Πρωτ. Στέφανος Στεφόπουλος
ΚΡΙΣΙΜΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ (ΙΧ)
Περί Αγάπης, “Διαλόγου της Αγάπης” και Ζήλου.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ 1’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ - 2’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ - 3’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ - 4’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ
- 5’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ - 6’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ - 7’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ - 8’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ
Στις μέρες μας πολύς λόγος γίνεται για την αγάπη. Μιά περίεργη αγάπη που συχνά δεν έχει παρά ελάχιστη σχέση ή και μηδαμινή με την αληθινή αγάπη που όπως μας διδάσκει η Εκκλησία μας δεν χωρίζεται της αληθείας.
Αυτή η παραφροσύνη, γνωστή και ως “αγαπολογία”, δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις στους αγαπώμενους και αλγεινή εικόνα στο πλήρωμα της Εκκλησίας, όταν το θέμα ή τα πρόσωπα σχετίζονται άμεσα μ’ αυτήν.
Ένα παράδειγμα από τα πολλά είναι οι διαχριστιανικοί και διαθρησκειακοί διάλογοι, στους οποίους οι ορθόδοξοι θεολόγοι επικαλούμενοι την δυσκολία κατανόησης των δογματικών αληθειών μας, επιδίδονται σε μιά άκρατη “αγαπολογία” που τελικά σχετικοποιεί τα δόγματα και θέτει σε κίνδυνο την πίστη μας αλλά και “θολώνει” τα νερά γιά τους ετερόδοξους οι οποίοι τελικά αντί να επιστρέφουν στην μόνη αληθινή Εκκλησία που είναι η Ορθοδοξία, παραμένουν στην πλάνη τους, ενίοτε προσπαθώντας να συγκλίνουν σε επί μέρους δευτερεύοντα στοιχεία αρκούμενοι στην παρεξηγημένη “αγάπη” μας με την ιδέα ότι βαδίζουν σε ένα απ’ τα μονοπάτια που οδηγούν στην ουράνια βασιλεία. Οδηγεί, λοιπόν, η παρεξήγηση αυτή στην αίρεση του Οικουμενισμού.
Απ’ την άλλη πάλι, συχνά βιώνουμε το αντίθετο άκρο του ζηλωτισμού που οδηγεί σε ακρότητες που θίγουν την Εκκλησία μας και δημιουργούν πολύ αρνητική εντύπωση στους συμμετέχοντες στους διαλόγους.
Ας δούμε, όμως, παρακάτω κάποιες θέσεις της Εκκλησίας μας για να διαπιστώσουμε ποιός είχε αληθινή αγάπη γιά τους αντιφρονούντες, τους αιρετικούς, τους αμαρτωλούς. Ο Κύριος, οι Άγιοι, η Παράδοσή μας ή οι σημερινοί θεολόγοι που φωνασκούν υπέρ μιάς άκριτης “αγαπολογίας” που φτάνει στο μεθόριο των δογματικών μας αληθειών;
– Ο Κύριός μας δεν απηύθυνε τα φοβερά “ουαί” εναντίον των Φαρισαίων και Γραμματέων, αποκαλώντας τους “όφεις”, “γεννήματα εχιδνών”, “υποκριτές”, “μωροί”, “οδηγοί τυφλοί”, “τάφοι κεκονιαμένοι”; (Ματθ. κγ’ 13 κ. εξ)
– Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν αποκάλεσε και αυτός τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους “γεννήματα εχιδνών”; (Ματθ. γ’ 7)
– Ο Απόστολος Πέτρος δεν συνιστά στους πιστούς να αποφεύγουν τους ψευδοπροφήτες και ψευδοδιδασκάλους (Β’ Πετρ. β κεφάλαιο) και τους “εμπαίκτες” και να διέρχονται τη ζωή τους “εν αγίαις αναστροφαίς και ευσεβείαις”; (Β’ Πετρ. γ’, 11)
– Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο απόστολος και κήρυκας της αγάπης, δε λέει γιά τους αιρετικούς και πλάνους ότι δεν πρέπει να δεχόμαστε στα σπίτια μας, αλλά ούτε να τους χαιρετούμε, διαφορετικά γινόμαστε κι εμείς σαν αυτούς; (Β’ Ιωάννη α’ 10) ή ότι οι πλανεμένοι λογίζονται ως αντίχριστοι; (Α’ Ιωα. β’, 18, 22)
– Ο Απόστολος Παύλος δεν κράτησε αυστηρή στάση προς τον Ιουδαίο ψευδοπροφήτη και μάγο Ελύμα όταν απευθυνόμενος προς αυτόν είπε : ” Ώ πλήρης παντός δόλου και πάσης ραδιουργίας, υιέ διαβόλου,…Και νυν ιδού χειρ Κυρίου επί σε, και έση τυφλός μη βλέπων τον ήλιον άχρι καιρού”; (Πραξ. ιγ’ 8-11). Ή μήπως δεν τους χαρακτήρισε λύκους βαρείς (Πραξ. κ’ 29) και υιοί οργής; (Εφεσ. β’, 3)
– Ο άγιος Πολύκαρπος Σμύρνης δεν αποκάλεσε τον αιρετικό Μαρκίωνα “πρωτότοκο του Σατανά”;
– Ο αββάς Θεόδωρος της Φέρμης δεν συνιστά να συναναστρεφόμαστε με αμαρτωλούς και να τους βοηθούμε, ενώ αν κάποιος πέσει σε αίρεση και δεν τον πείσουμε να την αποβάλλει, να κόψουμε γρήγορα κάθε σχέση μαζί του γιατί κινδυνεύουμε να βυθισθούμε μαζί του στο βόθρο;
– Ο αββάς Ποιμήν δεν είναι που όταν διαπίστωσε ότι κάποιοι επισκέπτες του κελλιού του ήταν αιρετικοί, ούτε συζήτησε μαζί τους, αλλά είπε στο μοναχό που είχε το διακόνημα της φιλοξενίας να τους δώσει να φάνε γιά την εντολή της αγάπης και ύστερα να τους στείλει στο καλό;
– Μήπως δεν είναι αληθές ότι όταν κάποιοι επισκέπτονταν τον αββά Σισσώη στο όρος του αγίου Αντωνίου, όταν εγκαταστάθηκαν στο όρος αιρετικοί Μελιτιανοί σταμάτησαν να επισκέπτονται τον αββά Σισσώη για να μη τύχει και συναντήσουν τους αιρετικούς;
– Ο άγ. Εφραίμ,…στο έργο του “Κατά Πεύσιν και Απόκρισιν” δεν έδωσε την παρακάτω απάντηση στο ερώτημα πως συμβιβάζεται το μίσος εναντίον των αιρετικών προς την εντολή “οι μισήσεις πάντα άνθρωπον”;
Δε λέει ο Άγιος πως : “Τους αιρετικούς, ως βλασφήμους και εχθρούς του Θεού, η Γραφή ουκ ωνόμασεν ανθρώπους, αλλά κύνας και λύκους και χοίρους και αντιχρίστους,…Τούτους ουν ου χρη αγαπάν, ουδέ συνδυάζειν, ουδέ συνεύχεσθαι, ουδέ συνεσθίειν, ουδέ λαμβάνειν εις οίκον, ουδέ χαίρειν λέγειν αυτοίς. Ίνα μη των πονηρών αυτών έργων κοινωνήσωμεν…”; (Πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση,” Τα όρια της Εκκλησίας – Οικουμενισμός και Παπισμός”, Εκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 236 κ.εξ.)
– Μήπως ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου δεν χρησιμοποιούσε βαρύτατες εκφράσεις γιά τις αιρέσεις και τους αιρετικούς χαρακτηρίζοντάς τους “ιούς, δηλητήρια, ερπετών αινίγματα, χαμαιλέοντα πολύπουν, δυσοσμίαν πνέοντες, σοφισταί και των λόγων διαστροφείς, πεπωρομένοι, ηλιθίως λέγοντες, κενόδοξοι, φρενοβλάβεια, θεήλατοι, φαντασμένοι, εσφαλμένες διάνοιες, Κυριοκτόνοι,…” κλπ; (Αρχιμ. – νυν Επισκόπου Καρπασίας- Χριστοφόρου Τσιάκκα, “Ορθοδοξία και Αίρεση κατά τον Άγιον Επιφάνιον Κύπρου”, Εκδ. Ι. Μ. Τροοδιτίσσης, Λευκωσία-Κύπρος 2000, σελ. 102-113).
Ο Κύριος και όλοι αυτοί οι Άγιοι και πολύ περισσότεροι που δεν μνημονεύονται εδώ υπήρξαν άνθρωποι χωρίς αγάπη, μισαλλόδοξοι και ζηλωτές φονταμενταλιστές σε αντίθεση με τους σημερινούς θεολόγους που ξεχειλίζουν από αγάπη;
Πότε έβαλαν οι Άγιοι την αγάπη πάνω απ’ την αλήθεια;