Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017



νοικτή πιστολή πρός Μητροπολίτην Σιδηροκάστρου Μακάριον.
Του ιερομοναχου Ευγενιου

Ὑπέπεσεν εἰς τήν ἀντίληψίν μας κείμενον τῆς Ἱερᾶς Μητρ. Σιδηροκάστρου πρός Αἰδεσιμώτατον π. Φώτιον Τζούραν τῇ 26-6-2017 ἀπαντώντας εἰς τήν «παύσι μνημοσύνου καί διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας» τοῦ ἐν λόγῳ ἱερέως (18-06-2017).
Ἐρχόμεθα αὐτοκλήτοι θά ἐλέγαμε πρός χάραξιν ὁρισμένων γραμμῶν σχέσιν ἐχόντων με τό πολύκροτο τοῦτο θέμα (διακοπῆς κοινωνίας). Ὅ,τι καί ἐάν γραφῇ δέν ἔχει προσωπικά ἐλατήρια ἐναντίον τινός, οὔτε πολλῷ μᾶλλον νά καταστήση ἡμᾶς αὐτούς συνήγορον οὐδενός, δέν ὑπάρχει ἄλλωστε ἀνάγκη περί τούτου.
    Δράττοντας δ’ ὅμως τῆς εὐκαιρίας πρός σχολιασμόν θέσεων πού ἔχουν παγιωθεῖ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας μας πρός γενικήν ἀποτελμάτωσίν της. Ἀγκυλώνεται, εὐνουχίζεται τό πλήρωμα σταδιακῶς, πλήν σταθερῶς, μέ τοιαύτες διδασκαλίες.
   Ἀποβλέποντας λοιπόν πρός τό εὐρύτερον καλόν καί μόνον, ἄνευ ἐμπαθείας τινός ὡς θά καταδειχθεῖ κατωτέρω. Οἱ σχολιασμοί, ὅση δύναμις, θά γίνουν κατ’ ἐπιλογήν, μόνον ὅσων ἀφοροῦν ἐσφαλμένων, προφανέστατα καί ἐξώφθαλμα, τοποθετήσεων καθολικοῦ ἔχοντος καί οὐχί προσωπικοῦ χαρακτήρος. Ἡ στρεψόδικη ἑρμηνεία σύν τήν κατάκριτο μετάθεσι τοῦ θέματος εἰς ἄλλες περιοχές πρός ἀποφυγή δυσμενῶν ἐντυπώσεων, εἶναι ἡ εἰκόνα πού ἀναδύεται ἀπερίφραστα.
 
Κατηγορεῖται, εὐθαρσῶς καί ὁμολογιακῶς θά ἐλέγαμε ὁ ἐν λόγῳ Μητροπολίτης ὡς κοινωνικός εἰς τήν Παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Διά τοῦτο προέβη ες διακοπήν τς κκλησιαστικς κοινωνίας του π. Φώτιος. Ἀποδεικνύοντας με ἰσχυρότατα ἐπιχειρήματα, ἀφοῦ περιέγραψε τήν ὅλην κατάστασιν ρχς γενομένης πό το 1902 καί φθάνοντας εἰς τό ἀντορθόδοξον συνέδριον τς Κρήτης το 2016 ὅπου οἱ ἑτερόδοξοι ἀποκαλοῦνται ὡς Ἐκκλησίες.
Ἀντ’ αὐτοῦ ὁ Σεβασμιώτατος τί λέγει: «Τέλος θέλω νά σέ διαβεβαιώσω τι πί σαράντα τη κληρικός οδέποτε ρνήθηκα τήν ρθοδοξία, τήν πίστιν μου καί τήν παράδοσίν μου».
     Θά ἐγίνοντο πιστευτά τ’ ἀνωτέρω εἰς ἀνθρώπους διατελούντων ἐν ἀγνοίᾳ.
    Διότι, πο, πότε, χι γραψε, χι μίλησε, λλά κν ψέλλισε περί το Οκουμενισμο καί τῶν φορέων του; Πότε σχολίασε τόν ρχομό το Πάπα ες τό Φανάριον ὅπου συμμετεῖχε εἰς τήν θρονικήν ἑορτήν (2006 καί 2014) με συμμετοχήν εἰς τήν Θ. Λειτουργίαν;
   ν τος διέρρευσε πό τήν Κρήτην, διά νά ἀφήσω σωρείτην ὅλον ἀβαριῶν περί τήν πίστιν, διατί δέν σχολιάζει τάς ἀποφάσεις της; Ἔστω δέν τό ἔπραξε εἰς τό παρελθόν, ἂς τό πράξει τώρα. «Οδέποτε ρνήθηκα τήν ρθοδοξία, τήν πίστιν μου καί τήν παράδοσίν μου», ἰσχυρίζεται. Οἱ πατέρες τήν σιωπήν τήν λογίζονται ὡς συγκατάθεσιν.
     Γράφει ὁ σοφός ωσήφ Βρυέννιος:  «Πς δυνάμενος λέγων τήν λήθειαν καί μή λέγων κατακριθήσεται πό το Θεο. Καί τατα νθα πίστις, στί τό κινδυνευόμενον… Τό γάρ φησυχάζειν ν τος τοιοτοις ρνήσεως διον, τό δέ λέγειν μολογίας ελικρινος». (Τά Ερεθέντα Τόμος Β΄ Θεσσαλονίκη 1990 σελ. 18).
   Συνεπῶς, ἐν προκειμένω, ὁ πατήρ Φώτιος ἀποδεικνύεται ὁμολογητὴς καί ὁ Σεβασμιώτατος καί οἱ σύν αὐτῷ ἀρνηταί, κατά τ’ ἀνωτέρῳ.
Κατηγορήθηκε ἀδίκως ὁ γιος Κύριλλος λεξανδρείας ἀπό τό ἀποστατικό συνέδριο τοῦ Ἰωάννου Ἀντιοχείας ὡς πεφρονηκότος τοῦ Ἀπολλιναρίου, Ἀρείου καί Εὐνομίου καί «καθηρέθη» πρίν ἔτι λήξει τάς συνεδρίας της ἡ ἐν Ἐφέσῳ ἁγία Γ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.
   Νά, πῶς ὁ Ἅγιος ἀποσείει τήν κατηγορίαν πού τοῦ προσήψαν: «μες γάρ οτε τά πολλιναρίου πεφρονήκαμεν πώποτε, οτε τά ρείου, οτε τά Ενομίου, λλ’ κ μικρς λικίας τά ερά γράμματα μεμαθήκαμεν, καί ες χερας πατέρων τεθράμμεθα ρθοδόξων, καί γίων·   ν α θ ε μ α τ ί ζ ο μ ε ν  δέ καί πολινάριον, καί ρειον, καί Ενόμιον, καί Μακεδόνιον, καί Σαβέλλιον, Φωτεινόν, Παλον, καί Μανιχαίους, καί τέραν δέ πσαν αρεσιν, καί πρός τούτοις τι τόν τν νέων βλασφημιν ερετήν Νεστόριον, καί τούς τούτους κοινωνούς, καί μόφρονας...» Πράξις Ε΄, Γ΄ Οκουμενικς Συνόδου, Πρακτικά Α΄ Τόμος σελ. 517 (Σπυρίδων Μήλιας).
   Οὕτω ἑρμηνεύεται ὡς ἑξῆς. Θά ἔδει, δημόσια καί οχί κατ’ δίαν, γιος δημόσια ναθεμάτισε, νά ἀναθεματισθῆ ὁ Παπισμός, Προτεσταντισμός, Μονοφυσιτισμός καί ὅλες οἱ ἄλλες αἱρέσεις. Τοῦτο σημαίνει δέν ἀρνοῦμαι τήν Ὀρθοδοξία, «ἑπόμενοι τοῖς Ἁγίοις Πατράσιν».
Συνεχίζει ὁ Σ. (Σιδηροκάστρου):
 «Δεκαέξι τη πίσκοπος τς ερς καί στορικς μητρ. Σιδηροκάστρου δωσα Χάρι το Κυρίου μου καί το εσεβος ποιμνίου μου τά πάντα. Τήν ζωήν καί τήν παρξιν καί τήν νεσίν μου».
    Καί διερωτώμεθα εὐλόγως· τί ἔδωσε ὁ Σ. ἀφοῦ τό σημαντικώτερο, τήν αἵρεσιν,  ἀρνεῖται δημοσίως ν’ ἀποκηρύξη; Μήπως ἔχασε τόν μισθόν του ἤ ἐδιώχθη ἤ ἐσυκοφαντήθη; Ταῦτα εἶναι προνόμια μόνον τῶν ὁμολογητῶν. Ἀλλά τοιοῦτο τί,  δέν συναντᾶται εἰς ἐπισκόπους· κοστίζει βλέπετε.
   Ἐφαρμογή τῶν ἀνωτέρων λόγων θά ἴδωμεν εἰς τόν Βίον τοῦ μύστου τῆς Χάριτος γίου Γρηγορίου το Παλαμ. Τό τί ἀγῶνες κατέβαλε ὁ Ἅγιος εἶναι γνωστοί ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας. Διεξήγαγε νικηφόρως τήν μάχη ἐναντίον τοῦ ἐπήλυδος ἐκ τῆς δύσεως μοναχοῦ Βαρλαάμ καί τῶν ὀπαδῶν του. Μετά τάς πρώτας ἡσυχαστικάς συνόδους τοῦ 1341 (Ἰουνίου καί Αὐγούστου), νά πῶς περιγράφεται εἰς τό βιβλίον «Μοναχισμός καί Αἵρεσις» τοῦ Θεοδωρήτου (τότε) μοναχοῦ σελ.120:
   «Κατά τήν συνεχισθεσαν δευτέραν περίοδον τν ρίδων (1341-47) ερός Παλαμς πέστη πλείστας ταλαιπωρίας κ διωγμο κ μέρους το πατριάρχου ωάννου Καλέκα συνεργαζομένου μετά το κακόδοξου κινδύνου καί λοιπν νθησυχαστν καί τν είποτε παρασυρομένων μετριοπαθν. πί τετραετίαν παραμένει φυλακισμένος ες τάς νακτορικάς φυλακάς ψηφν τάς πειλάς καί τόν κκλησιαστικόν φορισμόν τν πονηρν «συνόδων» το Καλέκα».
   Διέκοψε ἐκκλησιαστική κοινωνία ὁ ερομόναχος Εθύμιος Τρικαμηνς καί ἐσείσθη ἡ γῆς ἐκ τῶν ἐπισκόπων πρός ἀφανισμόν του. Διωγμούς, λάσπη, συκοφαντία, «κ α θ α ί ρ ε σ ι ς» ἐπηκολούθησε.
   Διέκοψε καί ὁ ερέας Φώτιος Τζούρας καί κατηγορεῖται ὡς ἀγράμματος ἀπό τούς ἐγγράμματους πού ὅμως δέν τολμοῦν νά ποῦνε οὔτε γρῦ ἐναντίον τῆς αἱρέσεως διότι τότε ὅλα χάνονται. Πάει περίπατο ὁ μισθός, ἡ δόξα, τό βόλεμα.
   Τοῦ ἐπιβλήθηκε ἀργία ἀπό πάσης ἐκκλησιαστικῆς ἱεροπραξίας, τοῦ προτρέπεται νά ἐγκαταλείψει τήν ἐπισκοπή, («βαρύς καί βλεπόμενος»), καί μάλιστα ἐντός δεκαπενθημέρου, κατηγορεῖται ὡς ἀκραίος καί φανατικός, τοῦ ἐπισείουν «τήν καθαίρεσι» καί διακοπή τῆς μισθοδοσίας του (πατέρας δύο παιδιῶν).
«Τοῖς σοφοῖς ὀλίγα»! Παρά ταῦτα ὁ Σεβασμιώτατος γράφει:
   «Δέν πρόδωσα ποτέ καί τίποτα π’ σα μο νεπιστεύθηκε κκλησία μας. μως εμαι καί επειθής στήν προϊσταμένη μου ρχή, τήν εράν Σύνοδον καί τόν Οκουμενικόν Πατριάρχην».
     Τοῦτο εἶναι καί τό πρόβλημα. Ὁ ἐχθρός ἔχει εἰσέλθη, δεκαετίες τώρα, ἐντός τῶν τειχῶν, ἔχει ἀναιρέσει κάθε ἔννοια ἀντιστάσεως καί οἱ φρυκτωροί ζοῦν εἰς τόν κόσμον τους. λα βαίνουν καλς διά τόν Σ. Διατί λοιπόν νά μήν εἶναι εὐπειθής εἰς τήν προϊσταμένην του ἀρχή καί τόν οἰκουμενικόν πατριάρχην; Ἰδού τό δράμα τῆς ἐποχῆς μας. Διανύουμε μία ἐκ τῶν δυσκολοτέρων ἐποχῶν τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ τήν διδασκαλίαν της τήν ἔχει διαποτίσει ἕως τό μεδούλι καί τό ἐπισκοπᾶτο δέν ἔχει ἀντιληφθεῖ τίποτα, ἔτσι ἰσχυρίζεται, βαυκαλίζεται καί ἐπαίρεται.
Θά προστρέξουμε εἰς τό ἔνδοξο παρελθόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας διά νά ἀντιληφθοῦμε τήν τεράστια διαφορά τῆς τότε με τῆς σημερινῆς πεπτωκυΐας ἐποχῆς πού ζοῦμε.
    αρεσιάρχης Νεστόριος ἀνῆλθε εἰς τόν θρόνο Κωνσταντινουπόλεως τῷ 428 μ.Χ. Τό κατ’ ἀρχάς κληρικοί πού προσήλθαν μαζί του ἐξ Ἀντιοχείας ἐκδηλώνουν τήν αἵρεσιν.
    γιος Κύριλλος λεξανδρείας εἰς ἐπιστολήν του πρός τόν ἅγιον Κελεστίνο ἐπίσκοπο Ρώμης μεταξύ ἄλλων γράφει: «ν ν Κωνσταντινουπόλει πίσκοπος νόματι Δωρόθεος, τά ατά φρονν ατ νήρ χρειοκόλαξ, καί προπετής χείλεσι, καθς γέγραπται ς ν συνάξει καθεζομένου πί το θρόνου τς κκλησίας το τς Κωνσταντινουπόλεως ελαβεστάτου Νεστορίου, ναστάς μεγάλη τ φων τετόλμηκεν επεν· ε τις Θεοτόκον εναι λέγει τήν Μαρίαν, οτος νάθεμα στω· καί γέγονε μέν κραυγή μεγάλη παρά παντός το λαο, καί κδρομή· ο γάρ θελον τι κοινωνεν ατος τοιατα φρονοσιν· στε καί νν ποσυνάκτους εναι τούς λαος τς Κωνσταντινουπόλεως, πλήν λίγων λαφροτέρων, καί τν κολακευόντων ατόν. Τά δέ μοναστήρια σχεδόν παντα καί ο τούτων ρχιμανδρται, καί τς συγκλήτου πολλοί ο συνάγονται, δεδιότες μή δικηθσιν ες πίστιν ατο, καί τν σύν ατ, ος πό τς ντιοχείας ναβαίνων γαγε...» Πρακτικά Α΄ Τόμος σελ. 443 (Σπυρίδων Μήλιας).
    λαός μέσως ξήλθε το ναο, σχεδόν λα τά μοναστήρια ρχιμανδρται καί συγκλητικοί, κτός λίγων λαφροτέρων, δέν συνέρχονται ες συνεκκλησιασμόν. Οἱ δέ ἐπίσκοποι· ὁ ἅγιος τοῦ ἔστειλε τρεῖς ἐπιστολές, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τοῦ 429,  ἡ τελευταία τόν Νοέμβριον τοῦ 430, κατόπιν συνεννοήσεως μετά τοῦ ἁγίου Κελεστίνου τοῦ δίδουν δεκαήμερον διορίαν, τοῦ γράφουν: «...καί ε μή τοτο δράσσειν (ν’ ποπτύση τά αρετικά του φρονήματα) σή ελάβεια, κατά τήν ρισθεσαν προθεσμίαν ν τος γράμμασι το μνημονευθέντος σιωτάτου καί θεοσεβεστάτου δελφο καί συλλειτουργο μν το τς Ρωμαίων κκλησίας πισκόπου Κελεστίνου, γίνωσκε σαυτόν οδένα κλρον χοντα μεθ’ μν, ο δέ τόπον λόγον ν τος ερεύσι το Θεο καί πισκόποις» (Πρακτικά Α΄ Τόμος .. σ. 457).
    Ὄντως ὁποία διαφορά τοῖς τότε με τῶν τώρα!
Ξεχωριστή θέση ἐντός τοῦ κειμένου τῆς Μητροπόλεως καταλαμβάνει ἡ παρακάτω παράγραφος: 
«Θά θελα νά δηλώσεις πρός λους ποία θά εναι πό τοδε καί ες τό ξς ναφορά σου. Ποος θά εναι Μητροπολίτης σου, ποον θά μνημονεύεις καί ποον ντιμήνσιον θά χρησιμοποιες, πο θά κκλησιάζεσαι, γιατί κέφαλος καί νεξάρτητος δέν μπορες νά εσαι ν γνωρίζεις καλς καί τος κανόνες τς κκλησίας». Μικρός ὁ ὄγκος ἐν τοῦτοις μεγάλη ἡ θεολογική τραγωδία πού περιέχει.
Διά νά γίνει ὅμως κατανοητό τοῦτο ἐπιτραπήτω νά δώσουμε κάποιες ἐπεξηγήσεις. 
κκλησιολογική αρεσις διδάσκεται δ «γυμν τ κεφαλ», «Ζηζιουλισμός» ἡ ὀνομασία της. 
    Σύμφωνα λοιπόν με τήν καινοφανή ταύτη διδασκαλία ὁ ἐπίσκοπος εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος ἐκχωρεῖ τό δικαίωμα(!) εἰς τόν χειροτονούμενο πρεσβύτερο διά τήν τέλεσιν τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἐλλειματική(!) ἡ ἱερωσύνη τοῦ πρεσβυτέρου ἔναντι τοῦ ἐπισκόπου. Ὁ πρεσβύτερος λειτουργεῖ ὡς ἀντιπρόσωπος ἀντιπροσώπου δηλαδή τοῦ ἐπισκόπου του. Παπικς προελεύσεως πάντα ταῦτα. Πυραμιδική θεώρηση πού εἰσαγάγει τό Παπικό πρωτεῖο καί στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία. 
   Διά νά μήν ὁμιλοῦμε ὅμως ἐκ κοιλίας προσκομίζουμε σαφεῖς ἀποδείξεις περί τῶν ἀνωτέρων. Τό κείμενο ἐδῶ εἶναι φειδωλό εἰς ἐκφράσεις, χρεία λοιπόν νά προστρέξουμε εἰς ἐγκύκλιο ἄλλης ἐπισκοπῆς, τοῦ ἰδίου πνεύματος, διά νά διασαφηνισθοῦν καί κατοχυρωθοῦν τά λεχθέντα. 
   Ἡ Μητρόπολις «Φλωρίνης, Πρεσπν καί ορδαίας» εἰς τήν ὑπ’ ἀριθμ. Πρωτ. 1151 ἐγκύκλιό της ἀναφέρει: «...γινε καί πολύτιμη κχώρησι πό τόν χειροτονοντα πίσκοπο στό χειροτονούμενον πρεσβύτερο τό δικαίωμα (sic) νά τελε τό μυστήριο τς Θείας Εχαριστίας». Εναι λοιπόν «δικαίωμα» τέλεσις τς Θείας Λειτουργίας πού κχωρεται; Νά πῶς ὁ μοναχός Ἐπιφάνιος Καψαλιώτης εἰς τήν ἀπάντησί του εἰς ταύτην τήν ἐγκύκλιο ἐν προκειμένῳ ἀναφέρει: «καί μόνον αὐτή ἡ βλάσφημη θεώρηση τοῦ πρεσβυτέρου, πού ἀπειχεῖ τήν προαναφερθείσα παπική θεώρηση περί ἐλλειποῦς ἱερωσύνης τοῦ πρεσβυτέρου, ἀρκεῖ νά ὁδηγήσει σε καθαίρεσι τόν εἰσηγητή της!».
   Καί ἐπανερχόμενοι εἰς τήν ἐγκύκλιο ὅπου γράφεται «... χειροτονν πίσκοπος μως κράτησε ναν μφάλιο λρο γίου συνδέσμου μέ τούς χειροτονουμένους πό ατόν πρεσβυτέρους. Ποος εναι ατός; Εναι μνημόνευσι το νόματος το οκείου πισκόπου στήν τέλεσι ποιασδήποτε γιαστικς πράξεως, πλήν τς κηδείας καί το μνημοσύνου. Δηλαδή πό τήν τέλεσι ποιουδήποτε πλο γιασμο γιά τήν ναρξη τν σχολικν μαθημάτων τς νέας ποδοσφαιρικς περιόδου(!), μέχρι τήν τέλεσι τν μυστηρίων γάμου, εχελαίου καί τέλος τς κορυφς τν μυστηρίων τς χειροτονίας καί τς Θείας Εχαριστίας παραίτητα μνημονεύεται πίσκοπος».
   Καί παρακάτω ἀναφέρει τό διατί τῆς μνημονεύσεως «... μνημόνευση το νόματος το πισκόπου, ς γγύηση, γιά τά σα τελονται»
   Πρόκειται περί μεγάλης θρασύτητος τῆς νέας κκλησιολογίας τν Οκουμενιστν. Ὤστε ἡ ἐγγύηση τοῦ μυστηρίου δέν εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ Ὀρθόδοξος πίστις ἀλλά ἡ μνημόνευσι τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου; Ἐξορίζεται λοιπόν ὁ Χριστός καί ἀντ’ αὐτοῦ ὡς Θεός ἐνθρονίζεται ὁ ἐπίσκοπος; Ἄλλος Πάπας εἰς ἀνατολικήν ἔκδοσιν; Πῶς νά τά ἀνεχθεῖ ὅλα ταῦτα ἡ ὀρθόδοξη συνείδησι;
Ὁ π. Ἐπιφάνιος ἐπιφέρει κάτι πολύ σημαντικό παρακάτω: 
   « περί μνημοσύνου θεωρία το Ζηζιούλα, πού κολουθε μόφρων ατο συντάκτης τς γκυκλίου (θά λέγαμε καί μες με τήν σειρά μας καί ο τς Μητρ. Σιδηροκάστρου), δίδει θεολογικό νόημα στήν μνημόνευση, φ’ σον Θ. Λειτουργία, (πως καί ποιοδήποτε λλο μυστήριο) γίνεται στό νομα το πισκόπου (ωάννου Ζηζιούλα, Εχαριστία καί Βασιλεία το Θεο, σελ. 100 Σύναξη τ. 51: «(ατό πού) πρέπει νά τονισθε εναι τι ν ο πρεσβύτεροι μις τοπικς κκλησίας τελον τήν Εχαριστία στό νομα το τοπικο πισκόπου, πίσκοπος τήν τελε πάντοτε στό νομα το δικο του "πρώτου"…». Πράγματι, κατά Ζηζιούλα «ποιος δέν μνημονεύει τόν πίσκοπό του τήν ρα τς Εχαριστίας ποκόπτει τόν αυτό του πό τόν κατάλογο τν ζώντων. Γι’ ατό καί Εχαριστία πού δέν τελεται στό νομα το οκείου πισκόπου το κατά παραχώρησή του προεξάρχοντος πισκόπου εναι χωρίς σωστική σημασία γι’ ατούς πού τήν τελον» (ὅ.π. σελ. 100).
  Χάνεται ἡ σωτηρία σύμφωνα με τήν οἰκουμενιστική (Ζηζιουλική) θεωρία ταύτη ὅταν δέν μνημονεύεται ὁ ἐπίσκοπος. Συστατικό μέρος λοιπόν τῆς Θ. Λειτουργίας ἡ διαμνημόνευσι τοῦ ὀνόματος τοῦ πρώτου. Ἄνευ αὐτοῦ ἡ ὅλη τελεσιουργία χάνει τόν σωτηριολογικό χαρακτήρα της, ἀποβαίνει ἕνα θέατρο σκιῶν καί οἱ συμμετέχοντες ἁπλῶς λαμβάνουν μέρος σε μία παράσταση καί μόνον. Ἄκυρα λοιπόν τά Μυστήρια καί ἐκτός Ἐκκλησίας ἐκσφενδονίζει τούς ἀποτειχισμένους ἐκ λόγου πίστεως ἡ ἐν λόγῳ Ζηζιούλειος θεωρία ταύτη, ἧς ἀκόλουθος καί πρεσβεύουσα τυγχάνει καί ἡ ὑπ’ ἐξέτασι παράγραφος πού διεξερχόμασθε «…γιατί κέφαλος καί νεξάρτητος δέν μπορες νά εσαι ν γνωρίζεις καλς καί τούς κανόνες τς κκλησίας».
  Ἐντύπωση προκαλεῖ τό γεγονός ὅτι, παρότι τούς κατεχωρήθη εἰς τό κείμενο τοῦ πατρός Φωτίου τό συγκεκριμένο τμῆμα τοῦ ΙΕ΄ κανόνος τς Α΄-Β΄ συνόδου, πάρα ταῦτα «διέλαθε» τῶν ἐγγραμμάτων ἤ καλύτερα ἠγνοήθη παρ’ αὐτῶν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέν βολεύει ὁ κανών οὗτος. Πρέπει ὁπωσδήποτε νά καθιερωθεῖ τό παπικό πρωτεῖο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καθιστώντας οὕτω τόν πρῶτο ἀλάθητο ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ὑποχρεώνοντας τό ποίμνιο ν’ ἀκολουθεῖ τόν ποιμένα του εἰς ὅποια δογματική ἀκροβασία καί ἄν συλλάβει ὁ ἑκάστοτε ἐπισκοπικός νοῦς. 
   Ὁ ἐν λόγῳ κανών τούς ὀνομάζει ψευδοδιδασκάλους καί οἱ διακόπτοντες τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία τους (παύουν τό μνημόσυνο), δέν δημιουργοῦν σχίσμα, πρό συνοδικῆς διαγνώμης, ἀλλ’ ἐλευθερώνουν τήν ἐκκλησία ἀπό τά σχίσματα καί ὡς Ὀρθόδοξοι πρέπει νά τιμηθοῦν. 
Καί ἐρωτοῦμε: ὁ κανών λέγει ὅτι πρέπει νά τιμηθοῦν ὡς Ὀρθόδοξοι, ἡ δική σας θεωρία Σεβασμιώτατε τούς θέλει ὡς ἀκέφαλους, κανών νομάζει ψευδεπισκόπους καί ψευδοδιδασκάλους ατούς πού σες νομάζετε ς κεφαλές καί μάλιστα εἰς τό κείμενό σας ἀναφέρεσθε εἰς τούς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας. 
    ναγνωρίζετε παρακαλῶ τήν Α΄-Β΄ σύνοδο τοῦ 861 ἐπί Μεγάλου Φωτίου ὡς ἔχει ἀναγνωρισθεῖ ἀπό τήν ἐκκλησιαστική συνείδησι καί περιέχεται εἰς τά κανονικά corpus   χι; 
   Ἐάν ναί, τότε δυοῖν θάττερον. Ἤ ὁ κανών καί συνεπῶς ἡ Ἐκκλησία πού τόν ἐθέσπισε κάνει λάθος ἤ ἡ αἱρετική Ζηζιούλειος (ἐπισκοποκεντρική) διδασκαλία πού ὑπηρετεῖτε ὑμεῖς καί ὅλοι οἱ προσκείμενοι καί ὁμόφρονές σας. Θέλουμε νά πιστεύουμε ἐκ συναρπαγῆς καί ὄχι ἠθελημένα. Παρά ταῦτα ἡ εὐθύνη ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων βαρύνη ἕκαστον. Ταῦτα πρός τό παρόν. Ἄν παραστεῖ ἀνάγκη θά ἐπανέρθουμε.
γγραφον ν Καστανούσ ερύτερη περιοχή Σιδηροκάστρου
ερομόναχος Εγένιος

ὙΓ: Ἐπειδή γνωρίζουμε τήν τακτική τῶν Οἰκουμενιστῶν νά ἐξευτελίζουν τό πρόσωπο γιατί ἀδυνατοῦν ν’ ἀπαντήσουν στά ἐπιχειρήματά του, πού εὑρῆκε ἤδη ἐφαρμογή εἰς τήν τοῦ πατρός Φωτίου περίπτωσιν, διά τοῦτο προκαταβολικῶς δηλώνω ἀνάξιος.
   Παρακαλῶ ἡ ἀπάντησι νά ἐπικεντρωθῆ εἰς τά ἐπιχειρήματα πού παρέθεσα καί μόνον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου