Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016


Ἐξόδιος Ἀκολουθία καί καῦσις νεκρῶν
 
 
Τυγχάνει γνωστόν ότι ένιοι εντόπιοι κύκλοι του διεθνιστικού περιπαίγματος μη κηδόμενοι της πατροπαραδότου Χριστιανικής παραδόσεως της αμωμήτου ημών πίστεως διεισδύουν εις παν μέσον επικοινωνιακής μορφής και δι’ αυτών εις τας συνειδήσεις του συγχρόνου ανθρώπου, δηλητηριάζουν αυτάς και κλονίζουν τας βάσεις της πίστεως. Ωσαύτως η αδιαφορία περί την πίστι και τας χριστιανικάς παραδόσεις, υπό την επίδρασι των ανωτέρω αποκτά οσημέραι ρίζωμα εις τας ηθικώς ατόνους και θρησκευτικώς καχεκτικάς συνειδήσεις.
Η Αγία ημών Εκκλησία, ως μήτηρ φιλόστοργος αντιλαμβανομένη τα σημεία των καιρών και την συστροφήν των πονηρευομένων κατ’ Αυτής, προς διαφύλαξι της Ορθοδόξου παραδόσεως σήμερον, που υλοποιείται πλήρως και ετοιμάζεται καταλλήλως η διαδικασία καύσεως και αποτεφρώσεως των νεκρών σωμάτων, διά καταλλήλου ενημερώσεως διεφώτισε το χριστεπώνυμον πλήρωμα Αυτής προς καταρτισμόν των Αγίων και οικοδομήν του σώματος του Χριστού κατά τους θεοπνεύστους λόγους του αποστόλου Παύλου (Εφεσ. Δ 12) και ετόνισε τας πνευματικάς διαστάσεις και τας συνεπείας μιάς τοιαύτης επιλογής εις την πνευματικήν ζωήν του πιστού απορρίπτουσα την καύσι των νεκρών διά τα πιστά Της μέλη ως πράξι απάδουσαν προς την παράδοσι Αυτής, οριοθετούσα την πίστι Αυτής και τον σεβασμόν εις το ανθρώπινον πρόσωπον και κατ’ επέκτασι εις το σώμα του ανθρώπου, το οποίον αποτελεί ναόν και κατοικητήριον του Παναγίου Πνεύματος δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2959/29.10.2014 Εγκυκλίου Αυτής.

Κατόπιν τῆς προτάσεως ὑπό τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἄρθρου 21 «Ἐπιλογή τόπου ἐνταφιασμοῦ» στό Σχέδιο Νόμου «Μέτρα γιά τήν ἐπιτάχυνση τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου καί ἄλλες διατάξεις» διά τοῦ ὁποίου θεσμοθετεῖται διά τῆς γενικότητος τῆς διατάξεως ἡ ὑποχρεωτικότητα κατά τήν βούλησι τοῦ ἀποθανόντος ἐκκλησιαστικῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας καί εἰς περιπτώσεις ἐκπεφρασμένης βουλήσεώς του διά τήν ἀποτέφρωσι τοῦ σώματός του, ἐπαγόμεθα τά κάτωθι: Τό ἀνθρώπινον σῶμα εἶναι εἰκόνισμα τῆς ἀθανάτου ψυχῆς καί προβολή τῆς αἰωνιότητος εἰς αὐτόν τόν κόσμον. Ἡ καῦσις τοῦ σώματος ἀποτελεῖ εἰκονοκλαστικήν πρᾶξι πού προσβάλλει τήν πίστι εἰς τήν αἰωνιότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διαδικασία τῆς φθορᾶς τοῦ σώματος πρέπει νά εἶναι φυσική καί ποτέ ἐξαναγκασμένη. Ἡ φύσις ἀναλαμβάνει τήν φθορά τοῦ σώματος. Ἡ καῦσις εἶναι πρᾶξις βίας ἐπί τοῦ σώματος. Ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας προερχομένη ἐκ τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων λειψάνων πείθει ὅτι τά λείψανα πνευματικῶς ζοῦν, δι’ αὐτό διά τήν Ἐκκλησίαν ἡ ταφή ἀποτελεῖ αἰωνία ἀξία καί ἡ καῦσις δέν θεωρεῖται ὡς ἀτομικόν δικαίωμα διά τά πιστά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, διότι εἶναι μία καθαρά μηδενιστική πρᾶξις, πού σηματοδοτεῖ τό τέλος τοῦ ἀνθρώπου ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ταφή σηματοδοτεῖ τήν ἐλπίδα καί τήν προσδοκίαν τῆς Ἀναστάσεως.
Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν εἰς οἱαδήποτε ἐπιχειρήματα καί ἄν θεμελιοῦται κεῖται ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου ἀληθείας πού καθορίζεται ἀπό τό Ἀποστολικόν λόγιον: «Οὕτω καὶ ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν. σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καὶ ἔστι σῶμα πνευματικόν. οὕτω καὶ γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ᾽Αδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος ᾽Αδὰμ εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν».(Α΄ Κορ. IE, 42-45).
Ἡ κοινωνία μέ τήν καῦσι τῶν νεκρῶν προσυπογράφει τόν μηδενισμόν της. Μία κοινωνία πού δέν ἀποδέχεται τόν ἄνθρωπον εἰς τήν ἀσθένειάν του, τήν ἀδυναμίαν του καί τόν θάνατόν του, μία κοινωνία πού ἀποτεφρώνει τούς νεκρούς της, μία κοινωνία πού καταστρέφει καί τήν ἀνάμνησι τῆς ζωῆς καί τήν ἐνθύμισι τῶν μελῶν της, μία κοινωνία πού θεωρεῖ τήν ἀρχή τοῦ ἀνθρώπου τεχνητή καί ἐπιλεκτική καί τό τέλος του ὁριστικό καί ἀμετάκλητο, μία κοινωνία πού ἀρνεῖται τήν πνοήν τοῦ αἰωνίου καί ἐγκλωβίζεται εἰς τήν ἀσφυξίαν τοῦ ἐφημέρου τί σχέσι δύναται νά ἔχη αὐτή ἡ κοινωνία μέ τή ζωήν; Ἀκόμη καί οἱ ἄθεοι ὑπεγράμμιζον τήν ἀνάμνησι τῶν ἐπιγείων θεῶν τους μέ ταριχεύσεις τῶν σωμάτων τους ὅπως εἰς τίς περιπτώσεις τοῦ Λένιν καί τοῦ Μάο Τσέ Τούνγκ.
Τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀνθρωπισμοῦ χωρίς Θεόν, τοῦ πολιτισμοῦ χωρίς ἀξίες καί τοῦ μηδενισμοῦ χωρίς σκοπόν, τό ἀποτέλεσμα τῆς συγχύσεως τῆς ἀθεΐας εἶναι ἡ ἐξαφάνισις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ καῦσις καί τοῦ τελευταίου ὑπολείμματός του. Ἡ καῦσις τῶν νεκρῶν σωμάτων ὁδηγεῖ εἰς τήν καῦσι τῆς ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας.
Εἰς τήν ἀναζωπύρωσι τοῦ ὅλου θέματος μέ τίς διατάξεις τοῦ σχετικοῦ Σχεδίου Νόμου ὁδηγεῖ ἀσφαλῶς καί μία προσπάθεια σταδιακῆς νεκρώσεως τοῦ αἰσθητηρίου τῆς πίστεως. Ἡ ἔννοια τῆς αἰωνιότητος  ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ἐμπειρίαν τῆς ζωῆς μας. Κάθε τί πού τήν ὑπενθυμίζει καί διακριτικῶς τήν ὑπογραμμίζει βαθμιαίως γίνεται ἀνεπιθύμητον εἰς τήν ἀποδοχήν του καί ἐνοχλητικόν εἰς τήν πρακτικήν του. Σύγχρονος διανοητής, ὑπεστήριξε εἰς ἄρθρον του ἀναφορικῶς μέ τό παρατηρούμενον ἀντιμεταφυσικόν μένος ὅτι ὅλη ἡ δῆθεν ἐκσυγχρονιστική νοοτροπία τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀποτελεῖ «συμπλεγματικήν ἀντιμεταφυσικήν μονομανίαν», πού ἑδράζεται εἰς μίαν «βασανιστικήν ψυχολογικήν ἀνασφάλειαν».
 
Ἡ πρακτική καί χρηστική ἀντίληψι ἔχουν ἐπικρατήσει καί ἔχουν ἀτονίσει τήν πνευματικήν καί βιωματικήν διάστασι τῶν γεγονότων. Τό ἀληθές καί τό ὡραῖον ἔχουν ὑποταγεῖ εἰς τήν γυμνότητα καί τήν σκληρότητα τῆς ὀρθολογιστικῆς πρακτικῆς.
Ἡ λεπτομερής ἀναφορά πού γίνεται εἰς τήν θεόσωμον ταφήν τοῦ Κυρίου μας καί ὑπό τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, καταδεικνύει μέ ἀδιαμφισβήτητον τρόπον τήν μεγίστην σημασίαν της. Τό ἴδιο παρουσιάζεται εἰς τήν ὑμνογραφίαν καί ὑμνολογίαν ἡ κοίμησις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ Ὁσ. Ἐφραίμ, τῶν ἁγίων Μαρτύρων καί φυσικά ὅλων τῶν πιστῶν εἰς τάς ὑπερόχους ἐπικηδείους ἀκολουθίας. Αἱ ἑορταί τῆς ἀνακομιδῆς τῶν τιμίων λειψάνων καί ἡ παράδοσις καί ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ἀποδεικνύουν ἀδιασείστως τόν σεβασμόν τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος πού ἀποτελεῖ τό ἕνα στοιχεῖον τῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ἑπομένως ἡ καῦσις αὐτοῦ τοῦ σώματος ὑποκρύπτει τήν περιφρόνησι πρός αὐτό, τήν ἀπιστίαν εἰς τήν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν σωμάτων, τήν ἐξωχριστιανικήν πίστι εἰς τήν μετεμψύχωσι ἤ τήν ἄρνησι τῆς ὑπάρξεως τῆς ψυχῆς. Συνεπῶς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία δεδικαιολογημένως διακηρύσσει ὅτι ἡ καῦσις τοῦ νεκροῦ σώματος ἀποτελεῖ ἔργῳ ἄρνησι τῆς Ἀναστάσεως καί προκλητικήν διακήρυξι μηδενιστικῆς ἀποχρώσεως.
Ἡ ἐξόδιος Ἀκολουθία συνδέεται ἀρρήκτως μέ ὅρασι ἀνθρωπίνου σώματος καί ὄχι τέφρας. Ὅλα τά τροπάρια κάμουν λόγον διά κεκοιμημένον καί ὄχι ἀποτεφρωμένον, διά τελευταῖον ἀσπασμόν καί δι’ ἐνταφιασμόν τοῦ σώματος καί ὄχι τῆς τέφρας. Ὁπότε ἐξάγεται εὐχερῶς ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά γίνῃ ἐξόδιος Ἀκολουθία πρό τῆς καύσεως, οὔτε μετ’ αὐτήν, ἐφ’ ὅσον εἰς τήν πρώτην περίπτωσι δέν θά ἀκολουθήσῃ ταφή καί εἰς τήν δευτέραν δέν θά ὑπάρχει σῶμα.
Ἡ Ἐκκλησία ἀνεπηρέαστος ἐκ τοῦ κοσμικοῦ πνεύματος θά ἐξακολουθῆ νά κηδεύῃ καί νά ἐνταφιάζῃ τά σώματα τῶν πιστῶν μελῶν Της, τά ὁποῖα εἶναι δυνατόν νά ἀποτελοῦν καί λείψανα διότι ἡ ἀφθαρσία καί ἡ θαυματουργία τῶν λειψάνων ἀποτελοῦν τεκμήριον θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐφ’ ὅσον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ διαπορθμεύεται καί εἰς ὁλόκληρον τό σῶμα.
Ἡ ἐπιλογή τῆς ἀποτεφρώσεως εἶναι ἁμαρτία καί ἀποδεικνύει τήν λανθασμένην σχέσι μας μέ τήν Ἐκκλησία. Κάθε ἀπόκλισις ἀπό τήν διδασκαλία Της εἶναι ἀποξένωσις ἀπό τήν χάρι τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Δι’ ὅσους θά ἐπιλέξουν τήν καῦσι τοῦ νεκροῦ σώματός των, μάλιστα μέ δημοσίᾳ δήλωσι ἀπιστίας εἰς τήν αἰώνιον ζωήν ἤ ἀσεβείας καί περιφρονήσεως τῆς Ἐκκλησίας εὐλόγως φρονοῦμεν ὅτι δέν ὑπάρχει κανείς ἀπολύτως λόγος νά τελεσθῆ ἐξόδιος Ἀκολουθία ἤ ἐπιμνημόσυνος δέησις διότι αὐτό πού πρέπει νά σεβασθῇ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀπόρριψις τῆς διδασκαλίας της ἀπό τόν ἴδιον τόν μεταστάντα καί ὄχι ἡ ἐνδεχομένη ἐπιθυμία τῶν συγγενῶν, συνήθως διά κοινωνικούς λόγους, τῆς τελέσεως ἐπικηδείου ἤ ἐπιμνημοσύνου Ἀκολουθίας. Αἱ Ἀκολουθίαι αὐταί προϋποθέτουν τήν πίστι καί τήν ἐλπίδα τοῦ ἀποθανόντος εἰς τήν μετά θάνατον ζωήν καί τόν σεβασμόν του εἰς τήν Ἐκκλησίαν. Δέν τελοῦνται διά κοινωνικούς λόγους ἀλλά ἀποτελοῦν προσευχάς καί ἐκτενεῖς δεήσεις τῆς Ἐκκλησίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζει τήν ἀγάπην Της εἰς τόν ἀποθανόντα ὡς πίστι εἰς τόν Κύριον, ἐλπίδα εἰς τήν σωτηρίαν, πόθον μετοχῆς εἰς τήν αἰώνιον ἐξανάστασι καί αἴτησι συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτιῶν παρά τοῦ Κυρίου. Πῶς νά ψάλωμεν «Μακαρία ἡ ὁδός...» εἰς κάποιον πού δηλώνει πίστι εἰς τήν μετά θάνατον ἀνυπαρξίαν του;
Συνεπῶς ἡ Ἁγιωτάτη ἡμῶν Ἐκκλησία δέν ἐπιτρέπεται νά ἀπομειώσῃ τόν ἀπόλυτον χαρακτῆρα αὐτῆς τῆς διδασκαλίας Της, διότι μία ἐνδεχομένη σχετική πρᾶξις θά ἀποδυναμώσῃ τήν σχέσι αὐτῆς μέ τήν Ἀλήθειαν. Κατά ταῦτα ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς θεοσώστῳ Μητροπόλει σεβόμενοι ἀπολύτως τήν ἐλευθερίαν ἐπιλογῆς τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων ἀλλά καί τά θέσφατα καί δόγματα τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας, γνωρίζομεν εἰς πάντας, ὅτιδέν θά ἐπιτρέψωμεν τήν τέλεσι ἐπικηδείου ἤ ἐπιμνημοσύνου Ἀκολουθίας εἰς οἱονδήποτε θά ἐπιλέξῃ συνειδητῶς τήν ἀποτέφρωσι τοῦ νεκροῦ σώματός του, ἀρνούμενος ἔργῳ τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασι καί αὐτό ἀποτελεῖ καί τήν πλέον ἀποστομωτικήν ἀπάντησι εἰς τάς συκοφαντικάς σπερμολογίας ὅτι δῆθεν ἡ ἄρνησι τῆς Ἐκκλησίας ἔχει οἰκονομικούς λόγους.

                              + ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

6 σχόλια:

  1. Δεν συμβαίνουν άραγε και σήμερα, που δεν επιτρέπεται η καύση, φαινόμενα που δεν τιμούν τους νεκρούς και τους εξευτελίζουν, μη συνάδοντας με τις χριστιανικές παραδόσεις;

    Το πρώτον: Ενώ κοπτόμεθα κατά της καύσης και υπέρ του ενταφιασμού, δηλ. υπέρ της αποσύνθεσης ειρηνικώς εν Κυρίω των εν Χριστώ κεκοιμημένων αδελφών διότι άλυωτο και τυμπανιαίο πτώμα θεωρείται δεδεμένον και κατηραμένον, τελευταία επικρατεί η επιζήτηση άλιωτων "λειψάνων". Δεν αναφέρεται όμως ότι ήσαν άλιωτα τα άγια λείψανα των εξ ορισμού ΑΓΙΩΝ Αποστόλων, ούτε και ότι "τα λάτρευαν" οι πιστοί, αν είχε εμφανιστεί το φαινόμενο της αφθαρσίας και της λατρείας των λειψάνων των αγίων αποστόλων, θα το ανέφεραν τα ιερά κείμενα της Αγίας Γραφής.

    Το δεύτερον: Σε μεγάλα κοιμητήρια π.χ. της Θεσσαλονίκης ο Δήμος δεν χορηγεί δωρεάν για τον τάφο μια έκταση 2x3 για τους δημότες του, που επί μισό και πλέον αιώνα πλήρωναν δημοτικά τέλη και φόρους. Ας είναι, άλλωστε ούτε κι η εκκλησία τελεί δωρεάν, τιμητικά, την εξόδιο ακολουθία και τα μνημόσυνα, στα μέλη της που για μια ζωή συνεισέφεραν ηθικά και υλικά υπέρ της εκκλησίας. Μετά παρέλευση 4-5 ετών ενταφιασμού γίνεται για όλους τους ενταφισμένους κεκοιμημένους στο συγκεκριμένο κοιμητήριο, υποχρεωτική εκταφή, ελλείψει χώρου, είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν οι συγγενείς, ακόμα και αν επιθυμούν να πληρώνουν κάποιο ποσό κάθε έτος για να παραμείνει ενταφιασμένος ο νεκρός τους προσδοκών ανάστασιν νεκρών. ΤΙΠΟΤΕ! Είναι χριστιανικό αυτό; Υποχρεωτική εκταφή, και για όσο χρόνο οι συγγενείς πληρώνουν κάθε χρόνο ένα χρηματικό ποσό, τα οστά παραμένουν σε ένα κουτί, στο οστεοφυλάκιο του κοιμητηρίου, δηλαδή σε ράφια, διαφορετικά ρίπτονται στο "χωνευτήριο"! Δηλαδή, δεν υπάρχει πλέον ο νεκρός ώστε να τελέστουν οι πτωχότεροι συνάνθρωποί μας ένα τρισάγιο στα οστά του.

    Είναι κύριοι τιμητική, και χριστιανική αυτή η συμπεριφορά της πολιτείας και της εκκλησίας προς τους νεκρούς; Δηλαδή, είναι άραγε χριστιανικότερο της καύσης να μην είναι ενταφιασμένος κάπου συγκεκριμένα ο νεκρός αλλά να είναι χαμένος "στο χωνευτήρι";¨Ποια η διαφορά "χωνευτηρίου" και καύσης νεκρών, ως προς την επικαλούμενη εξ ημών των υποκριτών αξιοπρέπεια του νεκρού;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η καύση των νεκρών

    "Ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία, ὡς μήτηρ φιλόστοργος ἀντιλαμβανομένη τά σημεῖα τῶν καιρῶν καί τήν συστροφήν τῶν πονηρευομένων κατ’ Αὐτῆς, ... διά καταλλήλου ἐνημερώσεως διεφώτισε τό χριστεπώνυμον πλήρωμα Αὐτῆς ... καί ἐτόνισε τάς πνευματικάς διαστάσεις καί τάς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης ἐπιλογῆς εἰς τήν πνευματικήν ζωήν τοῦ πιστοῦ ἀπορρίπτουσα τήν καῦσι τῶν νεκρῶν ... ὡς πρᾶξι ἀπάδουσαν πρός τήν παράδοσι Αὐτῆς, ὁριοθετοῦσα τήν πίστι Αὐτῆς καί τόν σεβασμόν εἰς τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί κατ’ ἐπέκτασι εἰς τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ... ."

    κχ
    Μετά από τέτοιες Ανακοινώσεις και Ενημερώσεις, το χριστεπώνυμον πλήρωμα της Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας διερωτάται : Πρᾶξις ἀπάδουσα πρός τήν παράδοσι Αὐτῆς δεν είναι η γενόμενη εορτολογική/ημερολογιακή τροποποίηση και είναι μόνο η καῦσι τῶν νεκρῶν ; Ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου είναι μόνο ως προς την καύση του σώματος και όχι ως προς την Μνήμη θαύματος, Θεοφανείας, ή ονόματος αγίου, άρα, και του προσώπου του ;
    Όταν ο Αναγνώστης του Συναξαρίου διαβάζει,

    - "Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμην ποιοῦμεν τοῦ γενομένου θαύματος παρὰ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου ἐν τῇ Μονῇ τῶν Μιασηνῶν, καὶ μνήμη τοῦ γενομένου ἐμπρησμοῦ",
    - "Τῇ ΣΤ᾽ τοῦ αὐτοῦ μηνός, τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ"
    - "Τῇ Β' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κυπριανοῦ, καὶ Ἰουστίνης τῆς Παρθένου",

    και οι ημέρες των εορτών έχουν αλλάξει για λόγους επιστημονικούς, αυτό τι είναι ; Σεβασμός στην Παράδοση ή ασέβεια προς Αυτή ; Ο σεβασμός ενός θανόντος υπερτερεί της Μνήμης ενός θαύματος, μνήμης ενός αγίου, μνήμης Θεοφανείας, επειδή ο θεός είναι άχρονος ;

    Τους νεκρούς να μη τους καίμε, την Παράδοση να μην αλλάξουμε. Αλλάξαμε όμως τα μυαλά μας. Ο θεός είναι άχρονος, είναι άκτιστη και η εκκλησία, η καύση δεν πτοεί όσους θέλουν να γίνουν στάχτη. Έχουμε το παράδειγμα της ακαΐας με τους "αναστενάρηδες".

    «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε, δόξα σοι»!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. α) Ναι, είναι υποτίμηση της αξιοπρέπειας του ατόμου, αν ένας ή δέκα αποφασίζουν αντ' αυτού και, αλλάζουν το εορτολόγιο της εκκλησίας χωρίς να ρωτήσουν τα μέλη της, σε εποχή δημοκρατίας, σε εκκλησία όπου δεν υφίσταται η αρχή του ενός - αλαθήτου, ή των ολίγων, ως προς τις διαδικασίες δημοκρατικών συλλογικών και συνοδικών αποφάσεων. Άλλαξε η Πολιτεία το ημερολόγιο; Με γειά της με χαρά της. Το αποδέχεται η Εκκλησία, π.χ. ημερομηνία ενός γάμου με το νέο, αλλά ρυθμίζει το εορτολόγιον με το προηγούμενο ημερολόγιο, ώστε όλοι μαζί να εορτάζουν τις ίδιες εορτές. (αν και "κολοκύθια τούμπανα" και της Πολιτείας το ημερολόγιο, είναι συμβατικό, διότι η αρχή του έτους δεν νοείται τον Ιανουάριο, αρχή του έτους είναι η άνοιξη, ενώ αρχή του "φορολογικού - νομικού κρατικού έτους" οι αρχές Σεπτεμβρίου, που ακόμα και σήμερα η εκκλησία θεωρεί αρχή ινδικτιώνος, κατά το έδικτον του εκάστοτε Ρωμαίου Αυτοκράτορα που όριζε την ετήσια φορολόγηση και την περιοδική απογραφή φορολογούμενων πολιτών, κατά το "δόγμα εγένετο...").

      β)Οι εορτές και πανηγύρεις και οι μνήμες αγίων (και οι ... αγιοποιήσεις) μπήκαν στην εκκλησία κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Επί κάποιους αιώνες, τους πρώτους της εκκλησίας, π.χ. και στην εποχή του Αγίου Αθανασίου όλες οι κατά τόπους εκκλησίες γιόρταζαν μόνο μία εορτή, "την εορτή"! Δηλ. την Ανάσταση του Κυρίου! Το Πάσχα. Και μάλιστα, το Πάσχα το εόρταζαν σε διαφορετικές ημερομηνίες, διότι οι κατά τόπους εκκλησίες ακολουθούσαν διαφορετικά ημερολόγια. Και τηρούσαν και τις Κυριακές ημέρες. Αν απαντηθεί ότι οι άγιοι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων, που δεν γιόρταζαν άλλες γιορτές, ούτε καν χριστούγεννα ή βάπτιση του Κυρίου, ούτε καν μνήμες αγίων αποστόλων και άλλων αγίων, δεν ήταν σωστοί χριστιανοί (άπαγε της βλασφημίας) τότε μπορούμε να αποδεχτούμε ότι, η διαφοροποίηση ως προς τη ημερομηνία ή καιη μή αποδοχή κάποιων εορτών (π.χ. κάποιων που αναφέρονται μόνο στα απορριπτέα απόκρυφα) είναι θέμα σωτηρίας.

      Διαγραφή
  3. Ο αναγνώστης ελπίζω να συγχωρέσει κάτι σημαντικό το οποίο παρέλειψα.

    Παρότι έχουν περάσει δυο χιλιάδες χρόνια μετά Χριστόν, παρότι τόσα και τόσα θαυμάσια τεχνολογικά προϊόντα μας προσκόμισε η επιστήμη, παρότι εκσυγχρονιστήκαμε θρησκευτικά, ζούμε σε πρωτοχριστιανικούς χρόνους, για να μη γράψω προχριστιανικούς. Το μόνο που ακόμη δεν έχουμε είναι οι κατακόμβες και το Κολοσσαίο με τα θηρία.

    Γίναμε πολιτισμένοι, όχι σαν τους τζιχαντιστές του ισλαμικού χαλιφάτου. Είμαστε των διαλόγων και του creo en el amor (πιστεύω στην αγάπη). Ο χριστιανισμός είναι εκκλησία και όχι θρησκεία. Η θρησκεία κόβει κεφάλια, η εκκλησία φτιάχνει κεφάλια με εγκεφάλους τύπου CERN. Αν το γνώριζαν οι Βυζαντινοί, είναι βέβαιο, δεν θα είχαμε μνήμες αγίων και αγιοποιήσεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όποιος διαβάσει το Απόκρυφο Πρωτοευαγγέλιο Ιακώβου, δεν θα δυσκολευτεί να καταλάβει γιατί η Εκκλησία το απέρριψε. Είναι, βλέπετε, και η περίπτωση της μαμής με την άπιστη Σαλώμη - σε ρόλο Ιατροδικαστή η Σαλώμη. Κλήθηκε να βάλει τη διάγνωση αν η Μαριάμ είχε γεννήσει θαυματουργικά και ... διαβάστε τη συνέχεια

    19.1. (...)2. (...) Ξάφνου το σύννεφο υποχώρησε από το σπήλαιο και φως μεγάλο έλαμψε μέσα στο σπήλαιο, ώστε ήταν αδύνατον να αντέξουν τα μάτια μας. Σε λίγο και εκείνο το φως έσβησε, ώσπου φάνηκε το βρέφος που ήρθε και πήρε το μαστό της μητέρας του, της Μαρίας. Και η μαμή ανεβόησε: «Μεγάλη μέρα για μένα σήμερα που είδα το καινούργιο αυτό θέαμα». 3. Βγαίνοντας η μαμή απο το σπήλαιο συνάντησε τη Σαλώμη και της είπε: "Σαλώμη, Σαλώμη, καινούργιο θέαμα έχω να σου διηγηθώ, μια παρθένος γέννησε παιδί που δεν το χωρά η φύση της». Και η Σαλώμη απάντησε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου, μα αν δεν βάλω το δάκτυλο μου στη φύση της για να ερευνήσω, δεν θα πιστέψω οτι μια παρθένος γέννησε».

    20. 1. Μπήκε στο σπήλαιο η μαμή και είπε στη Μαριάμ: «Πάρε την κατάλληλη θέση, γιατί μεγάλη φιλονικία υπάρχει γύρω απο εσένα». Έβαλε η Σαλώμη το δάκτυλό της στη φύση και έκραξε: «Αλίμονο στην αμαρτία και στην απιστία μου που θέλησα να δοκιμάσω τη δύναμη του ζώντος Θεού και να το χέρι μου αποκόπτεται με φωτιά». 2. Έπεσε στα γόνατα τότε λέγοντας στο Δεσπότη: «Θεέ των πατέρων μου, θυμήσου ότι είμαι απόγονος του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, κατάταξε με ανάμεσα στους πτωχούς, Συ γνωρίζεις δέσποτα, ότι έκανα θεραπείες στο όνομα σου και από Εσένα λάμβανα την ανταπόδοση μου». 3. Και να άγγελος Κυρίου ήρθε και της είπε: «Σαλώμη, Σαλώμη, σε άκουσε ο Κύριος, πρόσφερε το χέρι σου στο παιδί και κράτησέ το στην αγκαλιά, έτσι θα σωθείς και θα χαρείς». 4. Προσήλθε τότε η Σαλώμη, κράτησε το παιδί και είπε: «Θα προσκυνήσω Αυτό γιατί γεννήθηκε μεγάλος βασιλιάς στον Ισραήλ». Αμέσως θεραπεύτηκε η Σαλώμη, και βγήκε συγχωρημένη απο το σπήλαιο. Και τότε φωνή ακούστηκε να λέει: «Σαλώμη, Σαλώμη, μην αναγγείλεις όσα παράδοξα είδες, μέχρι να μπει το παιδί στα Ιεροσόλυμα».

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτά τα αισχρά γράφει. Έβαλε λέει, η μαμή, δάχτυλο στη "φύση" (φουσί κατά τους Ποντίους, pussy για τους αγγλόφωνους) για να διαπιστώσει ότι είναι παρθένος!!!. 'Ω της αισχρολογίας και διεφθαρμένης σκέψεως, ώ μαλακισμός εγκεφάλου του απατεώνος συγγραφέως, που χρησιμοποιεί όνομα Αποστόλου, ενώ είναι κατά τρεις αιώνες μεταγενέστερος και θέλει να τον πιστέψουμε ότι είναι ο Ιάκωβος. ΨΕΥΤΑΡΑ!!! ! Γι' αυτό η Εκκλησία δεν το αποδέχεται ως γνήσιο, μόνο από το βλάσφημο και ανακριβές περιεχόμενο, αλλά από την ιερά εκκλησιαστική της παράδοσι των 3 πρώτων αιώνων, εφόσον δεν αναγινωσκόταν τοιούτο "ευαγγέλιο" και δεν το αναφέρουν οι πατέρες των πρώτων αιώνων. Αμαθείς όμως, επιρρεπείς στους μύθους και κάμνοντες παραχωρήσεις περί την πίστιν, εισήγαγαν στο εορτολόγιο εορτές για γεγονότα που ενώ δεν αναφέρονται στα γνήσια Ευαγγέλια και βιβλία της Κ.Δ., αναφέρονται στο συγκεκριμένο απόκρυφο - και σατανικό, διότι με τις ψευδείς διηγήσεις του, π.χ. την δήθεν παραμονή της Παναγίας από μικρού κοριτσιού ως νεάνιδος μέσα στον ναό με τους ιερείς (τι δουλειά έχει μια νέα με τους ιερείς, είναι και ντροπή να τα σκέφτεται κάποιος) τρεφόμενη δήθεν με γάλα που της έφερνε άγγελος, ωθεί σε αμφισβητήσεις ολιγοπιστίας, διαχρονικώς, όσους το εμπιστεύονται ως πηγή πληροφοριών. Ουαί τοις προσθέτουσι ή αφαιρούσι ένα ιώτα ή μιαν κεραίαν στα γνήσια κείμενα των ευαγγελίων.

      Διαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου