρναν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας καί τινας οὐνίτας, ῥασοφοροῦντας ὡς ἡμεῖς, καὶ λειτουργοῦντας τὴν λειτουργίαν τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου εἰς ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ ἐν τῷ ναῷ βυζαντινικώτατα διεσκευασμένῳ πρὸς ἄκραν ἔκπληξιν τῶν καλῶν Σμυρναίων.

Διὰ νὰ καταστήσῃ τὸ ποίμνιόν του προσεκτικὸν [ὁ Σμύρνης κύριος Βασίλειος] εἰς τὰς πλεκτάνας ταύτας, ὁ καλὸς ἐκεῖνος καὶ εὐαγγελικὸς ἱεράρχης, εἶχεν ἀπολύσει τὴν ποιμαντορικήν του [ἐγκύκλιον], ἐν ᾗ ἀπαριθμῶν τοὺς νεωτερισμοὺς τῆς Ῥώμης καὶ τὰς μεγάλας διαφοράς της πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, ἀφᾐρει τὴν δορὰν καὶ ἐδείκνυε λύκον, τὸν λύκον.

-Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα; Ἀλλ᾿ αὐτὴ εἶναι ὁλόκληρος ἐγκύκλιος. Καὶ τί με θέλετε νὰ κάμω;

-Νὰ μᾶς τὴν ἐξηγήσῃς, διότι δὲν ἠμπορέσαμεν ὅλοι νὰ τὴν καταλάβωμεν σήμερον τὸ πρωΐ, ποὺ μᾶς τὴν ἐδιάβασαν εἰς τοὺς ναούς. Ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ ὑπαίθρου βήματος. Ἀπήγγειλα τὴν τεταγμένην προσευχήν. Ἔρριψα εἰς τὸ πέλαγος τῶν θείων οἰκτιρμῶν τὴν ἄγκυραν τῆς ἐλπίδος μου. Καὶ ἤρχισα νὰ λαλῶ, παρακολουθῶν ἀντὶ παντὸς ἄλλου σχεδιαγράμματος τὴν σειρὰν τῆς ἐγκυκλίου. Εἶπα, εἶπα. Ἐμάστιξα μὲ ὅλον τὸ νεανικὸν πάθος μου τὸν Ῥωμαϊκὸν δεσποτισμόν. Ἐμάστιξα πρὸ τῶν ἁπλοϊκῶν ἐκείνων ψυχῶν τὰς ἰησουϊτικὰς μεθόδους τῆς λατινικῆς ἐκκλησίας, ἥτις δὲν αἰσχύνεται ποικιλοτρόπως νὰ μεταμφιέζεται, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὰ κοσμοκρατορικά της ὄνειρα. Ἐκαρύκευσα τὸν λόγον μου μὲ παραδείγματα καὶ ἱστορίας πρὸς μεγίστην τέρψιν τῶν ἀκροατῶν μου. Καὶ ἐπεράτωσα μετὰ δύο περίπου ὥρας τὴν πρώτην μου ἐκείνην διδαχὴν ὡς ἑξῆς.

«Γηράσας ὁ λέων καὶ μὴ ἔχων τί νὰ φάγῃ ἀπέστειλε πρὸς τὰ ζῷα προσκλητήρια, προσκαλῶν νὰ συνευωχηθοῦν φιλικῶς μαζί του. Τὰ ζῷα ἐπίστευον, ἤρχοντο εἰς τὸ σπήλαιόν του καὶ τὰ κατεβρόχθιζεν ἀμέσως ὁ λέων. Μόνη ἡ ἀλώπηξ δὲν ἐβιάσθη νὰ εἰσέλθῃ, ἀλλ᾿ ἐκράτησε τὸ βῆμα πρὸ τῆς εἰσόδου. Εὐθὺς ὡς τὴν εἶδε ἀπὸ κόκκαλα σκεπασμένην καὶ ἐφώναξε ἔξωθεν πρὸς τὸν λέοντα· Ἂν φιλικὸς ὁ σκοπός σου εἶναι, τί ζητοῦν τότε ἐδῶ αὐτὰ τὰ ὀστᾶ;».

Ἂς ἀπεθύνωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν· «Ὦ Λέον, Λέον ΙΓ΄, μᾶς πέμπεις ἑνώσεως γράμματα! Αἱμάσσει  ἡ πατρικὴ καρδία σου, διότι εἴμεθα μακράν σου. Θἤθελες νὰ μᾶς σφίξῃς εἰς τὰς «στοργικάς» ἀγκάλας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ κόσμος ὅλος δὲν εἶναι ἀρκετός! Ἔχει καλῶς! Ἂν εἰλικρινῶς μᾶς ὁμιλῇς, τί ζητοῦν λοιπὸν ἐδῶ αὐτοὶ οἱ μεταμφιεσμένοι πράκτορές σου; Τί τὰ προπαγανδιστικὰ σχολεῖα σου; Τί αἰ φάλαγγες τῶν καλογήρων καὶ καλογραιῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἐξεστράτευσας κατὰ τῆς δυστυχοῦς Ἀνατολῆς; Τί ὅλαι αἱ προσπάθειαί σου νὰ μεταβάλῃς τὴν Ὀρθοδοξίαν μας καὶ τὸν Ἐθνισμόν μας εἰς νεκροὺς σκελετοὺς καὄζοντα κόκκαλα; Ἢ πᾶρε ὅλους αὐτοὺς ἀπ᾿ ἐδῶ, ἢ παῦσε νὰ μᾶς ὁμιλῇς λόγους ἀγάπης προσποιητῆς».

-Ἄξιος, ἄξιος! ἀντήχησεν ὁ αὐλόγυρος. Καὶ τοῦ προέδρου δώσαντος τὸ σύνθημα, προσῆλθον οἱ πάντες διὰ νὰ μοῦ σφίξουν τὴν χεῖρα καὶ συγχαροῦν καὶ ἐμὲ καὶ ἑαυτούς, ὡς ἔλεγον, ὅτι τοιούτου ἠξιοῦντο ἱεροκήρυκος, μέχρις οὗ ἡ Θεολογική μου Σχολὴ καὶ αὖθις ἤνοιγε τὰς πύλας, διὰ νὰ μοῦ δώσῃ τὰ τελευταῖα φιλήματά της.

Ὦ γλυκεῖς τῶν νεανικῶν μου πτεριγισμῶν χρόνοι! Ἡμέραι ἱεραὶ ἐν τῇ ὑλικῇ στενοχωρίᾳ σας, ἀλλὰ τὰς ὁποίας προυσιοπάροχος ἤρδευσεν ἡ προσευχή, λιπαρὰ ἐτόνωσεν ἡ μελέτη καὶ ἁγνὴ ἐζωογόνει ἡ συμπάθειά μου πρὸς τὰ μεστὰ εὐλαβείας στρώματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εὐλογημένη ἔστω ἡ ἱερὰ ἀνάμνησίς σας καὶ εὐλογημένοι οἱ γλυκασμοί, δι᾿ ὧν ἐν τῇ ἀγόνῳ ξένῃ μὲ περιρραίνετε!!

Κωνσταντῖνος Καλλίνικος, μετέπειτα πρωτοπρεσβύτερος

 

Υ.Γ

 Ἐπιστρέφεται στὸν πάπα Λέοντα ΙΔ΄ ἡ καραμέλα τῶν λόγων του πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξους κατὰ τὴν 29ην Νοεμβρίου ἀπὸ τὸν ἑορτάζοντα πατριαρχικὸ ναὸ ἁγίου Γεωργίου Κωνσταντινουπόλεως.

Γιὰ τὴν ἀνεύρεσι καὶ δημοσίευσι τοῦ ἱστορικοῦ κειμένου τοῦ Κωνσταντίνου Καλλινίκου, Ἀθανάσιος Σιαμάκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου