Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Η Αγία Γραφή για την άμεση απομάκρυνση από τους Οικουμενιστές, Στ΄ Μέρος (του π. Ευθ. Τρικαμηνά).

Η Αγία Γραφή για την άμεση απομάκρυνση από τους Οικουμενιστές, Στ΄ Μέρος (του π. Ευθ. Τρικαμηνά).

Μέρος Στ΄.
 
 
26. Β΄ Πέτρου 2, 1-3: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν· καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι᾿ οὓς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται».
        
Εἶναι πολύ σημαντικό  καί αὐτό τό χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἰς τό θέμα πού μᾶς ἀπασχολεῖ καί δή τῆς αἱρέσεως. Οἱ αἱρέσεις ὀνομάζονται ἀπό τόν Πρωτοκορυφαῖο ἀπόστολο «αἱρέσεις ἀπωλείας» καί αὐτοί πού τίς διδάσκουν ὀνομάζονται «ψευδοδιδάσκαλοι». Oἱ αἱρέσεις λοιπόν εἰσάγονται διά τῶν ψευδοδιδασκάλων, σύμφωνα μέ τό παρόν χωρίον, τῶν ψευδαποστόλων, σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο (Β΄ Κορινθ. 11,13) καί τῶν ψευδεπισκόπων, σύμφωνα μέ τόν 15ον Ιερό Κανόνα τῆς ΑΒ΄ Συνόδου. Αὐτοί οἱ χαρακτηρισμοί γιά τούς αἱρετικούς εἶναι συνώνυμοι καί ταυτόσημοι.  Δηλαδή ὁ αἱρετικός εἶναι καί  ψευδαπόστολος, καί ψευδοδιδάσκαλος, καί ψευδεπίσκοπος. Δι’ αὐτό ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Μέ τό ὄνομα γάρ τῶν ψευδοδιδασκάλων συμπεριέλαβεν ὁ κορυφαῖος καί τούς ψευδαποστόλους.  Πολλά δέ συμφερόντως προλέγει ὁ κορυφαῖος εἰς τούς χριστιανούς διά τό τάγμα τῶν μελλόντων ψευδοδιδασκάλων καί αἱρεσιαρχῶν, διά νά προφυλάττωνται καί ὡς προειδότες νά μή πιασθοῦν ἀπό τάς αἱρέσεις αὐτῶν καί λάβουν τήν ὁμοίαν ἐκείνων ἀπώλειαν. Καθώς καί τά πετεινά, ὅταν προϊδοῦν τά βρόχια ἀπό μακρόθεν δέν πιάνονται ἀπό αὐτά οὔτε λαμβάνουν θάνατον» (Ἑρμηνεία εἰς τάς ἑπτά Καθολικάς Ἐπιστολάς, σελ. 378).
     Σύμφωνα λοιπόν μέ τόν ἅγιο Νικόδημο αὐτός πού θά πιασθῆ  ἀπό τήν αἵρεσι θά λάβη τήν ἴδια ἀπώλεια καί κόλασι μέ τόν ψευδοδιδάσκαλο.
         Ἐδῶ πρέπει γιά ἄλλη μία φορά νά διευκρινισθῆ ὅτι ἡ αἵρεσις διαφέρει ἀπό τήν κάθε ἄλλη ἁμαρτία, διότι εἶναι ὁδός πλάνης καί διαστροφῆς τῆς ἀληθείας και, ὡς ἐκ τούτου, ἀποκλείει τήν μετάνοια καί ἐπαναφορά εἰς τήν ἀλήθεια καί τήν Ὀρθοδοξία. Ἄν δηλαδή κάποιος πιστεύση ὅτι π.χ. ἡ πορνεία δέν εἶναι ἁμαρτία, ὅπως οἱ αἱρετικοί Νικολαΐτες· ἤ ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ὅπως οἱ Παπικοί· ἤ ὅτι σωζόμεθα μόνο μέ τήν πίστι χωρίς τά ἀνάλογα ἔργα, ὅπως οἱ Προτεστάντες· ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἐπισκοποκεντρική καί ὄχι Χριστοκεντρική· ὅτι καταργοῦνται τά ἀναθέματα κατά τῶν αἱρετικῶν, ὅταν ἀποφασίση ὁ Πατριάρχης καί ἡ Σύνοδος, χωρίς αὐτοί (οἱ αἱρετικοί) νά μετανοήσουν καί ἐπιστρέψουν στην Ὀρθοδοξία· ὅτι τά μυστήριά των εἶναι ἔγκυρα κ.λπ., ὅπως οἱ Οἰκουμενιστές· ἤ ὅτι ἡ ἀποτείχισις ἐν καιρῷ αἱρέσεως εἶναι σχίσμα καί ἔξοδος ἀπό τήν Ἐκκλησία· ὅτι ὁ 15ος Ἱερός Κανόνας τῆς ΑΒ΄ Συνόδου ἐν καιρῷ αἱρέσεως δέν εἶναι ὑποχρεωτικός, ἀλλά προαιρετικός· ὅτι δέν μολυνόμεθα, οὔτε συμμετέχομε στήν αἵρεσι ὅταν παραμένομε ἐνσωματωμένοι μέ τούς αἱρετικούς καί τούς μνημονεύομε μέχρις ἀποφάσεως τῆς Συνόδου κλπ., ὅπως οἱ Ἀντιοικουμενιστές· ἄν λέγω πιστεύση κάποιος σ’ αὐτές τίς πλάνες, δέν δύναται να μετανοήση, διότι ἁπλούστατα πιστεύει ὅτι εὑρίσκεται στήν ὁδό τῆς ἀληθείας, δηλαδή ἐξέλαβε τήν πλάνη ὡς ἀλήθεια καί, ὡς ἐκ τούτου, ἔχει ἥσυχη τήν συνείδησί του, ἐνῶ εὑρίσκεται συγχρόνως στήν ὁδό τῆς ἀπωλείας. Δι’ αὐτό ἡ αἵρεσις καθησυχάζει καί παραπλανᾶ τήν συνείδησι, ἐνῶ ἡ διάπραξις οἱασδήποτε ἄλλης ἁμαρτίας τήν ἐνεργοποιεῖ, τήν κάνει νά ἐπανίσταται σέ σημεῖο νά μήν ἀφήνη τόν ἁμαρτωλό ἥσυχο οὔτε καί κατά τήν ὥρα τοῦ ὕπνου.
         Ἡ αἵρεσις ἐπίσης, στό χωρίο αὐτό, χαρακτηρίζεται ἀπό τόν Πρωτοκορυφαῖο ἀπόστολο ὡς ἄρνησις τοῦ Χριστοῦ, προφανῶς ἐπειδή διδάσκει ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού ὁ Χριστός μέσα στήν Ἁγία Γραφή ἐνομοθέτησε καί, ὡς ἐκ τούτου, ὁδηγεῖ μέ ἀσφάλεια καί ταχύτητα τούς ἀποδεχομένους αὐτήν, εἰς τήν ἀπώλεια· «ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινήν ἀπώλεια».
     Ἡ  αἵρεσις,  τέλος,  χαρακτηρίζεται  στό  χωρίο  αὐτό  ὡς βλασφημία τῆς ὁδοῦ τῆς ἀληθείας, πρᾶγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ βλασφημία τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, διότι Αὐτός εἶναι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή (Ἰωάν. 14,6).
         Ὑπάρχει καί μία ἄλλη πλάνη, χειροτέρα ἀπό τίς ἄλλες καί δι’ αὐτό ἐπιφέρει διπλασία καί βαρυτέρα τιμωρία.  Πρόκειται γιά τήν πλάνη κατά τήν ὁποία, κάποιος διδάσκει καί πράττει τό κακό μέ τό πρόσχημα ὅτι αὐτό εἶναι καλό, ὅτι γίνεται κατ’ οἰκονομίαν, ὅτι ἔχει ἀγαθό σκοπό, ὅτι γίνεται μέ διάκρισι γιά νά ἀποφευχθῆ κάτι χειρότερο κ.λπ.  Αὐτή τήν πλάνη τήν ἐπισημαίνει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ ἐπιστολή του πρός τόν Ἐπίσκοπο Μιλήτου Ἰγνάτιο, χρησιμοποιῶντας, ὅπως συνηθίζει, τήν διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου: «ἐάν γάρ τις τό κακόν ἐν προσχήματι ἀγαθοῦ ποιῇ, διπλοῦν ἐργάζηται τό ἁμάρτημα, ὅτι αὐτός τε τό οὐκ ἀγαθόν ποιεῖ καί κέχρηται οἱονεί παραπετάσματι τῷ τοῦ ἀγαθοῦ ὀνόματι, φωνή ἐστι τοῦ θείου Βασιλείου. Οὕτω μέν ἐκεῖνοι πρός τῇ οἰκείᾳ πτώσει καί πολλοῖς ἄλλοις ὄλισθος γενόμενοι» (Φατ. 267, 395,20).
     Αὐτή ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων εἶναι στίς ἡμέρες μας πολύ ἐπίκαιρη, διότι κατά κόρον διδάσκεται καί σήμερα, κυρίως ἀπό τούς Ἀντιοικουμενιστές, ἡ ἐν προσχήματι τοῦ ἀγαθοῦ πλάνη, γιά δῆθεν ἀποφυγή σχίσματος, ἐξόδου ἀπό τήν Ἐκκλησία κ.λπ.  Ἔτσι
συμβαίνει ἐπακριβῶς αὐτό πού διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅτι δηλαδή «ἐκεῖνοι (οἱ Ἀντιοικουμενιστές σήμερα) πρός τῇ οἰκείᾳ πτώσει καί πολλοῖς ἄλλοις ὄλισθος γενόμενοι», δηλαδή ἔγιναν αἰτία νά παρασυρθοῦν καί πολλοί ἄλλοι στήν πλάνη.
         Στήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου τῆς δευτέρας ἐπιστολής τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς μεταφέρει μία διδασκαλία τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, σχετικά μέ τίς ἐπιπτώσεις τίς ὁποῖες ὑφίστανται ὅσοι καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἀκολουθοῦν τούς αἱρετικούς: «...πάθοιεν δ’ ἄν αὐτό, καί οἷς ὁ νοῦς ἀμαθῶς εἰσκέκλικεν εἴς γε τό χρῆναι προσέχειν τοῖς ἑτεροδοξεῖν εἰωθόσι καί τά ὀρθά τῆς ἐκκλησίας παραλύειν διδάγματα.  Περί ὧν ἄν λέγοιτο, καί μάλα εἰκότως οἱ ὀδόντες αὐτῶν ὀδόντες λέοντος καί αἱ μύλαι αὐτῶν σκύμνου, θεομισές γάρ τό γένος (τῶν αἱρετικῶν δηλαδή) κίβδηλόν τε καί ἀλιτήριον καί τῶν ἁπλουστέρων τόν νοῦν τοῖς σφῶν εὑρήμασι κατεσθίον τε καί καταναλίσκον, ὡς μηδέ ὀρθότητος ἐν αὐτοῖς ὁρᾶσθαι λείψανον. Οὗτοι δεσποτικόν ἀμπελῶνα καταμαραίνουσι.  Συκῶν ἔρημον ἀποφαίνουσι τόν κῆπον, ψιλόν τε δεικνύουσι καί κεχερσωμένον, ὧν τό κρίμα οὐκ ἀργεῖ,  ἀλλ’ ἔνδικον ἔσται κατά καιρούς» (Ἑρμηνεία εἰς τάς ἑπτά Καθολικάς Ἐπιστολάς, σελ. 381).
     Ἡ περιγραφή αὐτή τοῦ ἁγίου Κυρίλλου γιά τό κακό πού προξενοῦν στήν Ἐκκλησία οἱ αἱρετικοί, ἀσφαλῶς ἀφορᾶ καί τούς ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχοντας αἱρετικούς, διότι αὐτοί κατ’ ἐξοχήν δύνανται νά διαπράξουν αὐτήν τήν καταστροφή ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, νά κατασπαράξουν δηλαδή σάν λιοντάρια τούς ἁπλουστέρους καί ἀφελεῖς περί τήν πίστι Ὀρθοδόξους, νά ἀποξηράνουν τόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, νά ξεριζώσουν ἀπό τόν κῆπο τοῦ Θεοῦ τά δένδρα καί νά τόν καταστήσουν χέρσα γῆ.

         27. B’ Ιωάνν. 10-11: «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε∙ ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ  τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς».
         Aὐστηροτάτη εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Θεοῦ γιά τούς αἱρετικούς, ἡ ὁποία στό χωρίο αὐτό μεταφέρεται διά τοῦ μαθητοῦ τῆς ἀγάπης. Ἀπαγορεύει ὁ Θεός οἱαδήποτε σχέσι σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο μέ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν τήν Ὀρθόδοξο καί Ἀποστολική πίστι.  Ἡ ἀπαγόρευσις αὐτή φθάνει εἰς τό σημεῖο τοῦ ἁπλοῦ χαιρετισμοῦ, διότι καί μέ τόν ἁπλό χαιρετισμό τῶν αἱρετικῶν γινόμεθα κοινωνοί τῆς πίστεως αὐτῶν.  Ἡ κοινωνία αὐτή εἶναι αὐτός ἀκριβῶς ὁ μολυσμός, τόν ὁποῖον ἀναφέρουν οἱ Πατέρες. Δηλαδή καί μέ τόν ἁπλό χαιρετισμό γινόμεθα κοινωνοί τῆς αἱρέσεως καί ἄρα μολυνόμεθα ὡς πρός τήν πίστι.
         Καταλαβαίνει ἀπό αὐτήν τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἕκαστος ὅτι, τό θέμα τῆς κοινωνίας μέ τήν αἵρεσι, δέν ἐξαντλεῖται μόνο μέ τήν θεωρητική ὁμολογία τῆς πίστεως· οὔτε μέ τήν αἰτίασι καί διαβεβαίωσι ὅτι ἐμεῖς ἔχομε Ὀρθόδοξο φρόνημα καί δέν δεχόμεθα καμμία αἵρεσι, ἤ ὅτι πιστεύομε ὅσα ἐθέσπισαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι καί αὐτό εἶναι ἀρκετό· ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐκκλησιαστική ἀπομάκρυνσις ἀπό κάθε αἱρετικό. Ἡ ἐνσωμάτωσίς μας στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ γίνεται διά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ἡ ἀπομάκρυνσίς μας ἀπό αὐτό γίνεται διά τῆς κοινωνίας τῆς αἱρέσεως ἤ, τό πολύ χειρότερο, διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἱρέσεως.  Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμοιόμορφο ὡς πρός τήν πίστι, ἡ δέ πίστις εἶναι ἡ ὁλόψυχος ἀποδοχή τῆς διδασκαλίας ὁλοκλήρου τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἡ ὁλόθερμος ἀποδοχή τῆς ἑρμηνείας τῆς Ἁγίας Γραφῆς ὅπως διδάσκεται καί ὅπως ἔχει διατυπωθεῖ ἀπό τους Ἁγίους καί ὄχι συμφώνως μέ τήν γνώμη καί τήν λογική ἑκάστου καί, ἐπί πλέον, ἡ ὁλόκληρος ἀποδοχή τῶν ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι καί αὐτοί ἐθεσπίσθησαν μέ γνώμονα τήν Ἁγία Γραφή καί μέ σκοπό νά διασφαλίσουν τό κῦρος της καί νά προστατεύσουν τούς πιστούς.
       Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν νά εἴμεθα ἐνσωματωμένοι διά τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἰς τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί συγχρόνως νά εἴμεθα κοινωνοί μέ τήν αἵρεσι, εἴτε ὡς μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., εἴτε κοινωνοῦντες μέ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι συμπροσεύχονται μέ τούς αἱρετικούς, ὑπογράφουν κοινές δηλώσεις, ἀναγνωρίζουν τά μυστήριά των ὡς ἔγκυρα, κ.λπ., εἴτε κοινωνοῦντες μέ Οἰκουμενιστές αἱρετικούς Ἐπισκόπους καί κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποδεχθῆ καί ἀκολουθοῦν τήν χειροτέρα ὅλων τῶν αἱρέσεων, τήν  αἵρεσι ἡ ὁποία συμπορεύεται μέ τή Ν. Ἐποχή καί προετοιμάζει τό ἔδαφος γιά τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου.
         Θά παραθέσωμε ἐν συνεχείᾳ τίς ἑρμηνεῖες τῶν Πατέρων στό χωρίο αὐτό τῆς Ἁγίας Γραφῆς διά νά διδαχθοῦμε ἀπό αὐτούς τό ἀληθινό νόημά του καί νά κατανοήσωμε τήν ἀπάτη τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ὁδοστρωτήρας καί ὁ ἰσοπεδωτής τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως.
Πρέπει ἐδῶ νά ἀναφέρωμε ὅτι δέν ἔχωμε συστηματική ἑρμηνεία τοῦ χωρίου αὐτοῦ ἀπό τόν Χρυσορρήμονα ἅγιο, οὔτε ἀπό τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό, διότι οἱ μεγάλοι αὐτοί Πατέρες δέν ἑρμήνευσαν τίς καθολικές λεγόμενες ἐπιστολές τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Αὐτό  τό ἀναφέρωμε ἁπλῶς καί μόνο γιά  νά μή νομισθῆ ὅτι στήν σημαντική αὐτή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς οἱ μεγάλοι αὐτοί Πατέρες παραθεωροῦνται, ἐνῶ τούς ἀναφέρωμε σέ τόσα ἄλλα ἑρμηνευτικά σημεῖα τῆς μελέτης μας.
         Ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ἑρμηνεύει ὡς ἑξῆς τό χωρίο αὐτό: «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνεται αὐτόν εἰς οἰκείαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε. γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς. Πολλά ἔχων ὑμῖν γράφειν, οὐκ ἐβουλήθην διά χάρτου καί μέλανος· ἀλλ΄ ἐλπίζω γενέσθαι πρός ὑμᾶς, καί στόμα πρός στόμα λαλῆσαι, ἵνα χαρά ἡμῶν πεπληρωμένη . -Ἐξασφαλίζεται πρός τούς οὕς Ἐπιστολή, ὅτι Εἴ τις μή μετά τῆς ὁμολογίας ταύτης ἔρχεται πρός ὑμᾶς, μή μόνον σκέπης παρὑμῶν τυγχανέτω, ἀλλά μηδέ προσρήσεως ἀξιούσθω, ἀκριβῶς ταῦτα λέγων, ὡς τῆς προσρήσεως ταύτης τοῖς ὁμοτρόποις ἡμῶν μόνοις ὀφειλομένης καί ὁμοπίστοις. Τίνι γάρ χαίρειν εὐξόμεθα, ἀλλ τοῖς ὁμοτρόποις καί ὁμοπίστοις; Ὥστε εἰ τοῖς ἀσεβέσι προσενεχθοίη παρἡμῶν τοιαύτη πρόσρησις, πάντως και ὁμοτρόποις προσενεχθείη καί ὁμοπίστοις ἡμῶν, καί κοινωνοῖς αὐτοῖς ἐχρησάμεθα διά τούτου, καί ἐπί τό ἑαυτῶν ἡμᾶς οὗτοι κατέσπασαν βάραθρον» (P.G. 126, 77C).
Ἀναφέρει ἐδῶ ρητῶς ὅτι αὐτή ἡ ἐντολή ἀποτελεῖ ἀσφάλεια γιά τούς Ὀρθοδόξους, ὅτι ὁ χαιρετισμός ἀποδίδεται στούς ὁμοτρόπους καί ὁμοπίστους, ὅτι ἄν τόν ἀποδώσωμε στούς αἱρετικούς τούς θεωροῦμε ὡς Ὀρθοδόξους, ὅτι ἄν ἀποδώσωμε τόν χαιρετισμό ἔχομε κοινωνία με τήν αἵρεσι καί, τέλος, ὅτι διά τῆς κοινωνίας αὐτῆς ἐξεπέσαμε εἰς τόν γκρεμό τῆς αἱρέσεως· «καί κοινωνούς αὐτούς ἐχρησάμεθα διά τούτου, καί ἐπί τό ἑαυτῶν ἡμᾶς οὗτοι κατέσπασαν βάραθρον».
         Ὅπως λοιπόν γίνεται κατανοητό, τά πράγματα στά θέματα τῆς πίστεως δέν εἶναι ἁπλά, οὔτε δύναται ἕκαστος νά τά ἀντιμετωπίζη κατά τό δοκοῦν, ἀλλά πρέπει νά ἀσφαλίζεται ὡς πρός τήν πίστι διά νά μήν εὑρεθῆ στόν γκρεμό. Στόν γκρεμό δέ εὑρίσκεται διά τῆς κοινωνίας μέ τήν αἵρεσι, ἔστω καί ἄν δέν ἀποδέχεται κάποιος αὐτήν καί ἔχει Ὀρθόδοξο φρόνημα.
Ὁ Οἰκουμένιος Τρίκκης ἐπίσης ἀναφέρει τήν ἴδια ἑρμηνεία μέ τόν Θεοφύλακτο Βουλγαρίας, τήν ὁποία καταχωροῦμε χωρίς σχολιασμό, διά νά φανῆ ἡ συμφωνία τῶν Πατέρων: «”Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς”. Ἐξασφαλίζεται τούς πρός οὕς ἡ Ἐπιστολή, ὅτι εἴ τις μετά τῆς ὁμολογίας ταύτης ἔρχεται πρός ὑμᾶς, μή μόνον σκέπης παρ’ ὑμῶν μή τυγχανέτω, ἀλλά μηδέ προρρήσεως ταύτης τοῖς ὁμοτρόποις ἡμῶν μόνοις καί ὁμοπίστοις ὀφειλομένης.  Τίνι γάρ χαίρειν εὐξόμεθα, ἀλλ’ ἤ τοῖς ὁμοτρόποις καί ὁμοπίστοις; Ὥστε εἰ τοῖς ἀσεβέσι προσενεχθείη παρ’ ἡμῶν ἡ τοιαύτη πρόρρησις, πάντως ὡς ὁμοτρόποις καί πιστοῖς προσηνέχθη, καί κοινωνοί ἡμῶν ἐλήφθησαν διά τούτου, καί ἐπί τό ἑαυτῶν ἡμᾶς κατέσπασαν βάραθρον» (P.G. 119, 696B).
      Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐπίσης, ἀναφέρει πολύ σημαντικά πράγματα, συμφωνώντας σέ γενικές γραμμές μέ τούς ἄλλους ἑρμηνευτές. Μετά τό θέμα τῆς ἀσφαλείας τῶν Ὀρθοδόξων, τό ὁποῖο θέτει ὡς σκοπό τῆς ἐντολῆς, καί τήν ἐξέτασι πού πρέπει νά κάνουν οἱ Ὀρθόδοξοι σέ κάθε ἕνα πού δέν γνωρίζουν τήν πίστι του, προκειμένου νά ἐπικοινωνήσουν ἐκκλησιαστικῶς, ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἀλλ’ οὐδέ νά τούς προσφωνῆτε καί νά λέγετε εἰς αὐτούς τό συνειθισμένον χαῖρε, ἤτοι νά μή τούς χαιρετᾶτε.  Διατί ὅποιος εὑρεθῇ καί εἰπῇ τοῦτον μόνον τόν ψιλόν λόγον τοῦ χαιρετισμοῦ εἰς αὐτούς, αὐτός εὑρίσκεται ἐνταυτῷ καί τῶν ἀσεβῶν δογμάτων καί τῶν πονηρῶν αὐτῶν ἔργων συγκοινωνός καί συμμέτοχος. Ταύτην δέ τήν παραγγελίαν ἐρανίσθη ὁ Θεολόγος ἀπό τόν προφήτην Ἡσαΐαν, ὅστις λέγει ταῦτα∙ “οὐκ ἔστι χαίρειν, λέγει Κύριος, τοῖς ἀσεβέσιν” (Ἡσ. 48,22).  Ἀλλά καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό αὐτό σχεδόν γράφει πρός τόν Τιμόθεον λέγων∙ “τάς δέ βεβήλους κενοφωνίας περιΐστασο∙ (ἤτοι ἀπόφευγε καί ἀποστρέφου) ἐπί πλεῖον γάρ προκόψουσιν ἀσεβείας, καί ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομήν ἕξει” (Β΄ Τιμ.2,16-17). Καί πάλιν λέγει εἰς τόν αὐτόν∙ “Καί τούτους ἀποτρέπου” (Β΄ Τιμ. 3,5)». (Ἑρμηνεία εἰς τάς ἑπτά  Καθολικάς Ἐπιστολάς, σελ. 655).
    Ἐδῶ διδασκόμεθα ἐκτός ἀπό τήν κοινωνία τῶν ἀσεβῶν δογμάτων, ἡ ὁποία γίνεται μέ τόν ἁπλό χαιρετισμό καί τήν συμφωνία τοῦ χωρίου αὐτοῦ μέ ὅλη τήν Ἁγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη.  Ἡ συμφωνία αὐτή, τήν ὁποία πάντοτε ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τους οἱ Ἅγιοι, προκειμένου νά ἑρμηνεύσουν ἀπλανῶς τήν Ἁγία Γραφή, εἶναι ἐκείνη πού ἐπισφραγίζει κάθε Ὀρθόδοξο ἑρμηνεία καί, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἡ ἀπομόνωσις καί ἑρμηνεία  ἁγιογραφικῶν ἤ ἁγιοπατερικῶν κειμένων, χωρίς τήν συμφωνία τῆς Ἁγία Γραφῆς, Ἱερῶν Κανόνων καί ἁγίων Πατέρων, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἑρμηνεία πού δίδομε σέ κάποιο χωρίο, ἤ Ἱερό Κανόνα εἶναι αὐθαίρετος καί αἱρετική.
         Συνεχίζοντας ὁ Ἅγιος Νικόδημος τήν ἑρμηνεία τοῦ χωρίου τούτου, ἀναφέρει τά ἑξῆς σχετικά μέ τήν διάθεσι τήν ὁποία πρέπει νά ἔχωμε γιά τούς αἱρετικούς: «Διδασκόμεθα λοιπόν ἀπό ὅλα τά λόγια ταῦτα, ὅτι πρέπει νά ἀποστρεφώμεθα τούς κακοδόξους καί αἱρετικούς καί καμμίαν κοινωνίαν καί ἕνωσιν νά μήν ἔχωμεν μέ αὐτούς, οὐδέ τό χαῖρε νά προσφωνοῦμεν εἰς αὐτούς, ἀλλά νά τούς ἔχωμεν μισητούς και σιχαμερούς».
Ἐδῶ πρέπει νά τονίσωμε ὅτι, μισητός καί σιχαμερός γίνεται ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διά τήν αἵρεσι καί διά τήν βλάβη πού δύναται νά προκαλέση στούς Ὀρθοδόξους, καί ὄχι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτό, ἀλλοῦ ὁ χρυσορρήμων ἅγιος, αὐτό τό ξεχωρίζει καί διευκρινίζει, ὅτι πρέπει νά μισοῦμε τήν αἵρεσι, ἀλλά νά ἀγαπᾶμε τόν αἱρετικό, ἐννοώντας βεβαίως νά ἀγαπᾶμε τόν αἱρετικό ὄχι ὡς ἔχοντα αἱρετικά φρονήματα, ἀλλά ὡς ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντα. Ἐδῶ λοιπόν ὁ Ἅγιος Νικόδημος ταυτίζει τόν αἱρετικό μέ τήν πίστι του καί δι’ αὐτό ἀναφέρει ὅτι πρέπει νά τόν μισοῦμε καί νά τόν ἀποστρεφώμεθα, ὡς ἐχθρό δηλαδή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀληθείας, σύμφωνα μέ τό ἁγιογραφικό: «οὐχί Κύριε τούς μισοῦντας Σε ἐμίσησα καί ἐπί τούς ἐχθρούς σου ἐξετηκόμην; τέλειον μίσος ἐμίσουν αὐτούς εἰς ἐχθρούς ἐγένοντό μοι» (Ψαλμ. 138, 21-22).
         Κατωτέρω ὁ Ἅγιος Νικόδημος, ἀφοῦ   ἀναφέρει τήν γνώμη τοῦ Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας διά τό ποῦ ἀποδίδεται ὁ χαιρετισμός, προσθέτει τά ἑξῆς: «Ὅθεν ὅποιος χριστιανός εἰπῇ εἰς τούς ἀσεβεῖς νά χαίρουν, αὐτός προσφέρεται εἰς αὐτούς, ὡσάν νά ἦτον ὁμόπιστοι καί ὁμότροποί των, καί διά τοῦ χαιρετισμοῦ κοινωνός γίνεται τῆς ἀσεβείας καί κακίας των. Καί ἀντί νά τραβίξῃ αὐτός τούς ἀσεβεῖς εἰς τήν εὐσέβειαν, ἐτραβίχθη (φεῦ!) αὐτός ὑπό τῶν ἀσεβῶν εἰς τό τῆς ἀσεβείας  ἐκείνων βάραθρον».
Ἐδῶ μέ πολύ σαφήνεια ἀναιρεῖ ὁ ἅγιος τίς δικαιολογίες τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅτι δηλαδή εὑρίσκονται στό Π.Σ.Ε. γιά νά κάνουν δῆθεν ὁμολογία πίστεως καί νά προσελκύσουν  τούς αἱρετικούς στήν Ὀρθοδοξία, κ.λπ., ἀλλά καί τῶν Ἀντιοικουμενιστῶν, ὅτι δηλαδή δέν βλάπτονται ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς Οἰκουμενιστάς, ἐπειδή δῆθεν ἔχουν ὀρθόδοξο φρόνημα. Ἡ κοινωνία, αὐτή καθ’ ἑαυτή, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία σέ ὁδηγεῖ «εἰς τό τῆς ἀσεβείας βάραθρον», δηλαδή σέ μολύνει ὡς πρός τήν πίστι, ἐφ’ ὅσον ἑνώνει τό καθαρό μέ τό μολυσμένο. Καί ἄν αὐτό συμβαίνει μέ τόν ἁπλό χαιρετισμό τῶν αἱρετικῶν, ἀντιλαμβάνεται ἕκαστος, ποῖον μολυσμό ὑφίστανται καί σέ τί «ἀσεβείας βάραθρα» ἐμπίπτουν οἱ ἔχοντες μέ αὐτούς πλήρη ἐκκλησιαστική κοινωνία, οἱ μνημονεύοντες αὐτούς ὡς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους καί οἱ ἐνσωματωμένοι εἰς τό αἱρετικό αὐτό σῶμα.
       Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ὁ ἅγιος Νικόδημος ἀναφέρει καί κάποια παραδείγματα ἀντιμετωπίσεως τῶν αἱρετικῶν ἀπό τούς Ὀρθοδόξους. Στήν ὑποσημείωσι τοῦ χωρίου αὐτοῦ ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Ἔτσι ἔπραττον πάντοτε καί οἱ θεοφιλεῖς ἄνδρες οἱ τήν εὐσέβειαν ἀκριβῶς τηροῦντες. Ἔτσι ἔκαμνεν ὁ θεῖος οὗτος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής καί ἠγαπημένος τῷ Χριστῷ, ὁ ὁποῖος πηγαίνοντας μίαν φοράν εἰς ἕνα λουτρόν τῆς Ἐφέσου (ἴσως δι’ ἀσθένειαν σώματος καί ἀνάληψιν τῆς ὑγείας του) ὡς ἤκουσεν, ὅτι ἦτον μέσα ὁ αἱρετικός Κήρινθος, ἐξεπήδησεν εὐθύς ὁ τοῦ Κυρίου μαθητής. Καί φεύγωμεν, ἔκραξε, φεύγωμεν μήπως πέσῃ τό λουτρόν ἐπάνω μας, ἐπειδή καί εἶναι μέσα Κήρινθος ὁ τῆς ἀληθείας ἐχθρός, καθώς τοῦτο διηγεῖται ὁ θείος Εἰρηναῖος, ἐξ ἀκοῆς τοῦ ἱεροῦ Πολυκάρπου (βιβλ. γ΄ Κεφ. γ΄).  Ἔτσι οἱ Σαμοσατεῖς χριστιανοί, δέν ἤθελαν πλέον νά ἔμβουν εἰς τά θερμά νερά, διατί μίαν φοράν εἶχε πλυθῇ εἰς αὐτά ὁ Ἀρειανός Εὐνόμιος.  Καί τά παιδία τῶν Σαμοσατέων χριστιανῶν, παίζοντα μίαν φοράν ταῖς μπάλλαις, ἐπειδή ἔτυχε μία μπάλλα νά κυλισθῇ ἀναμεταξύ εἰς τά ποδάρια τοῦ μουλαρίου, εἰς τό ὁποῖον ἐπάνω καθήμενος ὁ Ἀρειανός ἐπίσκοπος Λούκιος, ἠκολούθησε νά περάσῃ ἀπό τόν δρόμον ἐκεῖνον.  Τοῦτο, λέγω, βλέποντα τά παιδία, δέν ἐτόλμησαν νά παίξουν πλέον μέ τήν μπάλλαν ἐκείνην, ἕως οὗ ἄναψαν φωτίαν καί τήν ἐπέρασαν ἐπάνω τοῦ πυρός διά νά τήν καθαρίσουν, ἐπειδή ἐστοχάσθηκαν, ὅτι ἐμολύνθη μόνον διατί ἄγγισεν εἰς τά ποδάρια τοῦ μουλαρίου τοῦ αἱρετικοῦ (ὅρα εἰς τό βιβλίον τῆς ἀνεξιθρησκείας σελ. 232).  Τόση προφύλαξιν καί ἀσφάλειαν εἶχον οἱ παλαιοί ἐκεῖνοι χριστιανοί εἰς τόν ἑαυτόν τους διά νά μήν συγκοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς, ἵνα μή ἐκ τῆς συγκοινωνίας αὐτῶν βλαβοῦν εἰς τήν ψυχήν.  Διά τοῦτο καί ὁ ἅγιος Ἐφραίμ λέγει∙ “Τούς αἱρεσιώτας ὡς βλασφήμους καί τοῦ Θεοῦ ἐχθρούς ἡ Γραφή οὐκ ὠνόμασεν ἀνθρώπους, ἀλλά κύνας καί λύκους καί χοίρους καί ἀντιχρίστους, καθώς φησιν ὁ Κύριος Mή δῶτε τό ἅγιον τοῖς κυσί”. Καί Ἰωάννης λέγει∙ “ὅτι ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασι”. Τούτους οὖν οὐ χρή ἀγαπᾶν, οὐδέ συνδυάζειν, οὐδέ συνεύχεσθαι, οὐδέ συνεσθίειν, οὐδέ λαμβάνειν εἰς οἶκον, ἵνα μή τῶν ἔργων τῶν πονηρῶν αὐτῶν κοινωνήσωμεν».
         Εἶναι ὄντως φοβερά καί ἀποκαλυπτικά τά παραδείγματα καί ἡ διδασκαλία τῶν Ἁγίων, ἀπολύτως σύμφωνη μέ τήν Ἁγία Γραφή. Σέ ἐμᾶς βεβαίως σήμερα πού ἐσυνηθίσαμε στόν συμβιβασμό καί στό βόλεμα μᾶς φαίνονται παράξενα, μή ἐφαρμόσιμα καί ἴσως ἀκραῖα, διότι ὁ Οἰκουμενισμός μᾶς ἔχει ἐπηρεάσει βαθύτατα, καί ὁ ἐθισμός πού ἔχομε ὑποστῆ μᾶς ἔχει ἀλλοιώσει τό φρόνημα, σέ σημεῖο νά μᾶς εἶναι ἀκατανόητη ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγία Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων· καί εἰς αὐτόν τόν ἐθισμό συντελοῦν, ὅπως εἶναι φανερό, καί οἱ ἀντιοικουμενιστές.
      Ἄν ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος ἔφυγε ἀπό τό λουτρό, διότι εἰσῆλθε εἰς αὐτό ὁ αἱρετικός Κήρινθος, ἐμεῖς ἀντιθέτως σήμερα παραμένουμε ὄχι στό λουτρό, ἀλλά στόν ἱερό ναό (καί δή στό θυσιαστήριο), στό ὁποῖο ὄχι ἁπλῶς εἰσέρχονται, ἀλλά λειτουργοῦν οἱ αἱρετικοί Οἰκουμενιστές Ἐπίσκοποι.
         Καί ἄν οἱ Σαμοσατεῖς Ὀρθόδοξοι δέν εἰσήρχοντο εἰς τά θερμά λουτρά, διότι εἰς αὐτά μία φορά εἰσῆλθε ὁ Ἀρειανός Εὐνόμιος, ἐμεῖς σήμερα ὄχι μόνο εἰσερχόμεθα στούς ναούς τῶν Οἰκουμενιστῶν, ἀλλά καί κοινωνοῦμε ἀπό τήν κοινωνία εἰς τήν ὁποία εἰσῆλθε ὡς μολυσμός ἡ μερίδα τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Ἐπισκόπου. Καί ἄν τά παιδιά τῶν Σαμοσατέων ἐθεώρησαν μολυσμένη τή μπάλα εἰς τήν ὁποία ἀκούμπησαν τά πόδια τοῦ μουλαριοῦ, εἰς τό ὁποῖο ἐπέβαινε ὁ Ἀρειανός Ἐπίσκοπος Λούκιος, καί τήν ὑπέβαλαν σέ κάποιο αὐτοσχέδιο καθαρισμό γιά νά μήν μολυνθοῦν, ἐμεῖς σήμερα δέν θεωροῦμε μολυσμένους οὔτε τούς ναούς, οὔτε τά μυστήρια, οὔτε τήν πίστι μας, οὔτε τούς ἑαυτούς μας, παρά τήν πλήρη ἐκκλησιαστική ἐνσωμάτωσι μέ τούς αἱρετικούς Οἰκουμενιστές.
Τό χειρότερο, ὅμως, ἀπό ὅλο αὐτό τό κατάντημα καί τόν ξεπεσμό εἶναι ὅτι οἱ Ἀντιοικουμενιστές, αὐτούς τούς συμβιβασμούς καί τίς προδοσίες τῆς πίστεώς μας, τούς ἐβάπτισαν μέ τό ὄνομα τῆς διακρίσεως, τῆς ἀποφυγῆς τῶν σχισμάτων, τῆς δυνητικῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανόνος κ.λπ. Δηλαδή, ἐνῶ προδίδουμε, καθησυχάζουμε τήν συνείδησί μας ὅτι καλῶς καί Ὀρθοδόξως βασίζομε, εἰς πεῖσμα τῶν Γραφῶν καί τῶν Ἁγίων. Μᾶλλον (ὁμιλῶ ἐδῶ γιά τούς Ἀντιοικουμενιστές) δέν κατενοήσαμε, τί ἐστί Ὀρθόδοξος πίστις καί δι’ αὐτό τήν ἐθεωρήσαμε ὡς κάτι ἐμπορεύσιμο καί ἀναλώσιμο, ἡ ὁποία ταιριάζει καί χωρεῖ καί ὑφίσταται παντοῦ, ἀκόμη καί μέσα στήν αἵρεσι.
Ἡ διδασκαλία αὐτή τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Ἁγίων, ὡς πρός τούς αἱρετικούς, πολύ περισσότερο ἰσχύει γιά τήν ἐντός τοῦ ναοῦ λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί εἰδικά γιά τήν μνημόνευσι στίς ἀκολουθίες καί τά μυστήρια. Οἱ Ἅγιοι ὁσιομάρτυρες Ἁγιορεῖτες, οἱ ἐπί Πατριάρχου Ἰωάννου τοῦ Βέκκου ἀθλήσαντες, ἀναφέρουν αὐτό τό χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς διά τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως ὄχι μόνο τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά καί ὅσων τούς μνημονεύουν. Στήν ὁμολογιακή των ἐπιστολή πρός τόν λατινόφρονα αὐτοκράτορα Ἰωάννη τόν Η’ τόν Παλαιολόγο ἀναφέρουν μεταξύ ἄλλων τά ἑξῆς:
«Ὁ μέγας τοῦ Κυρίου ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγει· “εἴ τις ἔρχεται πρὸς ὑμᾶς καὶ ταύτην τὴν διδαχὴν οὐ φέρει μεθ᾿ ἑαυτοῦ, χαίρειν αὐτῷ μὴ λέγετε, καὶ εἰς οἰκίαν μὴ λαμβάνετε· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν, κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς”. Εἰ δὲ ἁπλῶς ἐν ὁδῷ χαίρειν αὐτῷ κωλυόμεθα λέγειν, εἰ τὸ εἰσάγειν εἰς οἰκίαν κοινὴν εἰργόμεθα, πῶς οὐκ ἐν οἰκίᾳ, ἀλλ᾿ ἐν ναῷ Θεοῦ ἀλλ᾿ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀδύτοις ἐπὶ τῆς μυστικῆς καὶ φρικτῆς τραπέζης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀθύτως σφαγιαζομένου· τὸ μέν, ὡς Θεοῦ· τὸ δὲ ὡς ἀμνοῦ ἀμώμου, ἵνα ἡμᾶς ἐξιλάσηται τῷ Πατρὶ καὶ ἑαυτῷ, καὶ τῆς ἁμαρτίας ἡμῶν, διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος καθαρίσῃ ὁ ἀναμάρτητος. Ποῖος ᾅδης ἐξερεύξεται τὸ μνημόσυνον τοῦ παρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως, ὡς κατὰ Θεοῦ καὶ τῶν θείων τραχηλιάσαντος, καὶ διὰ τοῦτο ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ γενήσεται. Εἰ γὰρ τὸ ἁπλῶς χαίρειν εἰπεῖν, κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καὶ ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων. Εἰ δὲ ὁ προκείμενος αὐτός ἐστιν ἡ αὐτοαλήθεια, πῶς ἂν τὸ μέγα τοῦτο ψεῦδος δέχηται εἰκάζειν εἰκός, τὸ συντάττειν αὐτὸν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μεταξὺ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν, ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων, σκηνικῶς παίξομεν; καὶ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή, καὶ οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα, καὶ ὡς καπηλεύοντας τὰ θεῖα, τούτοις ἡγήσεται. Ἄνωθεν γὰρ ἡ τοῦ Θεοῦ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τὴν ἐπὶ τῶν ἀδύτων ἀναφορὰν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν ἐδέξατο τοῦτο. Γέγραπται γὰρ ἐν τῇ ἐξηγήσει τῆς θείας λειτουργίας, ὅτι ἀναφέρει ὁ ἱερουργῶν τὸ τοῦ ἀρχιερέως ὄνομα, δεικνύων καὶ τὴν πρὸς τὸ ὑπερέχον ὑποταγήν, καὶ ὅτι κοινωνός ἐστιν αὐτοῦ, καὶ πίστεως καὶ τῶν θείων μυστηρίων διάδοχος» (Ἐπιστολή Ἁγιορειτῶν Πατέρων πρός τόν βασιλέα Μιχαήλ τόν Παλαιολόγον, εἰς: Δοκίμιον Ἱστορικόν Μοναχοῦ Καλλίστου Βλαστοῦ, ἐκδ. 1896, σελ. 97-107).
         Ἐδῶ οἱ Ἁγιορεῖτες ὁσιομάρτυρες μεταφέρουν τήν διδασκαλία τοῦ παρόντος χωρίου εἰς τήν λειτουργικήν πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας καί δή εἰς τήν μνημόνευσι κατά τήν Θ. Λειτουργία. Ἀναφέρουν λοιπόν ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως στή Θ. Λειτουργία ὁμολογοῦμε ὡς Ὀρθόδοξο τόν Ἐπίσκοπο τόν ὁποῖο μνημονεύομε: «...τό συντάττειν αὐτόν ὡς ὀρθόδοξον πατριάρχην μεταξύ τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων πατριαρχῶν». Αὐτόν δηλαδή, εἰς τόν ὁποῖο ἀπαγορεύεται καί ὁ ἁπλός χαιρετισμός σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο, ἐμεῖς διά τῆς μνημονεύσεως τόν παρουσιάζομε καί τόν ἐκλαμβάνομε ὡς Ὀρθόδοξο εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ.
Δι’ αὐτό ἀκριβῶς σήμερα οἱ Ἐπίσκοποι γιά τό μόνο πού ἐνδιαφέρονται εἶναι μήπως διακοπεῖ, ἀπό τήν Θ. Λειτουργία καί τά μυστήρια πού τελοῦν, ἡ μνημόνευσίς των, διότι διά τῆς μνημονεύσεως δηλώνονται ἐμπράκτως τά πάντα, δηλαδή ἡ ἐπίσημος ἔνταξις, ἡ ἀναγνώρισίς των ὡς Ὀρθοδόξων κ.λπ. καί ἀναιροῦνται, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, ἐμπράκτως τά πάντα· ὅ,τι δηλαδή ἀγῶνες κάνουμε ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
     Δηλώνουν ἐπίσης, οἱ Πατέρες στήν ὁμολογιακή αὐτή ἐπιστολή των, ὅτι ἡ μνημόνευσις στή Θ. Λειτουργία εἶναι κάτι ἀσυγκρίτως χειρότερο καί βαρύτερο ἀπό τόν ἁπλό χαιρετισμό, εἶναι ἡ κοινωνία τῶν πονηρῶν ἔργων καί δή τῆς αἱρέσεως στήν πλήρη της μορφή: «εἰ γάρ το ἁπλῶς χαίρειν  εἰπεῖν, κοινωνίαν δίδωσι τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, πόσον ἡ διάτορος αὐτοῦ μνημοσύνη καὶ ταῦτα αὐτῶν τῶν θείων μυστηρίων φρικτῶς προκειμένων».
        Τελικῶς ἀναφέρουν τό φοβερό καί ἀκουόμενο, πόσο μᾶλλον πραττόμενο, ὅτι διά τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου ἐξευτελίζομε τελείως τά Θεῖα, τά θεατρίζομε, τά ἀντιμετωπίζομε ὡς ἕνα ἐμπορεύσιμο εἶδος, τά νοθεύομε καί τά προδίδομε (αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «καπηλεύω» στά λεξικά): «...ἐν καιρῷ φρικτῶν μυστηρίων σκηνικῶς παίξομεν; καὶ πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή, καὶ οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνίας τῶν μνημονευσάντων αὐτίκα, καὶ ὡς καπηλεύοντας τὰ θεῖα, τούτοις ἡγήσεται». Ἀναφέρουν τέλος οἱ Ἅγιοι ἐπί Βέκκου ὁσιομάρτυρες ὅτι ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν γίνεται ἀπό τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα «Ποῖος ᾅδης ἐξερεύξεται τό μνημόσυνον τοῦ παρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκοπέντος ἀξίως....».
Ἄν τώρα ἐμεῖς ὅλα αὐτά δέν τά κατανοοῦμε ἤ τά θεωροῦμε ὑπερβολικά καί ἀκραῖα, αὐτό συμβαίνει διότι ὁ ἐθισμός μας στήν αἵρεσι καί ἡ ἀδιαφορία μας πρός τήν διδασκαλία τῶν Γραφῶν καί τῶν Πατέρων ἔχουν φθάσει στόν μέγιστο βαθμό, πρᾶγμα τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι εἴμεθα πανέτοιμοι πλέον καί καταλλήλως προετοιμασμένοι νά ἀποδεχθοῦμε ὅλα ὅσα ἔχουν σχεδιάσει καί προγραμματίσει γιά τό ἐγγύς μέλλον οἱ ἄνθρωποι τῆς Ν. Ἐποχῆς μέ σκοπό τόν ἐρχομό τοῦ Ἀντιχρίστου. 
(Συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου