Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009




ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ 466 ΧΡΟΝΙΑ
ΞΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕ Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ



Μεταφερόμεθα με την φαντασία μας στην χιλιόχρονη Βυζαντινή μας αυτοκρατορία στην πανένδοξη Βασιλεύουσα, την Κωνσταντινούπολι.

Την 1ην Φεβρουαρίου του 1440, μετά από ένα περιπετειώδες χειμερινό ταξίδι 3,5 περίπου μηνών, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ο Παλαιολόγος με τα μέλη της αντιπροσωπείας του, επέστρεφε από την ληστρική, μιαρά, και εναγή ψευδοσύνοδο της Φερράρας-Φλωρεντίας και εισήρχετο στο Χρυσούν Κέρας της Βασιλεύουσας. Εκεί περίμενε εναγωνίως πολύς λαός για να αποδοκιμάση τους λατινόφρονας αρχιερείς και να υποδεχθή ως άγιον τον ιερόν αθλητήν και άκαμπτον υπερασπιστήν των πατρίων δογμάτων της Ορθοδοξίας, τον αγιον Μάρκον τον Ευγενικόν. Αποδοκιμάζει αγρίως τους υπογράψαντας αρχιερείς

και αποθεώνει τον μονομάχο γίγαντα Μάρκο τον Ευγενικό. Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας τον καλεί να γίνη πατριάρχης, αλλά ο Μάρκος αρνείται. Ο Ηρακλείας Αντώνιος, επίσης αρνείται. Και ο Τραπεζούντος Δωρόθεος το ίδιο. Εκείνος που δέχθηκε, ήταν ο φιλενωτικός Κυζίκου Μητροφάνης που ανεβαίνει στον θρόνο την 4ην Μαϊου 1440. Ο λαός τον ωνομάζει, αντί Μητροφάνη, μητραλοία, μητροκτόνο, Μητροφόνο. Στις 15 Μαϊου 1440 γίνεται η ενθρόνισίς του, στην οποία ο αγιος Μάρκος αρνείται να παραστή αφού την προηγουμένη μέρα αναχώρησε για την Εφεσσο. Ο ναός ήταν σχεδόν άδειος. Οι δε ολίγοι που παρίσταντο στην τελετή «λίαν αηδώς» εδέχοντο την ευλογία του Μητροφάνους, τινές δε κρύβονταν να μην βλέπουν την ευλογία του, ιδιαίτερα μάλιστα πολλαπλασίαζε την μέμψιν και αποστροφήν του από τον λαό, η παρουσία του Λατινεπισκόπου Χριστοφόρου Γκαρατόνι, που στέκονταν συνέχεια δεξιά του πατριάρχου. Την ιδια μέρα της φυγής του Μάρκου έφυγε και ο Ηρακλείας Αντώνιος πεζός στην Τζουρολόην. Το ίδιο αναγκάσθηκε να πράξη πιεζόμενος και ο αδελφός του Μάρκου Ιωάννης ο Νομοφύλακας ο Ευγενικός. Η Εκκλησία αρχίζει να ταράσσεται από το γεγονός της ψευδενώσεως με τους Λατίνους. Από τους 30 αρχιερείς που υπέγραψαν μόνον 10 διατήρησαν τις υπογραφές των. Οι υπόλοιποι την απέσυραν. Ο λαός έμεινε πιστός στο ορθόδοξο δόγμα. Παρά τις απειλές που δέχονταν δεν φοβούνταν. Ο βασιλιάς ζητούσε από τους ενωτικούς ιερείς να συλλειτουργούν με τους ανθενωτικούς, αλλά εκείνοι όταν αντιλαμβάνονταν την ωρα των ακολουθιών ενωτικούς ιερείς, απέβαλον το φελόνιον και «έφευγον σπεύδοντες ως από πυρός». Ο Μητροφάνης «πατριαρχήσας κακώς έτη τρία και μήνας τρείς» την 1ην Αυγούστου 1443 πεθαίνει. Στη συνέχεια, το 1445 τον θρόνο καταλαμβάνει ο πρωτοσύγκελλος Γρηγόριος ο πνευματικός. Το 1450 συνέρχεται σύνοδος στην Κωνσταντινούπολι και καταδικάζει και καθαιρεί τον Γρηγόριο ως λατινόφρονα, ο οποίος καταφεύγει τον Αυγουστο του 1451 ως φυγάς, στον Πάπα. Ο φυλακισμένος επί 2ετία από τον αυτοκράτορα στην Λήμνο, Μάρκος ο Εφέσσου,την 4ην Αυγούστου του 1442 απελευθερώνεται και μεταβαίνει και πάλι στην αγαπημένη του μονή των Μαγγάνων. Και σε λίγο έρχεται η ώρα που ο κραταιός πολεμιστής και θεηγόρος οπλίτης της παρατάξεως Κυρίου και μέγας αγωνιστής αφού, παρά την επιθανάτιον κλίνην του, εξασφαλισε την υπόσχεσι του φιλοσόφου Σχολαρίου ότι «έσομαι αυτός εγώ αντί σου και αντί του στόματος, όσα αυτός εσπούδαζες και παρεδίδους…μέχρι των εσχάτων κινδύνων αίματός τε και θανάτου υπέρ τούτων αγωνίζειν», πίπτει , μαχόμενος εις την έπαλξιν, κάτω από το δρέπανον του θανάτου στην ακμή της ηλικίας του την 23ην Ιουνίου του 1444, σε ηλικία 52 χρόνων.

Η κατάστασι στην Πόλη είναι μονίμως ανάστατος, εκρυθμος και συγχυσμένη.

Η ένωσις έγινε αληθινή διαίρεσις του λαού της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι ενωτικοί κινούνται συνεχώς και παντί τρόπω να επιβληθούν. Και φθάνουν στην αφάνταστη αναισχυντία, να τολμήσουν να κάμουν «θεία λειτουργία» μέσα στην Αγία Σοφία μαζί με τους μαγαρισμένους Παπικούς, με συνέπεια ύστερα από λίγο η Πόλη να Τουρκέψη. Και η ιστορία έχει ως εξής: Ο διάδοχος του πάπα Ευγένιου, Πάπας Νικόλαος ο Ε΄στέλνει στην Πόλι τον εξωμότη Ρώσο καρδινάλιο Ισίδωρο στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο και απαιτεί από αυτόν άν θέλη βοήθεια, να εφαρμόση την ένωσι. Στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 χοροστάτησε σε λειτουργία στην Αγία Σοφία παρόντος του αυτοκράτορος, των επισήμων και τινων κληρικών. Το πλείστον των κληρικών και των μοναχών απουσίαζε. Στη λειτουργία μνημονεύθηκε ο Πάπας Νικόλαος ο Ε΄και ο εξόριστος πατριάρχης Γρηγόριος ο Μάμας και όχι ο υπάρχων πατριάρχης Αθανάσιος ο Β΄(1450-1453). Εκεί αναγνώσθηκε για πρώτη φορά ο ενωτικός όρος. Και από την ημέρα εκείνη η Αγία Σοφία δεν ξαναλειτούργησε.

Καιύστερα από 466 χρόνια ερχόμαστε στην παρακάτω ιστορία που είναι σχεδόν άγνωστη σε πολλούς. Εγώ όταν την πρωτοδιάβασα συγκλονίστικα πραγματικά.
Οσοι δεν την γνωρίζουν θα την χαρούν ιδιαίτερα. Οσοι την γνωρίζουν άς την ξαναχαρούν και άς την ξανααπολαύσουν.
Την δημοσιεύω για να εντυπωσιασθήτε και να χαρήτε τους τολμηρούς μας προγόνους που οφείλουμε να τους μοιάζουμε. Και αλήθεια, τους μοιάζουμε; Η μήπως μοιάζουμε τους προπάτορές μας τους Βυζαντινούς; Καμμία σχέσι. Αποχρωματιστήκαμε και σαν Έλληνες και σαν Ορθόδοξοι. Και μετατραπήκαμε σε ξεπεσμένη, σε φελάχα ράτσα. Ξεχάσαμε την ένδοξη ιστορία του Εθνους. Ξεχάσαμε την αιματοβαμμένη ιστορία της Ορθοδοξίας. Και όποιοι ξεχνούν την ιστορία τους, πεθαίνουν. Και ιδού, και ημείς, οδεύουμε προς το μηδέν και προς το τίποτα. Ο Θεός να σώση την Ελλάδα και τους Έλληνες, εάν μετανοήσουν. Γενού ίλεως, ημίν Κύριε.



Κάποτε μου μίλησε ο παππούς μου για ένα Κρητικό παπά, αληθινό παλικάρι, πού το Γενάρη του 1919 λειτούργησε κάτω από τους χιλιόχρονους θόλους της Άγια-Σοφίας!
Πρωταγωνιστής αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος της εθνικής μας ζωής, το οποίο δυστυχώς αγνοούν πολλοί Έλληνες, ήταν ένα αληθινό παλικάρι , ένα βλαστάρι της λεβεντογέννας Κρήτης, της οποίας τα ανδρεία παιδιά έδωσαν πάντα το μεγάλο παρόν σ' όλους τους αγώνες του Γένους, από τα πανάρχαια χρόνια ως τις μέρες μας.

Αναφερόμαστε στον παπα-Λευτέρη Νουφράκη από τις Άλωνες Ρεθύμνου, ό οποίος υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιερέας στη Β' Ελληνική Μεραρχία, μια από τις δυο Μεραρχίες πού συμμετείχαν στις αρχές του 1919 στο «συμμαχικό» εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία. Ή Μεραρχία αύτη στο δρόμο προς την Ουκρανία στάθμευσε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των ονείρων του Ελληνικού λαού, ή οποία βρισκόταν τότε υπό «συμμαχική επικυριαρχία», ύστερα από το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών με επικεφαλής το γενναίο κρητικό και μαζί του τον ταξίαρχο Φραντζή, τον Ταγματάρχη Λιαρομάτη, το Λοχαγό Σταματίου και τον Υπολοχαγό Νικολάου αγνάντευαν από το πλοίο την πόλη και την Άγια-Σοφιά, κρύβοντας βαθιά μέσα στην καρδιά τους το μεγάλο μυστικό τους, τη μεγάλη απόφαση πού είχαν πάρει το περασμένο βράδυ, ύστερα από πρόταση και έντονη επιμονή του λιονταρόψυχου Κρητικού παπα-Λευτέρη Νουφράκη. Να βγουν δηλαδή στην πόλη και να λειτουργήσουν στην Άγια-Σοφιά.

Όλοι τους ήταν διστακτικοί, όταν άκουσαν τον παπα-Λευτέρη να τους προτείνει το μεγάλο εγχείρημα. Ήξεραν ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ή Άγια-Σοφιά ήταν ακόμη τζαμί και σίγουρα κάποιοι φύλακες θα ήταν εκεί, κάποιοι άλλοι θα πήγαιναν για προσευχή, δεν ήταν δύσκολο από τη μία στιγμή στην άλλη να γεμίσει ή εκκλησία. Ύστερα ήταν και οι ανώτεροι τους πού δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την ενέργεια, ή οποία σίγουρα θα προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων από τους «συμμάχους» για την «προκλητικότητα» της. Ίσως μάλιστα να δημιουργείτο και διπλωματικό επεισόδιο πού θα έφερνε σε δύσκολη θέση την Ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.

Όμως ό παπα-Λευτέρης είχε πάρει την απόφαση του, ήταν αποφασιστικός και κατηγορηματικός.

Αν δεν έρθετε εσείς, θα πάω μοναχός μου! Μόνο ένα ψάλτη θέλω. Εσύ, Κωνσταντίνε (Λιαρομάτη), θα μου κάνεις τον ψάλτη; Εντάξει, παππούλη, του απάντησε ό Ταγματάρχης, πού πήρε και αυτός την ίδια απόφαση, κι όλα πια είχαν μπει στο δρόμο τους. Τελικά, μαζί τους πήγαν και οι άλλοι. Το πλοίο πού μετέφερε τη Μεραρχία είχε αγκυροβολήσει στ' ανοιχτά, γι' αυτό επιβιβάστηκαν σε μία βάρκα στην οποία κωπηλατούσε ένας Ρωμιός της Πόλης και σε λίγο αποβιβάστηκαν στην προκυμαία.

Ό Κοσμάς, ό ντόπιος βαρκάρης, έδεσε τη βάρκα και τους οδήγησε από το συντομότερο δρόμο στην Άγια-Σοφιά. Ή πόρτα ήταν ανοιχτή λες και τους περίμενε. Ό Τούρκος φύλακας κάτι πήγε να πει στη γλώσσα του, όμως τον καθήλωσε στη θέση του και τον άφησε άφωνο ένα άγριο κι αποφασιστικό βλέμμα του Ταξίαρχου Φραντζή. Όλοι μπήκαν μέσα με ευλάβεια και προχώρησαν κάνοντας το σταυρό τους.

Ό παπα-Λευτέρης ψιθύρισε με μεγάλη συγκίνηση: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς Ναόν Άγίον σου εν φόβω...». Προχωρεί γρήγορα, δεν χρονοτριβεί Εντοπίζει το χώρο στον όποιο βρισκόταν το Ιερό και ή Αγία Τράπεζα. Βρίσκει ένα τραπεζάκι, το τοποθετεί σ' αυτή τη θέση, ανοίγει την τσάντα του, βγάζει όλα τα απαραίτητα για τη Θεία Λειτουργία, βάζει το πετραχήλι του και αρχίζει.

Ευλογημένη ή Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν, αποκρίνεται ό Ταγματάρχης Λιαρομάτης και ή Θεία Λειτουργία στην Άγια-Σοφιά έχει αρχίσει. Μακάρι να μας αξιώσει ό Θεός να την ολοκληρώσουμε, σκέφτονται όλοι, και σταυροκοπιούνται με κατάνυξη. Οί αξιωματικοί μοιάζουν να τα ‘χουν χαμένα, όλα έγιναν τόσο ξαφνικά και φαίνονται απίστευτα Ή Θεία Λειτουργία προχωρεί κανονικά.

Ό παπα-Λευτέρης συνεχίζει. Όλα γίνονται ιεροπρεπώς, σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας. Ακούγονται τα «ειρηνικά», το «Κύριε ελέησον», «ό Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού...», πού γράφτηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό με την προσταγή και την φροντίδα του οποίου χτίστηκε και ή Άγια-Σοφιά. Ακολουθεί ή Μικρή Είσοδος, το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ...», ό Απόστολος από τον Ταξίαρχο Φραντζή και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από τον παπα-Λευτέρη. Χρέη νεωκόρου εκτελεί ό Υπολοχαγός Νικολάου. Στο μεταξύ ή Άγια-Σοφιά αρχίζει να γεμίζει με
Τούρκους.

Ό παπα-Νουφράκης δεν πτοείται και συνεχίζει. Οί άλλοι κοιτάζουν σαστισμένοι πότε τον ατρόμητο παπά και πότε τους Τούρκους, πού μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούν σιωπηλοί μη μπορώντας ίσως να πιστέψουν στα μάτια τους, γιατί αυτό πού γινόταν εκείνη την ώρα μέσα στην Άγια-Σοφιά ήταν πραγματικά κάτι το απίστευτο. Μετά το Ευαγγέλιο ακολουθεί το Χερουβικό από τον Ταγματάρχη Λιαρομάτη, ενώ ό παπα-Λευτέρης τοποθετεί το αντιμήνσιο πάνω στο τραπεζάκι, για να κάνει την Προσκομιδή. Οι Τούρκοι συνεχώς πληθαίνουν. Οι ώρες είναι δύσκολες, αλλά και ανεπανάληπτες, επικές.

Ό παπα-Νουφράκης συνεχίζει. Βγάζει από την τσάντα ένα μικρό Άγιο Ποτήριο, ένα δισκάριο, ένα μαχαιράκι, ένα μικρό πρόσφορο κι ένα μικρό μπουκαλάκι με νάμα. Με ιερή συγκίνηση και κατάνυξη κάνει την προσκομιδή, ενώ ό Λιαρομάτης συνεχίζει να ψάλει το Χερουβικό. Όταν ολοκλήρωσε την Προσκομιδή, στρέφεται στον Υπολοχαγό Νικολάου, του λέει ν' ανάψει το κερί για να ακολουθήσει ή Μεγάλη Είσοδος. Ό νεαρός Υπολοχαγός προχωρεί μπροστά με το αναμμένο κερί και ακολουθεί ό παπάς βροντοφωνάζοντας: «Πάααντων ημών μνησθείη Κύριος ό Θεός...». Στη συνέχεια ακολουθούν οι «Αιτήσεις»» και το «Πιστεύω», το όποιο είπε ό Φρατζής .

Στο μεταξύ ή Άγια-Σοφιά, έχει γεμίσει με Τούρκους κι ανάμεσα τους υπάρχουν και πολλοί Έλληνες της Πόλης, πού βρέθηκαν εκεί αυτή την ώρα και παρακολουθούν με συγκίνηση τη λειτουργία, χωρίς να τολμούν να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματα τους «δια τον φόβον των Ιουδαίων» δηλαδή των Τούρκων. Μόνο κάποιες στιγμές δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυα, πού τρέχουν από τους οφθαλμούς τους και για να μην προδοθούν φροντίζουν και τα σκουπίζουν πριν γίνουν «πύρινο» ποτάμι και τότε ποιος θα μπορούσε να τα συγκρατήσει.

Ή Λειτουργία στο μεταξύ φτάνει στο ιερότερο σημείο της, την Αναφορά. Ό παπα-Λευτέρης, με πάλλουσα από τη συγκίνηση φωνή, λέει: «Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα».Όλοι οί αξιωματικοί γονατίζουν και ή φωνή του Ταγματάρχη Λιαρομάτη ακούγεται να ψέλνει το «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά Σου, ό Θεός ημών». Σε λίγη ώρα ή αναίμακτη θυσία του Κυρίου μας έχει τελειώσει στην Άγια-Σοφιά, ύστερα από 466 ολόκληρα χρόνια!! Ακολουθεί το «Άξιον εστίν», το «Πάτερ ημών», το «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε» και όλοι οί αξιωματικοί πλησιάζουν και κοινωνούν τα Άχραντα Μυστήρια. Ό παπα-Λευτέρης λέει γρήγορα τις ευχές και ενώ ό Λιαρομάτης ψέλνει το «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον...» καταλύει το υπόλοιπων της Θείας Κοινωνίας και απευθυνόμενος στον Υπολοχαγό Νικολάου του λέει: «Μάζεψε τα γρήγορα όλα και βαλτά μέσα στην τσάντα»,Ύστερα κάνει την Απόλυση!

Ή Θεία Λειτουργία στην Άγια-Σοφιά, έχει ολοκληρωθεί.
Ένα όνειρο δεκάδων γενεών Ελλήνων έχει γίνει πραγματικότητα.

Ό παπα-Νουφράκης και οι τέσσερις αξιωματικοί είναι έτοιμοι να αποχωρήσουν και να επιστρέψουν στο πλοίο. Ή Εκκλησία όμως είναι γεμάτη Τούρκους, οί όποιοι έχουν αρχίσει να γίνονται άγριοι, επιθετικοί συνειδητοποιώντας τι ακριβώς είχε συμβεί. Ή ζωή τους κινδυνεύει άμεσα.

Όμως δε διστάζουν, πλησιάζει ό ένας τον άλλο, γίνονται «ένα σώμα», μια γροθιά και προχωρούν προς την έξοδο. Οί Τούρκοι είναι έτοιμοι να τους επιτεθούν, όταν ένας Τούρκος αξιωματούχος παρουσιάζεται με την ακολουθία του και τους λέει: «Ντουρούν χέμεν» (αφήστε τους να περάσουν).
Το είπε με μίσος. Θα ήθελε να βάψει τα χέρια του στο αίμα τους, όμως εκείνη τη στιγμή έτσι έπρεπε να γίνει, αυτό επέβαλαν τα συμφέροντα της πατρίδας του, δεν ήταν χρήσιμο γι' αυτούς να σκοτώσουν τώρα πέντε Έλληνες αξιωματικούς μέσα στην άγια Σοφιά. Δεν ξεχνά ότι στ' ανοιχτά της Πόλης βρίσκονται δυο ετοιμοπόλεμες Ελληνικές Μεραρχίες κι ακόμη ότι ή Κωνσταντινούπολη βρίσκεται ουσιαστικά υπό την επικυριαρχία των νικητών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στους οποίους βέβαια δεν συμπεριλαμβάνονται οι Τούρκοι. Στο άκουσμα αυτών των λόγων οι Τούρκοι υποχωρούν.

Ό παπα-Νουφράκης και οί άλλοι αξιωματικοί βγαίνουν από την Άγια- Σοφιά κατευθυνόμενοι προς την προκυμαία, όπου τους περιμένει ή βάρκα. Ένας μεγαλόσωμος Τούρκος τους ακολουθεί, σηκώνει ένα ξύλο και ορμά για να χτυπήσει τον παπα-Νουφράκη. Διαισθάνεται, ξέρει ότι αυτός ό παπάς είναι ό εμπνευστής, ό δημιουργός αυτού του γεγονότος. Ό ηρωικός παπάς σκύβει για να προφυλαχθεί, αλλά ό Τούρκος καταφέρνει και τον χτυπά στον ώμο. Λυγίζει το σώμα του από τον αβάσταχτο πόνο, όμως μαζεύει τις δυνάμεις του, ανασηκώνεται και συνεχίζει να προχωρεί.

Στο μεταξύ ό Ταγματάρχης Λιαρομάτης και ό Λοχαγός Σταματίου αφοπλίζουν τον Τούρκο, πού είναι έτοιμος για να δώσει το πιο δυνατό κι ίσως το τελειωτικό χτύπημα στον παπά. Ήδη, πλησιάζουν στη βάρκα. Μπαίνουν όλοι μέσα.

Ό Κοσμάς μαζεύει τα σχοινιά και αρχίζει γρήγορα να κωπηλατεί. Σε λίγο βρίσκονται πάνω στο ελληνικό πολεμικό πλοίο ασφαλείς .και θριαμβευτές.
Βέβαια ακολούθησε διπλωματικό επεισόδιο και οί «σύμμαχοι» διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ό οποίος αναγκάστηκε να επιπλήξει τον παπα-Λευτέρη Νουφράκη. Όμως κρυφά επικοινώνησε μαζί του και «τον επαίνεσε και συνεχάρη τον πατριώτη ιερέα, πού έστω και για λίγη ώρα ζωντάνεψε μέσα στην Άγια-Σοφιά τα πιο ιερά όνειρα του Έθνους μας».

Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το ιστορικό της Θείας Λειτουργίας πού έγινε ύστερα από 466 χρόνια στην Άγια-Σοφιά από τον ηρωικό παπα-Λευτέρη Νουφράκη.
Σίγουρα οι περισσότεροι Νεοέλληνες το αγνοούμε.


Α. Κ.

1 σχόλιο:

  1. Πώ πώ πώ !!! Τι μεγάλο θαύμα ήταν αυτό;
    ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου