Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

Πρό­τυ­πες Θεσ­σα­λι­κὲς Ἐκ­δό­σεις ● Λαυ­ρέν­τιος Ντετ­ζι­όρ­τζιο

Α­ΡΙ­ΣΤΟ­ΦΑ­ΝΟΥΣ 6, Τ.Θ. 135, 421 00 ΤΡΙ­ΚΑ­ΛΑ • ΤΗΛ. 2431-029897, -029887, F­AX 2431-029897
e-mail: info@degiorgio.gr

Ἁγία Ὀρθοδοξία καὶ παπικὴ Οὐνία

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς  Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας
καὶ ὁ οἰκουµενιστὴς κ. Βαρθολοµαῖος

Πα­να­γι­ώ­της Ση­µά­της (θε­ο­λό­γος), «Ἡ Πα­τε­ρι­κὴ στά­ση στοὺς θε­ο­λο­γι­κοὺς δι­α­λό­γους καὶ ὁ Οἰ­κου­µε­νι­κὸς Πα­τριά­ρχης Βαρ­θο­λο­µαῖ­ος», Πρό­τυ­πες Θεσ­σα­λι­κὲς Ἐκ­δό­σεις, Τρί­κα­λα-Ἀ­θή­να 2008 • Σχῆ­µα: 130x205 χιλ. • Σε­λί­δες: 288 • Τι­µὴ: 8,00 εὐ­ρώ • ISBN: 978-960-6683-23-7

Εἶ­ναι γνω­στὲς οἱ συν­θῆ­κες κά­τω ἀ­πὸ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἐγκαταλείφθηκε ἡ Πα­τε­ρι­κή γραµ­µή, στὶς σχέ­σεις µας µὲ τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους, καὶ ξε­στρά­τι­σε τὸν προ­η­γού­µε­νο αἰ­ῶ­να µὲ εὐ­θύ­νη τοῦ ἐµ­πε­ρί­στα­του Οἰ­κου­µε­νι­κοῦ Πα­τρι­αρ­χεί­ου. Καὶ ἐ­νῶ ὁ βη­µα­τι­σµὸς τῶν προ­η­γού­µε­νων Πα­τρια­ρχῶν πρὸς τὸν Οἰ­κου­µε­νι­σµὸ καὶ τὴν ἐ­ξου­σι­αστι­κὴ βου­λι­µί­α τοῦ Πά­πα εἶ­χε καὶ δι­α­λείµ­µα­τα, γιατὶ ἐ­λάµ­βα­νε ὑ­π’ ὄ­ψιν τὶς ἀν­τι­δρά­σεις τῶν πι­στῶν, τώ­ρα πλέ­ον τὰ βή­µα­τα ἔ­γι­ναν τα­χύ­τα­τοι δι­α­σκε­λι­σµοί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­πὸ συγ­κε­κρι­µέ­νες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Οἰ­κου­µε­νι­κοῦ Πα­τριά­ρχου κ. Βαρ­θο­λο­µαί­ου, ἀ­φοῦ καὶ οἱ ἡ­γέ­τες τῶν ἄλ­λων Ἐκ­κλη­σι­ῶν, ποὺ προ­έ­βαλ­λαν ἕως τό­τε σθε­να­ρὰ ἀν­τί­στα­ση, συν­θη­κο­λό­γη­σαν.

Αὐ­τὲς οἱ ἐ­νέρ­γει­ες ὁ­δή­γη­σαν ἀ­νε­παι­σθή­τως στὴν υἱ­ο­θέ­τη­ση καὶ ὑ­λο­ποί­η­ση µιᾶς οἰ­κου­µε­νι­στι­κοῦ καὶ οὐ­νι­τι­κοῦ τύ­που θε­ο­λο­γί­ας —ὅ­πως φαί­νε­ται καὶ διὰ γυ­µνοῦ ὀ­φθαλ­µοῦ, ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλὴ ἀ­νά­γνω­ση τῶν πα­ρα­τι­θε­µέ­νων στὸ βιβλίο πα­τε­ρι­κῶν κει­µέ­νων— ἀ­φοῦ κα­τα­στρα­τη­γοῦν­ται µε­θο­δι­κὰ ἕ­ως κα­ταρ­γή­σε­ως ἀ­πο­στο­λι­κὰ πα­ραγ­γέλ­µα­τα, δόγ­µα­τα καὶ  Ἱεροὶ Κα­νό­νες, καὶ ὄ­χι µό­νο «κα­τ’ οἰ­κο­νο­µί­αν», πα­ρὰ τὶς συ­χνὲς δι­α­βε­βαι­ώ­σεις τοῦ Πα­τριά­ρχη, ὅ­τι «οὐ­δὲν θυ­σι­ά­ζο­µεν καὶ οὐ­δὲν ἀ­πεµ­πο­λοῦ­µεν», ὁ ὁ­ποῖ­ος στη­ρί­ζει τὰ ἀν­τι­πα­τε­ρι­κὰ ἀ­νοίγ­µα­τά του πρὸς τὸ Βα­τι­κα­νὸ καὶ στὸ ἀ­να­πό­δει­κτο ἐ­πι­χεί­ρη­µα ὅ­τι οἱ αἱ­ρε­τι­κοὶ ἔ­χουν εἰ­λι­κρί­νεια!

Οἱ Πα­τέ­ρες, ὅ­µως, ὁ­µό­φω­να καὶ δι­α­χρο­νι­κὰ δι­αφο­ρε­τι­κὴ στά­ση ἐ­κρά­τη­σαν πρὸς τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς καὶ εἶ­χαν κα­θα­ρὰ καὶ ἁ­γι­ο­πνευ­µα­τι­κὰ κρι­τή­ρια γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξουν τὴν εἰ­λι­κρί­νειά τους. Ἀ­παι­τοῦ­σαν ἔ­λεγ­χο καὶ ὄ­χι ἀ­νο­χὴ τῶν «αἱ­ρε­τι­κῶν ἀ­να­πλα­σµά­των», ἀ­πο­κά­λυ­ψη τῆς αἱ­ρε­τι­κῆς «πο­νη­ρί­ας καὶ δο­λι­ό­τη­τος» καὶ ὄ­χι συγ­κά­λυ­ψη, ἀν­τί­στα­ση σθε­να­ρὴ καὶ ἀ­πο­στρο­φὴ τῆς αἱ­ρέ­σε­ως, «πα­ραί­τη­ση» ἀ­πὸ τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους µε­τὰ εὔ­λο­γο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­µα, κα­τὰ τὴν Παύ­λεια προ­τρο­πὴ «αἱ­ρε­τι­κὸν ἄν­θρω­πον µε­τὰ µί­αν καὶ δευ­τέ­ραν νου­θε­σί­αν πα­ραι­τοῦ». Καὶ εἶναι σὲ αὐ­τὸ κυ­ρί­ως τὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ χω­ρί­ο καὶ τὴν κα­κο­ποί­η­σή του ἀ­πὸ τὸν Πα­τριά­ρχη, ποὺ ἐ­πι­κεν­τρώ­νε­ται ἡ ἔ­ρευ­να τοῦ συγ­γρα­φέ­α.

Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ το­νι­στεῖ ἐ­δῶ, ὅ­τι ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ στά­ση δὲν ἀ­πο­κλεί­ει τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ εὑ­ρί­σκον­ται ἑ­κόν­τες-ἄ­κον­τες στὶς αἱ­ρε­τι­κὲς «ἐκ­κλη­σί­ες». Ἀν­τί­θε­τα, ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους ἔ­χει νό­η­µα, ὅ­ταν βο­η­θοῦνται νὰ κα­τα­νο­ή­σουν τὴν πλά­νη τους καὶ ὄ­χι νὰ ἀφήνονται νὰ ἐ­φη­συ­χά­ζουν µὲ τοὺς ἐ­ναγ­κα­λι­σµοὺς καὶ τὶς συµ­προ­σευ­χὲς καὶ µὲ τὴν πα­ρα­δο­χὴ ἐκ µέ­ρους τῶν ὀρθοδόξων ὅ­τι κι ἐκεῖνοι ἀ­πο­τε­λοῦν «ἐκ­κλη­σί­α». Γιατὶ ἔ­τσι δί­νε­ται ἡ εὐ­και­ρί­α στοὺς ἡ­γέ­τες τους ἀ­προ­κά­λυ­πτα νὰ ἐρ­γά­ζον­ται γιὰ τὴν ἐ­φαρ­µο­γὴ τῶν αἱρετι­κῶν στό­χων τους.

Σηµειώνει χαρακτηριστικὰ στὸν πρόλογό του ὁ συγγραφέας: «Στὰ κεί­µε­να τῶν Πα­τέ­ρων ὑ­πάρ­χει ἀ­πέ­ραν­τος σε­βα­σµὸς στὶς  Ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τοὺς  Ἱ. Κα­νό­νες, σα­φὴς καὶ στα­θε­ρὴ ὁ­µο­λο­γί­α Πί­στε­ως καί, ὡς ἐκ τού­του, ἡ πρὸς τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς στά­ση καὶ οἱ ἐ­νέρ­γει­ες δὲν µπο­ροῦν πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­πνέ­ουν ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη Χρι­στοῦ. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη παίρ­νει ἀ­πο­φά­σεις καὶ προ­βαί­νει σὲ πρά­ξεις, ποὺ προ­κα­λοῦν πολ­λὲς φο­ρὲς πό­νο, ὅ­πως κά­ποι­α σω­τή­ρια χει­ρουρ­γι­κὴ ἐ­πέµ­βα­ση, καὶ στὸν ἀ­σθε­νῆ καὶ στὸν συµ­πο­νοῦν­τα για­τρό, ὅ­πως τοῦ­το δι­α­κρί­νε­ται καὶ στὴ φρα­σε­ο­λο­γί­α τῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τῶν Πα­τέ­ρων, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ὅ­λο τους τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον καὶ ἡ φρον­τί­δα, ἔ­στω κι ἂν πολ­λὲς φο­ρές (κυ­ρί­ως ὅ­ταν ἀ­πευ­θύ­νε­ται στοὺς ἀρ­χη­γοὺς τῶν αἱ­ρέ­σε­ων) θὰ µπο­ροῦ­σε νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ –µὲ τὰ ση­µε­ρι­νὰ δε­δο­µέ­να– ὡς αὐ­στη­ρὴ ἢ καὶ ὑ­βρι­στι­κή.

»Οἱ Πα­τέ­ρες, ὅ­µως, καὶ µ’ αὐ­τὴ τὴ φαι­νο­µε­νι­κὴ αὐ­στη­ρό­τη­τα, σκο­πὸ εἶ­χαν νὰ πε­ρι­γρά­ψουν τὴν ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τη­τα τοῦ αἱ­ρε­σιά­ρχη καὶ τῶν σκλη­ρῶν αἱ­ρε­τι­κῶν, νὰ τοὺς φέ­ρουν σὲ συ­ναί­σθη­ση καὶ σω­τη­ρί­α καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ προ­φυ­λά­ξουν τὸν πι­στὸ ἀ­πὸ τὸν µο­λυ­σµα­τι­κὸ «ἰ­ὸ» τῆς αἱ­ρέ­σε­ως. Δὲν ἀ­πο­κοί­µι­ζαν οἱ Πα­τέ­ρες µὲ ἀ­γα­πο­λο­γί­ες τοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς καὶ τοὺς πι­στούς, οὔ­τε ἀ­πέ­δι­δαν στοὺς αἱ­ρε­τι­κοὺς χα­ρα­κτη­ρι­σµοὺς ποὺ ταί­ρια­ζαν σὲ  Ἁ­γί­ους καὶ στὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στό».

Ἀ­σφα­λῶς, αὐ­τὴ ἡ στά­ση δὲν κλεί­νει τὴν πόρ­τα τοῦ Δι­α­λό­γου. Κλείνει µό­νο τὴν πόρ­τα τῶν αὐ­θαί­ρε­των καὶ και­νο­τό­µων πρω­το­βου­λι­ῶν καὶ ἀ­νοί­γει θε­α­ρέ­στως τὸν δρό­µο τῆς ἐν­τά­ξε­ως τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων στὴν ΜΙΑ  Ἐκ­κλη­σί­α «ἐξ ἧς ἀ­πε­κό­πη­σαν», ἀ­φοῦ φα­νε­ρώ­νει ὑ­πα­κο­ὴ στὶς Ἐν­το­λὲς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καὶ κα­λεῖ σὲ ἔν­τι­µη ἀν­τι­µε­τώ­πι­ση τῶν Δι­α­λό­γων.

Ἡ ἀ­δι­ά­κρι­τη, ἀ­δό­κι­µη καὶ κα­τὰ πα­ρά­βα­ση τῶν Ἱ­ε­ρῶν Κα­νό­νων ἀν­τι­µε­τώ­πι­ση τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων κα­τὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δε­κα­ε­τί­ες, συ­νι­στᾶ εἰ­σα­γω­γὴ ἰ­δε­ο­λο­γή­µα­τος ξέ­νου πρὸς τὴν Πα­τε­ρι­κὴ Πα­ρά­δο­ση καὶ ἐ­λέγ­χε­ται ὡς ὑ­πο­βο­λὴ τῶν ἑ­τε­ρο­δό­ξων µέ­σω τῶν σπου­δα­σάν­των θε­ο­λό­γων σὲ πα­πι­κὰ καὶ προ­τε­σταν­τι­κὰ πα­νε­πι­στή­µια. Αὐ­τὸ τὸ ἰ­δε­ο­λό­γη­µα, πὼς δη­λα­δὴ πέ­ρα­σε πιὰ ὁ και­ρὸς τῆς ἀν­τιρ­ρη­τι­κῆς ἀ­πο­λο­γη­τι­κῆς, πὼς σή­µε­ρα χρει­ά­ζε­ται ἀ­νο­χὴ καὶ προ­σπά­θεια συν­δι­αλ­λα­γῆς µε­τὰ τῶν ἑ­τε­ρό­δο­ξων, κα­νέ­να στή­ριγ­µα δὲν εὑ­ρί­σκει στὴν Πα­τε­ρι­κὴ θε­ο­λο­γί­α καὶ ποι­µαν­τι­κὴ πρα­κτι­κή, ἀν­τί­θε­τα εὐ­νο­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς ἀλ­λό­κο­του µορ­φώ­µα­τος ποὺ δὲν εἶ­ναι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Οἰ­κου­µε­νι­κῶν Συ­νό­δων. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν δού­ρει­ο ἵπ­πο τῶν οἰ­κου­µε­νι­στῶν γιὰ τὴν ἅ­λω­ση τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

Καὶ ὁ συγγραφέας ἐπιλέγει: «Ἔ­χου­µε... σή­µε­ρα καὶ τὸ θλι­βε­ρὸ προ­νό­µιο νὰ δι­α­πι­στώ­νου­µε, πὼς δι­α­νύ­ου­µε µιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ συγ­κρί­νε­ται µὲ πα­ρό­µοι­ες ἐ­πο­χὲς τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες ὀρ­θό­δο­ξοι ἡ­γέ­τες ὑ­πο­χω­ροῦ­σαν ἐξ ἀ­νάγ­κης ἢ ἀ­δυ­να­µί­ας σὲ θέ­µα­τα Πί­στε­ως καὶ συσ­σώ­ρευ­αν πολ­λὰ δει­νὰ στὸ σῶ­µα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

»Ὅ­σο, λοι­πόν, κι ἂν σέ­βε­ται κα­νεὶς τὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο καὶ τὴν ἱ­στο­ρί­α του, ἢ µᾶλ­λον ὅ­ποι­ος σέ­βε­ται σω­στὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α του, δὲν µπο­ρεῖ νὰ ἐ­θε­λο­τυ­φλεῖ καὶ χά­ριν ἑ­νὸς ἄ­κρι­του σε­βα­σµοῦ νὰ ἀρ­νεῖ­ται τὴν πραγ­µα­τι­κό­τη­τα ποὺ ὅ­λους σκαν­δα­λί­ζει καὶ θλί­βει βα­θύ­τα­τα: πὼς δη­λα­δή, ἀν­τὶ ὁ Πα­τριά­ρχης καὶ τὸ Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο νὰ στέ­κον­ται φρου­ροὶ τῶν Πα­ρα­δό­σε­ων, προ­ω­θοῦν µί­α δι­α­δι­κα­σί­α Δι­α­λό­γου, ποὺ εἶ­ναι ἀλ­λό­τρια τῆς πα­τε­ρι­κῆς γραµ­µῆς καὶ ἔ­τσι, οὐ­σι­α­στι­κὰ πρω­το­στα­τοῦν στὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ σώ­µα­τος τῆς  Ἐκ­κλη­σί­ας στὴν Πα­πι­κὴ ἐ­ξου­σι­α­στι­κὴ βου­λι­µί­α ἢ τὸ ἀ­φή­νουν νὰ τα­πει­νώ­νε­ται καὶ προ­ο­δευ­τι­κὰ νὰ ἐ­ξο­µοι­ώ­νε­ται µὲ τὶς αἱ­ρε­τι­κὲς ὁ­µά­δες τοῦ Παγκοσµίου Συµβουλίου Ἐκκλησιῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ ἡ πα­ρερ­µη­νεί­α ἑ­νὸς Παύ­λει­ου ρη­τοῦ ἀ­πὸ τὸν Οἰ­κου­µε­νι­κὸ Πα­τριά­ρχη.

»Εἶ­ναι, βέ­βαι­α, γνω­στὴ ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ ἔ­χουν δε­χθεῖ αὐ­τὲς οἱ θέ­σεις καὶ ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Πα­τριά­ρχη, στὴν προ­σπά­θειά του νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει καὶ νὰ προ­ω­θή­σει τὴν πε­ραι­τέ­ρω ἐµ­πλο­κὴ τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου  Ἐκ­κλη­σί­ας στοὺς ἀ­δι­έ­ξο­δους καὶ ἀ­πο­τυ­χη­µέ­νους Θε­ο­λο­γι­κοὺς Δι­α­λό­γους, ὅ­πως καὶ ἡ κρι­τι­κὴ ποὺ ἔ­χει ἀ­σκη­θεῖ στὶς πα­ρε­πό­µε­νες ἀν­τι­κα­νο­νι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ές του, δη­λα­δή, συµ­προ­σευ­χὲς ἀ­κό­µα καὶ µὲ εἰ­δω­λο­λά­τρες ἢ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς «συµ­µε­το­χῆς» τοῦ Πά­πα µε­τὰ ἢ χω­ρὶς καρ­δι­να­λί­ων σὲ ὀρ­θό­δο­ξες Θ. Λει­τουρ­γί­ες καὶ ἀν­τί­στοι­χα τοῦ Πα­τριά­ρχη σὲ πα­πι­κές».

Τέ­λος, ἀ­ξι­ο­ση­µεί­ω­το εἶ­ναι, πὼς ἐ­νῶ ὁ Πα­τριά­ρχης καὶ οἱ σὺν αὐ­τῷ δι­ε­ξά­γουν τὸν Δι­ά­λο­γο µὲ τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους χρό­νια, ἀ­πο­φεύ­γουν ὡστόσο συστηµατικὰ νὰ διαλεχθοῦν µὲ τοὺς ὁ­µό­δο­ξους ἀδελφούς τους, ἂν καὶ πα­ρα­κα­λοῦν­ται. Ἀρ­κοῦν­ται νὰ ὑ­πο­τι­µοῦν τὰ µὴ ὑ­πε­ρέ­χον­τα µέ­λη τοῦ σώ­µα­τος τῆς  Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ νὰ ὑ­βρί­ζουν ὡς φον­τα­µεν­τα­λι­στὲς καὶ τα­λιµ­πὰν, ὅ­σους ἐκ­φρά­ζουν τὴν ὅ­ποι­α γνώ­µη.

Για­τί, ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ µα­κρο­χρό­νια ὑ­πο­µο­νὴ πρὸς τοὺς ἑ­τε­ρό­δο­ξους καὶ ὁ ἐ­κνευ­ρι­σµός, ἡ ἀ­πα­ξί­ω­ση καὶ οἱ ὕ­βρεις πρὸς τοὺς ὀρ­θό­δο­ξους;

Το βιβλίο μπορείτε να το παραγγείλετε από τις Προτυπες Θεσσαλικές εκδόσεις τηλ.2431029897 Τρίκαλα, www.degiorgio.gr

6 σχόλια:

  1. Πολύ καλό το blog, συγχαρητήρια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με την ευκαιρία της παρουσίασης του πολύ καλού βιβλίου του κ. Π. Σημάτη για την Ορθοδοξία και την Ουνία και σχετικά με τους "αιρετικούς", καλόν είναι να θυμηθούμε τα λόγια ενός αγίου της Εκκλησίας μας, του αγίου Σιλουανού, σχετικά με την καταδίκη των "αιρετικών":
    Είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που έχει ο άγιος Σιλουανός για την μοίρα των αιρετικών. Σε ιστορίες από την ζωή του, όπως τις έχει εκδώσει ο πατέρας Σωφρόνιος, αναφέρεται στην γνώμη κάποιου πατέρα Κασσιανού, ο οποίος συνήθιζε να λέει ότι όλοι οι αιρετικοί θα χαθούν. Ο άγιος Σιλουανός παρουσιάζεται να έχει απαντήσει πάνω σ' αυτό: «Δεν το ξέρω αυτό, αλλά πιστεύω μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σ' αυτήν βρίσκεται η χαρά της σωτηρίας με την χριστοειδή ταπείνωση». Αυτή η θέση είναι πάρα πολύ σημαντική. Διαφέρει ριζικά από το ζηλωτικό πνεύμα που χαρακτηρίζει πολλούς μοναχούς, ακόμη και στο ίδιο το Άγιον Όρος, και εκφράζει μια ορισμένη θεολογική θέση όσον αφορά το λεπτό θέμα των ορίων της Εκκλησίας, παρόμοια με αυτήν που παίρνουν οι σύγχρονοι ορθόδοξοι θεολόγοι, σύμφωνα με την οποία το μόνο πράγμα που μπορούμε, ως ορθόδοξοι, με σιγουριά να πούμε, σχετικά με αυτούς που βρίσκονται έξω από την Εκκλησία, είναι ότι είμαστε σίγουροι για τη σωτηρία που προσφέρεται μέσα στην Εκκλησία, αποφεύγοντας έτσι να καταδικάσουμε οποιονδήποτε άλλον και αφήνοντας τον Θεό να κρίνει τελικά τους πάντες, και μαζί μ' αυτούς κι εμάς. Αυτό βέβαια δεν μας αποτρέπει από το να προβούμε σε έλεγχο και κριτικές, αλλά καλόν είναι να αποφεύγονται οι βαρύγδουπες καταδίκες.
    Αιρετικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Το βιβλίο ανταποκρίνεται στο παλμό της εποχής μας. Δεν ξεχνούμε όμως πως ο Πατρών έκανε ό,τι μπορούσε για να ματαιώσει την παρουσίαση του Βιβλίου διότι του χάλούσε την όλη φιέστα υποδοχής του Πατριάρχη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο πιό πάνω "αιρετικός" σχολιαστής, όπως ο ίδιος υπογράφεραι, υιοθετεί την κακόδοξη άποψη του μοναχού Σιλουανού, που το λατινίσαν Πατριαρχείο ανακήρυξε "άγιο", δεν ξέρει αν οι αιρετικοί θα χαθούν, δηλ. αν θα κολασθούν! Λέτε να πάνε στον Παράδεισο; Κατά τον "αιρετικό" σχολιαστή ή τον "νεοφανή άγιο" Σιλουανό των ψευδοορθοδόξων, μπορεί να πάνε και στον Παράδεισο! Σαν δεν ντρεπόμαστε, Αργείοι!...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Όταν οι καλόδοξοι σχολιαστές δεν θέλουν να κατανοήσουν κάποια πράγματα, τι να κάνουμε; Δυστυχώς, μυαλά δεν πωλούνται.
    Αιρετικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Να και μια άλλη κακόδοξη άποψη του αββά Ποιμένα, που δεν ξέρω ποιό λατινίσαν Πατριαρχείο τον κήρυξε άγιο:
    "Ερώτησαν μερικοί πατέρες τον αββά Ποιμένα: Εάν ιδούμε έναν αδελφό που αμαρτάνη, θεωρείς σωστό να τον ελέγξουμε;
    Τους λέγει ο Γέρων: Εγώ πάντως, εάν χρειασθή να περάσω από εκεί και τον ιδώ να αμαρτάνη, προσπερνώ και δεν τον ελέγχω"
    (Από το Γεροντικό, ΕΠΕ-Φ 1, 579).
    Αιρετικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου