Σελίδες

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (Σχολιασμός) (Γ)

 

 


ΜΕΡΟΣ Γ

8. Η απουσία  ΑΝΑΘΕΜΑΤΩΝ και η χρήση «γλώσσας της εποχής»

Στο  κείμενο απουσιάζουν  πλήρως από αναθέματα κατά συγκεκριμένων αιρέσεων. Οι Πατέρες των Συνόδων (π.χ. Ζ΄ Οικουμενική) δεν αρκούνταν σε γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά κατονόμαζαν: παπικό filioque, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό κ.λπ. Εδώ, η μόνη έμμεση αναφορά σε αίρεση είναι στο §3 (Φλωρεντία, Παλαμάς, εθνοφυλετισμός). Αλλά για τους σύγχρονους αιρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) επικρατεί σιωπή ή «διπλωματική» γλώσσα. Η Σύνοδος δεν τολμά να πει: «Ο Πάπας είναι αιρετικός» ή «Οι προτεστάντες δεν είναι Εκκλησία».


9. Η οικολογία ως αντικατάσταση της σωτηριολογίας (§14)

14. Α ρίζαι τς οκολογικς κρίσεως εναι πνευματικαί καί θικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
Η εκτενής αναφορά στην «ο
κολογικήν κρίσιν» και η χρήση όρων όπως «βιώσιμον περιβάλλον», «κλιματική λλαγή».

Το απόσπασμα  θίγει έναν έντονο προβληματισμό σχετικά με τα όρια και τον χαρακτήρα της παρέμβασης της Εκκλησίας στα σύγχρονα περιβαλλοντικά ζητήματα, αντιπαραβάλλοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη ανθρωπολογία με τις σύγχρονες κοσμικές προσεγγίσεις.

 Η φροντίδα της κτίσης διαθέτει ισχυρά ερείσματα στην ορθόδοξη διδασκαλία, όπου ο κόσμος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα τεχνοκρατικό οικοσύστημα προς διαχείριση, αλλά ως έργο των θείων χειρών και δώρο εμπιστευμένο στον άνθρωπο προς καλλιέργεια και φύλαξη. Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Βασίλειος και ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, αναδεικνύουν τη βαθιά πνευματική ενότητα του ανθρώπου με τη δημιουργία, υπογραμμίζοντας ότι η αλόγιστη εκμετάλλευση πηγάζει από την εγωιστική αποκοπή του ανθρώπου από τον Δημιουργό.

Παρά τη θεμελιώδη αυτή μέριμνα, εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις όταν η συνοδική διδασκαλία δείχνει να ευθυγραμμίζεται με την κοσμική και πολιτική ατζέντα διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ. Ο φόβος μετατόπισης του κέντρου βάρους από τη μυστηριακή ζωή, την εν Χριστώ αναγέννηση και την εσχατολογική προοπτική σε έναν ακτιβιστικό ρόλο, που κινδυνεύει να μετατρέψει την Εκκλησία σε έναν κοσμικό οργανισμό οικολογικού ενδιαφέροντος ή σε ΜΚΟ.

Στην ασκητική παράδοση, η αμαρτία και η μετάνοια έχουν καθαρά προσωπικό και υπαρξιακό χαρακτήρα, συνδεδεμένες με την ελεύθερη βούληση και την αποκατάσταση της σχέσης με τον Θεό. Η μεταφορά τους σε συλλογικά, κοσμικά ή οικοδομικά σχήματα, όπως η «αμαρτία της εκμετάλλευσης» στα πρότυπα της θεολογίας της απελευθέρωσης, θεωρείται από πολλούς θεολόγους ως ξένη προς το ορθόδοξο πνεύμα.

Το κρίσιμο ζήτημα που αναδύεται είναι πώς η Εκκλησία θα αρθρώσει λόγο και πράξη για τη διάσωση της δημιουργίας, παραμένοντας πιστή στην πνευματική της αποστολή χωρίς να εγκλωβίζεται σε ιδεολογικά σχήματα της εποχής

 

Η απουσία του μοναχισμού από την εκκλησιολογία
Σε ένα κείμενο 20 άρθρων για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο. Ο μοναχισμός παρουσιάζεται μόνο περιθωριακά στο §13 («δέν
φορον μόνον ες τόν μοναχικόν βίον»).
Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ασκητικούς Πατέρες, ο μοναχισμός δεν είναι «επάγγελμα», αλλά η καρδιά της Εκκλησίας. Η απουσία του από την εκκλησιολογία της Συνόδου δείχνει μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία, όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με τη διοικητική δομή (14 Αυτοκέφαλες) και όχι με τη μυστηριακή ζωή. Η Σύνοδος μιλάει για «
κκλησία» ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως και ασκητικής πάλης.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (Συνοπτικά)

Παρόλο που η Εγκύκλιος της Συνόδου της Κρήτης (2016) παρουσιάστηκε ως κείμενο ενότητας, η οπτική της για την Εκκλησία απομακρύνεται από την παράδοση των Πατέρων. Αντί να βλέπει την Εκκλησία ως το ζωντανό Σώμα του Χριστού, υιοθετεί ιδέες από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τον Προτεσταντισμό, παρουσιάζοντάς την απλώς ως μια «κοινωνία αγάπης κατ' εικόνα της Αγίας Τριάδος», χωρίς να τονίζει τη θεϊκή της ιεραρχία με Κεφαλή τον Χριστό.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα κρύβεται στο άρθρο 5, το οποίο ορίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελείται από δεκατέσσερις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Με αυτόν τον τρόπο, η Εκκλησία αντιμετωπίζεται σαν μια ομοσπονδία κρατών, όπου το "όλον" είναι απλώς το άθροισμα των μερών της. Σύμφωνα όμως με την παράδοση, η Εκκλησία είναι μία και ενιαία, και οι τοπικές Εκκλησίες είναι απλώς διοικητικά της τμήματα, όχι τα θεμέλιά της. Αυτή η «συνεταιριστική» λογική καταλήγει στο να κάνει ο καθένας ό,τι θέλει: κάθε Εκκλησία αποκτά στην πράξη δικαίωμα βέτο, διαλύοντας την ενότητα όλων μαζί.

Επιπλέον, η Εγκύκλιος αγνοεί τον μοναχισμό, ενώ μετατρέπει την Εκκλησία από χώρο πνευματικής θεώσεως σε έναν κοσμικό θεσμό διαλόγου. Αποφεύγει να μιλήσει ανοιχτά για σύγχρονες αιρέσεις (όπως το παπικό πρωτείο ή η ουνία) και υιοθετεί ξένους όρους όπως ο «διαθρησκειακός διάλογος». Ακόμη, η σιωπή της για τα γεγονότα της Ουκρανίας το 2016 και η ουδετερότητά της άνοιξαν τον δρόμο για τη μετέπειτα κρίση του 2018.

Συνολικά, η εκκλησιολογία αυτού του κειμένου δεν πατάει στην παράδοση, αλλά μοιάζει με μια διπλωματική και μοντέρνα συμφωνία που θυσιάζει την αλήθεια της Εκκλησίας στον βωμό του διαλόγου και της παγκοσμιοποίησης.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου