Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Απαντησι Καταπελτης π. Ευθυμιου Τρικαμηνα

Αποτειχισι: Πως ειναι δυνατον, 

οι αγραμματοι καθηγητες 

της θεολογικης σχολης, 

να ενεκριναν την Οικουμενιστικη 

διατριβη του κ. Βασ. Τσιγκου;

==================

 

Απάντηση π. Ευθ. Τρικαμηνά 

προς καθηγητή Πανεπιστημίου 

Βασ. Τσίγκο







Σὲ Ἡμερίδα γιὰ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη ποὺ πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὴν Ἱ. Μ. Δημητριάδος στὸ Βόλο, ὁ καθηγητὴς θεολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Τσίγκος Βασίλειος ὑπὸ τὰ μειδιάματα τοῦ κ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ἰγνατίου Γεωργακόπουλου, ἐκφώνησε ὁμιλία, διὰ τῆς ὁποίας διέστρεψε φρικτὰ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, προσαρμόζοντάς την στὶς προδιαγραφὲς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ παρουσιάζοντας τὸν Ἅγιο νὰ ὑποστηρίζει ἐκ διαμέτρου ἀντίθετες θέσεις, ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ συναντοῦμε στὰ συγγράμματά του.
Τὸ χειρότερο εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκανε συνειδητά, ἀφοῦ εἶναι γνώστης καὶ ἐπὶ χρόνια μελετητὴς τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου καί, ὅπως ἀποκαλύπτει ὁ π. Εὐθύμιος στὸ κείμενο ποὺ δημοσιεύουμε, «ὅταν συνέγραψα τό βιβλίο μέ τίτλο “Ἡ Ἀντιμετώπισις τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη –Ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως”, τὸ ἀπέστειλα πρός ἐνημέρωσι καί καλοπροαίρετη κριτικὴ» καὶ στὸν καθηγητή κ. Βασ. Τσίγκο, ποὺ  ἔχει ἀσχοληθῆ εἰδικά μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, πλήν ὅμως, τά συμπεράσματα τά ὁποῖα ἐξήγαγε εἰς τήν διδακτορική διατριβή του ἦταν τελείως ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού ἐπαρουσίαζα στό βιβλίο μου... Τά στοιχεῖα πού ἐπαρουσίαζα τήν κατεδείκνυαν ψευδῆ κατά πάντα, ἀντιπατερική καί κυρίως ἄκρως βοηθητική εἰς τήν σημερινή ἐπέκτασι καί ἑδραίωσι τῆς αἱρέσεως». 
(Ἡ ὁμιλία στὴν ἱστοσελίδα http://synodoiporia.blogspot.gr/2013/04/blog-post_7623)
Ὁ κ. Τσίγκος ἔσφαλε φρικτῶς, καὶ μὲ τὴν ὁμιλία στὸ Βόλο ἀπέδειξε ὅτι συνεχίζει ἀδιόρθωτα νὰ ἐπιμένει στὸ σφάλμα του, χωρὶς νὰ δικαιολογήσει ἢ νὰ ἀντικρούσει τὰ καταγγελθέντα λάθη του καὶ χωρὶς νὰ ἐξηγήσει, γιατί ἀπέκρυψε ἢ διέστρεψε τόσα καὶ τόσα κείμενα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τὰ ὁποῖα ἐπεσήμανε καὶ παρουσιάζει ὁ π. Εὐθύμιος στὸ βιβλίο του καὶ κάποια ἀπ’ αὐτὰ καὶ σ’ αὐτὴ τὴν δημοσίευση.
Καὶ κάνοντας περισσότερο συγκεκριμένο τὸ λόγο του ὁ π. Εὐθύμιος, ἐπισημαίνει τὰ «βασικὰ καὶ οὐσιώδη θέματα» στὰ ὁποῖα κατά τήν γνώμη του, ὑπάρχει «οὐσιώδης καί ἐκ διαμέτρου» ἀντίθετη θεώρηση «μεταξύ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί τοῦ καθηγητοῦ κ. Β. Τσίγκου», ὅπως π.χ. στὰ θέματα «τῆς ἀποτειχίσεως, τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως, τοῦ σχίσματος, τῆς αἱρέσεως, τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία θεωρεῖ (ὁ κ. Τσίγκος) Ἐπισκοποκεντρικὴ καὶ ὄχι Χριστοκεντρικὴ καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀπόσχισις ἀπό τόν Ἐπίσκοπο σημαίνει, γιά τόν κ. καθηγητή, ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία, δημιουργία σχίσματος κλπ.»!!!
Ὅλα αὐτὰ φανερώνουν (σημειώνει ὁ π. Εὐθύμιος) ὅτι ὁ κ. Τσίγκος συνέβαλε καί συμβάλλει «στήν προώθησι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», καὶ τοῦ καταλογίζει «μία προσπάθεια συνοδοιπορίας μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἀθωώσεως τῶν ἀρχηγῶν της».
Ὁ κ. Τσίγκος ὅμως δὲν θέλησε «νά ἀπαντήση καί νά παρουσιάση τά ἀνάλογα ἀποδεικτικά στοιχεῖα, πού μέ συστηματικό τρόπο εἶχε συγκεντρώσει καί ἐπεξεργασθεῖ ὑπό τήν ἐποπτεία τοῦ π. Θεοδώρου Ζήση καί τίς ὑποδείξεις ὁμάδος καθηγητῶν (συνεχίζει ὁ π. Εὐθύμιος), ὥστε νά μήν ἐπιτρέψη νά ἀλλοιώνεται ἡ διδασκαλία ἑνός μεγάλου Πατρός, καί ἐμένα νά βοηθήση νά διορθώσω τίς τυχόν λανθασμένες θέσεις μου».
Ἀλήθεια, τονίζει ὁ π. Εὐθύμιος, δὲν κατάλαβε ὁ κ. Τσίγκος, ὅτι μὲ ὅσα εἶπε «κατηγορεῖ εὐθέως τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη», παρουσιάζοντάς τον «ὡς ἀδιάκριτο καί ἐπαναστάτη», ποὺ ἐπαναστατεῖ συνεχῶς «γιά πράγματα ἀσήμαντα, ἥσσονος σημασίας καί ἀνάξια λόγου» καὶ ἀκόμα περισσότερο ἔμμεσα τὸν ὑβρίζει, δίνοντας τὴν αἴσθηση ὅτι πρόκειται περὶ κάποιου Ἁγίου καινοτόμου καὶ αἱρετίζοντος, ἀφοῦ ἀποφαίνεται ὅτι ὁ Ἅγιος «ἀνάγει σέ θέματα πίστεως καί αἱρέσεως πράγματα ἁπλά καί ἰάσιμα»;
Δὲν καταλαβαίνει, ἀκόμα, ὁ κ. Τσίγκος ὅτι στραγγαλίζει τὴν ἀλήθεια, παρουσιάζοντας τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο νὰ διδάσκει ὑπακοὴ στοὺς αἱρετικοὺς ποιμένες, ἐνῶ ὁ ἱερὸς πατὴρ διδάσκει τὰ ἐντελῶς ἀντίθετα; «Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρὸς ᾖ, καὶ μὴ πειθώμεθα; Πονηρός, πῶς λέγεις; εἰ μὲν πίστεως ἕνεκεν, φεῦγε αὐτὸν καὶ παραίτησαι, μὴ μόνον ἂν ἄνθρωπος ᾖ, ἀλλὰ κἂν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών»!
Καὶ ὅλα αὐτὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὸν καλέσαντα αὐτὸν μητροπολίτη Δημητριάδος, στὴν προσπάθειά του νὰ φιμώσει τὶς φωνὲς διαμαρτυρίας μελῶν τῆς Μητροπόλεώς του, οἱ ὁποῖοι εἴτε διαμαρτύρονται, εἴτε ἔχουν ἀποτειχισθεῖ γιὰ τὴν αἱρετίζουσα οἰκουμενιστικὴ του δράση.
Καὶ ἐρωτᾶ ἔμμεσα τὸν κ. Τσίγκο ὁ π. Εὐθύμιος:
«Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, σύμφωνα μέ τίς θεωρίες σας, ἡ ἀποτείχισις ὡς πρᾶξι μαρτυρεῖ ἔλλειψι ταπεινώσεως, ἡ παραμονή εἰς τούς αἱρετικούς ποιμένες καί Ἐπισκόπους θά μαρτυρεῖ (σαφῶς) ἔλλειψι ἐγωϊσμοῦ καί συνεπῶς πλούσια ἀρετή ταπεινώσεως. Δηλαδή τό νά φύγη κάποιος μακρυά ἀπό τόν λύκο καί τό φαρμακερό φίδι (ἔτσι ἐχαρακτήριζαν οἱ Πατέρες τούς αἱρετικούς) σημαίνει γιά ἐσᾶς κ. Καθηγητά, ἔλλειψι ταπεινώσεως, καί τό νά παραμείνη εἰς τό στόμα τοῦ λύκου σημαίνει ταπείνωσι καί παραμονή στήν Ἐκκλησία. Θεωρῶ κ. Καθηγητά ὅτι, ἄν δέν χάσαμε τίς ἔννοιες τῶν λέξεων, ἀσφαλῶς κινδυνεύουμε διά τῆς ἐπιστήμης νά χάσωμε τά λογικά μας. Πάντως ἐδῶ φαίνεται καθαρά ὁ σκοπός τῆς εἰσηγήσεώς σας εἰς τό ἱερατεῖο τοῦ Βόλου καί τό τί ἤθελε ἀπό ἐσᾶς ὁ Δημητριάδος Ἰγνάτιος, ὅταν σᾶς προσκάλεσε γιά νά ὁμιλήσετε στούς ἱερεῖς του».
"Πατερικὴ Παράδοση"





Ἀκολουθεῖ ἡ Ἀπάντηση τοῦ π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ:



απαντησι προς τον κ. Βασιλειο Τσιγκο
ἀναπληρωτή καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
σχετικά μέ τήν
εἰσήγησί του στήν ἱερατική σύναξι τοῦ Βόλου
στίς 15 Ἀπριλίου 2013
«Κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τήν Ἐκκλησία καί τόν Ἐπίσκοπο ἢ διακοπή της χάριν τῆς ἀλήθειας;
Τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου
 ἔναντι τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν μας».

              
                  Α΄Τμημα, επεται η συνεχεια




Πρόσφατα, καί συγκεκριμένα στίς 15/4/2013, ἔγινε ἀπό τόν ἀναπληρωτή καθηγητή τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Βασ. Τσίγκο μία εἰσήγησι στήν ἱερατική σύναξι τοῦ Βόλου μέ θέμα: «Κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τήν Ἐκκλησία καί τόν Ἐπίσκοπο ἢ διακοπή της χάριν τῆς ἀλήθειας; Τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἔναντι τῶν προκλήσεων τῶν καιρῶν μας».



Ἡ ἐπιλογή τοῦ θέματος, ἡ ἐπιλογή τοῦ προσώπου πού ἔκανε τήν εἰσήγησι, καθώς καί ἡ χρονική αὐτή περίοδος τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού διερχόμεθα, ἦταν ἀσφαλῶς κατάλληλα, εἰς τρόπον ὥστε νά διατηρήση ὁ παμπόνηρος Ἐπίσκοπος κ. Ἰγνάτιος τό ἱερατεῖο του σέ πειθαρχία, προκειμένου νά ἔχη –κατά τό δή λεγόμενο– ἥσυχο τό κεφάλι του στήν περαιτέρω ἐξέλιξι τῆς αἱρέσεως.




Δέν θά εἶχα τήν πρόθεσι νά ἀσχοληθῶ μέ τήν ὑπόθεσι αὐτή, ἐπειδή εἶναι πολλά αὐτά πού πιστεύει καί πράττει ὁ Ἐπίσκοπος κ. Ἰγνάτιος (τά ὁποῖα ἀδιαμφίσβητητα τόν κατατάσσουν στόν κατάλογο τῶν συγχρόνων ἀρχηγῶν τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ) ἄν, ἀφ’ ἑνός μέν δέν ὑπῆρχε κατάφωρη διαστρέβλωσι τῆς ἀληθείας, σχετικά μέ τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου καί, ἀφ’ ἑτέρου, ἄν δέν εἶχα ἀσχοληθῆ ἐπισταμένως μέ τό θέμα αὐτό. Ἡ ἐνασχόλησίς μου λοιπόν μέ αὐτήν τήν ὑπόθεσι μοῦ ἐπιβάλλει νά καταθέσω τίς ἀπόψεις μου, τίς ὁποῖες θά προσπαθήσω νά κατοχυρώσω ἀπό τά ἴδια τά λόγια καί τά ἔργα τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ὥστε νά φανῆ ἡ ἀλήθεια καί νά μήν ἔχωμε συνειδησιακά προβλήματα γιά τό δέον γενέσθαι εἰς τήν περίοδο τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ πού διερχόμεθα.



Κατ’ ἀρχάς πρέπει νά ἀναφέρω ὅτι ὅταν συνέγραψα τό βιβλίο μέ τίτλο «Ἡ Ἀντιμετώπισις τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κατά τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη –Ἡ διακοπή τῆς μνημονεύσεως», μεταξύ τῶν ἄλλων εἰς τούς ὁποίους τό ἀπέστειλα, πρός ἐνημέρωσι καί καλοπροαίρετη κριτική, ἦταν καί ὁ καθηγητής κ. Βασ. Τσίγκος. Αὐτό τό ἔπραξα γνωρίζοντας ὅτι καί αὐτός ἔχει ἀσχοληθῆ εἰδικά μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί τά συγγράμματά του, πλήν ὅμως, τά συμπεράσματα τά ὁποῖα ἐξήγαγε εἰς τήν διδακτορική διατριβή του ἦταν τελείως ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού ἐπαρουσίαζα στό βιβλίο πού τοῦ ἀπέστειλα.



Εἰς τά βασικά καί οὐσιώδη θέματα π.χ. τῆς ἀποτειχίσεως, τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως, τοῦ σχίσματος, τῆς αἱρέσεως, τῆς Ἐκκλησίας κλπ. ὑπῆρχε, κατά τήν γνώμη μου, οὐσιώδης καί ἐκ διαμέτρου διαφορά μεταξύ τοῦ ὁσίου Θεοδώρου καί τοῦ καθηγητοῦ κ. Β. Τσίγκου. Ἀκόμη καί τά ἁπλά λόγια τοῦ συγχρόνου γέροντος Παϊσίου, τά ὁποῖα ἀνέφερε καί εἰς τήν διδακτορική διατριβή του καί εἰς τήν εἰσήγησί του στήν ἱερατική σύναξι τοῦ Βόλου, καί αὐτά δέν ἠδυνήθη ὁ κ. Καθηγητής μέχρι σήμερα νά τά κατανοήση καί δι’ αὐτό προσπάθησε μέ κάθε τρόπο νά ἀποδείξη, ὅτι δῆθεν ὁ ὅσ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δέν ἀποτειχίσθηκε, δέν διέκοψε τήν μνημόνευσι λόγῳ τῆς μοιχειανικῆς αἱρέσεως καί, βεβαίως, κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δέν ἔκανε σχίσμα εἰς τήν Ἐκκλησία καί δέν ἐξῆλθε ἀπό αὐτήν. Διαφαίνεται δέ καθαρά ὅτι θεωρεῖ τήν Ἐκκλησία Ἐπισκοποκεντρική καί ὄχι Χριστοκεντρική καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀπόσχισις ἀπό τόν Ἐπίσκοπο σημαίνει, γιά τόν κ. καθηγητή, ἔξοδο ἀπό τήν Ἐκκλησία, δημιουργία σχίσματος κ.τ.τ.



Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτές τίς ἀπόψεις τοῦ κ. Τσίγκου, ὁ Οἰκουμενιστής Ἐπίσκοπος τῆς Δημητριάδος (Βόλου) κ. Ἰγνάτιος, τόν ἐκάλεσε δι’ αὐτήν τήν εἰσήγησι εἰς τήν ἱερατική σύναξι, ὥστε ἐνώπιον τῶν ἱερέων του νά ἑδραιωθῆ ὁ ἐπισκοποκεντρικός του ρόλος, νά διαλυθοῦν τά σύννεφα τῆς ἀμφιβολίας πού πιθανόν πολλοί ἱερεῖς του ἔχουν, ἀλλά φοβοῦνται νά ἐκδηλώσουν φανερά καί βεβαίως νά παρουσιασθῆ ὁ κ. Ἰγνάτιος ἀκόλουθος τοῦ πλέον αὐστηροῦ εἰς τά θέματα τῆς πίστεως πατρός τῆς Ἐκκλησίας.




 Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο συνέβαλε καί συμβάλλει ὁ κ. Τσίγκος στήν προώθησι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐπιλύοντας μάλιστα μέ δῆθεν πατερικά ἐρείσματα, τά προβλήματα τῶν Ἐπισκόπων, τά ὁποῖα σχετίζονται μέ τίς ἀντιδράσεις τοῦ ποιμνίου των καί εἰδικά τοῦ ἱερατείου. Διότι προφανῶς, ἄν οἱ ποιμένες εἶναι ἥσυχοι, θά ἡσυχάζουν καί τά πρόβατα. Τό λυπηρό εἰς ὅλη αὐτήν τήν ὑπόθεσι, τό ὁποῖο νομίζω πώς πρέπει ἐνημερωτικά νά ἀναφερθῆ, εἶναι ὅτι ὁ ἐπόπτης καί ὑπεύθυνος τῆς διδακτορικῆς αὐτῆς διατριβῆς τοῦ κ. Τσίγκου μέ τίτλο «Ἐκκλησιολογικὲς θέσεις τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Αὐθεντία καὶ Πρωτεῖο», ἦταν ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης. Γράφει σχετικά εἰς τόν πρόλογο τῆς μελέτης του ὁ κ. Τσίγκος:



«Ἀπό τήν θέσι αὐτή ἐπιθυμῶ νά ἐκφράσω τίς θερμότατες εὐχαριστίες καί τή βαθιά εὐγνωμοσύνη μου, πρός τό σύμβουλο καθηγητή καί δάσκαλό μου, πρωτοπρεσβύτερο τοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου π. Θεόδωρο Ζήση, γιά τήν προτροπή του νά ἀσχοληθῶ μ’ αὐτό τό θέμα, γιά τήν παρακολούθηση τῆς μελέτης σέ ὅλα τά στάδια τῆς συγγραφῆς της, καθώς καί γιά τήν εὐμενῆ εἰσήγησή του πρός τό Τμῆμα Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας. Πολλές ἀπό τίς οὐσιαστικές δυσκολίες πού προέκυψαν, μπόρεσαν νά ξεπεραστοῦν χάρη στήν ἀμέριστη συμπαράσταση καί τό ἀδιάπτωτο ἐνδιαφέρον του, ἐκδηλούμενο μέ τή διάθεση τοῦ πολύτιμου χρόνου του καί τῆς ἐξίσου πολύτιμης πείρας του» (σελ. 8).



Ἐδῶ διαφαίνεται ὅτι καί ὁ π. Θεόδωρος δέν διαφωνεῖ μέ τά γραφόμενα τοῦ κ. Τσίγκου, πιθανόν δέ καί νά κατηύθυνε τίς ἀπόψεις του, στά βασικά καί οὐσιώδη θέματα τοῦ ἐπισκοποκεντρικοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς διακοπῆς τῆς μνημονεύσεως ἐν καιρῷ αἱρέσεως, τῆς δημιουργίας σχίσματος καί τοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως τῆς αἱρέσεως καί τῶν αἱρετικῶν.




Ὅταν λοιπόν ἀπέστειλα τήν μικρή μελέτη μου, σχετικά μέ τήν ἀποτείχισι καί διακοπή μνημονεύσεως τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου στόν κ. Τσίγκο, περίμενα νά μοῦ ἀπαντήσει. Καί ἦταν λογικό καί ἀναμενόμενο, ἐφ’ ὅσον εἶχε ἐντρυφήσει (κατά τά λεγόμενά του) εἰς τήν ζωή καί τά συγγράμματα τοῦ ὁσίου νά ἀπαντήση καί νά παρουσιάση τά ἀνάλογα ἀποδεικτικά στοιχεῖα, πού μέ συστηματικό τρόπο εἶχε συγκεντρώσει καί ἐπεξεργασθεῖ ὑπό τήν ἐποπτεία τοῦ π. Θεοδώρου καί τίς ὑποδείξεις ὁμάδος καθηγητῶν, ὥστε νά μήν ἐπιτρέψη νά ἀλλοιώνεται ἡ διδασκαλία ἑνός μεγάλου Πατρός, καί ἐμένα νά βοηθήση νά διορθώσω τίς τυχόν λανθασμένες θέσεις μου. Αὐτό μάλιστα, θά κατοχύρωνε ἐπί πλέον τήν διδακτορική του διατριβή, δεδομένου ὅτι μέ τά στοιχεῖα πού ἐπαρουσίαζα τήν κατεδείκνυα ψευδῆ κατά πάντα, ἀντιπατερική καί κυρίως ἄκρως βοηθητική εἰς τήν σημερινή ἐπέκτασι καί ἑδραίωσι τῆς αἱρέσεως.




Τό ὅτι δέν ἀπάντησε εἰς τό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου μου, σημαίνει προφανῶς, ἤ ὅτι δέν εἶχε στοιχεῖα, ἤ ὅτι θέλησε νά παρακάμψη διά τῆς σιωπῆς τήν ὑπόθεσι καί ἔτσι νά ἐπικρατήση ὁ ἐπιστημονισμός στήν Θεολογία καί τήν Ἐκκλησία κατά τά δυτικά πρότυπα (ἔκανε «μεταπτυχιακὲς σπουδὲς σὲ Ρωμαιοκαθολικὴ Θεολογικὴ Σχολή», σελ. 8), δεδομένου ὅτι ἡ ἰδική μου ἐργασία, σχετικά μέ τίς ἀποτειχίσεις τοῦ ὁσίου, δέν εἶχε ἐπιστημονικό χαρακτῆρα, ἀλλά πνευματικό καί ἐνημερωτικό γιά τούς καιρούς μας. Πιθανόν ἀκόμα, ἀρνήθηκε νά ἀπαντήσει, διότι ἐθεώρησε τήν ἐργασία μου ἀνάξια λόγου καί ἐνασχολήσεως, πρᾶγμα πού δέν θέλω νά τό πιστέψω, διότι αὐτό δέν τόν τιμᾶ.




Πάντως ἐν κατακλεῖδι ἐπί τοῦ θέματος τούτου, θά ἦταν ἀδιανόητο, ταπεινωτικό καί ἀντίθετο μὲ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, νά περίμενε ἡ Ἐκκλησία νά ἀποφανθῆ γιά τούς Ἁγίους της, τήν διδασκαλία των καί τίς πράξεις των, ἡ μέ δυτικότροπες μεθόδους ἐργαζόμενη ἐπιστήμη τῆς Θεολογίας καί νά μήν εἶχε σχηματίσει διαχρονικά –ἡ ἰδία ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ– τὴν ἀκριβῆ ἐκτίμησι δι’ ὅλα αὐτά τά θέματα. Ἡ ἐμπειρία αὐτή τῆς Ἐκκλησίας καταγράφεται, πέραν ἀπό τόν βίο τοῦ ὁσίου καί τό πῶς τόν θεωροῦσαν ὄχι μόνο οἱ πολυπληθεῖς μοναχοί του, ἀλλά καί οἱ ἀπανταχοῦ Ὀρθόδοξοι, καταγράφεται λέγω καί στό Συνοδικό τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς, τό ὁποῖο ἀναγιγνώσκεται (καί πρέπει νά ἀναγιγνώσκεται) κάθε χρόνο τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Γράφει τό Συνοδικό συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Θεοδώρου τοῦ πανοσίου καί ἡγουμένου τοῦ Στουδίου, Αἰωνία ἡ μνήμη(γ)».



Πρέπει νά σημειωθῆ ὅτι ἡ λέξις «πανόσιος», σέ ὅλο τό Συνοδικό, τίθεται μόνον εἰς τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη καί, προφανῶς, σημαίνει τόν καθ’ ὅλα ὅσιο, τόν καθ’ ὅλα ἄμεμπτο (κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πανάγιος, παναγία Θεοτόκος) καί ὄχι βεβαίως αὐτόν πού ἔκανε ἀνταρσία εἰς τήν Ἐκκλησία, ἀπειλοῦσε καί δημιουργοῦσε σχίσματα, ὑπερέβαλε καί διόγκωνε τά μικρά καί κατ’ οἰκονομίαν γενόμενα σέ θέματα πίστεως καί αἱρέσεως, ἐναντιώνετο εἰς ὄντως ἁγίους Πατριάρχας καί τούς ἤλεγχε καί, ἐν τέλει, ἀλλοῦ ἦταν ἄμεμπτος καί ὅσιος (περίπτωσι εἰκονομαχίας) καί ἀλλοῦ ἐμπαθής καί ἀδιάκριτος (περίπτωσι μοιχειανικῆς αἱρέσεως).


Ἡ ἐπιστήμη βεβαίως, ἀκολουθεῖ τόν δικό της δρόμο καί προσπαθεῖ νά ἐπαναπροσδιορίση διά τοῦ ὀρθολογισμοῦ καί τῆς ἔρευνας καί ὄχι διά τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας, ὅσα εἶναι πλήρως ξεκαθαρισμένα καί διά μέσου τῶν αἰώνων βιωμένα ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ.



Γράφει σχετικά εἰς τήν εἰσαγωγή τῆς διδακτορικῆς του μελέτης ὁ κ. Τσίγκος: «Τελευταῖα ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα τείνει νά ἀποκαταστήσει τό πρόσωπο, τό ἔργο καί τή διδασκαλία του στίς πραγματικές του ἱστορικοθεολογικές διαστάσεις. Αὐτό δέν σημαίνει βεβαίως πώς ἔχει ἐπιτευχθεῖ ὁμοφωνία σέ ὅλα τά θέματα, γιατί ὑπάρχουν καί ἄλλα στά ὁποῖα ὑπάρχει σημαντική διαφωνία ἀνάμεσα στούς ἐρευνητές. Τέτοια θέματα, τά ὁποῖα συμβαίνει νά χωρίζουν ἀκόμη τούς δύο χριστιανικούς κόσμους Ἀνατολῆς καί Δύσεως, εἶναι ὅσα σχετίζονται μέ τήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία» (σελ. 26).



Τελικά, ἄν ὑπάρξη βεβαίως αὐτή ἡ συμφωνία τῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, θά πρέπει ἡ Ἐκκλησία νά ὑποταχθῆ εἰς τήν σύγχρονη ἐπιστήμη τῆς θεολογίας, ἡ ὁποία ἔχει πλήρως δυτικοποιηθῆ καί φραγκέψει καί νά ἀλλάξη τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τό θέμα τῆς ἀναφορᾶς του εἰς τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη.



Ἀπορίας ἄξιον τυγχάνει καί αὐτό τό ὁποῖο ἀναφέρει ὁ κ. Καθηγητής, τό κατά πόσον δηλαδή χριστιανικός εἶναι ὁ κόσμος τῆς Δύσεως, ἐπειδή εἰς τήν ἀναφορά του αὐτή τόν ἐξισώνει μέ τόν χριστιανικό κόσμο τῆς Ἀνατολῆς, πρᾶγμα τό ὁποῖο πράττουν μόνον οἱ βετεράνοι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.



ν συνεχείᾳ θά ἀναφερθῶ συνοπτικά εἰς τήν εἰσήγησι τοῦ κ. Β. Τσίγκου κατά τήν ἱερατική σύναξι τοῦ Βόλου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί μία, θά λέγαμε, περιληπτική ἀναφορά τῆς διδακτορικῆς ἐργασίας του. Ἡ εἰσήγησις αὐτή μοῦ ἀπεστάλη ἀπομαγνητοφωνημένη καί ὡς ἐκ τούτου θά ἀναφερθῶ εἰς τά ἴδια τά λόγια του.



Ἀναφέρει ὁ κ. Καθηγητής, στήν ἀρχή τῆς εἰσηγήσεώς του, τά ἑξῆς: «Εἰς ἐπίρρωσιν ὅλων αὐτῶν (ἐννοεῖ ὅσους μέ τόν τρόπο τους ἀντιδροῦν στήν σημερινή αἵρεσι) ἐδῶ καὶ πενῆντα περίπου χρόνια, ἀπὸ διάφορες ὁμάδες χριστιανῶν διατυπώνονται ἐκκλησιολογικὲς “θεωρήσεις”, ὡς δῆθεν πατερικὴ διδασκαλία ποὺ φτάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ κάνουν λόγο γιὰ ἐκκλησιαστικὴ αὐτοδιοίκηση καὶ ἀνεξαρτησία, ἀκόμα γιὰ ἀπειθαρχία καὶ ἀντάρτικο ἐνάντια στὸ ἐπισκοπικό, ὅπως τὸ χαρακτηρίζουν, κατεστημένο.



Ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψη, πὼς κάθε φορὰ ποὺ καθένας θεωρεῖ ὅτι διαφωνεῖ σὲ θέματα Πίστεως μὲ τὸν Ἐπίσκοπό του, θὰ πρέπει νὰ κάνει διακριτικὴ ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία, νὰ προχωρεῖ στὴν ἄμεση διακοπὴ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου καί, τελικῶς, προτείνεται στὸν ἐνιστάμενο ἡ λύση τῆς ἀποτείχισης, ἀπόσχισης, τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Οἱ ἐν λόγῳ ἀπόψεις ὀφείλονται ἐν πολλοῖς σὲ λόγους ἔλλειψης σεβασμοῦ, ἀνυπακοῆς καὶ ἀπειθαρχίας στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς καὶ τὰ πρόσωπα, ...καθὼς κάποιοι θέλουν νὰ εἶναι ἀνεπίσκοποι, ἀδέσποτοι, ἀκολουθώντας τὸ λογισμό τους καὶ θεωρώντας ἑαυτοὺς ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀλάθητοι κριτὲς καὶ αὐτῆς τῆς Συνοδικῆς πράξεως καὶ Παράδοσής της. Ὀφείλονται ἀκόμη καὶ σὲ λόγους γνησιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς νὰ εἶναι αὐτὴ μία ἀκόμα ἰδεολογία καὶ ὄχι ἐν Χριστῷ ζωή».



Ἀπό αὐτά τά λόγια τοῦ κ. Καθηγητοῦ, ἄν ἐξαιρέσωμε δύο λέξεις (τίς λέξεις «ἐκκλησιαστική αὐτοδιοίκηση»), γιά τά ὁποῖα ὄντως ὁ ὅσιος οὔτε ἐμίλησε, οὔτε ἔπραξε κάτι τέτοιο, ὅλα τά ἄλλα φανερώνουν μία προσπάθεια συνοδοιπορίας μέ τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ἀθωώσεως τῶν ἀρχηγῶν της. Εἶναι λυπηρό καί ἀπελπιστικά ἀπαισιόδοξο τό γεγονός ὅτι σέ ὅλη τήν εἰσήγησί του, οὐδόλως ἀνεφέρθη εἰς τήν αἵρεσι τῶν καιρῶν μας, κατ’ ἀντιστοιχίαν μέ τήν μοιχειανική καί εἰκονομαχική αἵρεσι τῆς ἐποχῆς τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἤ διότι ταυτίζεται καί συμπορεύεται μέ αὐτήν, ἤ γιά νά μήν στενοχωρήση τόν προσκαλέσαντα αὐτόν Ἐπίσκοπο Δημητριάδος, ἤ τέλος πάντων, ἐπειδή ἡ Θεολογία, ὡς ἀκαδημαϊκή ἐπιστήμη, οὐδόλως ἀσχολεῖται μέ τά παρόντα, ἀλλά ἀρέσκεται νά ἐμβατεύη καί νά ἐρευνᾶ τά παλαιά καί ἀρχαῖα.



Εἰς τό σημεῖο αὐτό θέλομε νά σᾶς ἐρωτήσωμε κ. Καθηγητά, ἡ ἀπειθαρχία καί τό ἀντάρτικο ἐνάντια εἰς τό ἐκκλησιαστικό κατεστημένο εἶναι ὅπως ἀναφέρετε «δῆθεν πατερική διδασκαλία», ἐν καιρῷ –βεβαίως– αἱρέσεως; Τί ἀναφέρει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης εἰς τόν ὁποῖον ἐπί δεκαετίες ἐντρυφήσατε;



Θά σᾶς ἀναφέρω ἕνα ἀπό τά πολλά κείμενα τοῦ ὁσίου τό ὁποῖο ἀναφέρεται στήν μοιχειανική αἵρεσι τῆς ἐποχῆς του. Ἐξηγώντας ὁ ὅσιος εἰς τόν ἡγούμενο Θεόφιλο, γιατί ἡ κατάλυσις καί ἀνατροπή ἔστω καί μίας εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, σημαίνει κατάλυσι ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου, προσθέτει καί τά ἑξῆς: «Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου, ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν, ἤγουν τούς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας˙ ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καί ἑστιάσεως» (Φατοῦρος 39, 113, 51).



Ἐδῶ δημιουργεῖται, κ. Καθηγητά, τό ἑξῆς ἐρώτημα. Δέχεσθε ὅτι
στήν ἐποχή μας ὑπάρχει αἵρεσις ἡ ὁποία εὐστόχως ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς «Παναίρεσις» καί ἡ ὁποία ὄχι μία, ἀλλά πολλές εὐαγγελικές ἐντολές καταλύει καί ἀνατρέπει; Ἄν μέν τό δέχεσθε, τότε σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, οἱ πιστοί –κληρικοί καί λαϊκοί– πρέπει νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τούς αἱρετικούς, διότι αὐτοί, σύμφωνα πάλι μέ τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, δέν ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καί ὄχι μόνον οἱ αἱρετικοί δέν ἀποτελοῦν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ὅσοι ἐπικοινωνοῦν ἐκκλησιαστικά μαζί των.




Αὐτό τό διδάσκει ὁ ὅσιος στήν ἴδια ἐπιστολή, λίγο κατωτέρω ἀναφερόμενος πάλι ἀποκλειστικῶς στήν μοιχειανική αἵρεσι καί χρησιμοποιώντας μάλιστα ὡς μάρτυρα τῶν λόγων του τόν ἅγ. Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, «Καί γέ δίκαιον, ὅσιε πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν θεόν˙ ἐχθρούς γάρ θεοῦ ὁ Χρυσόστομος οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (Φατ. 39, 113, 66). Καί λογικά ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν δύναται νά εὑρίσκεται μέσα στήν αἵρεσι.



 Ἄν πάλι δέν δέχεσθε ὅτι ὑπάρχει αἵρεσις εἰς τήν ἐποχή μας, τότε καί μόνο τότε καλῶς εἰσηγεῖσθε αὐτά τά πράγματα. Ἀπ’ ὅ,τι ὅμως, μᾶς ἀφήνετε νά ἀντιληφθοῦμε (καί μακάρι νά πέφτουμε ἔξω), θεωρεῖτε ὅτι δέν ὑπάρχει αἵρεσις εἰς τίς ἡμέρες μας, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, πῶς ἐδεχθήκατε νά ὁμιλήσετε προσκεκλημένος ἑνός ἀπό τούς ἀρχηγούς τῆς αἱρέσεως, ὁ ὁποῖος πειθαρχεῖ μόνο στή Ν. Ἐποχή καί στήν γραμμή τῆς ἀλλοιώσεως τῶν πάντων μέσα εἰς τήν Ἐκκλησία; Ὁ ὁποῖος ἔχει ἱδρύσει τό νεοεποχίτικο φυτώριο στήν Μητρόπολί του, πού τό ὀνομάζει «Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν», τό ὁποῖο, κατά τά δικά του λόγια, εἶναι ἕνα ἐλεύθερο βῆμα ἀπηλλαγμένο ἀπό δογματικές τοποθετήσεις, εἰς τό ὁποῖο κατά καιρούς ἔχουν ὁμιλήσει παπαδίνες καί πάστορες· ὁ ὁποῖος μεταγλωττίζει ὅλα τά ἱερά κείμενα πού ἀκούγονται στή Θ. Λατρεία (ἀναγνώσματα, λειτουργικές εὐχές κλπ.), ἀκολουθεῖ τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις του καί συνουσίες  μέ τούς αἱρετικούς καί, τέλος πάντων, εἰς τό Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας τό 2006 ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας εἰς τό ΠΣΕ, ὑπέγραψε τήν πλέον κατάπτυστη, βλάσφημη καί δαιμονική συμφωνία ὅλων τῶν αἰώνων, ἡ ὁποία ἰσοπεδώνει τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἐξισώνει μέ ὅλες τίς αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ, μέ τίς ὁποῖες μάλιστα πρέπει νά συνυπάρχη καί νά συνουσιάζεται γιά νά ἔχη τήν ἀλήθεια.



Μᾶλλον, κύριε Καθηγητά, πρέπει νά ξεκαθαρίσετε μέσα σας τά πράγματα καί μετά νά συζητήσουμε γιά τήν ἀπειθαρχία καί τό ἀντάρτικο, καί ὅτι αὐτά ἀποτελοῦν, κατά τήν γνώμη σας, «δῆθεν πατερική διδασκαλία». Τό μόνο σίγουρο βεβαίως εἶναι ὅτι ὁ ὅσιος οὐδόλως συμφωνεῖ μαζί σας.



Εἰς τό σημεῖο αὐτό τοῦ λόγου σας, κύριε Καθηγητά, δείχνετε ὅτι ὄχι μόνον δέν κατανοήσατε τόν ὅσιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ἀλλά δέν ἔχετε σαφῆ καί ξεκάθαρη εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον τήν ἀποτείχισι διά θέματα πίστεως, τήν θεωρεῖτε καί ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν Ἐκκλησία. Εἰσηγεῖσθε συγκεκριμένα εἰς τήν ἱερατική σύναξι τά ἑξῆς: «Ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψη, πὼς κάθε φορὰ ποὺ καθένας θεωρεῖ ὅτι διαφωνεῖ σὲ θέματα Πίστεως μὲ τὸν Ἐπίσκοπό του, θὰ πρέπει νὰ κάνει διακριτικὴ ὑπακοὴ στὴν Ἐκκλησία, νὰ προχωρεῖ στὴν ἄμεση διακοπὴ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς λειτουργικῆς μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου καί, τελικῶς, προτείνεται στὸν ἐνιστάμενο ἡ λύση τῆς ἀποτείχισης, ἀπόσχισης, τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία».



Δηλαδή ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τόν Ἐπίσκοπο διά θέματα πίστεως καί αἱρέσεως, σημαίνει κατά τή γνώμη σας καί ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν Ἐκκλησία; Καί ἐκ τοῦ ἀντιθέτου ἡ ἐνσωμάτωσις μέ τόν αἱρετικό Ἐπίσκοπο, ἡ μνημόνευσις καί ἀναγνώρισίς του ὡς εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ, ἡ συνοδοιπορία μέ αὐτόν, ἔστω μέ διαμαρτυρίες καί χαρτοπόλεμο, σημαίνει κατά τήν γνώμη σας ἐνσωμάτωσι μέ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ; Ποῦ τό βρήκατε αὐτό εἰς τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου; Ἄν μᾶς παρουσιάσετε ἔστω καί ἕνα χωρίο εἰς τό ὁποῖο ὁ ὅσιος νά διδάσκη ἤ ἔστω νά ὑπαινίσσεται κάτι τέτοιο, τότε καί μόνο τότε θά θεωρήσωμε ἀγαθές τίς προθέσεις σας καί τήν διδασκαλία σας πατερική.



Ὁ ὅσιος ὅμως, ἀπεναντίας, διδάσκει τήν ἄμεσο ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους, ἐφ’ ὅσον αὐτοί συνοδικῶς ἐπεκύρωσαν τήν αἵρεσι. Ἐδῶ θεωρεῖτε τήν Ἐκκλησία Ἐπισκοποκεντρική καί ὄχι Χριστοκεντρική καί ἄρα ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τόν Ἐπίσκοπο σημαίνει, κατά τήν γνώμη σας, καί ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν Ἐκκλησία. Τό ὅτι ὁ ὅσιος δέν εἶχε τέτοιες ἰδέες μόλις εἶναι ἀνάγκη νά τό ἀναφέρωμε.



Ἐδῶ πρέπει ἐπιπροσθέτως νά μᾶς ἑρμηνεύσετε, τί ἐννοεῖ ὁ ὅσιος, ὅταν διδάσκει στήν ἴδια ἐπιστολή ἀναφερόμενος πάλι στήν μοιχειανική αἵρεσι τά ἑξῆς: «Διό ὑπομιμνήσκω, ὡς ἐλάχιστος ἀδελφός καί τέκνον μή σιγήσωμεν ἵνα μή κραυγή Σοδόμων γενώμεθα· μή φεισώμεθα τῶν κάτω ἵνα μή ἀπολέσωμεν τά ἄνω· μή θῶμεν σκάνδαλον τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστί καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξοις ὁριζομένη κατά τούς ἁγίους· ἵνα μή τῇ ἀποφάσει τοῦ Κυρίου καταδικασθῶμεν». Δηλαδή ἡ Ἐκκλησία ὁρίζεται, κατά τόν ὅσιο καί τούς Ἁγίους, μεταξύ τριῶν Ὀρθοδόξων, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Ἐπισκόπου (1+2) ἤ χωρίς τόν Ἐπίσκοπο, καθ’ ἥν στιγμή αὐτός εἶναι ἀποδεδειγμένος αἱρετικός.



Ἐδῶ ὁ ὅσιος, κατά τή γνώμη μου, ὁρίζει τήν Ἐκκλησία μεταξύ τριῶν Ὀρθοδόξων γενικῶς καί ἀορίστως καί, στήν συγκεκριμένη περίπτωσι, χωρίς τόν Ἐπίσκοπο, διότι ἀνωτέρω προτρέπει τόν ἡγούμενο Θεόφιλο, νά διακόψη τήν μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου. Ἐσεῖς ὅμως κ. Καθηγητά, αὐτό τό θεωρεῖτε ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν Ἐκκλησία, σύμφωνα μέ τήν εἰσήγησί σας. Τόση εἶναι ἡ ἀπόστασις μεταξύ τοῦ πνεύματος καί τοῦ γράμματος τοῦ ὁσίου καί τῆς εἰσηγήσεώς σας, ἡ ὁποία ὅπως ἀνέφερα (ἐπεσήμανα) εἶναι περίληψις τῆς διδακτορικῆς σας διατριβῆς.



Αὐτά ἐπίσης πού εἰσηγεῖσθε γιά τούς ἀποτειχισμένους ὅτι δηλαδή: «Οἱ ἐν λόγῳ ἀπόψεις ὀφείλονται ἐν πολλοῖς σὲ λόγους ἔλλειψης σεβασμοῦ, ἀνυπακοῆς καὶ ἀπειθαρχίας στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς καὶ τὰ πρόσωπα, ...καθὼς κάποιοι θέλουν νὰ εἶναι ἀνεπίσκοποι, ἀδέσποτοι, ἀκολουθώντας τὸ λογισμό τους καὶ θεωρώντας ἑαυτοὺς ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀλάθητοι κριτὲς καὶ αὐτῆς τῆς Συνοδικῆς πράξεως καὶ Παράδοσής της. Ὀφείλονται ἀκόμη καὶ σὲ λόγους γνησιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς νὰ εἶναι αὐτὴ μία ἀκόμα ἰδεολογία καὶ ὄχι ἐν Χριστῷ ζωή», σημαίνουν ἀσφαλῶς ὅτι τάσσεσθε ὑπέρ τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅτι αὐτούς θεωρεῖτε Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί τούς ἀποτειχισμένους τούς θεωρεῖτε ἀνυπάκουους, ἀπείθαρχους, ἀνεπίσκοπους, ἀδέσποτους κλπ.



Ἐδῶ προφανῶς δέν κατανοεῖτε (καί δι’ αὐτό τό ἀπορρίπτετε) τό θέμα τῆς ἀποτειχίσεως, τό ὁποῖο κατ’ οὐσίαν εἶναι ἀπόλυτη ὑπακοή καί πειθαρχία ὄχι εἰς τά πρόσωπα, ἀλλά εἰς τούς θεσμούς, καί δή στήν ἁγ. Γραφή, στούς ἱερούς Κανόνες καί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων.  Ἀντιθέτως ἡ ὑπακοή καί πειθαρχία, τήν ὁποία εἰσηγεῖσθε, εἰς τά πρόσωπα ἐν καιρῷ αἱρέσεως, δημιουργεῖ ἀνυπακοή καί ἀνταρσία στήν ἁγ. Γραφή καί τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας καί βεβαίως ἑδραίωσι καί διαιώνισι τῆς αἱρέσεως.



Αὐτοί δηλαδή, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά ὑπακούσουν στήν ἁγ. Γραφή, στούς Ἱερούς Κανόνες καί στήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ὑπαρχούσης βεβαίως τῆς αἱρέσεως, εἶναι κατά τήν γνώμη σας οἱ ἀδέσποτοι καί ἀπείθαρχοι καί ὑπεράνω τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ αὐτοί οἱ ὁποῖοι βαδίζουν, ἐνσυνείδητα καί συνοδικά, ἀντίθετα εἰς τήν Ἁγ. Γραφή, τούς Ἱερούς Κανόνες καί τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, εἶναι οἱ ἐντός Ἐκκλησίας καί προφανῶς οἱ πειθαρχημένοι καί ὑπάκουοι.



Ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, τί διδάσκει ἐν προκειμένω; Σέ ἐπιστολή του στόν μοναχό Ναυκράτιο ἀναφερόμενος στήν μοιχειανική αἵρεσι πολύ λακωνικά καί συνοπτικά λέγει τά ἑξῆς: «ἐπειδή πᾶς ὀρθοδοξῶν κατά πάντα, πάντα αἱρετικόν δυνάμει κἄν οὐ ρήματι ἀναθεματίζει» (Φατ. 49, 142, 84). Δηλαδή ἐσεῖς εἰσηγηθήκατε στό ἱερατικό συνέδριο τοῦ Βόλου τήν ὑπακοή καί πειθαρχία στούς αἱρετικούς ποιμένες, καί ὁ ὅσιος διδάσκει ὄχι μόνον τήν ἀπειθαρχία καί τήν ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσι ἀπό αὐτούς, ἀλλά καί ἐπί πλέον καί τόν ἀναθεματισμό των. Πῶς ἀκόμη ὁ ὅσιος δύναται τούς αἱρετικούς νά τούς θεωρῆ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν στιγμή πού τούς ἀναθεματίζει; Ἐσεῖς, κύριε Καθηγητά, ἀντιθέτως μέ τήν διδασκαλία τοῦ ὁσίου, τούς ὑπογράφετε τά συγχωροχάρτια καί αὐτοί, βεβαίως, μέ τήν ἐπικουρική στήριξι τῆς ἐπιστήμης θά συνεχίζουν τό ὀλέθριο ἔργο των.



Ἐκεῖνο, τέλος, πού εἰσηγεῖσθε εἰς τό σημεῖο αὐτό, ὅτι δηλαδή ἡ ἀποτείχισις ὀφείλεται ἀκόμη «σὲ λόγους γνησιότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς νὰ εἶναι αὐτὴ μία ἀκόμα ἰδεολογία καὶ ὄχι ἐν Χριστῷ ζωή» εἶναι τελείως ἐκτός πραγματικότητος, διότι κανείς ἄλλος περισσότερο ἀπό τήν ἐπιστήμη δέν εἶδε ὡς ἰδεολογία τήν Ὀρθοδοξία καί τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι οἱ φοιτητές σήμερα στίς θεολογικές σχολές διδάσκονται κατά κόρον τόν Οἰκουμενισμό, τόν ὀρθολογισμό καί τήν ἀθεΐα, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι, ἀποφοιτώντας ἀπό τό Πανεπιστήμιο, ἔχουν ἀπωλέσει καί τήν λίγη πίστι πού εἶχαν πρίν εἰσέλθουν. Ἄλλωστε τό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀρθοδοξίας δέν εὑρίσκεται εἰς τίς θεολογικές σχολές, ἀλλά στό μοναστήρι καί στό κοιμητήρι. Δυστυχῶς ὅμως οἱ θεολόγοι μέ τίς μελέτες καί τίς ἐπιστημονικές ἔρευνες, πέραν τοῦ ὅτι ἔχουν μετατρέψει τήν Ὀρθοδοξία σέ ἰδεολογία καί ὄχι ἐν Χριστῷ ζωή, ἔχουν τήν ἀξίωσι οἱ ἀπόψεις των νά εἶναι καθοριστικές διά τήν ἱστορική γραμμή καί πορεία τῆς Ἐκκλησίας.



Ἄν σέ αὐτές τίς ἀπόψεις μου σφάλλω, κ. Καθηγητά, εἶμαι ἕτοιμος νά σᾶς ἀκούσω καί νά πεισθῶ, ἐφ’ ὅσον βεβαίως προσκομίσετε τά ἀνάλογα ἐπιχειρήματα. Αὐτά ὅμως ὅλα πού σᾶς ἀναφέρω, δέν εἶναι ἰδικές μου ἀπόψεις, διότι ἐγώ δέν ἐσπούδασα θεολογία, ἀλλά θεολόγων οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν τήν βλάβη τήν ὁποία ἐπροξένησε εἰς τήν ψυχή των ἡ φοίτησις στήν θεολογία, καθώς καί τό ὅτι εἰς τήν σχολή δέν ἄκουσαν τίποτε πνευματικό, ἀλλά ἰδεολογίες π.χ. τοῦ Φρόϋντ και τοῦ Μπέρξον.



Στήν συνέχεια εἰσηγεῖσθε τά ἑξῆς: «Ὅσοι ὑποστηρίζουν τὰ ἀνωτέρω κυριαρχοῦνται μονίμως ἀπὸ μιὰ ἰσοπεδωτικὴ ἱεροκατηγορία καὶ ἕνα χωρὶς ἐπίγνωση, ἐνίοτε ἄκριτο καὶ ἐπικίνδυνο ζηλωτισμό, ποὺ ἐκφράζεται ὡς ἀντι-οικουμενισμὸς καὶ ὀρθοδοξομανία, χωρὶς ὅμως τὴν ἀνάλογη ὀρθοπραξία. Στὴν προσπάθειά τους νὰ τεκμηριώσουν τὶς ἀπόψεις τους φέρνουν ὡς χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τὴν διδασκαλία καὶ τὴ δράση τοῦ ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου...».



Ἐδῶ, κρίνετε ὡς ἱεροκατηγορία τήν ἔνστασι, ἀντίδρασι καί τόν ἔλεγχο κάποιων ὄχι γιά προσωπικά θέματα τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλά γιά θέματα πίστεως· τά θεωρεῖτε δέ ὡς ἐπικίνδυνο καί ἄκριτο ζηλωτισμό πού ἐκφράζεται ὡς ἀντιοικουμενισμός καί ὀρθοδοξομανία. Στό σημεῖο αὐτό ἀποφεύγετε πάλι νά ἀναφερθῆτε εἰς τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας, ἐνῶ ὁ ὅσιος ἀναφερόμενος στήν ἀντίστοιχη αἵρεσι τῆς ἐποχῆς του, δηλαδή τήν μοιχειανική αἵρεσι, ἀσφαλῶς μικρότερης σημασίας συγκρινόμενης μέ τήν ἐσχατολογική αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τήν ὀνόμασε ἀποστασία τοῦ Εὐαγγελίου καί τούς αἱρετικούς ἀναθεματιστές τῶν Ἁγίων (Φατ. 36, 101,6). Ἐδῶ πρέπει νά σᾶς ἐπισημάνω ὅτι ἡ πνευματική κατανόησις τοῦ ὁσίου ἑστιάζεται κυρίως εἰς τό νά μιμηθοῦμε τόν τρόπο σκέψεως καί ἐνεργείας του, μεταφέροντας τίς πράξεις του στήν ἰδική μας ζωή καί ἀντιμετωπίζοντας κατά τόν ἴδιο τρόπο τήν αἵρεσι τῆς ἐποχῆς μας.



 Προφανῶς δέ ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι πολύ χειροτέρα αἵρεσις ἀπό τήν μοιχειανική, διότι ἡ μοιχειανική ἀθετοῦσε δημοσίως καί συνοδικῶς μία ἐντολή τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῶ ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι ἡ παναίρεσις ἡ ὁποία περιέχει καί ἀμνηστεύει ὅλες τίς αἱρέσεις, διευρύνει δέ τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά χωροῦν εἰς αὐτήν καί οἱ αἱρετικοί.




Μέ ποία ἐπίσης ἔννοια θεωρεῖτε ὡς ἱεροκατηγορία, καί μάλιστα ἰσοπεδωτική, τήν καταγγελία τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων ἐκ μέρους τῶν πιστῶν διά θέματα πίστεως, καί πῶς ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης δέν ἦτο ἱεροκατήγορος, ἐπικίνδυνος ζηλωτής καί ὀρθοδοξομανής, σύμφωνα μέ τίς ἐκφράσεις σας, τήν στιγμή πού ἐξεφράζετο δημοσίως καί εὐθαρσῶς μέ βαρεῖς χαρακτηρισμούς ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του, ἀποκαλώντας τους μοιχειανούς, ἀποστάτες τοῦ Εὐαγγελίου, αἱρετικούς κλπ; Πρέπει, κ. Καθηγητά, νά μᾶς ἀναφέρετε δευτερολογώντας, ἄν ὁ ὅσιος διέφευγε τῶν κατηγοριῶν σας καί ἄν, οἱ ἐκφράσεις σας αὐτές, δέν τόν ἀφοροῦν, καθ’ ὅσον ἔπραξε τά ἴδια γιά τίς αἱρέσεις καί τούς αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς του, καί ὡς ἐκ τούτου ἀφοροῦν μόνον τούς συγχρόνους χριστιανούς.



Ἐν συνεχείᾳ λίγο κατωτέρω εἰσηγεῖσθε τά ἑξῆς: «Εἶναι ἀλήθὲς ὅτι στὶς ἐκτιμήσεις διαφόρων ἐρευνητῶν ὑπάρχει ἡ ἄποψη, τὴν ὁποία συμμερίζονται ἀρκετοὶ θεολόγοι, ποὺ θέλει τὸν ἱερὸ Πατέρα νὰ ἀνήκει στοὺς ζηλωτές, ἢ νὰ εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς μερίδος τῶν ζηλωτῶν, ποὺ ἀπαιτοῦσαν ἀκρίβεια, καὶ τοὺς Πατριάρχες, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, Ταράσιο καὶ Νικηφόρο καὶ Μεθόδιο, στοὺς μετριοπαθεῖς καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπεδίωκαν τὴν ἄσκηση οἰκονομίας».



 Ἐδῶ πάλι μᾶς ἐμπλέκετε μέ τούς ἐρευνητές καί τόν ἐπιστημονισμό, γενικῶς δέ δέν ἀναφέρετε κάτι πνευματικό, ἀπηλλαγμένο ἀπό τήν ἐπιστημονική φαντασία καί διανόησι. Μεταξύ δέ τῶν ἐρευνητῶν συγκαταλέγετε, ὅπως ἐξάγεται ἀπό ἄλλα σημεῖα τῆς εἰσηγήσεώς σας, καί τούς αἱρετικούς ἐρευνητές τῆς Δύσεως, οἱ ὁποῖοι πέραν τοῦ ὀρθολογισμοῦ ἀπό τόν ὁποῖο διακατέχονται, ἔχουν πλήρη μεσάνυκτα καί ἀδυναμία ὀρθοδόξου κρίσεως καί προσανατολισμοῦ. Καί ἡ διδακτορική σας μελέτη, ὅπως διαβάζουμε ἀπό τήν βιβλιογραφία, εἶναι γεμάτη ἀπό τίς γνῶμες τῶν ξένων  αἱρετικῶν ἐρευνητῶν.



Ἡ Ἐκκλησία πάντως εἶχε ἀνέκαθεν τόν ὅσιο ὡς αὐστηρό ζηλωτή καί φύλακα τῆς πίστεως. Τό τροπάριο τῆς γ’ Ὡδῆς τοῦ Κανόνος του ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Θεοφορούμενος σαφῶς καί ζήλῳ πεπυρσευμένος, τάς βεβήλους διδαχάς τῶν ἀφρόνων διαλέλυκας, ταῖς σαῖς διδασκαλίαις πάνσοφε· τήν ἐκ Θεοῦ γάρ χάριν, Θεόδωρε, κατεπλούτησας». Ἐσεῖς βεβαίως, κ. Καθηγητά, ἐξάγετε τά συμπεράσματά σας ἀπό τούς ἐρευνητές καί ὄχι ἀπό τούς Ἁγίους καί τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας.



Στήν συνέχεια, ὀλίγο κατωτέρω, ἀναφέρεσθε εἰς τήν κοινωνία καί τήν ἀκοινωνησία τοῦ ὁσίου μέ τήν Ἐκκλησία καί εἰσηγεῖσθε τά ἑξῆς: «Τὸ ζήτημα τῆς κοινωνίας ἢ τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ ἱεροῦ πατρὸς μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸν τοπικὸ Ἐπίσκοπο, εἶναι ἕνα ἰδιαιτέρως εὐαίσθητο, ἀκανθῶδες καὶ παραμένει σήμερα γιὰ πολλούς, ἕνα  δυσεπίλυτο ἑρμηνευτικὸ πρόβλημα. Σὲ μεγάλο βαθμὸ οἱ δυσκολίες ὀφείλονται, ἀφ’ ἑνὸς στὴν ἀπώλεια ὁρισμένων πηγῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν περιστασιακὸ καὶ ἀποσπασματικὸ χαρακτῆρα, ὅσων διασώθηκαν».



Ἐδῶ, κ. Καθηγητά, συγχέετε τά πράγματα, προφανῶς σκοπίμως, καί τήν ἀκοινωνησία μέ τόν Ἐπίσκοπο τήν ἐπεκτείνετε καί εἰς τήν ἀκοινωνησία μέ τήν Ἐκκλησία. Ὁ ὅσιος ὅμως, πάντοτε τά διεχώριζε, καί ἐθεωροῦσε ὅτι ἡ κοινωνία μέ τήν Ἐκκλησία ὑπῆρχε ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, δηλαδή τήν ἐταύτιζε μέ τήν Ὀρθοδοξία καί ὄχι μέ τά πρόσωπα. Ἐσεῖς, ἐπειδή προφανῶς θεωρεῖτε τήν Ἐκκλησία ἐπισκοποκεντρική, ταυτίζετε τήν παραμονή στήν Ἐκκλησία μέ τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Ἐπίσκοπο, ἔστω καί ἄν αὐτός εἶναι αἱρετικός. Ὁ ὅσιος ἐπί τοῦ θέματος ἀναφέρει τά ἑξῆς σέ προσωπική ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη ἅγ. Νικηφόρο: «ἤδη γάρ τό παρόν ἀπήγγειλεν ἡμῖν ᾿Ιωάννης ὁ σύνδουλος καί μαθητής ἡμῶν, ὡς ἀξιωθείς τῆς σεπτῆς σου προσκυνήσεως ἀκήκοεν παρ’ αὐτῆς ξένα τινά καί ἀπευκταῖα· ἀποσχίσται γάρ, φησίν, ἐστέ τῆς ἐκκλησίας. Πόσον οὖν ἐπί τούτοις, ὦ μακαριώτατε, οὐκ εἰκότως ἦν ἡμῶν διατεθῆναι τήν ψυχήν λυπηρῶς; πῶς δέ οὐκ ἐκλαλῆσαι ἀπολογητικῶς τῇ ἁγιωσύνῃ σου καί μή τῇ σιωπῇ κυρῶσαι τήν κατηγορίαν;» (Φατ. 25, 68, 4).



Ἐδῶ ὁ ἅγ. Νικηφόρος, κακῶς φερόμενος ἤ ἐλλειπῶς πληροφορηθείς, ἀποκαλοῦσε τούς Στουδίτες μοναχούς καί τόν ὅσιο σχισματικούς. Ὁ μόνος λόγος γιά νά ἀποδώση ὁ ἅγ. Νικηφόρος αὐτήν τήν βαρυτάτη κατηγορία στόν ὅσιο ἦταν ἡ πλήρης διακοπή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καί ὄχι, ὅπως ἐσεῖς κ. Καθηγητά ἰσχυρίζεσθε, ἡ προσωπική διάστασις, ψυχρότης καί ἀπομάκρυνσις· δηλαδή ἐπληροφορήθη ὁ Πατριάρχης ὅτι οἱ Στουδίτες πατέρες δέν τόν ἐμνημόνευαν.



 Διότι δέν χαρακτηρίζεται, προφανῶς, κάποιος ὡς σχισματικός, καί μάλιστα ἀπό ἕναν ἅγιο, ἐπειδή ἐψύχρανε τίς σχέσεις του μέ τόν Ἐπίσκοπο, ἀλλά ὅταν διακόψει τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία καί μνημόνευσι. Ὁ ὅσιος λοιπόν ἀναγκάζεται νά ὁμιλήση καί νά ἀπολογηθῆ ὥστε «μή τῇ σιωπῇ κυρῶσαι τήν κατηγορίαν». Κατ’ ἀρχάς λοιπόν κάνει μία ἔμμεση ὑπόδειξι στόν Πατριάρχη καί ἀναφέρει ὅτι δέν θά πρέπει νά ἀκούη καί νά πείθεται εἰς αὐτά πού ἀκούγονται, ἀλλά νά κρίνη δίκαια καί μάλιστα ἔχοντας προσωπική ἀντίληψι τῶν πραγμάτων.



Ἐν συνεχείᾳ ἐπί τοῦ θέματος τοῦ σχίσματος ἀναφέρει τά ἑξῆς: «῎Ιημεν δέ ἐπ' αὐτῆς τῆς ἀπολογίας, θεῷ τε τῷ παντεφόρῳ καί τῇ ἀρχιερωσύνῃ σου ποιούμενοι τόν λόγον. Οὐκ ἐσμέν ἀποσχίσται, ὦ ἁγία κεφαλή, τῆς τοῦ θεοῦ ἐκκλησίας, μήποτε τοῦτο πάθοιμεν. ἀλλ' εἰ καί ἄλλως ἐν πολλοῖς ἁμαρτήμασιν ὑπάρχομεν, πλήν ὀρθόδοξοι καί τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας τρόφιμοι, πᾶσαν αἵρεσιν ἀποβαλλόμενοι καί πᾶσαν καθολικήν καί τοπικήν σύνοδον ἐγκεκριμένην ἀποδεχόμενοι, οὐ μήν ἀλλά καί τάς παρ' αὐτῶν ἐκφωνηθείσας κανονικάς διατυπώσεις· μηδέ γάρ τέλειον εἶναι ὀρθόδοξον, ἀλλ᾿ ἐξ ἡμισείας, τόν τήν πίστιν ὀρθήν οἰόμενον ἔχειν τοῖς δέ θείοις κανόσι μή ἀπευθυνόμενον». Ἐδῶ σαφῶς ὁ ὅσιος τήν ἀπόσχισι ἀπό τήν Ἐκκλησία τήν ταυτίζει μέ τήν ἀπόσχισι ἀπό τήν ὀρθόδοξο πίστι καί ὄχι μέ τήν ἀπόσχισι ἀπό τά πρόσωπα. Πῶς ἄλλωστε θά προέβαινε σέ ἀποτείχισι διά θέματα πίστεως, ἄν μέ αὐτή τήν πράξι ἐπίστευε ὅτι ἐξήρχετο τῆς Ἐκκλησίας;




Στό τέλος δέ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς πρός τόν Πατριάρχη ἅγ. Νικηφόρο ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Τοῦτο τοίνυν παρακαλοῦμεν καί δεόμεθα, δυσωπηθῆναί σου τήν ἁγίαν ψυχήν παρασταλῆναι τόν ἄνδρα πρός τό μή μωμεῖσθαί σου τήν ἄληπτον ὁσιότητα μηδέ χραίνεσθαι τό θεῖον θυσιαστήριον καθῃρημένου λειτουργίᾳ μηδέ εἶναι αἰτίας εὐλόγους σχισμάτων· γινωσκέτω γάρ ἀψευδῶς καί ἀκραιφνῶς ἡ μακαριότης σου ὅτι, εἰ μή τοῦτο γένηται νεύσει καί τῆς φιλοθέου ψυχῆς τῶν εὐσεβεστάτων καί καλλινίκων ἡμῶν βασιλέων (ζηλωταί γάρ εἰσιν), τό μέν ἡμέτερον ὅπως ἄν ἕξει, ὑπέρ τῆς ἐντολῆς ἐνισταμένων, θεῷ ἐγνωσμένον, σχίσμα δέ μέγα ὑπό μάρτυρι θεῷ καί τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ ἀγγέλων γενήσεται ἐν τῇ καθ᾿ ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ».




Ἐδῶ ὁ ὅσιος δηλώνει ὅτι ἄν καί μέχρι τώρα δέν ἀποτειχίσθηκε, ὅμως, ἄν δέν καθαιρεθῆ ὁ μοιχοζεύκτης Ἰωσήφ, θά δημιουργηθῆ μέγα σχίσμα στήν Ἐκκλησία. Αὐτό τό μέγα σχίσμα, κατά τή γνώμη σας, κ. Καθηγητά, ἔγινε ἤ δέν ἔγινε, τήν στιγμή μάλιστα πού ὄχι μόνον δέν καθαιρέθηκε ὁ Ἰωσήφ, ἀλλά εἰς τήν Σύνοδο τοῦ 809 καθαιρέθηκε καί ἀναθεματίσθηκε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἅγ. Ἰωσήφ Θεσσαλονίκης καί ὅλοι οἱ ὁμόφρονές των; Καί τί τέλος πάντων ἦταν αὐτό τό μέγα σχίσμα; Ψυχρότης μεταξύ των καί ἀπομάκρυνσις, ὅπως ἐσεῖς ἰσχυρίζεσθε, ἤ ἐκκλησιαστική διάστασις καί ἀποτείχισις;



Πολύ ἀποκαλυπτική ἐπί τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ ἀμέσως μετά τήν Σύνοδο τοῦ 809 σταλεῖσα ἐπιστολή τοῦ ὁσίου πρός τόν Πατριάρχη ἅγ. Νικηφόρο (Φατ. 30, 82). Σ’ αὐτήν τήν ἐπιστολή ὁ ὅσιος ὄχι μόνον ἀναφέρει πάλι τό μέγα σχίσμα πού θά δημιουργηθῆ στήν Ἐκκλησία, ἀλλά δηλώνει ὅτι αὐτό τό δημιουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης μέ τήν ἀνοχή του εἰς τά θέματα τῆς πίστεως. Ἐνῶ δηλαδή στήν πρώτη ἐπιστολή του πρός τόν Πατριάρχη ἀναφέρει ἀορίστως ὅτι «σχίσμα δέ μέγα ....γενήσεται ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησία» (Φατ. 25, 70, 81) στήν δεύτερη, μετά τήν Σύνοδο τοῦ 809, ἀναφέρει ὅτι «...μαρτυρούμεθα δέ τῇ ἁγιοσύνῃ σου κατενώπιον Χριστοῦ ἐν ἀκροάσει τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὅτι μέγα σχίσμα ἐργάζῃ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησία» (Φατ. 30, 83, 45). Δηλαδή δηλώνει ὁ ὅσιος ὅτι τό σχίσμα τό δημιουργεῖ ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης. Καί σ’ αὐτήν πάλι τήν ἐπιστολή, κατ’ ἀρχάς, δηλώνει τήν ὀρθόδοξο πίστι του καί τήν προσήλωσί του εἰς τήν Παράδοσι καί τούς ἱερούς Κανόνες. Μέ αὐτά ἀπεδείκνυε ὅτι εἶναι ὀργανικό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀντιθέτως ἦταν ἕτοιμος νά ἀποτειχισθῆ ἀπό τά πρόσωπα, ἐάν παρέκλιναν στά θέματα τῆς πίστεως.



Εἰς τήν συνέχεια εἰσηγεῖσθε: «Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ Θεόδωρος γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα βρέθηκε σὲ μιὰ ἰδιάζουσα ἐκκλησιολογικὴ κατάσταση στὴ σχέση του μὲ τοὺς προϊσταμένους του, τοὺς Πατριάρχες Ταράσιο καὶ Νικηφόρο. Ἐξ αἰτίας τῆς στάσεώς του γιὰ τὸν ἐπὶ μοιχεία δεύτερο γάμου τοῦ αὐτοκράτορα, ζήτημα τὸ ὁποῖο μεγιστοποίησε μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸ θεωρεῖ ὡς ἄκρως ἐπικίνδυνη αἵρεση».



Ὥστε λοιπόν, κ. Καθηγητά, ὁ ὅσιος μεγιστοποίησε τήν ὑπόθεσι αὐτή «μέχρι τοῦ σημείου νά τήν θεωρεῖ ὡς ἄκρως ἐπικίνδυνη αἵρεσι»! Ἐδῶ θά μπορούσατε νά σκεφθῆτε τοιουτοτρόπως μόνον μέ τήν σύγχρονο δυτική ἀντίληψι, ἡ ὁποία ἀδιαφορεῖ διά τά θέματα τῆς πίστεως καί δέν δύναται νά κατανοήση τόν σωτηριολογικό χαρακτῆρα των. Εἶναι ἐπίσης μία εὐθεία κατηγορία πρός τόν ὅσιο, τόν ὁποῖο παρουσιάζετε ὡς ἀδιάκριτο καί ἐπαναστάτη γιά πράγματα ἀσήμαντα, ἥσσονος σημασίας καί ἀνάξια λόγου. Εἶναι ἀκόμη, κατά τά λεγόμενά σας, ὁ ὅσιος καί αἱρετικός, διότι ἀνάγει σέ θέματα πίστεως καί αἱρέσεως πράγματα ἁπλά καί ἰάσιμα, ὅπως παλαιοί αἱρετικοί ἀντιμετώπιζαν τήν κρεοφαγία, τόν γάμο κλπ. Εἶναι τέλος οἱ ἀπόψεις σας γιά τόν ὅσιο καί μία ἀρίστη σκηνοθετημένη συγκάλυψι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι καί οἱ Οἰκουμενιστές σήμερα διαδίδουν ὅτι μεγιστοποιοῦν οἱ ἀντιδρῶντες τίς πράξεις των καί τίς ἀνάγουν σέ θέματα πίστεως καί αἱρέσεως.



Εἰς τό σημεῖο αὐτό, κ. Καθηγητά, διαφαίνεται καθαρά ὅτι, παρ’ ὅλη τήν μακροχρόνια ἐνασχόλησί σας μέ τόν ὅσιο, δέν κατεννοήσατε τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο αὐτός ἀποτειχίσθηκε. Δι’ αὐτό ἀκριβῶς ἑστιάζετε τήν ἀντίδρασί του εἰς τήν μοιχεία τοῦ αὐτοκράτορος. Ὁ ὅσιος ὅμως δέν ἀποτειχίσθηκε δι’ αὐτόν τόν λόγο, ἀλλά διότι αὐτή ἡ πρᾶξις τοῦ αὐτοκράτορος, ἡ ὁποία εὐλογήθηκε δημοσίως ἀπό τήν Ἐκκλησία, διαδόθηκε ταχύτατα καί στούς ἄλλους ἀξιωματούχους κατ’ ἀρχάς, καί ἔτσι κατά τό παράδειγμα αὐτό ἄφηναν καί αὐτοί τίς νόμιμες γυναῖκες των καί ἔπαιρναν ἄλλες. Ἐπίσης ἀποτειχίσθηκε, διότι αὐτή ἡ πρᾶξις κατοχυρώθηκε συνοδικῶς. Αὐτά τά στοιχεῖα τά δανειζόμεθα ἀπό τούς βιογράφους του.



Γράφουν συγκεκριμένα τά ἑξῆς: «Ἦν οὖν ἐξ ἐκείνου οὐ μόνον ἐν τῇ βασιλευούσῃ, ἀλλά κἄν ταῖς ἄλλαις πόλεσι, κἄν ταῖς πορρωτέρω δέ χώραις, ὁδός πρός τά χείρονα τό πραχθέν∙ οὕτως ὁ Βοσπόρου, οὕτως ὁ Γότθος, οὕτως οἱ λοιποί τῶν ἐπαρχιῶν ἡγεμόνες, καί οἱ ἄλλως ταῖς πόλεσιν ἐφεστῶτες, ἀδεῶς τό ἀνόσιον ἔπραττον, τάς μέν τῶν ὁμοζύγων ἐκβάλλοντες, τάς δέ ἀντεισάγοντες, καί συνηγορίαν τῶν οἰκείων παθῶν τόν πρώτως δράσαντα προβαλλόμενοι. Ταῦτα ὁ μέγας διαμαθών Θεόδωρος, καί περιαλγής τήν ψυχήν γεγονώς, ἔστενε βαρέα καί ἠνιᾶτο καί τούς πράττοντας κατῳκτίζετο, κακῶ τοσούτῳ καί τοσούτους περιπαρέντας∙ δεδιώς μάλιστα καί περί τῶν λοιπῶν μή καί ἐς πάντας ἀφίκηται τό δεινόν, καί νόμος ἄντικρυς τό ἄθεσμον γένηται, τῶ κράτει δήπουθεν βοηθούμενον. Ὅθεν καί πάντα λογισμόν κινήσας, καί ὡς ἐνῆν περί τήν ἐποχήν τοῦ κακοῦ διασκοπήσας, πρᾶγμα ποιεῖ τῆς ἑαυτοῦ εὐγενείας ἐπάξιον. Ἀποκηρύττει τόν παρανομήσαντα βασιλέα, πάντων ὁρώντων, καί στηλιτεύει αὐτόν τε καί πρᾶξιν αὐτοῦ, πᾶσιν αὐτόν τοῖς μονάζουσι θέμενος ἔκπτωτον» (P.G. 99, 137B).



Ὁ δεύτερος βιογράφος ἐπί τοῦ ἰδίου θέματος εἶναι σαφέστερος: «Ἰωσήφ δέ τις πρεσβύτερος καί οἰκονόμος τυγχάνων τῆς αὐτῆς ἁγιωτάτης Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῶν μοιχωμένων τε συνήθης ὤν, ἀναδέχεται τολμηρῶς τό ἐγχείρημα καί στεφανοῖ τούς ἀθέσμους, ἔξω θεσμῶν ἀποσκιρτήσας θείων καί ἀνθρωπίνων· καί γίνεται προβολή τοῦ τοιούτου κακοῦ οὐ μόνον ἐπί τῆς βασιλευούσης, ἀλλά καί ἐπί ταῖς ἐξωτάτω χώραις· οὕτω γάρ ὁ τῆς Λογγοβαρδίας ρήξ, οὕτως ὁ τῆς Γοτθίας, οὕτως ὁ τῆς Βοσπόρου τοπάρχης, τῇ λύσει ταύτης τῆς ἐντολῆς ἐπερειδόμενοι, μοιχικαῖς ὀρέξεσι καί ἀκράτοις ἐπιθυμίαις ἑαυτούς περιέπειραν, τήν τοῦ Βασιλέως Ρωμαίων πρᾶξιν εὐπροφάσιστον ἔχοντες ἀπολογίαν, ὡς ἐκείνου μέν τῷ αὐτῷ περιπεσόντος, ἀποδεδεγμένου δέ παρά τε τοῦ πατριάρχου καί τῶν σύν αὐτῷ ἀρχιερέων. Ταῦτα οὖν τά παράνομα διαγνούς ὁ κατά Χριστόν Ἰησοῦν χαρακτηριζόμενος ἄνθρωπος, καί πᾶσαν ὡς δυνατόν ἑκάστοτε δικαιοσύνην προφανῶς ἀποπληρῶν, τοῦ τε ὁμοφύλου γένους πατρικοῖς προμηθούμενος σπλάγχνοις, ἠνιᾶτο, ἐδυσφόρει καθ' ἑαυτόν, τήν ἁπάντων ὁμοῦ ἀπωδύρετο ἀπώλειαν τῶν τε νῦν καί τῶν μετά ταῦτα· ἐδεδίει γάρ εἰκότως μή πως εἰς νόμον τοῖς ἀνοήτοις ἡ τοῦ κρατοῦντος ἀλογιστία παραδεχθεῖσα, ἀνίατον παραπέμψῃ ταῖς ὕστερον γενεαῖς τό πρακτέον· διά τοι τοῦτο οὐ παρασιωπᾷ τοῦ μή ἐλέγξαι τό πῆμα, ἀλλ' ἀπορρήγνυσιν ἑαυτόν σύν τῷ ἰδίῳ πατρί τῆς ἐκείνων εὐθύς κοινωνίας» (P.G. 99, 252C). Δηλαδή ὁ ὅσιος ἀποτειχίσθηκε, διότι ἔβλεπε τό κατάντημα ὅλων αὐτῶν καί ἐλογίζετο τήν μετέπειτα πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ’ ὅσον αὐτό θά ἐπικρατοῦσε καί θά ἐγένετο νόμος.



Ἀσφαλῶς θά γνωρίζετε, κ. Καθηγητά, τήν θεολογική τοποθέτησι τοῦ ὁσίου ἐπί τοῦ θέματος τούτου, ἡ ὁποία συνοπτικά εἶναι, ὅτι ἡ δημοσία καί συνοδική ἀθέτησις ἔστω καί μίας εὐαγγελικῆς ἐντολῆς, σημαίνει ἀθέτησι ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀποτελεῖ αἵρεσι. Ἀπορῶ, λοιπόν, πῶς εἰσηγεῖσθε τόσο ἀθεολόγητα καί ψευδῆ πράγματα, ὅτι δῆθεν ὁ ὅσιος τό ζήτημα τοῦτο τό «ἐμεγιστοποίησε μέχρι τοῦ σημείου νά τό θεωρεῖ ὡς ἄκρως ἐπικίνδυνη αἵρεσι». Ἐδῶ ἐπίσης, ἄν μή τί ἄλλο, δείχνετε ἄγνοια γιά τήν καθαρότητα καί ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.



Πρέπει εἰς τό σημεῖο αὐτό νά σημειωθῆ ὅτι ὁ ὅσιος δέν ἀπέκτησε τό κῦρος καί τήν ἀνάδειξί του ὡς ὁμολογητής ἀπό τήν εἰκονομαχία, ἀλλά κατά τήν ζωοπύρωσι τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως εἶχε τό κῦρος αὐτό καί τήν ἀναγνώρισι τοῦ ὁμολογητοῦ ἀπό   τήν σύγχρονή του Ἐκκλησία, ἐξ αἰτίας τῆς στάσεώς του καί τῆς ὁμολογίας του εἰς τήν μοιχειανική αἵρεσι. Τό ἀναφέρουν αὐτό μέ ἀπόλυτη σαφήνεια οἱ βιογράφοι του:



«Καί οὕτω μᾶλλον ὁ μέγας Θεόδωρος διαβοητότερος καθίσταται, μιμητής τοῦ Προδρόμου δεικνύμενος, καί Ἠλιοῦ τοῦ Θεσβίτου, οὐ μόνον ἐν τοῖς περιοίκοις, ἀλλά καί πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης· ἐν γάρ τῇ Θεσσαλονικέων τόν ἅπαντα χρόνον τῆς Κωνσταντίνου βασιλείας περιφρουρούμενος πόλει, εἰς τάς ἐξωτάτω χώρας τά τῶν ἰδίων κατορθωμάτων ἀπέπεμπε προτερήματα. Γεγράφηκε δέ καί τῷ πάπᾳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης δι’ οἰκείων αὐτοῦ μαθητῶν δῆλα ταῦτα καταστησάμενος∙ καί ἀπεδέχθη παρ’ αὐτοῦ μεγάλως, ὡς μή ὑποστειλάμενος ἀναγγεῖλαι τά φίλα Θεῷ∙ παρ’ οὗ καί ἀντίγραφα ἐδέξατο καταγεραίροντα αὐτοῦ τήν ὑπέρ τοῦ καλοῦ ἔνστασίν τε καί ἄθλησιν, ὡς ἐξισουμένην τῇ τοῦ θείου Προδρόμου ἀξιοπρεπῶς παρρησίᾳ» (P.G. 99, 256B).

3 σχόλια:

  1. ΜΠΡΑΒΟ ΟΔΥΣΣΕΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΤΗΝ ΕΓΡΑΨΑΝ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Οδυσσέα ,
    οι αγράμματοι ανεκύρηξαν επίτιμη διδάκτορα την Κική Δημουλά. Έλεος πια !Χάσαμε κάθε σοβαρότητα ! Τι άλλο θα περιμένει κανείς από μια θεολογοκή σχολή ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ποια είναι αυτή; Δεν την ξέρω. Μπορεις να μας πεις λιγα λογια γι' αυτην ανωνυμε 1,57;

      Διαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου