Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Xριστοϋφαντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Xριστοϋφαντος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

«ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ, Η ΑΠΟΚΤΕΝΝΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΦΗΤΑΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΒΟΛΟΥΣΑ ΤΟΥΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΥΣ…» 

(Ματθ. κγ´, 37-38)

  

Θλίψιν καί ἀγανάκτησιν προξενεῖ εἰς τήν ψυχήν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ ὁποῖος ἀπευθύνεται εἰς τήν Ἱερουσαλήμ, δηλαδή εἰς τούς κατοίκους τῆς προφητοκτόνου πόλεως. Ἐάν ὅμως ἐξετάσωμε καί δοῦμε γιά ποῖον λόγον ἐλέχθη ἡ φρᾶσις αὐτή, θά διαπιστώσωμε ὅτι κατά τό μᾶλλον ἤ ἧττον τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά ἐμᾶς σήμερα.
 

 Τά λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι πολύ συγκινητικά καί ἀποκαλύπτουν θλίψι, πόνο, ἀλλά καί τήν εὐαισθησία τοῦ Ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ. Καί τοῦτο διότι ἡ καρδιά τοῦ Θεανθρώπου ξεχείλιζε ἀπό ἀγάπη καί στοργή γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός παρομοιάζει τόν ἑαυτόν Του μέ ὄρνιθα «ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγεῖν τά τέκνα σου ὅν τρόπον σου ἐπισυνάγει ὄρνις» (Ματθ. κγ´, 37). Ἡ ὄρνις εἶναι πολύ θερμή καί στοργική πρός τά μικρά της. Ὅπως δέ μᾶς διδάσκουν οἱ φυσιοδῖφες, ὅταν ἡ ὄρνις ἀντιλαμβάνεται ἐπερχόμενο κίνδυνο - γεράκι, φίδι, ἤ κάτι παρόμοιο -, ἀναστατώνεται, κράζει τά πουλάκια της καί σπεύδει ἀμέσως νά τά μαζεύσῃ καί νά τά σκεπάσῃ «ὑπό τάς πτέρυγάς» της, κάτω δηλαδή ἀπό τίς φτεροῦγες της. Καί εἶναι τόσο συγκινητικό ὅταν βλέπῃ κάποιος πώς εἶναι ἕτοιμη νά τά προστατεύσῃ καί νά τά σώσῃ μέ κίνδυνο τῆς ἰδικῆς της ζωῆς.
 

  Εἰς τήν Παλαιά Διαθήκη, καί συγκεκριμένα εἰς τό Δευτερονόμιο, ὁ Θεός παρομοιάζεται μέ ἀετό πού ἀγαπάει περιπαθῶς τούς νεοσσούς του, σκεπάζει τήν φωλιά του καί, ὅταν χρειασθῇ, ἁπλώνει τίς μεγάλες του φτεροῦγες καί τούς βάζει ἐπάνω γιά νά τούς σώσῃ (Δευτ. λβ', 11) [1]. Κάνει δηλαδή ἐκεῖνο πού ἔκανε ὁ Θεός γιά νά σώσῃ, παρά πᾶσαν ἀνθρωπίνην ἐλπίδα, τούς Ἰσραηλίτας ἀπό τούς ἐχθρούς τους. Παρά τίς τόσες ὅμως ἐπαναλαμβανόμενες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πρός τούς Ἰσραηλίτας καί τήν ἀκαταμάχητη προστασία Του κάτω ἀπό τήν Παντοκρατορική Του σκέπη, ὁ ἀχάριστος αὐτός λαός τοῦ Ἰσραήλ, πού μέ τήν ὅλη του στάσι προσωποποιεῖ τήν ἀγνωμοσύνη, δέν ἀνταποκρίθηκε οὔτε εἰς τό ἐλάχιστο εἰς ἐκείνην τήν Θεϊκή ἀγάπη.
 

  Μελετῶντας κανείς τήν ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Βίβλου, θαυμάζει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀφ᾽ ἑνός, καί ἀφ᾽ ἑτέρου μένει ἔκπληκτος γιά τήν περιφρόνησι αὐτῆς τῆς Θείας προστασίας ἡ ὁποία κατήντησε τελικῶς παραφροσύνη. Γι᾽ αὐτό καί ἐπειδή οἱ ἴδιοι οἱ ἀγνώμονες Ἰουδαῖοι δέν Τόν θέλησαν, ὁ Χριστός ἀπέσυρε τήν εὔνοιά Του καί τούς ἐγκατέλειψε εἰς τίς ἄγριες διαθέσεις τῶν ἐχθρῶν των. Οἱ Ρωμαῖοι μέ τίς "σιδερένιες" τους λεγεῶνες πίπτουν ἐπάνω εἰς αὐτούς ὡς γῦπες καί κόρακες καί τούς κατασπαράσσουν. Ἡ ἱστορία περιγράφει μέ τά μελανώτερα τῶν χρωμάτων τά γεγονότα τά ὁποῖα συνέβησαν εἰς τήν Ἱερουσαλήμ κατά τό 70 μ.Χ.
 

 Ἀλλά, εἴπαμε εἰς τήν ἀρχή, ὅτι τά λόγια αὐτά «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τούς προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους...» (Ματθ. κγ´, 37-38), ἐάν ἀναλυθοῦν βαθύτερα, δείχνουν πώς ἔχουν νά κάνουν καί μέ τό ἰδικό μας ἔθνος, τό Ἑλληνικόν, ἀφοῦ κι ἐμεῖς δεχώμεθα, ὅπως καί ὁ παλαιός Ἰσραήλ, τήν Χάριν καί τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἁπλῶς δαψιλῶς, ἀλλά κατά κυριολεξίαν σκανδαλωδῶς. Ὅμως, παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον δέν προσπαθοῦμε νά βελτιωθοῦμε εἰς τήν πνευματική ζωή βαδίζοντες τήν εὐλογημένη ὁδό τῶν Eὐαγγελικῶν ἀρετῶν, τῆς Ὀρθοδόξου δηλαδή πνευματικότητος, ἀλλά οὔτε κἄν μία ἐλαχίστη προσπάθεια δέν καταβάλομε γιά νά σταματήσωμε αὐτό τό φοβερό κατρακύλισμα εἰς τήν σκάλα τοῦ κακοῦ. Φαίνεται πώς ἄρχοντες καί ἀρχόμενοι ἔχομε ἐξαλείψει ἀπό τήν συνείδησίν μας πώς ὑφίστανται καί ἐνεργοῦν καί οἱ «πνευματικοί νόμοι». Φαίνεται πώς κλῆρος καί λαός βαυκαλιζόμεθα θεωροῦντες ὅτι ἡ ἀνοχή τοῦ Θεοῦ πάντοτε θά συγκρατῇ τήν δικαιοσύνην Του. Φαίνεται πώς ἔχομε κι ἐμεῖς ἐν πολλοῖς καλλιεργήσει τήν νοοτροπία τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν «Πατέρα ἔχομεν τόν Ἀβραάμ»  γιά νά λάβουν τήν ἀπάντησι ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, ὅτι «Δύναται ὁ Θεός ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ» (Λουκ. γ', 8), μήπως καί ἀφυπνισθοῦν ἀπό τήν πνευματική τους ραστώνη καί ἀναισθησία.


Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Ο ΘΟΥΡΕΙΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ ΦΕΡΡΑΙΟΥ

Θούρειος
(Ρήγας Φερραίος)
 
 
Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στις ράχες στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;

Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιάς ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή.

Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψένουν, καθ' ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.

Δουλεύεις όλη ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πει,
κι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιει.
Ο Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν' να ιδής.

Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι αμέτρητοι άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά αφορμή.

Ελάτε με έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Μή δώσεις τὴν καρδιά σου σὲ γέροντα ή σε πνευματικο, που –σε θέματα Πίστεως– βάζει τη διάκριση και την υπακοή πάνω από το Ευαγγέλιο και τους Αγίους.

 

ΥΠΑΚΟΗ 

ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ 

ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ;

 
 
του π. Θεοδωρου ΖΗΣΗ
 
 
 
ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΚΟΗ
ΟΤΑΝ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΕΙ

Τί μάς διδάσκει το εκκλησιαστικό παρελθόν σχετικώς με την υπακοή στον Πνευματικό μας Πατέρα, όταν πρόκειται περί θέματος Πίστεως, δογματικό ή σχετικό με τους ιερούς Κανόνες; Οφείλουμε αδιάκριτη υπακοή όταν ο Πνευματικός αντιτεθεί προς την Παράδοση της Εκκλησίας ή όχι; Παίρνουμε επάνω μας έναντι Θεού την ευθυνη της «ανυπακοής» ή μάς καλύπτει η υπακοή στον Χριστό βάσει της αλαθήτου Παραδόσεως της Εκκλησίας; Σε τούτα τα ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μερικές απαντήσεις.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή

1. Ο Πνευματικός πρέπει να είναι ο καλύτερος δυνατός, από πάσης απόψεως
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις
3. Απαγορεύεται η αδιαφορία η η σιωπή περί των αιρέσεων εκ μέρους του Πνευματικού
4. Τι λέγει η Αγία Γραφή για την αξιέπαινη απείθεια
5. Ο Μοναχός πρέπει να φεύγει από την υπακοή σε αιρετικό Ηγούμενο, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες
6. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνιστά ανυπακοή στους κακοδόξους εκκλησιαστικούς ηγέτες
7. Η «Κλίμαξ» διευκρινίζει ότι ο ταπεινός Μοναχός αντιλέγει στους Προεστώτες, εάν πρόκειται περί Πίστεως.
8. Το έμπρακτο υπόδειγμα του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου
9. Η διδασκαλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
10. Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ υπέρ της προσεκτικής υπακοής

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 
Εισαγωγή

Το θέμα της υπακοής στον Πνευματικό Πατέρα, όσον αφορά στα θέματα Πίστεως, θέμα ιδιαιτέρως λεπτό και άγνωστο, περιλαμβάνεται στο γενικότερο θέμα της υπακοής στον Επίσκοπο, διότι η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού δεν νοείται χωριστά από τη σχέση του χριστιανού με τον Επίσκοπο της Εκκλησιαστικής Κοινότητος· ο Πνευματικός δεν καθοδηγεί ιδίω δικαίω τους πιστούς βάσει της Ιερωσύνης του, αλλά με ενταλτήριο γράμμα του οικείου Επισκόπου, καθώς ορίζουν οι ιεροί Κανόνες και πλέον φανερά ο 50ος (46) της εν Καθαγένη αγίας Τοπικής Συνόδου1. Έτσι, εν πολλοίς ισχύει και περί του Πνευματικού Πατρός, ό,τι ήδη έχουμε ειπή σε αναφορά προς τον Επίσκοπο και την ανάμειξη των λαϊκών στα θέματα Πίστεως σε προηγούμενες ενότητες.
 
Εάν δηλαδή οι πιστοί έχουν το δικαίωμα βάσει του παραδείγματος των Αγίων στην εκκλησιαστική ιστορία, αλλά και βάσει των ιερών Κανόνων, να απειθούν σε αιρετίζοντες Επισκόπους και να αποχωρίζονται από την κοινωνία (και την κοινότητά) των (όπως ορίζουν κυρίως οι ιεροί Κανόνες, 31ος Αποστολικός και 15ος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου), πολλώ μάλλον πρέπει να διαχωρίζονται από Πνευματικούς οι οποίοι αναπτύσσουν χωρίς μεταμέλεια ετερόδοξα φρονήματα.
 
Αν ο Επίσκοπος, στη θέση του οποίου ενεργεί ο Πνευματικός το Μυστήριον της προς Θεόν καθοδηγήσεως των πιστών, Μυστήριον Μετανοίας και Εξομολογήσεως, δεν είναι "ex officio" («εκ του αξιώματος») αλάθητος, πολύ περισσότερο ο Πνευματικός, ο οποίος μετέχει της χάριτος της Ιερωσύνης σε βαθμό μικρότερο από τον Επίσκοπο, δεν είναι οπωσδήποτε αλάθητος.



1. Ο Πνευματικός μας πρέπει να είναι ο καλύτερος δυνατός, από πάσης απόψεως

Πολύ συχνά οι Προεστώτες της Εκκλησίας υπενθυμίζουν το καθήκον της υπακοής στους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους και στα εντάλματά τους, αλλά στο Ποίμνιο είναι μόνον ολίγο γνωστό τί είδους άνθρωποι οφείλουν να είναι και οι Κληρικοί, οι οποίοι δίνουν κατευθύνσεις.
 
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στο ψυχωφελέστατο έργο του Πνευματικά Γυμνάσματα, γράφει τα εξής, παραπέμποντας και στο Μέγα Βασίλειο: «Εξέτασαι την επιμέλειαν όπου βάνεις εις το να εύρης ένα καλόν πνευματικόν· διότι ποία άλλη μεγαλειτέρα ανάγκη είναι εις εσέ, ωσάν το να εύρης ένα καλόν οδηγόν εις μίαν οδοιπορίαν όπου έχεις να κάμης τόσον κινδυνώδη, καθώς είναι το να πορευθής εις τον ουρανόν; [...] Τώρα στοχάσου αγαπητέ εις ποταπόν κίνδυνον ευρίσκεσαι, ανίσως όχι μόνον δεν γυρεύης τοιούτον πνευματικόν άξιον δια να σε οδηγήση ορθώς εις την σωτηρίαν σου και να σε ιατρεύση καλώς από τα πάθη και τας αμαρτίας σου, αλλά και αποφεύγης αυτόν [...] Όθεν και ο μέγας Βασίλειος (Όροι κατ' επιτομήν σκθ΄)2 λέγει· "όπως λοιπόν τα πάθη του σώματος, δεν τα ξεσκεπάζουν οι άνθρωποι σε όλους, ούτε σε τυχαίους, αλλά σε εκείνους που είναι έμπειροι για τη θεραπεία τους· έτσι και η εξαγόρευσις των αμαρτημάτων οφείλει να γίνεται σε αυτούς που μπορούν να τα θεραπεύσουν, κατά το γεγραμμένον, εσείς οι δυνατοί να βαστάζετε τα ασθενήματα των αδυνάτων [Ρωμ. 15, 1], δηλαδή δια της επιμελείας σηκώνετέ τα"»3.
 
Ερμηνεύει σχετικώς ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης· «Βέβαια ο πνευματικός πατήρ οφείλει να ευρίσκεται ήδη στην κατάστασι του φωτισμού, ώστε να μπορή να εισάγη και άλλους σ' αυτήν την κατάστασι του φωτισμού και να τους οδηγή προς το Βάπτισμα και του ύδατος (δηλαδή της αφέσεως των αμαρτιών), αλλά και του Πνεύματος, που είναι η επίσκεψις του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του βαπτιζομένου και η φώτισις της καρδίας του ανθρώπου»4.
 
Αν λοιπόν ο Γέρων - Πνευματικός - Εξομολόγος πρέπει να είναι ο καλύτερος κατά το δυνατόν σε βίο και διδαχή, πόσο περισσότερο πρέπει να έχει το ελάχιστον, την «αλφα-βήτα», δηλαδή ακραιφνή την Ορθοδοξία.

 
2. Ο Πνευματικός επειδή είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού», δεν μπορεί να αποδέχεται αιρέσεις

 
Το πόση σημασία έχει η αποτροπή και καταπολέμηση της αιρέσεως, συνάγεται από το γεγονός ότι ολόκληρη η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας διαμορφώθηκε όχι ως φιλοσοφικός στοχασμός, αλλά κατά αντιπαράθεση προς τις αιρέσεις οι οποίες απειλούσαν την οδό της Ορθοδοξίας, που θεραπεύει την ανθρώπινη φύση από την αμαρτία: «Οι Πατέρες άλλαζαν ορολογία από καιρό σε καιρό και έκαναν προσαρμογή της ορολογίας τους, για να βρουν τους σωστούς όρους ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής. Αυτό το έκαναν, όχι για να κατανοήσουν καλύτερα την διδασκαλία της Εκκλησίας, αλλά για να χτυπήσουν τις αιρέσεις που ανεφύοντο. Διότι η κατανόησις της διδασκαλίας της Εκκλησίας έρχεται από τον φωτισμό και την θέωσι και όχι απο φιλοσοφική ή φιλολογική διεργασία ή από φιλοσοφικό στοχασμό επάνω σε αυτήν την διδασκαλία. Ο σκοπός του δόγματος, που διατυπώνουν οι Πατέρες, δεν είναι η κατανόησίς του, αλλά η δια του δόγματος ένωσις του ανθρώπου με τον Θεό»5.
 
Η αποδοχή λοιπόν της αιρέσεως από τον Κληρικό καταστρέφει την θεραπευτική Ποιμαντική του. «Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπή να θεραπεύη, έτσι και στην Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να επιτραπή σε έναν αιρετικό να θεραπεύη τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να θεραπεύη»6. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για ένα Κληρικό που δεν δύναται ή αδιαφορεί να διακρίνει μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως, δηλ. πνευματικής «ιατρικής και κομπογιαννιτισμού», διότι είναι απλώς ζήτημα χρόνου και μεθοδείας των πονηρών πνευμάτων να πέσει σε πλάνη κι αυτός και τα πνευματικο-παίδια του. Λέγει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Μπριαντσιανίνωφ «Με την αποδοχή ψευδοδιδασκαλιών (δηλ. εσφαλμένων σκέψεων για το Θεό), με την παραμόρφωση της δογματικής και ηθικής διδασκαλίας, που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Θεός, συντελείται-χάρις στην επίδραση και παρέμβαση των ψευδοδιδασκαλιών-η φθορά του πνεύματος. Και έτσι ο άνθρωπος καταντάει υιος του διαβόλου»7.
 
Αν λοιπόν η σχέση Πνευματικού-Εξομολόγου και πιστού, αποσκοπεί στο να εικονίσει πραγματικώς  τη σχέση Χριστού-πιστού, όπως λέγει σχετικώς και η «Κλίμαξ» του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου («Μη το θεωρήσης ανάξιο να εξομολογηθής τις αμαρτίες σου στον βοηθό σου, [στον Γέροντά σου δηλαδή], με ταπείνωση και συντριβή ωσάν στον ίδιον τον Θεόν»)8 , τότε η διάρρηξη της σχέσεως του Πνευματικού με τον Χριστό λόγω της αιρέσεως του Πνευματικού, υποχρεώνει τον πιστό είτε να βρή άλλον Πνευματικόν, ορθοφρονούντα, είτε - αν νομίζει ο πιστός ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα διορθώσεως του Πνευματικού του - τουλάχιστον να μη υπακούει στις περί Πίστεως εσφαλμένες τοποθετήσεις και συμβουλές του Πνευματικού. Κατά τον Άγιον Γρηγόριον Νύσσης, όποιος «αιρετίζει» (αναπτύσσει αιρετικό φρόνημα) αποκόπτεται από τη μυστική κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό «οπωσδήποτε αυτός που αποκόπηκε από την σώζουσα Πίστη είναι ακέφαλος, όπως ο Γολιάθ με το ίδιο του το ξίφος, το οποίο ακόνησε κατά της αληθείας, χωριζόμενος από την αληθινή Κεφαλή»9. Πως ένας τέτοιος Πνευματικός θα διδάξη σε άλλους τη σωτηρία;
 
Μη λησμονούμε ότι η μετάδοση της Ορθοδοξίας είναι ο πρώτιστος σκοπός ενός Γέροντος, κατά την Κλίμακα του Οσίου Ιωάννου, καθώς λέγει στις προτροπές του προς τον Ποιμένα: «Την ακεραία πίστη και τα ευσεβή δόγματα ας αφήσης πριν από όλα σαν κληρονομία στα τέκνα σου, ώστε όχι μόνο τα τέκνα σου, αλλά και τους εγγονούς σου να οδηγήσης στον Κύριον δια της οδού της Ορθοδοξίας»10.
 
Αν ο αιρετίζων Πνευματικός αποδιώξει τότε τον ορθοφρονούντα πιστό, είναι εύλογο, ότι η ευθύνη πίπτει στον κακώς φρονούντα Γέροντα και Πνευματικό, διότι η Εκκλησία μάς διδάσκει ότι η υπακοή μας στους Γέροντες πρέπει να αποσκοπεί στον Χριστό.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

«Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν Παπίζουσαν, θεολογίαν Λατινίζουσαν καί ποιμαντικήν Βατικανίζουσαν. «Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία δέν ἀποκηρύσσει, πατερικῷ τῷ τρόπῳ, τόν ἐπάρατο Οἰκουμενισμό καί εὐκαίρως-ἀκαίρως κηρύσσει δῆθεν «Οἰκολογικήν Θεολογίαν».





«EMIΣΗΣΑ, ΕΜΙΣΗΣΑ, ΕΜΙΣΗΣΑ,



ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ΠΟΝΗΡΕΥΟΜΕΝΩΝ...»







 Γραφει ο Χριστοϋφαντος




Ὁ πιστός ἄνθρωπος, ὁ Ὀρθόδοξος πιστός Χριστιανός, σέ στιγμές πνευματικῆς περισυλλογῆς καί ἰδίως κατά τίς ὧρες τῆς προσευχῆς, πού ἡ ψυχή ἀνοίγεται στήν ἐπικοινωνία μέ τόν Τριαδικό Θεό, ἐκτός τῶν ἄλλων, ποιεῖ καρδιακή ἀναφορά καί γιά τήν ὅλη του συμπεριφορά. Ἀπό θετικῆς ἀπόψεως βλέπει τήν προσπάθεια τήν ὁποία ἔχει εἰς τό νά βαδίζῃ τήν ὁδόν τῆς Εὐαγγελικῆς ἀρετῆς, ἀπό τό «κατ᾽ εἰκόνα» δηλαδή εἰς τό «καθ᾽ ὁμοίωσιν» μέ ὅλες τίς παραμέτρους τοῦ θέματος, καί ἀπό ἀρνητικῆς ἀπόψεως παρακολουθεῖ τόν ἀκατάπαυστο ἀγῶνα πού διεξάγει εἰς τό νά μή συναναμιγνύεται μέ τούς ἀσεβεῖς. Μέ ἐκείνους τούς ἀνθρώπους δηλαδή πού ἀρνοῦνται τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀποστρέφονται τήν ὁδόν τῆς δικαιοσύνης πού ὁδηγεῖ εἰς τήν ἁγιότητα.

Ὁμιλοῦμε βεβαίως γιά τούς συνειδητούς πιστούς καί τούς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, πού, παρά τίς μικρότερες ἤ μεγαλύτερες ἀδυναμίες τίς ὁποῖες γνωρίζουν ὅτι ἔχουν, ἐπιθυμοῦν νά τίς κατανικήσουν καί νά τίς μεταβάλλουν ἀπό κακίες καί πάθη σέ ἀρετές. Καί τό τονίζομε αὐτό, διότι ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ὅλως ἀνοήτως, φρονοῦν ὅτι μποροῦν δῆθεν νά συνδυάσουν τήν ζωήν τῆς δικαιοσύνης μέ τήν ζωήν τῆς ἀδικίας καί τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ρίπτουν στάχτην εἰς τούς ὀφθαλμούς τῆς καρδίας των μέ ἀποτέλεσμα νά ἀμβλύνεται ἡ συνείδησίς των καί νά φθάνῃ ἕως καί τῆς πωρώσεως. Τελικῶς δέ, νά φθάνουν εἰς τό κατάντημα νά τούς ἐγκαταλείπῃ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα πού σημαίνει ἑκουσία θεοεγκατάλειψι, δηλαδή αὐτοθεοεγκατάλειψι, ἀφοῦ ὁ Θεός οὐδέποτε ἀρνῆται τό πλάσμα Του.

Ἔτσι, γίνονται ἐν πολλοῖς ὑποκριταί, ἀλλά καί οἱ πράξεις των καθίστανται μισητές. Ἐμᾶς ὅμως ἐδῶ μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει θέσει ὅριον καί μέτρον ἄριστον εἰς τίς πράξεις καί ἐνέργειές του καί αἰσθανόμενος τήν ἁπανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἔχει τήν παρρησία νά ἀπευθύνεται πρός τόν Κύριον τῆς Δόξης. Ἐκεῖνο δηλαδή πού ἐφήρμοζαν κυρίως οἱ Ἅγιοι καί ἐκεῖνο πού βίωναν οἱ Δίκαιοι καί οἱ Προφῆτες εἰς τόν χῶρον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Μέσα σέ ἕνα τέτοιο πνεῦμα κατανυκτικῆς προσευχῆς καί δεήσεως καί μέσα σέ μία ἀτμόσφαιρα ἐξομολογητικῆς διαθέσεως, ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ, ἔχοντας ἀπολύτως ἤρεμη τήν συνείδησί του, καί ζητῶντας τήν Θεία προστασία ἐναντίον τῶν συκοφαντῶν του, βέβαιος ὅτι ὁ Κύριος καί Θεός θά τόν προστατεύση, ἐκφράζει μέ ἕναν εἰλικρινῆ καί συγκινητικό τρόπο τήν ἀποστροφή του ἐναντίον ὅλων ἐκείνων πού σχεδιάζουν καί μηχανεύονται ἔργα πονηρά.

Ἀλλά, ἄς πάρωμε εἰς τά χέρια μας τό ἱερό κείμενο τοῦ Ψαλτηρίου καί θά αἰσθανθοῦμε τήν ἰδιαιτέρα εὐλογία ἀλλά καί τήν ἀγανάκτησι τοῦ Δαυΐδ. Τήν ἀγανάκτησι καί τήν ἀποστροφή πού ἔνοιωθε ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἔργων, ἕνεκεν τῆς πλουσίας Χάριτος πού ἐνοικοῦσε εἰς τήν ὕπαρξί του. Τό ἱερό κείμενο συγκλονίζει καί δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο πώς οἱ Ο´ (ἑβδομήκοντα) μεταφρασταί μέ τήν «θεόθεν οἰκονομηθεῖσαν» μετάφρασίν των, χρησιμοποιοῦν τίς συγκεκριμένες λέξεις πού θά ἀναλύσωμε.


Ψαλμός ΚΕ´, 5: «Ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων καί μετά ἀσεβῶν οὐ μή καθίσω».

Δηλαδή, ἐμίσησα μέ ὅλην μου τήν καρδία κάθε σύναξι καί συναγωγή ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σχεδιάζουν καί μηχανεύονται ἔργα πονηρά. Καί δέν θά καθίσω ποτέ μέ ἀσεβεῖς ἀνθρώπους. Δέν θά συναναστραφῶ καί δέν θά συνεργασθῶ μέ ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ συναφιοῦ. Δέν θά γίνω μέλος τῆς «κλίκας» εἰς τήν ὁποίαν ἐπιπολάζει ἡ ἁμαρτία.

Αὐτά λοιπόν λέγει εἰς τήν καρδιακή του προσευχή καί αὐτήν τήν ἁγία ἀγανάκτησι ἐκφράζει μέ τήν κινύρα του ὁ κατ᾽ ἄνθρωπον πρόγονος τοῦ Χριστοῦ μας!

Καί ἄς μήν εὑρεθῇ κανείς νά ὑποστηρίξῃ ὅτι αὐτές οἱ ἐκφράσεις ἐδικαιολογοῦντο μόνο τῷ καιρῷ ἐκείνῳ εἰς τήν κοινωνία τοῦ Ἰσραήλ, πρό τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἐνῶ σήμερα κρίνονται ὡς ἀπαράδεκτες, ἀκραῖες καί φανατικές. Ὅποιος ὑποστηρίξει τήν θέσι αὐτή, τό μόνο πού θά ἀποδείξη θά εἶναι ὅτι μέσα εἰς τήν ψυχή του δέν καλλιεργεῖται, οὔτε ἴχνος, οὔτε μόριο, οὔτε «ἠλεκτρόνιο» ἐνθέου ζήλου καί αὐθεντικῆς Ὀρθοδόξου ζωῆς.

Φυσικά, ἐάν κανείς θέλῃ νά  ἔχῃ τό «χρῖσμα» τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀνομίας σέ ὅλα τους τά ἐπίπεδα καί σέ ὅλες τίς σφαῖρες τῆς κοσμικῆς τους ἐπιρροῆς, θά ψάξη καί θά βρῆ πολλές ἀδικαιολόγητες δικαιολογίες, οἱ ὁποῖες δέν θά εἶναι παρά «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις» (Ψαλμ. ΡΜ´, 4). Ὅσοι δέ ἔχουν χλιαρή πίστι, ἀντί νά εἶναι «τῷ πνεύματι ζέοντες» (Ρωμ. ΙΒ´, 11), θά ἀποδέχωνται τήν «ἐκκλησίαν τῶν πονηρευομένων» καί θά ἄγωνται καί θά φέρωνται ἀπό αὐτήν.

Ὁ Δαυΐδ λοιπόν ἐμίσησε τήν πονηρευομένην ἐκκλησίαν, δηλαδή τήν σύναξι καί συναγωγή τῶν ἀνθρώπων πού σχεδιάζουν, δρομολογοῦν καί ἐνεργοῦν ἄκρως ἀντίθετα ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἐμεῖς, λαμβάνοντες τήν φρᾶσι αὐτή «ἐμίσησα ἐκκλησίαν πονηρευομένων», μεταφέρομε τήν ἀγανάκτησι, τήν πικρία καί τόν πόνο μας γιά ὅσα ἀντιχριστιανικά, παράλογα καί ἐγκληματικά συμβαίνουν ἀπό πλευρᾶς πολιτείας, ἀλλά καί ὅσα, τό ὀλιγώτερον ἀπαράδεκτα, συμβαίνουν ἀπό πλευρᾶς Ἐκκλησίας. Δηλαδή, ὅσα ἄστοχα καί ἀντίθετα πρός τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον καί τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσί μας ἐνεργοῦνται, ὄχι μόνον ἀπό κάποιους ποιμένες πού κατέχουν ὑψηλές θέσεις, ἀλλά καί ἀπό ὡρισμένους κληρικούς οὐ μήν ἀλλά καί μοναχούς, μά καί ἀπό ἄλλους, πού ἀνήκουν εἰς τόν λαό.

Ἑπομένως, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νά σταθῇ εἰς τό ὕψος Της, ὡς Νύμφη τοῦ Ἐσταυρωμένου, μακρόθεν κακοδοξιῶν καί αἱρέσεων καί ἐπίσης νά μή καταντᾶ θεραπαινίς τοῦ κράτους.

«Ἐμίσησα» λοιπόν ἐκκλησίαν πονηρευομένων.

«Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν, πού συνεργάζεται καί συνδειπνεῖ μέ τόν Καίσαρα καί παρουσιάζεται εἰς τόν κόσμον ὡς ἰχθύος ἀφωνοτέρα καί βατράχου ἀπραγοτέρα.

«Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν, πού ρίπτει ὕδωρ εἰς τόν οἶνον της μέ ἀποτέλεσμα νά ἐκχυδαΐζονται τά ὅσια καί τά ἱερά.

«Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν Παπίζουσαν, θεολογίαν Λατινίζουσαν καί ποιμαντικήν Βατικανίζουσαν.

«Ἐμίσησα» ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία δέν ἀποκηρύσσει, πατερικῷ τῷ τρόπῳ, τόν ἐπάρατο Οἰκουμενισμό καί εὐκαίρως-ἀκαίρως κηρύσσει δῆθεν «Οἰκολογικήν Θεολογίαν».

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Ενα λελυμενο καυτο ζητημα κυριως των ημερων μας

 

ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 

 

ΕΙΣ ΤΗΝ 

 

ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ


Γραφει ο Χριστοϋφαντος
Πολύς λόγος γίνεται τόν τελευταῖον καιρόν εἰς τόν ἐκκλησιαστικόν χῶρον περί τῆς «Οἰκονομίας». Τῆς ἐκκλησιαστικῆς βεβαίως «Οἰκονομίας», ἡ ὁποία «Οἰκονομία» θά πρέπῃ, ὅπως ἀρκετοί ἰσχυρίζονται, κατά κανόνα νά ἐφαρμόζεται ἀπό τούς ποιμένας εἰς τήν σημερινήν ἐποχήν. Προβάλλουν δέ αὐτήν τήν πρόφασιν, διότι εἰς τήν ἐποχήν μας, εἰς τήν ὁποίαν τό κακό παρουσιάζει τόσην ἔξαρσιν, λέγουν ὅτι εἶναι δῆθεν ἀδύνατον νά ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐκκλησιαστική «Ἀκρίβεια».  Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις...


Ἐπειδή λοιπόν ἡ ἄποψις αὐτή τείνει νά κυριαρχήσῃ ὡς ἡ μόνη ποιμαντικῶς σωστή, καλόν εἶναι, εἰς τήν συνέχειαν, ἁπλᾶ καί σύντομα, νά σκιαγραφήσωμε τί εἶναι ἡ «Ἀκρίβεια» καί τί εἶναι ἡ «Οἰκονομία». Ἐννοεῖται, ὅτι τό θέμα αὐτό ἀνήκει εἰς τήν ἁρμοδιότητα τῶν εἰδημόνων τῆς εἰδικότητος τοῦ «Κανονικοῦ Δικαίου», ἀπό ἐπιστημονικῆς καί θεολογικῆς ἀπόψεως, ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει πώς δέν ἠμποροῦν νά ἀσχοληθοῦν μέ αὐτό καί νά ἔχουν λόγον καί οἱ ἁπλοί πιστοί. Ὅταν μάλιστα, εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ὀρθή πνευματική μας ζωή, γνωρίζωμε πώς μέσα εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν τά πάντα νά ἐναρμονίζωνται μέ τούς Ἱερούς Κανόνας, ὅπως μᾶς τούς παρέδωσαν οἱ Πατέρες, καί ὄχι σύμφωνα μέ νεωτεριστικές-νικολαϊτικές διδασκαλίες καί ἑρμηνεῖες, πού θέλουν νά περάσουν κάποιοι, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀποκεκομμένες ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Παράδοσι, τότε γίνεται ἀπολύτως κατανοητό πώς εἶναι ὄντως ἀνάγκη νά ἀσχοληθοῦμε μέ τίς δύο αὐτές ἐκφράσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τόσον δηλαδή τῆς «Ἀκριβείας», ὅσον καί αὐτῆς τῆς «Οἰκονομίας». Ἄς περάσωμε λοιπόν νά δοῦμε τό περιεχόμενο τῶν δύο αὐτῶν ὅρων εἰς τήν ἐκκλησιαστική μας γλῶσσα καί ζωή.


«Ἀκρίβεια» εἶναι ἡ ἀπόλυτος τήρησις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀλλά καί αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων καί τῶν λειτουργικῶν τυπικῶν, τά ὁποῖα ἰσχύουν σέ μία ἐκκλησιαστική περιφέρεια. Φυσικά, ὁ σκοπός τῆς ἀκριβείας εἶναι ἡ διατήρησις τῆς ἑνότητος καί τῆς τάξεως εἰς τήν Ἐκκλησίαν καί μέσῳ αὐτῆς ἡ ἐπίτευξις τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἐν γένει πρόοδος καί προαγωγή τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.


«Οἰκονομία» εἶναι ἡ πρόσκαιρη, περιωρισμένη καί ἔλλογος ἀπόκλισις ἀπό τήν ἐφαρμογή τῆς «Ἀκριβείας» τῶν Ἱερῶν Κανόνων πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν. Ἐννοεῖται δέ, πώς αὐτό δέν εἶναι θέμα τοῦ καθενός, ἀλλά τῶν εἰδικῶν καί ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι ἁρμοδίως χειρίζονται τίς λεπτές αὐτές καταστάσεις.


Κατά τήν «Οἰκονομίαν», λοιπόν, ἔχομε μέν τήν ἀπόκλισιν ἀπό τόν κανόνα, ἀλλά δέν ἐκφεύγομε ἀπό τόν σκοπό του. Ἔτσι, ἐπί τῆς οὐσίας, δέν γίνεται παρέκκλισις ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κανόνος, ἀλλά ἀπό τό γράμμα αὐτοῦ. Εἰς τήν παράγραφον αὐτήν, ἄς προσθέσωμεν καί τόν σοφόν λόγον τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου, ὁ ὁποῖος, γιά τό θέμα αὐτό, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἔγραφε εἰς τόν «Ὀρθόδοξον Τύπον» (14/6/91) τά ἑξῆς: «Ἀναστολή, δέν σημαίνει κατάργησιν. Μόλις ξεπερνιέται ἡ δυσκολία, ἐφαρμόζεται πάλιν ἡ ἀκρίβεια τῶν Κανόνων». Ὁ δέ Γέροντας Παΐσιος, μέ τόν ἁπλό καί φωτισμένο λόγο του, σέ κάποια συζήτησι περί οἰκονομίας καί ἀκριβείας καί περί τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τοῦ Πηδαλίου, εἶχε τονίσει τά ἑξῆς: «Τό Πηδάλιο κάποιες φορές χρειάζεται νά τό στρίβωμε, ἀρκεῖ αὐτό νά γίνεται γιά λόγους σωτηρίας τῆς ψυχῆς. Γι᾽ αὐτό ὀνομάζεται ''πηδάλιο''». Ὄντως παράδειγμα ἁπλό καί φωτισμένο. Εἶναι δηλαδή ὅπως τό τιμόνι στό πλοῖο, γιατί χωρίς πηδάλιο τό σκάφος δέν πηγαίνει πουθενά.

Μετά ἀπό τίς ἀναγκαῖες διευκρινήσεις ἐπί τοῦ θέματός μας καί τόν ὁρισμό τῆς «Ἀκριβείας» καί τῆς «Οἰκονομίας» (περισσότερα ἠμπορεῖ νά μελετήσῃ ὁ κάθε ἐνδιαφερόμενος εἰς τά ὑπάρχοντα ἐγχειρίδια καί εἰς τίς εἰδικές μελέτες τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου), ἄς ἔλθωμε νά ἀγγίξωμε κάποιες χαίνουσες πληγές πού καλύπτονται μέ τήν δῆθεν «Ἐκκλησιαστική Οἰκονομία». Διότι, ναί μέν εἴπαμε περί «Οἰκονομίας», ἀλλά ἄς μή καταντᾷ τελικῶς ἡ «Οἰκονομία» ἀνοικονόμητη καί ἰσοπεδωτική, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τούς Ἱερούς Κανόνας καί εἰς τό Ὀρθόδοξον ἦθος, τά ὁποῖα εἶναι οἱ δύο πλευρές τοῦ γνησίου νομίσματος.

«Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν»;


Ἄς δοῦμε ἀρχικά τό θέμα τῆς τεκνογονίας τῶν Ὀρθοδόξων ζευγαριῶν. Ἔχει διαμορφωθῆ καί τείνει νά παγιωθῇ, δυστυχῶς, μία κατάστασις, ἡ ὁποία ἀποσπᾶ τόν γάμο ἀπό τήν τεκνογονία. Ἀποτέλεσμα δέ αὐτοῦ εἶναι τά ζευγάρια (καί δέν ὁμιλοῦμε ἐδῶ περί τῶν ἀθέων) νά σταματοῦν εἰς τό ἕνα ἤ τό πολύ εἰς τά δύο παιδιά καί ταυτοχρόνως νά θέλουν νά ἔχουν τήν συχνή μυστηριακή ζωή, τήν Θεία Κοινωνία. Βεβαίως, ὑπάρχουν καί οἱ περιπτώσεις πού ὄντως χρειάζεται νά ἀντιμετωπίζεται τό θέμα αὐτό καί κατά περίπτωσιν ἀπό τόν ὑπεύθυνο πνευματικό καί πάντοτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς σωστῆς «Οἰκονομίας».


Ὅταν, ὅμως, ἡ τακτική αὐτή κατευθύνεται ὑπό ὡρισμένων προσώπων πού ἔχουν κάποιο «ὄνομα» εἰς τόν ἐκκλησιαστικό χῶρο καί τείνῃ νά παγιώνεται πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις, τότε τά πράγματα ξεφεύγουν μέ ἀποτέλεσμα ἡ «Οἰκονομία» νά καταντᾷ «Ἀκρίβεια» (δηλ. ἀκριβής παρανομία) καί τρόπος «ὀρθῆς χριστιανικῆς ζωῆς». Τό δέ πνευματικό ἐπίπεδο μεταπίπτει, ἀπό ὑψηλό καί ἀγωνιστικό, εἰς τό χαλαρό, εὔκολο, ἐπιπόλαιο, ὡσάν εἰς ἕναν ἄγευστο καί ἄκοπο προστενταστισμό, ὁ ὁποῖος δέν ὁδηγεῖ εἰς νομάς σωτηρίους.


Οἱ ὑπεύθυνοι διά τήν διαμορφουμένην αὐτήν κατάστασιν εἶναι κάποιοι ἐκ τῶν κληρικῶν καί ὡρισμένοι λαϊκοί. Οἱ κληρικοί αὐτοί, ἐνδεχομένως, ἤ δέν ἔχουν μελετήσει σωστά καί ἀπό Ὀρθοδόξου σκοπιᾶς τό ζήτημα τῆς τεκνογονίας, ἤ δέν ἔχουν ἀγωνισθῆ διά νά ἀποβάλουν ἀπό τήν καρδιά τους τό δέλεαρ καί τό φόβητρο τοῦ κόσμου καί ἔτσι διστάζουν νά ὀρθοτομήσουν τόν λόγον τῆς ἀληθείας κηρύσσοντας καί ἐφαρμόζοντας πρακτικές ὅλως ἀπαράδεκτες καί ἀντικανονικές. Οἱ δέ λαϊκοί «θεολόγοι», μᾶλλον κοινωνιολόγοι καί τοῦ κόσμου φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς οὐδέποτε ἐγνώρισαν τήν ζωντανή πίστι καί τήν ἀγωνιστική Ὀρθοδοξία, ἐνῶ ἔχουν κάποια χαρίσματα, ἔχουν καταφέρει, μέ τίς ποικίλες θεωρίες των, συσχετίζοντας τήν σαρκική πτῶσι μέ τόν ὑψηλό καί ἀγγελικό θεῖον ἔρωτα (ἐάν εἶναι ποτέ δυνατόν!), νά ἐπηρρεάζουν ἀρνητικά τούς ρηχούς περί τήν θεολογίαν καί τούς ἀγεύστους τῆς συνειδητῆς πίστεως ἐγγάμους κληρικούς καί λαϊκούς.

Τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά ἔχῃ ἤδη δημιουργηθῆ «σχολή» μέ ἄκρως ἀρνητικά ἀποτελέσματα («πονηροί δέ ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τό χεῖρον πλανῶντες καί πλανώμενοι» (Β´ Τιμοθ. γ´ 13)). Τούς λείπει δηλαδή ἡ ἐμπειρία τῆς θείας ἀγάπης-ἔρωτος καί ἔχουν ὡς ὑποκατάστατα αὐτές τίς νοοτροπίες καί, ἀντί νά χορταίνουν ἀπό τόν ἀκόρεστο κορεσμό τοῦ Θεοῦ, ἔχουν ὑπαρξιακή ἀνεπάρκεια. Εἶναι ἄνθρωποι, δυστυχῶς, πού ἀντί, μέ τά ὅποια τάλαντά τους, νά οἰκοδομοῦν τούς πιστούς βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Πατερικῆς Παραδόσεως, αὐτοί, μέ τήν πεπλανημένη διδασκαλία τους, ἔχουν καταστῇ νεωτεριστές-νικολαΐτες-παρερμηνευτές, «φάροι ἐσβεσμένοι ἀντί τηλαυγεῖς», χλιαροί ἀντί θερμοί, ὄντες «φιλήδονοι μᾶλλον, ἤ φιλόθεοι» (Β´ Τιμόθ. γ´ 4). Δηλαδή, παρερμηνεύουν καί ἀποδομοῦν τό μυστήριον τοῦ γάμου (καί ὄχι μόνον), καί, ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, καταντοῦν τό μυστήριον τοῦ γάμου «ἔννομον παλλακείαν». Φυσικά, ἐδῶ δέν ἠμπορεῖ νά γίνεται λόγος περί «Οἰκονομίας», ἀλλά περί ὀλιγοπιστίας καί περί Νικολαϊτισμοῦ, κλπ., διότι καταστρατηγεῖται παντελῶς ἡ ἔννοια τῆς εὐλογημένης «Οἰκονομίας» καί χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος της ὡς ἐπικάλυμμα τῶν παθῶν καί τῶν ἐγκλημάτων κατά τῆς πίστεως.


Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου