Σελίδες

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κριτική των Σύγχρονων Αντι-οικουμενικων θέσεων (Σχόλια σε οικουμενιστικό κείμενο)

 




Εισαγωγικά 

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση 

https://panorthodoxsynod.blogspot.com/2025/12/blog-post_22.html#more 

δημοσιεύεται κείμενο του Ιωάννη Λότσιου Δρ.Θ. post Doc με τίτλο: «ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ;».

Ξεκινώντας την κριτική του κειμένου, εστιάζουμε στην ενότητα «Κριτική των Σύγχρονων Αντι-οικουμενικών θέσεων», η οποία παρουσιάζεται παρακάτω:

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Κριτική των Σύγχρονων Αντι-οικουμενικών θέσεων

Ο σύγχρονος αντιοικουμενισμός δεν συνιστά ενιαίο θεολογικό ρεύμα, αλλά σύνολο ετερόκλητων στάσεων. Ιδιαίτερη επιρροή ασκεί το κείμενο που αποδίδεται στον π. Ἰουστίνο Πόποβιτς, στο οποίο ο οικουμενισμός χαρακτηρίζεται ως «παναίρεσις». Η γενικευτική αυτή χρήση του όρου παρουσιάζει σοβαρή θεολογική προβληματικότητα, διότι δεν διακρίνει μεταξύ θεολογικού διαλόγου, εκκλησιολογικού συγκρητισμού και θρησκευτικού σχετικισμού, διάκριση που είναι ουσιώδης στην πατερική θεολογία. Παράλληλα, αποτειχιστικά κείμενα που επικαλούνται τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, συχνά ταυτίζουν εσφαλμένα τον διάλογο με την αίρεση. Ωστόσο, ο εν λόγω Κανόνας αναφέρεται ρητώς σε δημόσια κηρυττόμενη αίρεση και όχι σε θεολογικό διάλογο ή ποιμαντικές πρωτοβουλίες. Η αδιάκριτη χρήση όρων όπως «προδοσία» ή «αποστασία», χωρίς συνοδική κρίση, έρχεται σε αντίθεση με το πατερικό ήθος. Ο Άγιος Μάξιμος ὁ Ομολογητής, παρά τη σφοδρή αντίθεσή του στον Μονοθελητισμό, θεμελίωσε την ομολογία του σε θεολογική επιχειρηματολογία και όχι σε καταγγελτική ρητορική. 

 Συμπερασματικά, η κριτική αποτίμηση των σύγχρονων αντιοικουμενικών θέσεων δείχνει ότι πολλές από αυτές εδράζονται σε αποσπασματική χρήση πατερικών και κανονικών χωρίων. Υπό το φως της πατερικής εκκλησιολογίας, ο διάλογος, όταν διεξάγεται εντός συνοδικών πλαισίων και με σαφή δογματική αυτοσυνειδησία, δεν απειλεί την ορθοδοξία, αλλά την φανερώνει ως ζώσα και ομολογιακή πραγματικότητα.

 

 

Σχόλια

Α. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο σύγχρονος οικουμενιστικός διάλογος ως «πατερική συνέχεια» ή «ζώσα ομολογιακή πραγματικότητα» αποτελεί ουσιαστικά δογματική παραχώρηση και νομιμοποίηση της αίρεσης. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν συμμετείχαν σε διάλογο για κατανόηση ή διπλωματία· κάθε συνομιλία με αιρετικούς είχε ως αποκλειστικό σκοπό την υπεράσπιση της αλήθειας της πίστης και την καταδίκη της πλάνης. Το να θεωρείται «ασφαλής» ή «διακριτικός» ο διάλογος με Εκκλησίες που ήδη αλλοίωσαν την πίστη μέσω Παπικού πρωτείου, Filioque και άλλων καινοτομιών είναι παραβίαση της ομολογιακής ευθύνης και θεολογικά αβάσιμος ισχυρισμός.

Β.Η επίκληση του 15ου Κανόνας της Α’ Συνόδου ως «παρεξηγημένου» είναι αισχρή καπηλεία της Συνοδικής Παραδόσεως. Ο Κανόνας δεν μιλάει απλώς για «διδασκαλία» – μιλάει για κοινωνία. Όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό, όποιος αναγνωρίζει ως «Εκκλησία» το σχισματικό μόρφωμα της Ρώμης ή των προτεσταντικών ομολογιών, έχει ήδη εκπέσει της Ορθοδοξίας, έστω κι αν κρατάει στα χέρια του το Ωρολόγιον και το Κοντάκιον. Η συμμετοχή σε «θεολογικές επιτροπές» όπου η Ορθοδοξία «συζητά» ως ίση προς ίση με την πλάνη είναι αποδοχή της ισοτιμίας αληθείας και ψεύδους, δηλαδή αρνήσεως του Ιησού ως μόνης Οδού και Αληθείας.

Δεν υπάρχει «ουδέτερη» στάση. Ή είσαι με τον Χριστό και τους Αγίους Του, ή είσαι με τον Αντίχριστο και τις παραφυάδες του. Η σιωπή απέναντι στην αίρεση είναι έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Όποιος Ορθόδοξος επίσκοπος, ιερέας ή θεολόγος συμμετέχει σε «παγκόσμιες συναντήσεις προσευχής» με παπικούς και προτεστάντες δεν είναι απλώς «αφελής» – είναι προδότης της Αποστολικής Διαδοχήςμοιχός της Εκκλησίας, και νομιμοποιητής της ψευδοεκκλησιολογίας.

Γ. Η επίκληση του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή ως «προτύπου διαλόγου» είναι θεολογικά παραπλανητική και επικίνδυνη. Ο Μάξιμος πολέμησε κάθε αίρεση με αδιαπραγμάτευτη ομολογία της αλήθειας και θεολογική επιχειρηματολογία, όχι με χειραψίες, συμβολικές συναναστροφές ή ισοδύναμες διαπραγματεύσεις με αιρετικές Εκκλησίες. Κάθε διάλογος που εξισώνει ισότιμα ή δημιουργεί ψευδές αίσθημα «κατανόησης» με Εκκλησίες που απομακρύνθηκαν από την πατερική αλήθεια συνιστά συνεργασία με την πλάνηνομιμοποίηση αίρεσης και ουσιαστική αποστασία από το ομολογιακό ήθος της Ορθοδοξίας.Ο Άγιος Μάξιμος δεν «συνομιλούσε» με τους μονοθελήτες – τους συνέτριβετους ανάθεματιζεπροτιμούσε  το κόψιμο της γλώσσας  και την εξορία παρά την κοινωνία με την αίρεση. Η σύγκριση της σημερινής οικουμενιστικής δειλίας με την ανδρεία του Ομολογητή είναι συκοφαντία του Αίματός του. Ο Αγ.Μάξιμος δεν έψαχνε «κοινά στοιχεία» με τον Πύρρο ή τον Μακάριο Αντιοχείας· τους καθαίρεσε, τους αποκήρυξε, τους θεώρησε αλλοτριωμένους από τον Χριστό.

Δ. Ο ορθόδοξος διάλογος δεν μπορεί να νομιμοποιεί ή να δίνει έστω και εντύπωση ισοτιμίας με δόγματα που παραβιάζουν την αποστολική παράδοση· κάθε τέτοια προσπάθεια μετατρέπει την οικονομία σε εργαλείο θεολογικής προδοσίας και υπονομεύει την ακεραιότητα της πίστης που οι Πατέρες υπερασπίστηκαν με αίμα και λόγο.

Η σύγχρονη οικουμενιστική πρακτική, όταν επικαλείται τον Άγιο Μάξιμο ως πρότυπο, συκοφαντεί την ομολογιακή αυστηρότητα της Εκκλησίας και συγχέει τη θεολογική αλήθεια με συμβολικές ή πολιτικές χειραψίες, διακινδυνεύοντας να παραδώσει το σώμα της πίστεως στην πλάνη υπό την κάλυψη του «διαλόγου».

ΠΗΓΗ.ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ

10 σχόλια:

  1. Γράφει ἡ ἀνάρτησις: «Όπως οι Πατέρες της Εκκλησίας συζητούσαν με αιρετικούς και αλλοθρήσκους για να υπερασπιστούν την αλήθεια της πίστεως, έτσι και τώρα η Εκκλησία αναζητά τον διάλογο ως τρόπο ομολογίας και ενότητας, πάντα όμως μέσα στη συνοδική τάξη και την αμετάβλητη διδασκαλία της πίστης.»
    Σχόλιον: Μεγαλύτερον ψεῦδος ἀπό αὐτό δέν ὑπάρχει! Ἡ διδασκαλία τῶν Οἰκουμενιστῶν ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ὁδοί σωτηρίας (Ἀθηναγόρας, Βαρθολομαῖος, Θεόδωρος, Ἐλπιδοφόρος κ.ἄ.), ἐφόσον ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν δῆθεν εἰς τόν ἴδιον Θεόν, ὁ καθείς μέ τόν τρόπον του, εἶναι «μέσα στη συνοδική τάξη και την αμετάβλητη διδασκαλία της πίστης»; Ἤ μήπως εἶναι τό τοῦ Ἰακώβου Κουκούζη «νά καταργήσωμεν, λοιπόν, τά δόγματα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του κ.λπ. καί νά κατασκευάσωμεν νέα, οὕτως ὥστε αὐτά νά εἶναι ἀποδεκτά ἀπό τόν σύγχρονον ἄνθρωπον» (Νew York Times, 25-9-1967, σ. 40); Ἤ μήπως εἶναι τό τοῦ Στυλιανοῦ Χαρκιανάκι: «Ὅποιος νομίζει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἔπεσε ἀπό τόν οὐρανό τέλεια καί ἀναμάρτητη σάν μετέωρο μαγικοῦ αἰφνιδιασμοῦ, δηλαδή μηχανικά καί ἀνώδυνα ... αὐτός δέν θά καταλάβει ποτέ τό βαθμό τῆς κενώσεως πού καταδέχτηκε ὁ Θεός Λόγος ... Γιατί ἡ ἀναντίρρητη άναμαρτησία τοῦ Κυρίου δέν ἦταν βέβαια ἔνα δογματικό θεώρημα πού μαγικά θα ἔπρεπε νά ἀποστηθίσουν οἱ Χριστιανοί ... Ἡ ἀναμαρτησία τοῦ Κυρίου ἔπρεπε νά βιωθεῖ κατά τόν πιό ὑπαρξιακό τρόπο ἀπό τούς πιστούς ὡς ἠθική νίκη τοῦ Θεανθρώπου πού κατακτήθηκε βῆμα πρός βῆμα μέσα ἀπό τόν ἀγῶνα καί τήν πάλη τῶν δύο φύσεων καί τῶν δύο θελήσεων. Ἔτσι μόνο θά μποροῦσαν οἱ δύο φύσεις νά ἐναρμονισθοῦν ὡς ἑνιαῖο ‘γνωμικόν θέλημα’ τοῦ ἑνός προσώπου τοῦ Υἱοῦ εἰς τήν ὑπακοή τοῦ Πατρός» (Περ. Ἱ. Ἀρχ/ῆς Αὐστραλίας «Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας», τ. 9, Ἀρ. 12, Δεκ. 1988); Καί χιλιάδες ἄλλα.
    Σημείωσις: Προσεπάθησα ν' ἀναρτήσω τό ὡς ἄνω σχόλιον εἰς τήν ἀρχικήν ἀνάρτησιν, ἀλλ' ἀπέτυχεν ἡ προσπάθειά μου, διότι τά σχόλια ἐκεῖ εἶναι ἀνοικτά μόνον εἰς τά «μέλη τῆς ὁμάδας», τοὐτέστιν μόνον εἰς Οἰκουμενιστάς ἐπιτρέπεται ὁ σχολιασμός, κατά τό γνωστόν «Γιάννης κερνάει Γιάννης πίνει»!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό που γράφεται για την ανάρτηση που βρισκεται;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βρίσκεται στό μέσον τῆς 1ης παραγράφου τοῦ κειμένου στήν παραπομπήν πού κάνετε στήν ἀρχήν τῆς ἀναρτήσεώς σας.

      Διαγραφή
  3. Καλό Τριώδιο. Κανείς διάλογος, π. Δημήτριε, δεν γίνεται σήμερα, όπως εσείς λέτε "ο διάλογος που γίνεται εντός συνοδικών πλαισίων και με σαφή δογματική αυτοσυνειδησία, δεν απειλεί την ορθοδοξία, αλλά την φανερώνει ως ζώσα και ομολογιακή πραγματικότητα". Αυτό γινόταν πριν περισσότερο από 100 χρόνια. Όλοι οι διάλογοι σήμερα γίνονται μέσα στα πλαίσια των αντισυνοδικα και αντιορθοδοξα συμφωνημένων όρων συμμετοχής στο Π.Σ.Ε. και έτσι είναι αιρετικου δηλ οικουμενιατικού χαρακτήρος. Αν γνωρίζετε όχι γενικά αλλά σαφώς κάτι αντίθετο να μας το υποδείξετε.Κι επειδή διακρίνω μια στάση εκ.μερους σας που δεν είναι τόσο ξεκάθαρη. Σας ρωτάω ευγενικά, χωρίς πνεύμα κατάκρισης αλλά ευθέως: Εσεις τελικά είστε αποτειχισμενος από τον επίσκοπο σας που έχει πέσει εν γνώσει του και γυμνή τη κεφαλή σε πάμπολλα θεολογικά λάθη και εμμένει σε αυτά, χωρίς να μετανοεί.; Αν ναι, που λειτουργείτε ώστε το άμοιρο ποίμνιο να βρει και σε εσάς παρηγοριά; Αν όχι, γιατί δεν το λέτε ξεκάθαρα ώστε ο αναγνώστης να ξέρει τα κίνητρά σας; Οι ερωτήσεις μου είναι ορθοδοξως επιτρεπτές χωρίς ασέβεια και αξίζουν για ποιμαντικούς λόγους να απαντηθούν.
    Ευχαριστώ πολύ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολλοί σύγχρονοι θεολογικοί διάλογοι πάσχουν σοβαρά και πράγματι εκτρέπονται σε οικουμενιστικές λογικές, γεγονός αναμφισβήτητο. Από το γραπτό σας κείμενο φαίνεται ότι πιστεύετε ότι έπαψε να λειτουργεί το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας, εδώ και 100 χρόνια . Οπότε ευθέως τίθεται το ζήτημα της Αποστολικής Διαδοχής στην Ορθόδοξη Εκκλησία.. Το ερώτημα είναι απλό και αναπόφευκτο:
      Σε ποια Εκκλησία βαπτιστήκατε;
      Σε μια Εκκλησία που – κατά την άποψή σας – έχει παύσει να λειτουργεί συνοδικά εδώ και δεκαετίες; Αν πράγματι αυτό πιστεύετε, τότε οφείλετε, με εκκλησιολογική συνέπεια, να εξετάσετε όχι μόνο τη σημερινή κατάσταση της Εκκλησίας, αλλά και την εγκυρότητα και κανονικότητα του ίδιου σας του Βαπτίσματος. Διότι τα Μυστήρια δεν τελούνται εν κενώ, αλλά εντός της ζώσας, κανονικής και συνοδικής Εκκλησίας.
      Η θέση ότι δεν υπάρχουν μεταγενέστερες συνοδικές τοποθετήσεις που να θέτουν όρους, όρια και επιφυλάξεις απέναντι στους θεολογικούς διαλόγους δεν ανταποκρίνεται στην εκκλησιαστική πραγματικότητα. Ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δια των Πανορθοδόξων Διασκέψεων και των τοπικών Συνόδων, άσκησε ουσιαστική κριτική στον οικουμενιστικό χώρο και ιδίως στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, χωρίς όμως να ταυτίσει συλλήβδην κάθε διάλογο με αίρεση.
      Η Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Μόσχας το 1948, με τη συμμετοχή πολλών Τοπικών Εκκλησιών, διατύπωσε σαφή και αυστηρή θεολογική κριτική προς τον αναδυόμενο οικουμενισμό, απορρίπτοντας τη θεωρία των «κλάδων», τη σχετικοποίηση της Εκκλησίας και τη σύγχυση των εκκλησιολογικών ορίων. Τόνισε ρητά ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί εαυτήν ως τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και δεν μπορεί να νοηθεί ως ένας «κλάδος» μεταξύ άλλων. Ταυτόχρονα, η Διάσκεψη αυτή δεν διακήρυξε ότι κάθε μορφή διαλόγου είναι εκ φύσεως αιρετική, αλλά άσκησε διάκριση μεταξύ μαρτυρίας της αλήθειας και δογματικών εκπτώσεων.
      Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου το 1964, η οποία υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε θεολογικούς διαλόγους δεν συνεπάγεται αποδοχή εκκλησιολογικής ισοτιμίας των ετεροδόξων ομολογιών. Αντιθέτως, διευκρινίστηκε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία προσέρχεται σε διαλόγους αποκλειστικά ως η Εκκλησία και όχι ως μία εκ των πολλών. Ο διάλογος ορίστηκε ρητά ως μαρτυρία της πίστεως και όχι ως διαπραγμάτευση ή αναθεώρηση των δογμάτων.
      Παράλληλα, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος το 1972 επεσήμανε με σαφήνεια τους σοβαρούς κινδύνους που εγκυμονούν οι οικουμενιστικές τάσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι η εκκλησιαστική ενότητα δεν επιτυγχάνεται μέσω θεολογικών συμβιβασμών, αλλά μόνο διά της αληθείας. Τόνισε δε ότι κάθε θεολογικός διάλογος οφείλει να διεξάγεται αυστηρά εντός των ορίων της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, χωρίς σύγχυση δογματικών και κανονικών ορίων.
      Οι παραπάνω συνοδικές τοποθετήσεις καταδεικνύουν ότι η Εκκλησία δεν προσέγγισε τους διαλόγους ούτε άκριτα ούτε μηδενιστικά. Άσκησε συνοδική κριτική, έθεσε σαφή όρια και διατήρησε την εκκλησιολογική της αυτοσυνειδησία. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι όλοι οι σύγχρονοι διάλογοι είναι εξ ορισμού αντισυνοδικοί και αιρετικοί δεν εδράζεται σε συνοδική απόφαση, αλλά αποτελεί ιδιωτική ερμηνεία που δεν εκφράζει τη συνοδική συνείδηση της Εκκλησίας.
      ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

      Διαγραφή
    2. ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ.
      Σε ό,τι αφορά το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, η θεολογική κριτική είναι θεμιτή και αναγκαία. Ωστόσο, ουδέποτε συγκλήθηκε Ορθόδοξη Σύνοδος που να χαρακτήρισε τη συμμετοχή σε αυτό αυτομάτως ως αίρεση. Η ιδιωτική απόδοση τέτοιων χαρακτηρισμών δημιουργεί σύγχυση στο εκκλησιαστικό σώμα.
      Ο ΙΕ΄ Κανών της Πρωτοδευτέρας Συνόδου είναι σαφής: Δεν καθιστά την αποτείχιση κριτήριο ορθοδοξίας. Όταν η αποτείχιση μετατρέπεται σε μέτρο πνευματικής γνησιότητας ή σε εργαλείο ελέγχου συνειδήσεων, παύει να λειτουργεί πατερικά και μεταβάλλεται σε ιδεολογικό μηχανισμό.
      Το ερώτημα αν κάποιος είναι ή δεν είναι αποτειχισμένος, ιδίως όταν συνοδεύεται από υπονοούμενα περί «κινήτρων», δεν είναι ποιμαντικό αλλά καχυποψία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν λειτουργεί με δημόσιες δηλώσεις φρονημάτων ούτε με λογική «δήλωσε θέση για να κριθείς».
      Αν υπάρχει η πεποίθηση ότι συγκεκριμένος επίσκοπος κηρύττει αίρεση «ἐν γνώσει καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», τότε ο μόνος εκκλησιαστικά έγκυρος δρόμος είναι η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ. Η απαίτηση καθολικής ευθυγράμμισης με μία συγκεκριμένη ερμηνεία δεν θεραπεύουν την Εκκλησία· τη διχάζουν.Και μην ξεχνάτε ότι η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ θέλει σταθερό εκκλησιολογικό υποβαθρο.Και όποιοι ενδιαφέρονται βρίσκουν και πρόσωπα και πρακτικές.Σταματήστε όμως να μιλάτε για ποίμνιο που δεν το γνωρίζετε, ούτε ξέρετε τα εκκλησιολογικά του χαρακτηριστικά.
      Όσον αφορά την προσωπική μου στάση, γίνεται λόγος περί «ασαφειας» χωρίς να προσδιορίζεται πού και επί ποιων θεμάτων. Το αν είμαι ή δεν είμαι αποτειχισμένος δεν αφορά την εκκλησιολογική ουσία των θέσεων μου. Όσοι με γνωρίζουν, γνωρίζουν πού βρίσκομαι και πού λειτουργώ. Το ερώτημα παραμένει: ποιο εκκλησιολογικό όφελος έχει η δημόσια δήλωση μιας προσωπικής κανονικής επιλογής; Εσάς τι σας ενδιαφέρει;;
      Ο ΙΕ΄ Κανών δεν θεσπίζει διαδικτυακούς ελέγχους συνείδησης ούτε απαιτεί δημόσιες ομολογιακές δηλώσεις. Η αποτείχιση έχει και βαθύτατα προσωπικό χαρακτήρα. Η ιερωσύνη δεν είναι ιδεολογική ταυτότητα, αλλά διακονία για την οποία κάθε κληρικός απολογείται ενώπιον του Θεού και όχι στο διαδίκτυο.
      Η απαίτηση για δημόσια δήλωση αποτείχισης, ώστε να αξιολογηθούν τα «κίνητρα» κάποιου, δεν εδράζεται ούτε κανονικά ούτε εκκλησιολογικά. Εκφράζει λογική στρατοπέδων. Η Εκκλησία όμως δεν πορεύεται με δηλώσεις νομιμοφροσύνης.
      Η Ορθοδοξία δεν έχει ανάγκη από διαδικτυακούς «υπερ-ομολογητές».
      Έχει ανάγκη από αλήθεια, διάκριση, ταπείνωση και φόβο Θεού.
      Αυτά, με ευθύνη λόγου και χωρίς διάθεση προσωπικής αντιπαράθεσης.

      Διαγραφή
  4. Δυστυχώς, π. Δημήτριε, δεν απαντάτε στην ερώτησή μου, Τι σας εμποδίζει να πείτε ξεκάθαρα αν είστε αποτειχισμένος ή όχι και που λειτουργείτε; Έχετε ακούσει εσείς ποτέ ιερεά να αρνείται να πει που λειτουργεί και αν και ποιον μνημονεύει; Τις πλάγιες αλλά ξεκάθαρες "ευγενικές" ύβρεις σας περί "υπερομολογητών" δεν θα τις απαντήσω. Αποτελεί πάγια τακτική σας να υποβαθμίζετε όποιον δεν συμφωνεί απολύτως με όσα λέτε.. Όλα τα άλλα που γράφετε αποτελούν ξεκάθαρη συκοφαντία. Είπα εγώ ποτέ ότι σταμάτησε το συνοδικό σύστημα; Εγώ παρατηρώ όπως και πολλοί άλλοι πιο υψηλοί πνευματικά από εμένα ότι το σημερινό σύστημα νοσεί και μάλιστα βαθιά. Είπα εγώ ποτέ ότι δεν υπήρχαν φωνές στην Εκκλησία που διαμαρτυρήθηκαν; τις φωνές αυτές τις εμφανίζω και στα κείμενά ου και όπου μπορώ. Αμφισβήτησα εγώ ποτέ την εγκυρότητα του βαπτίσματός μου ή των άλλων Μυστηρίων. Ίσα ίσα μαζί με τον μακαριστό Σημάτη υπερασπίστηκα με πολλά κείμενα την εγκυρότητα των Μυστηρίων και την πίστη μη αποτειχισμένων πιστών, όταν εσείς σιωπούσατε και πριν ακόμα βγει το βιβλίο του π. Ευγενίου. Τα γραπτά μου αποδεικνύουν το αληθές των παραπάνω. Δυστυχώς π. Δημήτριε, πετάτε λάσπη. Κρίμα. Πολύ κρίμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Kύριε Τσακίρογλου
    Δεν επιθυμώ να συνεχίσω την συζήτηση μαζί σου για ευνόητους λόγους στην περίοδο του Τριωδίου. Ο,τι είχα να πω τα έγραψα. Οι ενδιαφερόμενοι ας διαβάσουν τα σχόλια.
    Απλά σου υπενθυμίζω, ως επίλογο, τα εξής:
    Α. Οι διάλογοι δεν ξεκίνησαν πριν από 100 χρόνια.
    Β. Δεν είμαι υποχρεωμένος να δίνω αναφορές στον κάθε αυτόκλητο διαδικτυακό «προϊστάμενο» για τις προσωπικές μου επιλογές, όταν μάλιστα δεν τον γνωρίζω, ούτε έχουμε κάποια πνευματική σχέση, ούτε ανήκει στο ποίμνιο που με ξέρει.
    Γ. Βασική μου αρχή είναι να μην απαντώ σε προσωπικές ερωτήσεις σε διαδικτυακούς χώρους.
    Δ. Στα γραπτά μου εκφράζω ενυπόγραφα απόψεις , σχολιάζω θέσεις και όχι πρόσωπα.
    Και μην ξεχνάμε ότι μιλάμε από διαφορετικά μετερίζια. Αν ήσουν ρασοφόρος τότε ο διάλογος θα είχε διαφορετική βάση. Τους αγώνες του καθενός τους γνωρίζει και τους κρίνει μόνο ο Θεός.
    Καλό Τριώδιο-καλό αγώνα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Διαβάζοντας με ενδιαφέρον τα σχόλια, διαπιστώνω ότι γίνεται ένας «χαμούλης»…
    Κύριε Τσακίρογλου, το απόσπασμα «ο διάλογος που γίνεται εντός συνοδικών πλαισίων και με σαφή δογματική αυτοσυνειδησία, δεν απειλεί την Ορθοδοξία, αλλά την φανερώνει ως ζώσα και ομολογιακή πραγματικότητα», δεν περιλαμβάνεται στην κριτική του π.Δημητρίου (σχόλια). Σας προτείνω να το ελέγξετε. Ξαναδείτε το, γιατί η εσφαλμένη αυτή απόδοση δεν αποτελεί, απλώς, αβλεψία, αλλά (κατά πως φαίνεται) σοβαρό μεθοδολογικό σφάλμα, το οποίο γεννά εύλογα ερωτήματα. Το κείμενο είναι ξεκάθαρα του κ. Ι. Λότσιου και παρατίθεται εντός πλαισίου στην ανάρτηση, γεγονός που δεν επιτρέπει οποιαδήποτε παρανόηση. Η σύγχυση προσώπων, κειμένων και θέσεων δεν συνιστά θεολογικό διάλογο, αλλά παραπλανητική κατασκευή επιχειρημάτων, αν και η άποψη του κ.Ι.Λότσιου δεν είναι εσφαλμένη. Οπότε…. (τι φάση?). Τα παραπάνω τα επισημαίνω, αποκλειστικά και μόνο για την αποκατάσταση της αλήθειας, η οποία δεν μπορεί να υποκαθίσταται από αυθαίρετες αποδόσεις και πρόχειρες γενικεύσεις. Φανταστείτε να ήταν και κάποια αιρετική θέση και να αποδιδόταν σε λάθος πρόσωπο…
    Σημείωση: και μετά απορεί κανείς για ποιο λόγο δεν προχωράει η αποτείχιση…
    Όταν ο καθένας αυτοχρίζεται μοναδικός, όταν δεν υπάρχει ενότητα μεταξύ των αποτειχισμένων ως έκφραση της συνοδικότητας της Εκκλησίας, όταν…., όταν…, τότε τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα. Ο Θεός να μας ελεήσει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή