Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017



(Γρηγόριος Θεολόγος – Στον Ιερομάρτυρα Κυπριανό)

Ιδιαίτερη θεολογική και πρακτική σημασία έχει ο εγκωμιαστικός λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εις τον άγιον Κυπριανόν. «Μικρού Κυπριανός διέφυγεν ημάς· ω της ζημίας!» είναι η αρχή του λόγου του, δηλ. «παρ’ ολίγον θα μου διέφευγεν ο Κυπριανός. Τι τιμωρία δι’ εμένα» (Λόγος ΚΔ, τόμος 6, Ε.Π.Ε.)
Αναφερόμενος στον άγιο Κυπριανό, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος τονίζει την επιθυμία που πρέπει να έχει ο κάθε πιστός: «μιαν δε δυναστείαν, το κατά του πονηρού κράτος και το της ψυχής ανάλωτον και αήττητον εν τοις υπέρ ευσεβείας αγώσιν», δηλ. «ένα είναι το αξίωμα· η νίκη κατά του πονηρού και το να παραμείνη απόρθητη και ανίκητη η ψυχή εις τους αγώνας της δια την ευσέβειαν». Ο Ι. Πατήρ υπογραμμίζει: για τους δυνάμει μάρτυρες «δάκρυα δε των οικείων, και θρήνους και οιμωγάς παρατρέχειν, ως του πονηρού δελεάσματα, και κωλύματα της θείας οδοιπορίας».
 
Ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν ένας απλός θεωρητικός. Στο βίο του, στη θεία οδοιπορία του, είχε υποφέρει από την Αρειανική αίρεση σε συνθήκες περίπλοκες – απειλητικές, όπου οι αιρετικές δυνάμεις μετασχηματίζονταν σε «εκκλησιαστικές», με παραπλανητικές λογικές, που μόνο ένας θεολόγος νους, όπως ο άγιος Γρηγόριος, μπορούσε να τις εξουδετερώσει.
Κάτω από την ήρεμη επιφάνεια της διατύπωσης «θεία οδοιπορία» κρύβεται η εσωτερική, αγαπητική έξαρση – όξυνση του αγίου Γρηγορίου για την πολυτιμότητα της ορθής πίστης, για την έμπρακτη αγάπη στο Χριστό.
Ο όρος αυτός δεν αποδίδει μόνο την πνευματική πορεία ενός πιστού, την παλαίστρα του κελλίου ή τον αγώνα και τις πνευματικές δυσκολίες – πειρασμούς στη συμβίωση με την πραγματικότητα του κόσμου. Κυρίως ο όρος αυτός εννοεί, πιστεύω, τη μαρτυρική (οδυνηρή) κατάκτηση της βασιλείας του Θεού. Το μαρτύριο είναι η άμεση (πνευματικά) κατάκτηση της βασιλείας των ουρανών. Να υπογραμμίσουμε, ότι τους Πατέρες και τους μάρτυρες της Πίστεως, δεν τους χαρακτήριζε μια φοβική αμφιταλάντευση μεταξύ ζωής και μαρτυρικού θανάτου. Αναμφίβολα, ο όρος «Θεία οδοιπορία» περιλαμβάνει, σε ευρύτερη έννοια, και το βηματισμό της Εκκλησίας στη πορεία της μέσα στον κόσμο.
Η Εκκλησιαστική πορεία είναι ιστορία με οξύτατους και οδυνηρούς αγώνες για την διατήρηση της ορθής πίστεως. Να θυμηθούμε, τη διαχρονική φωνή της αιρέσεως: «Είναι λίγοι (οι Ορθόδοξοι), δεν υπάρχει αποτέλεσμα».
Την εποχή του αγίου Γρηγορίου, οι Αρειανοί κατεφρόνησαν τον ευκτήριο οίκο των Ορθοδόξων «δια σμικρότητα περιγραφής» (Γρηγορίου Πρεσβυτέρου, P.G. 35, 276 BC).
Στη θαρραλέα πνευματική άμυνα των πιστών δεν υπάρχουν απελπισμένες προσπάθειες, όταν αποβάλλουν διχαστικότητα, δειλία, μαλθακότητα και όλα τα δολώματα του εχθρού. Εάν ο πνευματικός αγώνας έναντι μιας αιρέσεως, του οικουμενισμού στις ημέρες μας, λειτουργήσει Πατερικά, τότε η παράταξη των Ορθοδόξων μεγαλύνεται: «Ο οίκος Δαβίδ επορεύετο και εμεγαλύνετο, ο δε οίκος Σαούλ επορεύετο και ησθένει» (Γρηγορίου Πρεσβυτέρου).
Η πνευματική άμυνα στην αίρεση του οικουμενισμού εμπεριέχεται στο πνευματικό νόημα της «Θείας οδοιπορίας». Όταν ένας επίσκοπος (κληρικός) είναι οικουμενιστής τότε, εκκλησιολογικά, δεν εξασφαλίζει την ανόθευτη λειτουργία της Εκκλησίας. Το βαθύτερο και ανυποχώρητο πνεύμα του 15ου Κανόνα είναι να εξασφαλίσει την ομαλή «θεία οδοιπορία» του εκκλησιαστικού σώματος, των Ορθοδόξων πιστών.
Πνευματικά και Δογματικά είναι απαιτητικός ο κανόνας!
Ο κανόνας αυτός διατυπώθηκε από Πατέρες χαρισματικούς, με γρηγορούσα συνείδηση και προφητική παρουσία στο χώρο της Εκκλησίας. Στοιχεία επαινετά, ευλογημένα και άξια τιμής. Γι’ αυτό και αξίζουν Εκκλησιαστικής τιμής αυτοί που τον εφαρμόζουν, διότι κινούνται στον πνευματικό άξονα: Γρηγορούσα συνείδηση, Ορθόδοξη διδασκαλία, προφητική παρουσία και σταθερότητα στις Αγιογραφικές, Αποστολικές και Πατερικές παραδόσεις, όλα αυτά δηλ. που λείπουν από τους «ψευδοεπισκόπους»!
Η υποχρεωτική εφαρμογή του κανόνα απορρέει άμεσα και από τη φύση της αιρέσεως, που πάντα συσκοτίζει το δρόμο της ένωσης με το Θεό, τη «Θεία οδοιπορία».
Τη «Θεία οδοιπορία» εφαρμογής του κανόνα, την βίωσαν μαρτυρικά οι άγιοι: Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Γρηγόριος Θεολόγος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, Μάξιμος ο Ομολογητής, Θεόδωρος ο Στουδίτης, Γρηγόριος Παλαμάς, Μάρκος Ευγενικός και οι Αγιορείτες επί Βέκκου. Στον Ελλαδικό χώρο οι Αγιορείτες την περίοδο 1960 – 1971, ορισμένοι Μητροπολίτες (την ίδια περίοδο) και οι σημερινοί Αγιορείτες Πατέρες με αρκετούς ευσεβείς κληρικούς.
Ερωτήματα: Όταν ο οικουμενιστής επίσκοπος δεν μετανοεί ή δεν παραιτείται, μπορεί να συνυπάρχει πνευματικά η αίρεση με την αλήθεια;
Ποιος στ’ αλήθεια θα πληρώσει το πνευματικό αντίτιμο για τις ψυχές, που θα εκλάβουν την αίρεση ως οδό σωτηρίας;
Μπορεί να υπάρξει «Θεία οδοιπορία» με οδηγό την παναίρεση του οικουμενισμού;
Η μονομερής Γεροντική γραμμή για καλλιέργεια πνευματικής ζωής και ένωση με το Χριστό, οδηγεί στην πνευματική απίσχναση, ατομική και συλλογική, που συντελεί στην ένταξη και αφομοίωση των πιστών από το πνεύμα του οικουμενισμού.
Ο Ι. Χρυσόστομος θεωρεί λαθεμένη τη στρατηγική αυτή. Είναι αδύνατο, τονίζει, να καλλιεργηθεί άγιος βίος, ορθόδοξο ήθος σε εκκλησιαστική περιοχή γεμάτη των ζιζανίων της αιρέσεως. Ελέγχει τους αποτολμώντας διάζευξη – χωρισμό πίστεως και πολιτείας (βίου).
Λέγει σχετικά: «Επειδή γαρ ο Χριστιανισμός και το της των δογμάτων ορθότητος και πολιτείαν υγιαίνουσαν απαιτεί, δεδοίκασι, φησί, μεταθέσθαι προς ημάς, επειδή βούλονται βίον ορθόν επιδείξασθαι» (Ομιλία ΚΗ, PG 59, 164, στον Ευαγγελιστή Ιωάννη).
Η υποχρεωτική εφαρμογή του κανόνα εκπηγάζει, ακόμη, από τη φύση της αμαρτίας, που λειτουργεί ως φωτιά: «ούτε όταν το πυρ εγγίση εύφλεκτον ύλην είναι δυνατόν να μη εξαπλωθεί εις ολόκληρον την ύλην, ιδίως όταν επιτύχη ευνοϊκόν άνεμον που διαδίδει την φλόγα· ούτε όταν ένας εγγίζη την αμαρτίαν είναι δυνατόν να μη μεταδοθή εις όλους όσοι πλησιάζουν και μάλιστα όταν την φλογίζουν τα πνεύματα της πονηρίας» (Μ. Βασίλειος, Ερμηνεία στον Α΄ Ψαλμό).
Ο 15ος Κανόνας πρέπει να θεωρείται ως οδηγητική δύναμη στην Εκκλησία, που θέτει την Πίστη σαν το πιο βαθύ στοιχείο της Εκκλησιαστικής – πνευματικής ζωής.
Είναι ένας οδηγητικός, συνεχής υπομνηματισμός της αλήθειας της Εκκλησίας, που ο κριτικισμός της αίρεσης τον δίνει «σχισματική ταυτότητα».
Στον κανόνα αυτό προβάλλεται, ακόμη, η βούληση της Ορθοδοξίας με την έννοια: ό,τι ορθόδοξο υπάρχει έχει (πρέπει) θείο δικαίωμα να υπάρχει. Καμία σύνοδος ή επίσκοπος δεν αποτελεί αυτόνομη οντότητα μέσα στο χώρο της αληθινής Εκκλησίας, καθοριστική της πορείας της. Αντλούν αληθινό νόημα μόνο στην υπακοή τους προς την Εκκλησία και στις Άγιες Συνόδους της.
Η σημερινή συγκρατημένη επιφύλαξη εφαρμογής του κανόνα, από συνειδητούς επισκόπους και κληρικούς, δημιουργεί χάσμα με τη βεβαιωμένη παράδοση της Ορθοδοξίας. Η στάση αυτή δημιουργεί συνείδηση επιβολής – αποδοχής των Οικουμενιστικών δογμάτων, εκτροπή δηλ. από τη «Θεία οδοιπορία».
Οι λίγοι, που ακολούθησαν τη μαρτυρική οδό της διακοπής μνημοσύνου Οικουμενιστών Πατριαρχών και επισκόπων, σ’ όλη την Ορθόδοξη πνευματική επικράτεια, παρηγορούνται από την υπόσχεση του Θεού: «συνετιώ σε και συμβιβώ σε εν οδώ ταύτη, ή πυρεύση, επιστηριώ επί σε τους οφθαλμούς μου» (Ψαλμός 31,8) δηλ. «Δεν θα σε εγκαταλείψω, αλλά θα εξακολουθώ να σε συνετίζω και να σε συνοδεύω εις την οδόν ταύτην, εις την οποία πρέπει να βαδίζης. Οι οφθαλμοί μου δεν θα αποσπασθούν από σε, αλλά θα είναι προσηλωμένοι και εστηριγμένοι επί σου δια να σε προφυλάττω».

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου