Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

ΕΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΥ (ΜΟΛΥΣΜΟΥ) ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

ΕΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΥ (ΜΟΛΥΣΜΟΥ) ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

Ἀπὸ συζήτηση ἀκροατῶν μὲ τὸν
π. Κωνσταντῖνο Στρατηγόπουλο
Ἀπάντηση σὲ ἐρωτήσεις
Ἀπομαγνητοφωνημένο ἀπόσπασμα ὁμιλίας τῆς 12 Ὀκτωβρίου 2006, τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στοὺς στίχους τῶν Πράξεων ιε΄ 5-7:
«Ἐξανέστησαν δέ τινες τῶν ἀπὸ τῆς αἱρέσεως τῶν Φαρισαίων πεπιστευκότες, λέγοντες ὅτι δεῖ περιτέμνειν αὐτοὺς παραγγέλλειν τε τηρεῖν τὸν νόμον Μωϋσέως»
Δημοσιεύτηκε πρόσφατα ἀπομαγνητοφωνημένη παλαιότερη ὁμιλία τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου μὲ τὴν ἐν συνεχείᾳ συζήτηση μὲ τοὺς ἀκροατές του. Στὸ τμῆμα τοῦ Διαλόγου ποὺ ἔγινε μετὰ τὴν Ὁμιλία τοῦ π. Κων/νου, ἄλλη μιὰ φορὰ ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀνήκουν στὶς τρεῖς κατηγορίες τῶν συμπορευομένων σιωπηλὰ μὲ τὴν Παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἐνῶ κατηγορούμενοι εἶναι αὐτοὶ πού -κακῶς ἢ καλῶς- ἐναντιώνονται στὸν Οἰκουμενισμό. Καὶ οἱ τρεῖς κατηγορίες εἶναι:
α) ἐκεῖνοι (ἱερωμένοι καὶ λαϊκοί) ποὺ γνωρίζουν, ἀλλὰ ἀπὸ δειλία, συμφέρον ἢ ἀδιαφορία ἀνέχονται τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ ἔτσι συμπορεύονται μὲ τὴν Παναίρεση,
β) ἐκεῖνοι (ἱερωμένοι καὶ λαϊκοί) ποὺ ἀγνοοῦν  (κακῶς) ἢ γιὰ διαφόρους λόγους δὲν θεωροῦν (κάκιστα) ὡς αἱρετικοὺς τοὺς Οἰκουμενιστές, μὲ ἀποτέλεσμα κι αὐτοὶ νὰ συμπορεύονται μὲ τὴν Παναίρεση,
γ) ἐκεῖνοι (ἱερωμένοι καὶ λαϊκοί) ποὺ ἀντιτίθενται στὴν Παναίρεση, ἀλλὰ ἰδιογνώμως καὶ ἀρνούμενοι νὰ ἀκολουθήσουν τὴν Διαχρονικὴ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές. Δηλαδή, καταγγέλλουν μὲν τὸν Οἰκουμενισμό, ἀλλὰ
i) ἀρνοῦνται νὰ κατονομάσουν τοὺς Οἰκουμενιστές, ἢ ἀρνοῦνται ὅτι εἶναι αἱρετικοί, πρὶν …συγκληθεῖ Σύνοδος!!!
ii) ἀρνοῦνται νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ αὐτούς καὶ κοινωνοῦν ἀδιακρίτως μαζί τους, ἢ τοὺς μνημονεύουν (ὡς ἱερωμένοι), ἐνῶ γνωρίζουν ὅτι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν “λόγοις καὶ ἔργοιςἀποφανθεῖ τελεσίδικα ὅτι ἡ μνημόνευση τῶν αἱρετικῶν (ἀσχέτως ἂν εἶναι καταδικασμένοι ἀπὸ Σύνοδο) σημαίνει ὅτι συμφωνεῖ ὁ μνημονεύων μὲ τὸν μνημονευόμενο αἱρετικό, ταυτίζεται στὴν Πίστη μ’ αὐτόν, ἔστω κι ἂν εἶναι Ὀρθόδοξος καὶ δημόσια δηλώνει ὅτι διαφωνεῖ. (Τὰ σχετικὰ κείμενα τῶν Ἁγίων τὰ ἔχουμε παραθέσει δεκάδες φορές!).
Οἱ δικαιολογίες ποὺ ψελλίζουν ὅλοι αὐτοί, περὶ δυνητικῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς στάσεως πρὸς τοὺς αἱρετικούς, ἢ ἡ δικαιολογία ὅτι ὁ Οἰκουμενισμὸς δὲν ἔχει ἀπὸ Σύνοδο καταδικαστεῖ, εἶναι πλέον δικαιολογία γιὰ μικρὰ παιδιά, ἢ ἰσχυρογνώμονες ἀνθρώπους, ἀφοῦ οὔτε ἀνατρέπουν αὐτά, ποὺ περὶ τῆς στάσεώς μας ἔναντι τῶν Οἰκουμενιστῶν διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ παρουσιάστηκαν τὶς τελευταῖες δεκαετίες (καὶ συστηματικὰ τὰ συγκέντρωσε ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς στὰ βιβλία του), οὔτε παραδέχονται ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ Πατερικὴ Παράδοση ὡς πρὸς τὴν στάση μας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν.
Πρόκειται δηλαδή γιὰ μιὰ τραγικὴ ἐξέλιξη, στὴν ὁποία μὲ εὐθύνη τῶν παραπάνω Ποιμένων -κυρίως- ἐγκλωβίζοντες χιλιάδες πιστοί (ποὺ ἀγωνιοῦν γιὰ τὸ πρακτέο, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐλέγξουν τὴν ἀλήθεια ἢ νὰ προχωρήσουν ἀπὸ μόνοι τους). Γιατὶ οἱ παραπάνω Ποιμένες γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν παρερμηνεύουν κακόγνωμα, ἢ τὴν παραβλέπουν καὶ ἀποσιωποῦν ἀπὸ δειλία, συμφέρον ἢ -τὸ χειρότερο- γιὰ νὰ μὴν ἀποδεχθοῦν τὸ λάθος τους καὶ ταπεινωθοῦν ἐνώπιον τῶν ὀπαδῶν τους!
Στὶς συγκεκριμένες τώρα ἀπαντήσεις τοῦ π. Κωνσταντίνου· μᾶς ξαφνιάζουν οἱ τοποθετήσεις του, οἱ ὁποῖες κατατέθηκαν ὄχι πρὶν ἀπὸ κάποιες δεκαετίες, ἀλλὰ ἐν ἔτει 2006! Δηλώνει
α) ὅτι δὲν ὑπάρχει κἂν αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!
β) ὅτι γι’ αὐτὸν «ὁ μακαριστός Ἀθηναγόρας εἶναι -μεγάλη μορφή τῆς Ὀρθοδοξίας»!
γ) ὅτι ὁ ἅγιος Παΐσιος καὶ τὸ Ἅγιο Ὄρος ἐφέρθησαν «ἀντιεκκλησιολογικά», ὅταν ἔπαψαν τὸ Μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ἐπειδὴ παρασύρθηκαν ἀπὸ τοὺς Παλαιοημερολογῖτες! Εἶπε: «αὐτοί οἱ ἄνθρωποι παρέσυραν πολλά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τήν Ἱερά Κοινότητα νά μή μνημονεύει τόν Πατριάρχη»!
Δυστυχῶς ὁ π. Κωνσταντῖνος, παρασύρθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Φανάρι (κατάγεται ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη) καὶ πίστεψε στὶς ἐξηγήσεις καὶ στὶς ἑρμηνεῖες τῶν γεγονότων ποὺ τοῦ ἔδωσαν οἱ Φαναριῶτες! Κι ἂν ἕνας μελετημένος, εὐφυὴς καὶ ἀγωνιστὴς Ποιμένας ἐκφέρει τέτοιες θέσεις καὶ ἔχει στὸ θέμα αὐτὸ τέτοια σύγχυση, τί νὰ περιμένει κανεὶς ἀπὸ ἄλλους καὶ τί ἄλλο νὰ πεῖ, παρὰ ὅτι ὁ μολυσμὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἔχει βραχυκυκλώσει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία;  
Ἀπὸ συζήτηση ἀκροατῶν μὲ τὸν
π. Κωνσταντῖνο Στρατηγόπουλο
π. Κωνσταντῖνος: Ὁρίστε.
Ἐρώτηση: Ἐπειδή σήμερα (12-10-2006) ἀναφερθήκατε σέ ζηλωτές στήν ὁμιλία σας, ἤθελα νά σᾶς μεταφέρω λίγο μιά εἰκόνα. Πλησιάζω διά θαλάσσης στή Μονή Ἐσφιγμένου τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί βλέπω ἕνα πανό τό ὁποῖο μοῦ κάνει κατ᾽ ἀρχάς ἄσχημη ἐντύπωση: «Ὀρθοδοξία ἤ θάνατος». Μπαίνοντας στή Μονή συζητάω μέ μοναχούς. Δέν μέ πείσανε. Τό γράψανε γιατί ὁ Πάπας μέ τόν Ἀρχιεπίσκοπό μας συνέφαγε καί συμπροσευχήθηκε καί ἤθελαν νά ἀφορίσουν τόν Ἀρχιεπίσκοπό μας, οἱ δέ Καρυές τούς ἔχουν ἀπομονώσει. Οὔτε ἐκπρόσωπο ἔχουν στίς Καρυές, οὔτε ἐπιδοτήσεις παίρνουν. Ἡ ἐρώτησή μου εἶναι: Μήπως εἶναι ἀκραῖος φανατισμός αὐτό τό πανό, «Ὀρθοδοξία ἤ θάνατος»;
π.Κ.: Κοιτάξτε, ἀφήνω αὐτά πού εἴπατε. Εἶναι λάθος προσδιορισμός τῶν αἰτιῶν. Αὐτά πού εἴπατε νά τά ξεχάσω ἐγώ κι ἐσεῖς, γιατί δέν εἶναι αὐτή ἡ αἰτία πού αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ πέρα ἀγωνίζονται ἔτσι. Δέν εἶναι αὐτή ἡ αἰτία, αὐτό πού φαίνεται τώρα. Ὑπάρχει μιά προεργασία πολυετής, δεκαετιῶν, γι᾽ αὐτό τό πράγμα. Δέν εἶναι τοῦ παρόντος βέβαια, ἀλλά δέν θέλω ὁ λαός νά μπλεχτεῖ. Εἶναι παλαιό γεγονός. Αὐτός ὁ ζηλωτισμός αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, πού ἔχουν ἕνα ζῆλο Ὀρθοδοξίας, προέρχεται ἀκριβῶς γιατί δέν καταλαβαίνουν τήν ἐκκλησιολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ἐλλιπής κατανόηση τῆς ἐκκλησιολογίας. Οὔτε ἐγώ δέχομαι μιά αἵρεση. Δηλαδή, ἄν μοῦ ποῦν ἀπό τήν Ἐκκλησία νά κάνω κάτι αἱρετικό, δέν θά τό κάνω. Οὔτε ὑπακοή θά κάνω. Ὑπακοή δέν θά κάνω σέ μιά αἵρεση. Αὐτοί, λοιπόν, φαντάζονται ὅτι κάπου ὑπάρχει αἵρεση χωρίς νά ὑπάρχει. Ἐδῶ εἶναι τό πρόβλημα.
Ἕναν προσδιορισμό θά σᾶς δώσω, ἀπό ποῦ ξεκινάει ἡ ἱστορία. Πάντα ὑπῆρχαν οἱ παλαιοημερολογίτες κ.λπ., ἀλλά φούντωσε τό θέμα τοῦ ζηλωτισμοῦ στό Ἅγιον Ὄρος ὅταν ὁ μακαριστός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας (1961-62 ἦταν, ἄν δέν κάνω λάθος) συναντήθηκε γιά πρώτη φορά μέ τόν Πάπα στά Ἱεροσόλυμα. Γιά πρώτη φορά μετά ἀπό αἰῶνες συναντήθηκαν καί φιλήθηκαν καί ἔγιναν κάποιες συναντήσεις. Εἶναι τότε πού ὁ μακαριστός Ἀθηναγόρας -μεγάλη μορφή τῆς Ὀρθοδοξίας, κατακρεουργημένη θεολογικά- εἶπε: «Βρέ παιδιά, ἐγώ δέν θέλω διάλογο
θεολογικό, δέν εἴμαστε ἕτοιμοι. Θέλω διάλογο ἀγάπης. Νά τόν δῶ, νά τοῦ μιλήσω, νά τοῦ πῶ “καλημέρα”». Καί μόνο πού ἔκανε τόν διάλογο τῆς ἀγάπης («νά βρεθοῦμε, βρέ παιδιά, νά βρεθοῦμε. Πῶς κάποτε θά κουβεντιάσουμε γιά τί μᾶς χωρίζει, ἄν δέν βρεθοῦμε;»), ἀπό ἐκεῖ ξεκίνησε αὐτή ἡ ἔκρηξη τοῦ ζηλωτισμοῦ. Εἶπαν «ὁ Πατριάρχης εἶναι αἱρετικός, εἶναι παπικός». Μά ὁ ἄνθρωπος δέν ἔκανε κάτι, δέν παράτησε κάτι ἀπό τήν Ὀρθοδοξία. Παράτησε κανένα δόγμα τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἔχουν κάποιο τέτοιο δεῖγμα, κάποια τέτοια ἀπόδειξη;
Τότε μάλιστα, γιά μιά μικρή χρονική περίοδο, δυστυχῶς παρέσυραν –γιά πολύ μικρή χρονική περίοδο– αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πολλά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί τήν Ἱερά Κοινότητα νά μή μνημονεύει τόν Πατριάρχη, ἀντιεκκλησιολογικά. Ἦταν ὁ ἐπίσκοπός τους – ὁ Πατριάρχης εἶναι ὁ ἄμεσος ἐπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τό Ἅγιο Ὄρος δέν ἔχει ἐπίσκοπο, ὁ Πατριάρχης εἶναι, κατευθεῖαν σέ αὐτόν ὑπάγονται. Ἄρα ἔκαναν μιά κίνηση ἀναιρέσεως τῆς ἐκκλησιολογίας. Χωρίς ἐπίσκοπο ἦταν. Καί τί ὁμολογοῦσαν; Τί ἔλεγαν; Ἦταν αἱρετικός ὁ Ἀθηναγόρας ἐπειδή ζήτησε τόν διάλογο; Μετά τό κατάλαβαν. Μή σᾶς πῶ τήν ἱστορία, πῶς τό κατάλαβαν... μιά τραγική ἱστορία. Ὁ ἴδιος ὁ Πατριάρχης τούς εἶπε: «Ἐλᾶτε, παιδιά, στήν Πόλη νά μιλήσουμε, νά δῶ ποῦ κάνω λάθος» καί πῆγε ἀντιπροσωπεία.
Αὐτά πού σᾶς λέω τώρα μοῦ τά λέει ἄμεσα -πέθανε τώρα ὁ ἄνθρωπος- ὁ ἴδιος ὁ Γραμματέας τῆς Κοινότητας τότε, πού πῆγε μαζί μέ τήν ἀντιπροσωπεία στό Πατριαρχεῖο. Ὁ ἴδιος ἦταν μέσα καί μοῦ εἶπε αὐτή τήν ἱστορία πού σᾶς λέω τώρα, τόσο ἁπλή ἱστορία. Ἐγώ ἔτσι τή γνώρισα. Ἦταν συγκελιώτης τοῦ γέροντά μου ὁ μακαριστός π. Παντελεήμων, Γραμματέας τότε τῆς Κοινότητας τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Καί πῆγε ἀντιπροσωπεία τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων-ἡγουμένων καί ὁ Γραμματέας, πού μοῦ τά μεταδίδει τώρα αὐτά, στόν Πατριάρχη, στήν Κωνσταντινούπολη. Τόλμησαν -δέν ἤθελαν νά πᾶνε, τόν θεωροῦσαν βέβηλο. Καί τούς εἶπε: «Παιδιά, πεῖτε μου τί ἔκανα». Λέει: «Μίλησες μέ τόν Πάπα». «Γιατί νά μή μιλήσω; Ὁ Χριστός μίλησε μέ τήν πόρνη, μίλησε μέ ὅλους· μέ τόν Σαδδουκαῖο κ.λπ., μέ ὅλους μίλησε. Μέ τόν τελώνη... Παράτησα τίποτε ἀπό τήν Ὀρθοδοξία;». Δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτε, βλέπετε. Σέ μιά συζήτηση ἐν Χριστῷ δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτε.
Καί μάλιστα θυμᾶμαι αὐτό πού μοῦ εἶπε ὁ μακαριστός Γραμματέας τότε τῆς Κοινότητας, π. Παντελεήμων. Μοῦ τόνισε τό ἑξῆς, μοῦ λέει: «Ἐκπλαγήκαμε γιατί λέγαμε “Πατριάρχης...”, τόν θεωρούσαμε κάτι πολύ δυνατό καί εἴδαμε ἕναν ἄνθρωπο Πατριάρχη νά ζεῖ ἔγκλειστος σέ ἕνα κελάκι μέ ἕνα κρεβάτι μέσα, ἕνα ταπεινό πράγμα, πού στό Ἅγιον Ὄρος οὔτε ἐμεῖς εἴχαμε τέτοια κελιά. Καί μάλιστα ἦταν Παρασκευή τήν πρώτη μέρα πού θά τρώγαμε στήν τράπεζα καί λέγαμε “τώρα τί θά μᾶς βγάλει;”, “θά μᾶς καταλύσει αὐτός ἐδῶ πέρα τώρα”». Καί τούς ἔβγαλε ἕνα μοσχομυριστό φαγητό καί ᾽λεγαν «Δέν τά λέγαμε; Γεμάτα βούτυρο...». Τούς ἔβγαλε πατάτες πολίτικες ψημένες στόν φοῦρνο, ἀλάδωτες φυσικά. Ἡ Πόλη ξέρει νά τά ψήνει καί νά φαίνονται [σάν νά εἶναι] μέ κρέας. Καί λέγανε «Πώ, πώ... ἀσκητής! Πατάτες φάγαμε». Τέτοια πράγματα ἀνθρώπινα. Εἶδαν ὅτι αὐτός πού κατηγοροῦσαν ἦταν ἀνθρώπινος, ἦταν ἀσκητής, καί δέν εἶχαν τί νά ποῦνε. Κι ἀπό τότε ἤρθη ἡ μή μνημόνευση τοῦ Πατριάρχου.
Σᾶς λέω τώρα γεγονότα δευτερεύοντα μέν, ἀλλά πολύ σπουδαῖα. Ἔκαναν μιά κίνηση παρασυρόμενοι ἀπό τούς ζηλωτές χωρίς λόγο. Ἀπό τότε πάντοτε τό Ἅγιον Ὄρος τιμᾶ καί σέβεται τόν Πατριάρχη, πού ἔχει μιά εὐθύνη γιά τήν Ὀρθοδοξία καί εἶναι αὐτός, καί ἄς ἔχει μόνο αὐτός τή δυνατότητα καί τό δικαίωμα νά συναντιέται κάπου μέ τέτοιες ἀντιπροσωπεῖες, γιά τό «ἄνοιγμα». Αὐτός! Μήν κάνουμε πολυδιάσπαση στήν Ὀρθοδοξία, νά σηκώνονται ὅλοι νά πᾶνε νά μιλᾶνε μέ τόν Πάπα. Νά μή γίνει πολυδιάσπαση. Αὐτή τήν εὐθύνη ἔχει, ὡς πρῶτος ὅλης τῆς Ὀρθοδοξίας ἐπίσκοπος, ὡς πρῶτος κάποιας συνοδικῆς ἐκφράσεως, [ὁ Πατριάρχης]. Αὐτός νά ἔχει αὐτή τήν [εὐθύνη]. Μή μᾶς διασπάσουν, δηλαδή, καί μιλᾶμε μεμονωμένα μέ ὅλους. Διαφωνῶ ἀκόμη καί μέ τόν διάλογο πού κάνει ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τό Βατικανό. Δέν πρέπει [νά γίνεται αὐτό]. [Πρέπει] νά ἔχει αὐτή τήν εὐθύνη τοῦ Πατριαρχείου, ἕνας. Ἕνα πράγμα στήν Ἐκκλησία μας εἶναι· μή μᾶς πολυδιασπάσουν. Αὐτό τό ἤθελαν πολλοί. Νά ἔχουμε τή λογική καί τή σοφία, κ.λπ. (σ.σ. Καὶ τὰ λέει αὐτὰ τὸ 2006, ποὺ εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ καιρὸ ὁ ὀργασμὸς τῶν συμπροσευχῶν, τῶν συναντήσεων, τῶν Διαλόγων, τῶν Διαθρησκειακῶν, τῶν ἀποφάσεων στὸ Μπαλαμάντ, στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε κ.λπ.!).
Ἔγινε ἕνας θεολογικός διάλογος μετά, ὁ ὁποῖος δέν προχώρησε, ἀπέτυχε. Δέν προχωροῦσε, ἀλλά ἔγινε μιά προσπάθεια. Τώρα λένε ὅτι θά ἀρχίσουν... Μακάρι, ἐμεῖς θέλουμε τήν ἑνότητα. Μέ ἀργά βήματα, θεολογικά βήματα, χωρίς νά ἐγκαταλείψουμε τίποτε ἀπό τήν ἡμετέραν, ἁγιωτάτην, μοναδική ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἀλλά χωρίς τέτοιες κακότητες μέσα μας. Καί νά ἀφήσουμε τόν Πατριάρχη νά κάνει αὐτό τό βῆμα μπροστά, ὄχι νά παρατήσει τήν Ὀρθοδοξία. Νά ἀνοίξει, νά μπορεῖ νά τοῦ πεῖ «καλημέρα». Νά γίνει κι ἕνας διάλογος θεολογικός. Θά πουλήσουμε τήν Ὀρθοδοξία μας; Δέν πουλιέται, ἡ Ὀρθοδοξία. Ἀπόδειξη ὅτι ἔγινε γιά χρόνια ὁ διάλογος ὁ θεολογικός καί δέν προχώρησε. Κάπου κόλλησαν καί δέν ἔγινε. Τώρα θά ἀρχίσει. Μακάρι νά ἀρχίσει. Ἐμεῖς θέλουμε τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ἄνευ ὅμως τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Ὀρθοδοξίας μας.
Κάπου ἐκεῖ εἶναι τά πράγματα, γι᾽ αὐτό ἀφῆστε αὐτό πού εἴδατε τώρα. Ἡ Ἐσφιγμένου πιά εἶναι ἕνα δευτερεῦον ἀποτέλεσμα, παράγωγο αὐτῆς τῆς ἱστορίας καί εἶναι καθαρά μιά ἐπαναστατική, μή ἐκκλησιολογική κίνηση πού διασπᾶ τήν Ὀρθοδοξία μας, ὅπως διασπᾶται καί σέ τόσα ἄλλα στοιχεῖα.
Σᾶς τά εἶπα ἔτσι λίγο γιά νά τά καταλάβετε σέ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο. Ἦταν ἐκτεταμένο αὐτό πού εἶπα, ἀλλά ἤθελα νά τό πῶ ἔτσι, γιά νά τό πάρετε λίγο στόν νοῦ σας μέ ἁπλότητα, μέ τίς πατάτες, μέ τό κρεβάτι, μέ τέτοια πράγματα.
[...]
Ἐρώτηση: Ἔχετε ἀπό τό «Πηδάλιο» κανέναν κανόνα, τί προβλέπει στό θέμα αὐτό τῆς συμμετοχῆς μας στή θεία Λειτουργία παλαιοημερολογιτῶν;
π.Κ.: Εἶναι αὐτονόητο. Δέν εἶναι θέμα ἁπλῶς «Πηδαλίου». Βεβαίως ὑπάρχουν ἀρκετά πράγματα [στό Πηδάλιο], ἀλλά εἶναι αὐτονόητο. Ὅποιος διασπᾶ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας -καί ἄς πιστεύει ὀρθοδόξως- κάνει ἕνα σχίσμα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, σχίσμα· καί δέν μπορῶ νά μετέχω μαζί του σέ αὐτό τό σχίσμα. Δέν εἶναι τό θέμα ἄν πιστεύει ὅπως ἐγώ. Οἱ παλαιοημερολογίτες πιστεύουν ὅ,τι πιστεύουμε ἐμεῖς. Δέν διαφέρουμε πουθενά δογματικά, ἀλλά ὑπάρχει σχίσμα ἐκκλησιολογικό. Ἔκαναν δική τους ἐκκλησία γιά νά περάσουν τή δική τους γραμμή. Τέρμα, ἔληξε. Δέν μετέχουμε σέ ἕνα σχίσμα, μέ τίποτε. Μέ τίποτε!
Προσέξτε, ὅταν λέω «παλαιοημερολογίτες», οἱ ἐν Ἑλλάδι παλαιοημερολογίτες. Ἡ Σερβική Ἐκκλησία, ἡ Ρωσική Ἐκκλησία, τά Ἱεροσόλυμα, δέν εἶναι παλαιοημερολογίτες· ἁπλῶς ἀκολουθοῦν τό παλαιό ἡμερολόγιο. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἑνότητα μέ τήν Ἐκκλησία, ἡ ἑνότητα. Νά εἶναι μαζί μου. Δέν πᾶς νά ἀκολουθήσεις ὅποιο ἡμερολόγιο θέλεις; Ὅποιο θέλεις νά ἀκολουθεῖς. Αὐτό εἶπε ἡ Ἐκκλησία, ὁ Πατριάρχης, στούς παλαιοημερολογίτες τῆς Κολομβίας. Τοῦ εἶπαν: «βάζουμε ὑπακοή καί ταπείνωση Πατριάρχη μου, θέλουμε νά εἴμαστε μαζί σου». [Καί τούς εἶπε ὁ Πατριάρχης]: «Κρατῆστε τό ἡμερολόγιό σας, [ἀλλά θά] κάνετε ὑπακοή σέ μᾶς» - ἔληξε. Δέν εἶναι τό ἡμερολόγιο, οὔτε κἄν αὐτό εἶναι ἡ ἱστορία.
Βλέπετε, κι ἐδῶ ἔτσι θά μποροῦσε νά λυθεῖ. «Βρέ παιδιά, θέλετε νά κρατᾶτε αὐτό τό ἡμερολόγιο. Πρόβλημά σας. Σήμερα εἶναι 13 Ἰανουαρίου. Ἀντί νά πάρετε ἐπιταγή σήμερα, θά τήν πάρετε μετά ἀπό μιά ἑβδομάδα. Ἐσεῖς θά χάνετε, πρόβλημά σας. Κάνουμε ἑνότητα στήν Ἐκκλησία, νά ἔχουμε, νά εἶναι μία ἡ Ἐκκλησία; Ἔληξε. Τό ἡμερολόγιο μᾶς νοιάζει; Κατ᾽ ἐπίφαση εἶναι τό θέμα. Αὐτό δέν λειτουργοῦμε μέ τούς Σέρβους, τούς Ρώσους; Ἄλλοτε κάνουν ἐκεῖνοι τά Χριστούγεννα (ἔτσι ἤθελαν νά τό κρατήσουν), ἀλλά εἴμαστε μία Ἐκκλησία. Καί, προσέξτε, οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες -τό ἔχω πεῖ πολλές φορές, τό τονίζω- οἱ Ἁγιορεῖτες πατέρες κρατοῦν γιά δικούς τους λόγους, ἀφοῦ εἶναι ἀσκητές, εἶναι ἔξω ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου, τό παλαιό ἡμερολόγιο. Ἀλλά ὅταν ἔρθουν ἐδῶ πέρα λειτουργοῦνται σέ μᾶς, στή μία Ἐκκλησία, ὄχι σέ ἄλλη Ἐκκλησία. Καί ἐμεῖς, ὅταν πᾶμε ἐπάνω, ἀκολουθοῦμε τό δικό τους [ἡμερολόγιο]. Παύουμε νά εἴμαστε Ἐκκλησία;
Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι τό ἡμερολόγιο. Ἄν ὅμως τό ἡμερολόγιο γίνει ἀφορμή γιά νά χωριστῶ, εἶναι πονηρή ἡ ἀφορμή γιά νά κάνω τό δικό μου, λέγοντας «ἡμερολόγιο». Ἐξάλλου, ἡ αἰτίαση πού εἶχαν τότε, ὅτι χάθηκαν μερικές γιορτές, εἶναι ψεύτικη. Εἶπαν [ὅτι] ξαφνικά ἔγινε ἕνα ἅλμα δεκατριῶν ἡμερῶν, [καί] χάθηκαν οἱ γιορτές. Δέν χάθηκαν. Δηλαδή, ἄν ἦταν σήμερα πού ἄλλαξε τό ἡμερολόγιο, ἄς ποῦμε, 12 τοῦ μηνός, θά πᾶμε μετά ἀπό 13 ἡμέρες, θά ἦταν 25. Γιόρταζαν τίς γιορτές ἀνά δύο μέρες καί ὅλες οἱ γιορτές γιορτάστηκαν. Οὔτε μία γιορτή δέν χάθηκε τότε. Δηλαδή γιόρτασαν τή γιορτή τῆς 25ης καί τῆς 13ης, τῆς 26ης καί τῆς 14ης. Οὔτε αὐτό, γιά τόν τύπο, χάθηκε, ἄς τό πῶ ἔτσι. Ἔ, τί ἄλλο νά κάνουμε τώρα; Εἶναι καθαρά πονηρόν, γιά νά κάνουν τό δικό τους, νά ἔχουν δική τους ἐκκλησία. Ποιός τούς ἀρνήθηκε νά ἀκολουθοῦν τό παλαιό ἡμερολόγιο; Ἔτσι θέλουν νά κάνουν. Τόσες τρέλες κάνουμε στήν Ἐκκλησία. Μετά δηλαδή θά χωρίσουμε τήν Ἐκκλησία γιατί μερικοί φορᾶνε μαντήλα, ἄλλοι δέν φορᾶνε μαντήλα. Ἄλλοι ἔχουν μακριές φοῦστες, ἄλλοι ἔχουν κοντές φοῦστες. Θά μπλέξουμε, θά γίνουν χίλιες Ἐκκλησίες δηλαδή. Οἱ παλαιομοδίτες, οἱ νεομοδίτες, οἱ παλαιογλωσσίτες, οἱ νεογλωσσίτες, οἱ παλαιοφουστίτες, οἱ νεοφουστίτες...
Τί λέει ἡ Ἐκκλησία; «Παιδιά, ἔχουμε μία Ἐκκλησία. Ἀπό ᾽κεῖ καί μετά, νά εἴμαστε ὅλοι μαζί καί θά τά βροῦμε μέ τίς μπλοῦζες, μέ τά μανίκια σας, μέ τά μαλλιά σας... Θά δοῦμε τί θά γίνει».
[...]
Ἐρώτηση: Αὐτοί ὅλοι οἱ παλαιοημερολογίτες πού λέγαμε τώρα, ὄχι οἱ σχισματικοί γιά τούς ἄλλους μιλάω, τούς Σέρβους, τούς Ρώσους, ὅλοι δέν ὑπάγονται στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο;
π.Κ.: Ναί βεβαίως.
Ἐρώτηση: Μερικές φορές δικαιολογοῦμε κι αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού εἶναι τόσο ζηλωτές. Δέν ἦταν τόσο ζηλωτής καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος;

π.Κ.: Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μετασχημάτισε τόν ζηλωτισμό του, γιατί ἐμπιστεύτηκε τήν Ἐκκλησία. Ἐμπιστεύτηκε ὅμως τήν Ἐκκλησία. Δέν ἔκανε τό δικό του. Οἱ ἄλλοι ἐμπιστεύονται τόν ἑαυτό τους καί κάνουν τήν δική τους ἐκκλησία. Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορά. Ἡ διαφορά εἶναι νά ἐμπιστευτεῖς τήν Ἐκκλησία, καί νά βάλεις τό δικό σου μέσα ἐκεῖ νά μετασχηματισθεῖ. Αὐτό ἔκανε ὁ Παῦλος. Οἱ ἄλλοι κάνουν τό ἑξῆς: κρατᾶν τό δικό τους καί ἐπειδή δέν γίνεται τό δικό τους, κάνουν τήν δική τους ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη διαφορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου