Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013


ΚΑΤΑΝΤΙΑ ΤΩΝ ΔΟΥΡΕΙΩΝ ΙΠΠΩΝ

ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΣΕΡΒΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ.

 

 Ο ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

 

ΚΛΑΙΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥΣ.

 

 

ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ 

 

ΟΙ ΣΑΤΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΙ ΡΑΣΟΦΟΡΟΙ;

 ==================

 

 

 

Συμπροσευχή, του συμμετοχου 

της ΛΗΣΤΡΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 

του Βελιγραδιου,

Ζεν Πρεμιε και εκατομυριουχου 

μητρ. Ερζεγοβινης Γρηγοριου, 

τεκνου του Σατανασιου Γιεφτιτς,

μετά των Φραγκολατινων,

στην Εβδομάδα Προσευχής 

για την ....Σατανική Ενότητά τους.



- Δεν αρκούν οι συμπροσευχές, χρειάζονται και τα αρχιερατικά άμφια;

- Από τον Σατανάσιο (οπως τον αποκαλουν στην Σερβια) Γιέφτιτς, διαμένοντα άλλωστε μαζί με τον νύν Ερτζεγοβίνης, ούτε μία φωνή διαμαρτυρίας;

 



Στο πλαίσιο της Εβδομάδας Προσευχής για τη ...Σατανική Ενότητα (Ιανουάριος 2013) στον ορθόδοξο ναό του Ευαγγελισμού (Μητρόπολη Ερζεγοβίνης) στην πόλη Dubrovnik, πραγματοποίηθηκε συμπροσευχή Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, επικεφαλής της οποίας ήταν ο ορθόδοξος επίσκοπος Ερτζεγοβίνης Γρηγόριος και o ρωμαιοκαθολικός "επίσκοπος" του Dubrovnik Mato Uzinic. 





Ύστερα από περσινή συμπροσευχή για την ενότητα η οποία έγινε σε παπικό ναό του Dubrovnik, η φετινή διεξήχθη μέσα σε ορξόδοξο ναό. 

Και οι δυό όμως αυτή τη φορά φορούσαν το αρχιερατικό ωμοφόριο κατά τη διάρκεια της συμπροσευχής. 





Χρήζει ιδιαιτέρας προσοχής με ποιό τρόπο ονόμασε ο επίσκοπος Γρηγόριος τον εαυτό του, κάτι που ακούγεται ξεκάθαρα στο σχετικό βίντεο. 

Γνωστόν τυγχάνει ότι στη Σερβία, και γενικά στις πρώην Γιουγκοσλάβικες χώρες, ο ορθόδοξος επίσκοπος, προσφωνείται με τον τίτλο episkop ή vladyka, ενώ ο ρωμαιοκαθολικός με τον τίτλο  biskup.

Και μια ματιά στους τίτλους ειδήσεων που αναφέρονται σ΄ αυτό το γεγονός συμπροσευχής να ρίξει κανείς θα διαπιστώσει το λεγόμενο. 






Μόλις ακουστεί η λέξι biskup σε κανέναν δεν χωράει αμφιβολία ότι λόγος γίνεται για το ρωμαιοκαθολικό "επίσκοπο". Και το αντίστροφο. 






Ο νύν Ερτζεγοβίνης όμως σε δήλωσή του (0.50-0.56) τόνισε ότι ο Mato Uzinic ώς "biskup του Dubrovnik και εγώ ως biskup της Ερτζεγοβίνης", δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν και να ολοκληρώσουν την ένωση των Εκκλησιών. 





Από τον πρώην Ερτζεγοβίνης Σατανασιο Γιέφτιτς εντούτοις, που άλλωστε μένει μαζί του στην Μητρόπολη από την παραίτησή του το 1999, δεν ακούστηκε ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας ποτέ μέχρι τώρα, παρόλο που τέτοιες ασχημίες του επ. Γρηγορίου σαν την τελευταία δεν είναι σπάνιες. 






Εύκολα κανείς μπορεί να καταλάβει ότι ούτε συμβουλές πρός την κατεύθυνση αποχής από τον οικουμενισμό, με το κύρος που βέβαια έχει και ειδικά με την ιδιότητα του πνευματικού πατρός, δεν του δίνει, αλλά μάλλον συμφωνεί, καλύπτει (προτρέπει;) και ευλογεί τον οικουμενιστικό δρόμο που πήρε το τέκνο του.. 




Κοινή πεποίθηση όλων στην Σερβική Εκκλησία είναι πώς ο πνευματικός του πατέρας Σατανασιος Γιέφτιτς είναι ο κυριώτερος εμπνευστής και διδάσκαλος της οικουμενιστικής του ολίσθησης. 

 



Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το πιο σκανδαλώδες και το πιο προκλητικό για τους Ορθοδόξους πιστούς της Σερβικής Εκκλησίας είναι το γεγονός ότι ο επίσκοπος Ερζεγοβίνης αποκαλεί τον εαυτό του biskup
Αυτό είναι κάτι πρωτοφανές και πρωτάκουστο στη Σερβική Εκκλησία, και ήδη προκάλεσε μεγάλο σάλο. 
Τι άλλο μπορεί να σημαίνει και πως άλλιώς να το εκλαμβάνουν οι πιστοί παρά να συγκαταλέγει τον εαυτό του ο νύν Ερτζεγοβίνης με τους Παπικούς.






 
 ΠΡΟΣ «ΚΟΙΝΟΝ ΠΟΤΗΡΙΟΝ»  ΚΑΙ ΠΑΠΙΚΩΝ
ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΔΙΑ ΤΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ;
 
 
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση
 
 
 
 
 
TO 2013 συμπληρώνονται χίλια ἑπτακόσια ἔτη (1700) ἀπό την ἔκδοση τοῦ γνωστοῦ «Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων» (313), το ὁποῖο συνυπέγραψαν οἱ δύο τότε συναυτοκράτορες Μ.Κωνσταντῖνος και Λικίνιος. Με ἀφορμή τήν ἐπέτειο αὐτή ὀργανώνονται ἀπότήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἑορταστικές ἐκδηλώσεις, λόγῳ τοῦ ὅτι μία σερβική πόλις θεωρεῖται γενέτειρα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.
 
 
 
 
1. Τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» εὐνοοῦσε τό Χριστιανισμό καί ἄνοιγε τόν δρόμο γιά τό πρῶτο στηνἱστορία χριστιανικό κράτος.
 
 
 
 
Κατά τήν ἐπικρατέστερη πράγματι στήν ἱστορική ἔρευνα ἄποψη ὁ Μ.Κωνσταντῖνος γεννήθηκε στην Ναϊσσό τῆς Ἄνω Μοισίας, στήν σημερινή πόλη Νίς τῆς Σερβίας, ὄχι πρό τοῦ 280, ἴσως τό 288, ὡς υἱός τοῦ Ρωμαίου ἀξιωματικοῦ Κωνσταντίου Χλωροῦ, μετέπειτα καίσαρος καί αὐγούστου, καί τῆς Ἑλληνίδος Ἑλένης, ἀπό τό Δρέπανο τῆς Βιθυνίας, τό ὁποῖο μετονομάσθηκε στη συνέχεια ἀπό τόν αὐτοκράτορα υἱό της, Μ.Κωνσταντῖνο,προς τιμήν της σε Ἑλενόπολη [1].

 
 
 
Στήν προοδευτική στροφή τοῦ Μ. Κωνσταντίνου πρός τό Χριστιανισμό, μέχρις ὅτου καταλήξει προστάτης καί εὐεργέτης τῆς Ἐκκλησίας καί καταστήσει τόν Χριστιανισμό ἐπίσημη θρησκεία τῆς μεγάλης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, μέχρις ὅτου δηλαδή θεμελιώσει τό πρῶτο στήν ἱστορία χριστιανικό κράτος, σημαντικό σταθμό σ᾽ αὐτήν τήν πορεία ἀποτελεῖ τό λεγόμενο «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων». Ὡς αὐτοκρατορικό κείμενο το κυκλοφόρησε στήν Ἀνατολή ὁ συναυτοκράτωρ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου Λικίνιος, περιελάμβανε ὅμως τίς ἀποφάσεις τις ὁποῖες ἀπό κοινοῦ ἔλαβαν στά Μεδιόλανα (= σημερινό Μιλᾶνο) οἱ δύο συναυτοκράτορες Μ.Κωνσταντῖνος καί Λικίνιος (Φεβρουάριος τοῦ 313), πού ἐκφράζουν περισσότερο την θέληση καί τήν ἀπόφαση τοῦ Μ.Κωνσταντίνου, καί λιγώτερο τοῦ Λικινίου, νά παύσουν οἱ φοβεροί καί
ἄδικοι διωγμοί τῆς ρωμαϊκῆς πολιτείας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν και νά ἐπιτραπεῖ καί εἰς αὐτούς να ἀσκοῦν ἐλεύθερα τά τῆς πίστεως καί τῆς λατρείας τους, ὅπως αὐτό αὐτονοήτως ἴσχυε γιά τούς ἄλλους ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας, ἀκόμη καί γιά τούς Ἰουδαίους. Γιά νά μη φανεῖ δέ στούς εἰδωλολάτρες ὅτι ἡ πολιτεία ἐγκαταλείπει τήν πατρῴα θρησκεία τῆς πλειονότητος τῶν ὑπηκόων καί στρέφεται ἐμφανῶς ὑπέρ τῶν μέχρι τότε μετά μίσους διωκομένων Χριστιανῶν, πού ἀποτελοῦσαν μειονότητα, οἱ ἀποφάσεις τῶν Μεδιολάνων ἐμφανίσθηκαν ὡς εἰσηγούμενες τήν ἀνεξιθρησκία γιά ὅλους τούς ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας, ὥστε νά ἀποτρέπονται σκέψεις γιά εὔνοια ὑπέρ τῶν Χριστιανῶν, καί αὐξηθεῖ το μῖσος ἐναντίον τους. Εἶναι ὅμως σαφές ἀπό τήν ἱστορική πραγματικότητα ὅτι ὁ συγκρητισμός, ἡ ἀνάμειξη δηλαδή διαφόρων θρησκειῶν πού ἐπιστεύοντο ἐλεύθερα στήν ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναμείξεως προῆλθε καί τό κίνημα τοῦ Γνωστικισμοῦ, ἀποτελεῖ βασικό γνώρισμα τῆς θρησκευτικῆς πολιτικῆς τῶν πρό τοῦ Μ. Κωνσταντίνου Ρωμαίων αὐτοκρατόρων. Ἑπομένως καί πρό τοῦ «Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων» ὑπῆρχε ἀνεξιθρησκία, ἡ ὁποία ἐξαιροῦσε ἀδίκως μόνον τους Χριστιανούς. Για τόν λόγο αὐτό τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» δέν πρέπει νά θεωρεῖται ὅτι εἰσηγεῖται την γενική ἀρχή τῆς ἀνεξιθρησκίας, ἀλλά κυρίως ὅτι θεραπεύει τήν ἄνιση μεταχείριση τῶν Χριστιανῶν, σέ σχέση μέ τους ὀπαδούς τῶν ἄλλων θρησκειῶν. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τό κείμενο τοῦ «Διατάγματος», τό ὁποῖο ἐξέδωκε στίς 15 Ἰουνίου τοῦ 313 ὁ Λικίνιος μετά τήν θριαμβευτική του εἴσοδο στην Νικομήδεια και το ἀπηύθυνε πρός τόν ἔπαρχο τῆς Βιθυνίας. Πρόκειται δηλαδή γιά διάταγμα πού ἐξέδωκε ὁ Λικίνιος στην Νικομήδεια μέ βάση τήν συμφωνία τῶν Μεδιολάνων. Παραθέτουμε σέ νεοελληνική μετάφραση τό κύριο μέρος τοῦ Διατάγματος καί σέ ὑποσημείωση το κείμενο, ὅπως τό παραθέτει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος κατά μετάφραση ἀπό τό λατινικό πρωτότυπο:
 
 
 
 
«Ὅταν ἐγώ Κωνσταντῖνος ὁ Αὔγουστος, καί ἐγώ Λικίνιος ὁ Αὔγουστος εἴχαμε τήν εὐτυχία νά συναντηθοῦμε στά Μεδιόλανα καί νά συζητήσουμε ὅλα τά σχετικά μέ τό κοινόν συμφέρον καί ὄφελος, κρίναμε ὅτι μεαξύ τῶν ἄλλων ζητημάτων πού θά ὠφελοῦσαν τούς πάντες, πρῶτο καί κύριο ἐπεβάλλετο να ρυθμιστῆ ἐκεῖνο πού σχετίζεται με τόν σεβασμό πρός τό Θεῖον· δηλαδή νά χορηγήσουμε στούς Χριστιανούς καθώς καί σέ ὅλους τους ἄλλους τήν ἐλευθερία νά ἀκολουθοῦν ὁποιαδήποτε θρησκεία ἐπιθυμεῖ ὁ καθένας, ὥστε ὁποιαδήποτε καί ἄν εἶναι ἡ θεότης καί ἡ οὐρανία δύναμις νά διάκειται εὐμενῶς ἀπέναντι ἡμῶν καί ἀπέναντι ὅλων ἐκείνων πού βρίσκονται ὑπό τήν ἐξουσία μας. Ὅθεν κρίναμε δίκαιο καί συνετό νά υἱοθετηθῆ ἡ πολιτική αὐτή, ὥστε οὐδείς νά στερῆται τῆς εὐκαιρίας νά ἀφοσιωθῆ εἴτε στή λατρεία τῶν Χριστιανῶν, εἴτε σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη θρησκεία βρίσκει καταλληλότερη γιά τόν ἑαυτό του, οὕτως ὥστε νά μᾶς παρέχη σέ κάθε ζήτημα ἡ Ὑψίστη Θεότης, πού τή λατρεία της ἀσκοῦμε μέ τέτοια ἐλευθεροφροσύνη, τήν ποθητή Της εὔνοια καί ἀγαθότητα. Κατά συνέπεια, πρέπει νά γνωρίζη ἡ καθοσίωσή σου ὅτι ἀποφασίσαμε νά καταργηθοῦν ὅλοι οἱ σχετικοί μέ τούς Χριστιανούς περιορισμοί πού περιλαμβάνονταν σέ προγενέστερες ἐπιστολές μας πρός σέ, καί ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά ἀκολουθήση τή θρησκεία τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἀπεριόριστα ἐλεύθερος ἄνευ παρεμβάσεων ἤ ἐνοχλήσεων, νά τήν ἀκολουθήσῃ. Κρίναμε ὅτι ἔπρεπε νά τό ἐξηγήσουμε πλήρως στήν καθοσίωσή σου, ὥστε να γνωρίζης ὅτι παραχωρήσαμε στους ἐν λόγῳ Χριστιανούς ἀπόλυτη ἐλευθερία νά ἀσκοῦν τή λατρεία τους. Ἀντιλαμβάνεται, βεβαίως, ἡ καθοσίωσή σου, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον τούς παραχωρήσαμε αὐτό τό δικαίωμα καί οἱ ἄλλοι ὁμοίως ἔ χουν, πρός χάριν τῆς εἰρήνης τῆς βασιλείας μας, ἀπόλυτη ἐλευθερία νά ἐκλέγουν καί νά τιμοῦν ὅποια θρησκεία θέλουν. Και τοῦτο ἀποφασίστηκε, γιά νά μη φανῆ ὅτι μειώνουμε ὁποιαδήποτε θρησκεία ἤ λατρεία. Γιά τήν περίπτωση τῶν Χριστιανῶν ἀποφασίσαμε νά θεσπίσουμε τίς ἀκόλουθες ἐπιπρόσθετες διατάξεις»[2].
 
 
 
 
Στήν συνέχεια τοῦ Διατάγματος ἀκολουθοῦν ἐντολές γιά ἄμεση ἀπόδοση στίς xριστιανικές κοινότητες τῶν τόπων λατρείας, ὅπως και τῶν περιουσιῶν τους πού εἶχαν δημευθῆ εἴτε βρισκόταν ἀκόμη στην κατοχή τοῦ δημοσίου εἴτε εἶχαν παραχωρηθῆ σέ ἰδιῶτες. Ἑπομένως οἱ ἀποφάσεις τῶν Μεδιολάνων ἐνέταξαν κατ᾽ ἰσονομίαν καί τόν μέχρι τότε διωκόμενο Χριστιανισμό στά πλαίσια μιᾶς θεσμικά κατοχυρωμένης ἀνεξιθρησκίας και θρησκευτικῆς ἐλευθερίας[3], καί ἄνοιξαν πλέον τόν δρόμο μέσα στά ἑπόμενα δέκα ἔτη, γιά νά θεμελιωθεῖ το πρῶτο καί μοναδικό σέ πολιτισμική καρποφορία καί χρονική διάρκεια χριστιανικό κράτος, τόν δρόμο ἐπίσης γιά τήν πλήρη ἐκχριστιάνιση τῆς Εὐρώπης, πού τώρα δυστυχῶς ἔχει σχεδόν ἀποχριστιανισθῆ[4].
 
 
 
 
Χωρίς ἀμφιβολία τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων μέ τήν ἐπίσημη νομική κατοχύρωση τῶν δύο ἀρχῶν, δηλαδή τῆς ἐντάξεως καί τοῦ Χριστιανισμοῦ στήν ἀρχή τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, ἀλλά καί τῆς ἐλευθερίας συνειδήσεως τῶν Ρωμαίων γιά τήν ἐπιλογή ὁποιασδήποτε θρησκευτικῆς πίστεως καί εἰδικότερα τῆς χριστιανικῆς, εὐνοοῦ σε κυρίως τόν Χριστιανισμό[5]. Μέ βάση τήν ἀμάχητη αὐτή διαπίστωση, ὅπως προκύπτει ἀπό τίς πηγές καί τήν ἱστορική ἔρευνα, ὅτι το «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» εὐνοοῦσε κυρίως τόν Χριστιανισμό καί ἄνοιγε τόν δρόμο γιά τό μεγαλειῶδες χριστιανικό κράτος τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, γιά τήν χριστιανική Οἰκουμένη καί τήν χριστιανική Εὐρώπη, μποροῦμε νά κάνουμε μερικές σκέψεις καί νά προβοῦμε σε κάποιες ἐκτιμήσεις γιά τίς προγραμματισμένες ἑορταστικές ἐκδηλώσεις στήν Ἐκκλησία τῆς Σερβίας με ἀφορμή τήν συμπλήρωση χιλίων ἑπτακοσίων ἐτῶν (1700) ἀπό την ἔκδοση τοῦ «Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων».
 
 
 
 
2.  πάπας κέντρο τῶν ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων. Ἐμπόδιο  ἐπίσκοπος Ἀρτέμιος· γι᾽ αὐτό καθαιρέθηκε.
 
 
 
 
 
Παρατηροῦμε ἐν πρώτοις ὅτι ἔχει δοθῆ πολύ μεγάλη δημοσιότητα στο γεγονός αὐτό· συναντήσεις ἐπί συναντήσεων, συσκέψεις ἐπί συσκέψεων καί ἰδιαίτερα ἀπόδοση μεγάλης σημασίας στό ἐάν στίς ἐκδηλώσεις θά λάβει μέρος καί ὁ πάπας τῆς Ρώμης. Φαίνεται μάλιστα ὅτι τίθενται κάποιοι ὅροι στίς διμερεῖς συναντήσεις μεταξύ Βατικανοῦ καί Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἀπό τούς ὁποίους θά ἐξαρτηθεῖ τό ἐάν ὁ πάπας θα ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση, την ὁποία εἶναι ἀποφασισμένη νά ἀποστείλει ἡ Σερβική Ἐκκλησία. Καί οἱ ὅροι αὐτοί ἀσφαλῶς ἔχουν σχέση μέ τό πῶς θά προβληθεῖ ἀνά τόν κόσμο ἡ ἐξέχουσα, ἡ πρωτεύουσα θέση τοῦ Ρωμαίου ποντίφηκα, μεταξύ ὅλων τῶν Χριστιανῶν ἡγετῶν, πῶς δηλαδή θά προβληθεῖ τό πρωτεῖο τοῦ πάπα, πού ἀποτελεῖ ἀκανθῶδες καί δυσεπίλυτο πρόβλημα ἀνά τους αἰῶνες, γιατί τορπιλίζει τό συνοδικό πολίτευμα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας· κινδυνεύει μάλιστα νά τορπιλίσει καί τόν ἀπό τριακονταετίας (1980 καί ἑξῆς) διεξαγόμενο προσχηματικό καί ἀντιπατερικό διάλογο μεταξύ Ὀρθοδόξων και Ρωμαιοπαπικῶν.
 
 
 
 
Ἡ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας σφόδρα ἀντιπαπική Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, πού ἔχει καθαγιάσει μέ αἵματα μαρτύρων τήν ἀπορριπτική τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ στάση της καί ἔχει ἀναδείξει στίς ἡμέρες μας μεγάλες μορφές ἀντιπαπικῶν Ἁγίων καί Θεολόγων, ὅπως τοῦ Ἁγίου Νικολάου (Βελιμίροβιτς) καί τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου (Πόποβιτς), ἔχει καμφθῆ, ἔχει κλίνει γόνυ στούς ἰσχυρούς σχεδιαστές τῆς Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου, τοῦ πανθρησκειακοῦ Συγκρητισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔχει χάσει τό κάλλος καί τήν ὀμορφιά τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ἔχει προσχωρήσει στήν δυσείδια, στήν ἀσχημοσύνη, τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐνῶ μέχρι πρίν μερικές δεκαετίες, ἀκολουθοῦσα γνωμάτευση τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου, σχετική μέ τις συμπροσευχές, ἠρνεῖτο ὀρθῶς να ἀνταποκριθεῖ σέ πρόσκληση τῶν Ρωμαιοπαπικῶν τοῦ Βελιγραδίου να συμμετάσχει στήν ἑβδομάδα τῶν συμπροσευχῶν, τώρα ἀγωνιᾶ και πράττει τό πᾶν, ὥστε νά δεχθεῖ ὁ πάπας νά ἔλθει στίς ἑορταστικές ἐκδηλώσεις γιά τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων», νά προΐσταται μάλιστα σ᾽ αὐτές ὡς ὁ ἐπικεφαλῆς ὅλων τῶν πατριαρχῶν καί προκαθημένων, ὅπως πράγματι ἀνεγνωρίζετο ὡς πρωτεύων τῇ τιμῇ καί ὄχι τῇ ἐξουσίᾳ κατά τήν πρό τοῦ σχίσματος περίοδο, μετά ταῦτα ὅμως ὡς αἱρετικός εὑρίσκεται ἐκτός Ἐκκλησίας και ὑπόκειται εἰς τά ἀναθέματα πού ἰσχύουν γιά τούς αἱρετικούς.
 
 
 
 
Ἔχει ἀλλάξει τελείως τήν γραμμή πλεύσεως ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας στήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀπό τῆς στιγμῆς μάλιστα τῆς ἐκλογῆς τοῦ νέου πατριάρχου Εἰρηναίου, ὁ ὁποῖος διαρκῶς προκαλεῖ τήν ὀρθόδοξη εὐαισθησία και αὐτοσυνειδησία μέ ὅσα λέγει και ὅσα πράττει, βοηθούμενος ἀπό την γνωστή τριάδα τῶν πρώην καλῶν καί Ὀρθοδόξων ἱεραρχῶν καί καθηγητῶν. Ὁ διωχθείς καί καθαιρεθείς ἀντικανονικῶς ἐπίσκοπος Ράσκας καί Πριζρένης Ἀρτέμιος, μετά τῶν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν καί τῆς πληθύος τῶν μοναχῶν τοῦ Κοσσυφοπεδίου, ἔπρεπε καί γιά τόν λόγο αὐτό νά ἐκβληθῆ τῆς ἱεραρχίας, ὥστε νά μήν ὑπάρχουν μέσα στους κόλπους της ἀντιπαπικές, ἀντιοικουμενιστικές, δηλαδή ὀρθόδοξες φωνές. Ἔπρεπε νά ἐκκαθαρισθεῖ τό ἔδαφος ἀπό τούς «φανατικούς», τούς ζηλωτάς, γιά νά μπορέσει νά ἔλθει ὁ πάπας στή Σερβία. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως ἔχει τό δικό της ἔδαφος· δέν μπορεῖ κανείς νά την ἐκτοπίσει· ἐκτοπίζονται μόνοι τους ὅσοι δέν πορεύονται τήν ὁδόν τῆς Ἀληθείας.
 
 
 
 
3. Μακάρι στίς ἐκδηλώσεις νά προχωρήσουν καί στό «κοινό ποτήριο», γιά νά ξεκαθαρίσει  κατάσταση.
 
 
 
 
 
Ἔχουν δοθῆ τέτοιες διαστάσεις καί τόση σημασία στίς ἑορταστικές αὐτές ἐκδηλώσεις, ὥστε μεγεθυντικά πολλοί πιστεύουν ὅτι δέν ἀποκλείεται κατά τήν συνάντηση αὐτή τοῦ πάπα μέ τούς ὀρθοδόξους πατριάρχας καί προκαθημένους να προχωρήσουμε ἀκόμη καί σέ κοινό ποτήριο, νά γίνει δηλαδή καί συλλείτουργο, νά κοινωνήσουν ἀπό τό ἴδιο ποτήριο. Αὐτό βέβαια τό εὔχονται ἀνά τούς αἰῶνες ὅλοι οἱ Ἅγιοι καί το εὐχόμεθα ὅλοι μας, ὑπό τήν ἀναγκαία καί ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὅτι ὁ πάπας θά ἀποκηρύξει ὅλες τις αἱρέσεις καί τίς πλάνες του καί θα ἐπιστρέψει ἐν μετανοίᾳ εἰς την Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν. Διαφορετικά δεν θά ἔχουμε ἀληθινή ἕνωση, ἀλλά ψεύτικη, ὅπως ἔγινε καί στό παρελθόν μέ τίς ψευδοσυνόδους τῆς Λυών (1274) καί τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439). Καί ἐπειδή ὁ ἑωσφορικός Παπισμός δέν πρόκειται ποτέ νά δεχθεῖ τά λάθη του καί νά μετανοήσει, γιατί τίς πλάνες καί τίς αἱρέσεις τίς ὑπαγορεύει καί τίς ὑποψιθυρίζει ὁ ἀμετανόητος Ἑωσφόρος, ἐκτιμοῦμε ὅτι θά ἦταν εὐχῆς ἔργο νά προχωρήσει ἡ ψευδής ἕνωση, ἡ ἕνωση δηλαδή μέ διατήρηση τῶν πλανῶν καί τῶν αἱρέσεων, ὥστε νά ξεκαθαρίσει ἡ κατάσταση καί νά ἀντιληφθοῦν ὅλοι πῶς συσκευάζεται και πῶς κατασκευάζεται ὅλη αὐτή ἡ εἰρηνιστική καί ἀγαπητική Θεολογία τῶν Διαλόγων τῶν Οἰκουμενιστῶν, γιά τήν ἐξαπάτηση τῶν μή εἰδότων καί ἁπλουστέρων. Συμφέρει στους Οἰκουμενιστάς ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν νά προωθοῦν τήν ἕνωση ὑπογείως ἐν κρυπτῷ, μέ τήν σταδιακή διάβρωση τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος στίς Θεολογικές Σχολές καί στίς τάξεις τῶν κληρικῶν, ὥστε νά μήν ὑπάρξουν ἀντιδράσεις, ὅταν θά ἐπιχειρηθεῖ ἡ ψευδής ἕνωση. Αὐτό μάλιστα πρέπει νά ἀφυπνίσει καί ὅσους καλοπροαιρέτους κληρικούς καί θεολόγους δέν ἀνησυχοῦν πολύ γιά ὅσα τεκταίνονται ἤδη καταστροφικά καί ἀντιπατερικά, μέ τις συμπροσευχές, τίς λειτουργικές φιλοξενίες, τίς μεταπατερικές ἐκδηλώσεις, τήν βαπτισματική ἐκκλησιολογία, τήν κατάργηση τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, τίς δωρεές κορανίων καί πατριαρχικῶν μιτρῶν ὡς και ἁγίων ποτηρίων, τήν ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων τῶν αἱρετικῶν, τους ὁποίους θεωροῦμε ὡς ἐκκλησίες, συμμετέχοντας ἰσοτίμως στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», και πλεῖστα ἄλλα. Ἡ μειωμένη καί ὑποτονική ἀντίδραση καί ἀντίσταση σε ὅλα αὐτά, πού δέν δικαιολογεῖται οὔτε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή οὔτε ἀπό τήν Πατερική Παράδοση, μέ τήν δικαιολογία τῆς «κόκκινης γραμμῆς τοῦ κοινοῦ ποτηρίου», λειτουργεῖ πρός ὄφελος τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, διότι ἐν τῇ πράξει ἐπιβάλλουν τήν ἕνωση καί πρό τοῦ κοινοῦ ποτηρίου. Ὅταν ἐπισήμως ἀποφασίσουν τήν διακοινωνία τοῦ κοινοῦ ποτηρίου, θά ἔχει προχωρήσει τόσο πολύ ἡ ἐσωτερική διάβρωση, ὁ εἰρηνισμός καί ὁ ἀγαπισμός τῆς Μεταπατερικῆς Βαπτισματικῆς Θεολογίας, ὥστε δέν θά ὑπάρχουν πλέον πρόσωπα πού θά βλέπουν κόκκινες γραμμές, θά ἐπιβληθεῖ, ὅπως ἀθεολογήτως καί διεστραμμένως ἰσχυρίζονται, ἡ «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλίᾳ», πού δῆθεν διδάσκει ὁ Μ. Φώτιος, ὁ πρῶτος καί ἀποτελεσματικώτερος πολέμιος καί καθαιρέτης τοῦ Παπισμοῦ.
 
 
 
 
Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ διάβρωση καί ἡ ἐσωτερική ἅλωση δέν ἔχουν ἀκόμη γενικευθῆ, ἐκτιμοῦμε ὅτι δέν τους συμφέρει νά προχωρήσουν τώρα στό κοινό ποτήριο. Ἐμεῖς εὐχόμαστε νά προχωρήσουν, ὥστε καί οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων θέτοντες ὡς κόκκινη γραμμή τό κοινό ποτήριο, να συμπαραταχθοῦν μαζί μας, ὥστε με τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ὁμολογητῶν Ἁγίων νά διαλυθεῖ τό σκοτεινό νέφος τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί νά λάμψει και πάλιν ὁ ἥλιος τῆς Ὀρθοδοξίας.
 
 
 
4. Τό πνεῦμα τῶν ἑορτασμῶν ξένο πρός τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» καί πρός τό ἔργο τοῦἰσαποστόλου Μ. Κωνσταντίνου.
 
 
 
 
Εὔλογα βέβαια ἠμπορεῖ μετά ἀπό αὐτά νά διερωτηθεῖ κανείς. Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτά, τά οἰκουμενιστικά καί συγκρητιστικά, μέ τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» καί μέ την Ἐκκλησία τῆς Σερβίας; Τί σχέση ἔχει ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας μέ το «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων»; Ἄν ἡ Σερβική Ἐκκλησία ἤθελε νά τιμήσει τόν Ἅγιο καί ἰσαπόστολο Μ. Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στην Νίς τῆς Σερβίας, ἔπρεπε νά τό κάνει γιά τό σύνολο τοῦ ἔργου του εἴτε με βάση τά φερόμενα ὡς ἔτη γεννήσεώς του (280-288), δηλαδή κατά την δεκαετία 1980-1990, εἴτε νά περιμένει τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου του (337), δηλαδή τό 2037. Τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» θά ταίριαζε να ἑορτασθεῖ εἴτε ἀπό τό Βατικανό, στήν τοπική δικαιοδοσία τοῦ ὁποίου ὑπάγονται τά Μεδιόλανα (Μιλᾶνο), εἴτε ἀπό τήν Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, στήν ὁποία ἀνήκει ἡ Νικομήδεια, ὅπου ἐκυκλοφορήθη το Διάταγμα. Ἄν ὅμως ἑορταζόταν στούς τόπους αὐτούς μέ τόν συγκρητιστικό καί οἰκουμενιστικό χαρακτήρα πού προσδίδεται στίς ἑορτές, ὁ Οἰκουμενισμός ἐλάχιστα κέρδη θα εἶχε, διότι, ὅπως λέγει ὁ λαός, «θα εἴχαμε μία ἀπό τά ἴδια», τό ἴδιο Οἰκουμενιστικό φαγητό, ἀπό τους δύο γνωστούς ἑστιάτορες. Ἔπρεπε τό ρόλο τοῦ ἑστιάτορος νά παίξει ἡ μέχρι τώρα ἀντιπαπική Ἐκκλησία τῆς Σερβίας, ὥστε νά φανεῖ ὅτι στο σύνολό τους οἱ αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, καί οἱ πρώην ἀντιπαπικές, προσκυνοῦν τό θηρίο τῆς Ἀποκαλύψεως καί καμαρώνουν γι᾽ αὐτό.
 
 
 
 
5. «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν» οἱ ἑορτασμοί
 
 
 
 
 
Ἐκτιμοῦμε ὅτι μέ τό δέλεαρ τῆς εἰσόδου τῆς Σερβίας στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη οἱ ἐκκλησιαστικοί ἡγέτες τῆς χώρας παρασύρονται ἀπό πολιτικά κριτήρια, ἐπιδιώκουν ἀνθρώπινες συμμαχίες καί χάνουν τήν συμμαχία καί τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό συνέβη καί μέ τήν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἀπό τότε πού εἰσῆλθε στον σκληρό πυρήνα τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης μέ τήν νομισματική ἕνωση καί δέχθηκε τήν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα τό 2001, πάει ἀπό τό κακό στό χειρότερο. Ὅπως εἶχε ἀποχριστιανισθῆ ἡ Εὐρώπη, ἀποχριστιανίζεται τώρα καί ἡ Ἑλλάδα, καί θά ἀποχριστιανισθοῦν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες χῶρες πού μπῆκαν ἤ ἐπιδιώκουν να μποῦν στήν Εὐρώπη. Μέσῳ τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ γνησίου τέκνου του, τοῦ Προτεσταντισμοῦ, πού νοθεύουν τό Εὐαγγέλιο καί ὑποκύπτουν στούς ἴδιους πειρασμούς τοῦ Διαβόλου, πού ἀπέκρουσε ὁ Χριστός[6], ὁ Χριστιανισμός συσχηματίζεται μέ τόν κόσμο, ἐκκοσμικεύεται, καθίσταται ἀναξιόπιστος, χάνει την πνευματική του δύναμη, μωραίνεται. «Καί ἐάν τό ἅλας μωρανθῆ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται»; Δέν ἔχει πλέον καμμία ὠφελιμότητα, ἀλλά καταπατεῖται ὑπό τῶν ἀνθρώπων[7]. Ἔτσι καταπατεῖται ἐπί αἰῶνες τώρα ὁ Χριστιανισμός στήν πρώην χριστιανική Εὐρώπη, πού ἐθεμελίωσε ὁ Μέγας ὄντως Κωνσταντῖνος, ἀρχίζοντας με τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων», το ὁποῖο δέν ἔχει καμμία σχέση μέ ὅσα σήμερα τεκταίνονται στό χῶρο τοῦ διαθρησκειακοῦ καί διαχριστιανικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος δέν προβάλλει τήν μοναδικότητα τοῦ Εὐαγγελίου, δέν εὐνοεῖ τόν Χριστιανισμό, ὅπως τόν εὐνόησε τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» καί ἡ μετέπειτα ἰσαπόστολη δράση τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Ἀντίθετα μᾶς ἐπιστρέφει στό πρό Χριστοῦ σκότος τῆς ἰσότητος καί ἰσοτιμίας τῶν θρησκειῶν, τῆς ἀνεξιθρησκίας, στην «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν», ὅπως περιγράφεται στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο: «Γῆ Ζαβουλών καί γῆ Νεφθαλίμ, ὁδόν θαλάσσης πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ και σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς»[8].
 
 
 
 
6. Ψευδοκωνσταντίνειες οἱ ἑορτές γιά τό «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων»
 
 
 
Ἡ ἐμπλοκή τοῦ πάπα στούς ἑορτασμούς τῶν 1700 ἐτῶν ἀπό το «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» ἀποτελεῖ νόθευση τοῦ πνεύματος τῶν Μεδιολάνων, ἀποσκοπεῖ στήν προβολή τοῦ πρωτείου τοῦ πάπα καί τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δεν εἶναι κωνσταντίνειες ἀλλά ψευδοκωνσταντίνειες ἐκδηλώσεις, πού ὑπενθυμίζουν τήν μεγάλη ἱστορική ἀπάτη τῆς «Ψευδο-Κωνσταντίνειας δωρεᾶς», καί τῶν «Ψευδο-Ἰσιδωρείων Διατάξεων». Σύμφωνα μέ τους εἰδικούς «οὐδεμία ἄλλη νοθεία ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ συν ετελέσθη μετά τόσης τέχνης καί οὐδεμία ἄλλη εἶχε τόσον μεγάλα ἀποτελέσματα»[9]. Κατά τήν ψευδοκωνσταντίνεια δωρεά ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀναχωρώντας ἀπό τήν Δύση, γιά να μεταφέρει τήν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας στήν Ἀνατολή, παρεχώρησε δῆθεν στόν πάπα τήν διοίκηση, πολιτική καί ἐκκλησιαστική, τοῦ δυτικοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους. Με βάση τό μεγάλο ἱστορικό αὐτό ψέμμα ἐπί αἰῶνες συνταράχθηκε ἡ Δύση ἀπό τόν παποκαισαρισμό, τους ἀγῶνες δηλαδή τοῦ πάπα νά ἐπιβληθῆ καί ἐπί τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἔναντι τῶν δυτικῶν ἡγεμόνων, πολλάκις ὅμως καί μέ ἐπεμβάσεις του, πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές, καί στήν Ἀνατολή.
 
 
 
 
Οἱ ἐπετειακοί ἑορτασμοί γιά το «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων» θα εἶχαν νόημα, ἄν μέσα ἀπό αὐτούς προεβάλλετο ἡ σταδιακή ἐκχριστιάνιση τῆς Εὐρώπης πού ἄρχισε ἀπό τόν Μ. Κωνσταντῖνο ὡς καί ἡ σταδιακή καί τώρα σχεδόν ὁριστική ἀποχριστιάνισή της μέ κύριο ὑπεύθυνο τόν Παπισμό, πού ἐνόθευσε το εὐαγγελικό κήρυγμα καί ἀναμείχθηκε εἰς τά τοῦ κόσμου. Ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία δυστυχῶς ἀπό τόν περασμένο αἰώνα ἔχει ἀμνηστεύσει μέ τόν Οἰκουμενισμό την αἱρετική διαστροφή τοῦ Παπισμοῦ, τόν ὁποῖο ἀναγνωρίζει διά τῶν οἰκουμενιστῶν ἡγετῶν της ὡς κανονική, ὡς ἀδελφή Ἐκκλησία, ἀλλά καί τόν εἰκονομαχικό καί διαλυτικό Προτεσταντισμό, μέ τήν συμμετοχή της στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», πού οὐσιαστικῶς εἶναι Παγκόσμιο Συμβούλιο Αἱρέσεων καί Πλάνης.
 
 
 
 
 
Θά βρεθοῦν ἆραγε ὀρθόδοξες δυνάμεις στήν Σερβία πού θά ἀντιδράσουν στίς παποκεντρικές ψευδοκωνσταντίνειες ἐκδηλώσεις; Ἡ ἀντιπαπική Ὀρθόδοξη Σερβία τοῦ Ἁγίου Σάββα καί τῶν συγχρόνων Ἁγίων Νικολάου (Βελιμίροβιτς) και Ἰουστίνου (Πόποβιτς) θά δεχθεῖ να καταπατεῖται, πανηγυρίζουσα και ἐπιδιώκουσα τήν ἔλευση τοῦ πάπα; Θά βρεθεῖ κάποιος ὀρθόδοξος πατριάρχης ἤ ἀρχιεπίσκοπος νά ἀρνηθεῖ τήν συμμετοχή του στίς ἐκδηλώσεις μέ προεξάρχοντα τόν πάπα, τόν κύριο ὑπεύθυνο τοῦ ἀποχριστιανισμοῦ τῆς Εὐρώπης, τόν καταστροφέα τοῦ ἔργου τοῦ ἰσαποστόλου Μ. Κωνσταντίνου; Ἀμφιβάλλουμε, ἀλλά καί ἐλπίζουμε.
 
 
 
 
Ἐπίλογος
 
 
 
 
Εἶχε γραφῆ τό κείμενο αὐτό, ὅταν μετά χαρᾶς πληροφορηθήκαμε ὅτι ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας ἀντιδρᾶ στίς φιλοπαπικές ἐνέργειες τοῦ πατριάρχου καί τῶν συνεργατῶν του. Οἱ ἐλπίδες μας μεγαλώνουν καί εὐχόμαστε τελικῶς να μή ἀθωωθεῖ ὁ Παπισμός, ἀπό τους ἴδιους τούς Σέρβους, ὅπως ἀθωώθηκε ἀπό ἄλλους ὀρθοδόξους λαούς καί ἀπό ἐμᾶς τούς Ἕλληνες.
«Στήκετε καί κρατεῖτε» ἀδελφοί Σέρβοι.
 
 
 
 
 
Ὑποσημειώσεις:
 
 
 
1.Περί τῆς Ἁγίας Ἑλένης καί τοῦ ἔργου της βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, «Ἡ ἰσαπόστολος Ἁγία Ἑλένη καί τό ἔργο της», Βυζαντινά 18 (1995-1996) 135-146.
2.Ἡ μετάφραση ἀπό τό βιβλίο τοῦ Α. ΤΖΟΟΥΝΣ, Ὁ Κωνσταντῖνος καί ὁ ἐκχριστιανισμός τῆς Εὐρώπης, Ἀθήνα 1962, ἐκδ. «Γαλαξίας», σελ. 97-98. ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία 10, 5, 4-6, ΕΠΕ 3, 286-288: «Ὁπότε εὐτυχῶς ἐγώ Κωνσταντῖνος ὁ Αὔγουστος κἀγώ Λικίννιος ὁ Αὔγουστος ἐν τῇ Μεδιολάνῳ ἐληλύθειμεν καί πάντα ὅσα πρός τό λυσιτελές καί τό χρήσιμον τῷ κοινῷ διέφερεν, ἐν ζητήσει ἔσχομεν, ταῦτα μεταξύ τῶν λοιπῶν ἅτινα ἐδόκει ἐν πολλοῖς ἅπασιν ἐπωφελῆ εἶναι, μᾶλλον δέ ἐν πρώτοις διατάξαι ἐδογματίσαμεν, οἷς ἡ πρός τό θεῖον αἰδώς τε καί
τό σέβας ἐνείχετο, τοῦτ᾽ ἔστιν, ὅπως δῶμεν καί τοῖς Χριστιανοῖς καί πᾶσιν ἐλευθέραν αἵρεσιν τοῦ ἀκολουθεῖν τῇ θρησκείᾳ, ᾗ δ᾽ ἄν βουληθῶσιν, ὅπως ὅτι ποτέ ἐστι θειότητος καί οὐρανίου πράγματος, ἡμῖν καί πᾶσι τοῖς ὑπό τήν ἡμετέραν ἐξουσίαν διάγουσιν εὐμενές εἶναι δυνηθῇ. Τοίνυν ταύτην τήν βούλησιν ὑγιεινῷ καί ὀρθοτάτῳ λογισμῷ ἐδογματίσαμεν, ὅπως μηδενί παντελῶς ἐξουσία ἀρνητέα ᾖ τοῦ ἀκολουθεῖν καί αἱρεῖσθαι τήν τῶν Χριστιανῶν παραφύλαξιν ἤ θρησκείαν ἑκάστῳ τε ἐξουσίᾳ δοθείη τοῦ διδόναι ἑαυτοῦ τήν διάνοιαν ἐν ἐκείνῃ τῇ θρησκείᾳ, ἥν αὐτός ἑαυτῷ ἁρμόζειν νομίζει, ὅπως ἡμῖν δυνηθῇ τό θεῖον ἐν πᾶσι την ἔθιμον σπουδήν καί καλοκἀγαθίαν παρέχειν. Ἅτινα οὕτως ἀρέσκειν ἡμῖν ἀντιγράψαι ἀκόλουθον ἦν, ἵν᾽ ἀφαιρεθεισῶν παντελῶς τῶν αἱρέσεων, αἵτινες τοῖς προτέροις ἡμῶν γράμμασι τοῖς πρός την σήν καθοσίωσιν ἀποσταλεῖσι περί τῶν Χριστιανῶν ἐνείχοντο καί ἅτινα πάνυ
σκαιά καί τῆς ἡμετέρας πραότητος ἀλλότρια εἶναι ἐδόκει, ταῦτα ὑφαιρεθῇ και νῦν ἐλευθέρως καί ἁπλῶς ἕκαστος αὐτῶν τῶν τήν αὐτήν προαίρεσιν ἐσχηκότων τοῦ φυλάττειν τήν τῶν Χριστιανῶν θρησκείαν ἄνευ τινός ὀχλήσεως τοῦτο αὐτό παραφυλάττοι. Ἅτινα τῇ σῇ ἐπιμελείᾳ πληρέστατα δηλῶσαι ἐδογματίσαμεν, ὅπως εἰδείης ἡμᾶς ἐλευθέραν καί ἀπολελυμένην ἐξουσίαν τοῦ τημελεῖν τήν ἑαυτῶν θρησκείαν τοῖς αὐτοῖς Χριστιανοῖς δεδωκέναι. ὅπερ ἐπειδή ἀπολελυμένως αὐτοῖς ὑφ᾽ ἡμῶν δεδωρῆσθαι θεωρεῖ ἡ σή καθοσίωσις και ἑτέροις δεδόσθαι ἐξουσίαν τοῖς βουλομένοις τοῦ μετέρχεσθαι τήν παρατήρησιν καί θρησκείαν ἑαυτῶν (ὅπερ ἀκολούθως τῇ ἡσυχίᾳ τῶν ἡμετέρων καιρῶν γίνεσθαι φανερόν ἐστιν), ὅπως ἐξουσίαν ἕκαστος ἔχῃ τοῦ αἱρεῖσθαι καί τημελεῖν ὁποίαν δ᾽ ἄν βούληται· τοῦτο δέ ὑφ᾽ ἡμῶν γέγονεν, ὅπως μηδεμιᾷ τιμῇ μηδέ θρησκείᾳ τινί μεμειῶσθαί τι ὑφ᾽ ἡμῶν δοκοίη».
3.Βλ. ΒΛΑΣΙΟΥΦΕΙΔΑ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τόμ. Α/, Ἀθῆναι 1992, σελ. 334.
4. Γιά τόν ἀποχριστιανισμό τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία διά τῶν ἡγετῶν της ἀρνήθηκε στή «Χάρτα γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα», πού ψηφίσθηκε τό Δεκέμβριο τοῦ 2000 στήν Νίκαια τῆς Γαλλίας, ὁποιαδήποτε ἀναφορά στό χριστιανικό παρελθόν της, στίς χριστιανικές ρίζες της, βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥΖΗΣΗ, Ἀπό τή Νίκαια τῆς Βιθυνίας στή Νίκαια τῆς Γαλλίας. Ὁ Μ. Κωνσταντῖνος καί οἱ μικροί τῶν καιρῶν μας, Θεσσαλονίκη 2001.
5. ΒΛΑΣΙΟΥΦΕΙΔΑ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 330.
6. Ματθ. 4, 1-11.
7.Ματθ. 5, 13.
8. Ματθ. 4, 15-16.
9. Ἀρχιμ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΟΥ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Ἀθῆναι 1959, σελ. 299-300.

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ιερεμίας:  


Ομοιότητες και Διαφορές 


Εκκλησίας και Αριστεράς




ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙ: Επειδη πληροφορουμεθα, οτι ο μητροπολιτης π. Ιερεμιας, μετανοησε για την ....μετανοια του, απεναντι στον Tρομοκρατη Αρχιαιρεσιαρχη Βαρθολομαιο, γι αυτο και δημοσιευουμε το παρακατω κειμενο του.


 



ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ"

του Ουνιτικου Τμήματος της Θεολογίας του ΑΠΘ στις 22-23 Ιανουαρίου 2013




Εὐχαριστῶ τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Κον Κον Ἱερώνυμον, ὅπως καί τήν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας μας, διότι μεταξύ τῶν ἄλλων πατέρων Ἱεραρχῶν ὅρισε καί τήν ταπεινότητά μου ὡς ὁμιλητή σ᾽ αὐτό τό ἐπιστημονικό Συνέδριο, πού διοργάνωσε ἡ κλεινή θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης γιά τό ἐπίμαχο πρόβλημα ΕΚΚΛΗΣΙΑ καί ΑΡΙΣΤΕΡΑ καί μέ τό σημαντικό μάλιστα δοθέν εἰς ἐμέ ἐπί μέρους θέμα Ὁμοιότητες καί Διαφορές τῶν δύο, Ἐκκλησίας καί Ἀριστερᾶς.





Κατ᾽ ἀρχάς θέλω νά πῶ, καί μάλιστα νά τονίσω, αὐτά τά δύο βασικά, πρῶτον μέν ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἐμπλέκεται στά πολιτικά κόμματα,
δέν ταυτίζεται μέ καμμία πολιτική παράταξη, καί δεύτερον νά πῶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν παραθεωρεῖ τήν πολιτική, διότι θεωρεῖ τά πολιτικά κόμματα ὡς ἀνθρώπινες ἰδεολογίες, ἡ κάθε μιά ἀπό τίς ὁποῖες θέλει καί ἀγωνίζεται γιά μιά καλύτερη κοινωνία.






Μετά τό μικρό αὐτό εἰσαγωγικό σημείωμα εἰσέρχομαι κατ᾽ εὐθεῖαν στό θέμα μου καί δηλῶ ὅτι θά τό διεξέλθω μέ συντομία, λόγω στενότητος χρόνου, καί μέ ἁπλότητα, ὡς μία κατήχηση γιά τόν λαό. Ὅλοι μας γι᾽ αὐτόν τόν λαό τοῦ Θεοῦ νοιαζόμεθα καί ἐργαζόμεθα. Σέ κάθε παράγραφο τοῦ λόγου μου θά συμπλέκω καί τίς ὁμοιότητες καί τίς διαφορές Ἐκκλησίας καί Ἀριστερᾶς, αὐτό πού εἶναι τό θέμα μου, καί ἔτσι θά φαίνεται καλύτερα ἡ ἀντιπαράθεση τῶν δύο.






2. Ἀπό πολιτικές παρατάξεις καί ἰδιαίτερα ἀπό τήν Ἀριστερά ἀκούγεται ἀπό προηγούμενα ἤδη χρόνια ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἐνδιαφέρεται γιά τό παρόν τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν ἄνετη ζωή του μέ τά ἐπίγεια ἀγαθά, ἀλλά ὅλο τονίζει τήν παραδείσια κατάσταση στήν μέλλουσα ζωή. Αὐτό τό εἶπε ἕνας προηγούμενος ἀριστερίζων πολιτικός σέ συγκέντρωση πολιτικῶν, ὅπου μάλιστα εὑρίσκοντο καί Ἀρχιερεῖς. «Αὐτοί – εἶπε ὁ πολιτικός, δείχνοντας τούς Ἀρχιερεῖς – εἶναι γιά τούς ἀπερχομένους», γιά κηδεῖες δηλαδή καί γιά Τρισάγια. «Ἡμεῖς – εἶπε, ἀπευθυνόμενος στούς πολιτικούς – εἴμαστε γιά τούς ἐρχομένους»!…. Πρός τήν κατηγορία αὐτή ἔχω νά πῶ ὅτι ἡ Ἐκκλησία βλέπει ψυχοσωματικά τόν ἄνθρωπο καί νοιάζεται γιά ὅλα τά ἀναγκαῖα του, ὄχι μόνο τῆς ψυχῆς τά ἀναγκαῖα ἀλλά καί τοῦ σώματος. Τό ἀντίθετο, τό νά ἐνδιαφέρεται ἡ Ἐκκλησία μόνο γιά τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ γι᾽ αὐτήν αἵρεση μονοφυσιτική. Ἐπειδή ὁμιλῶ στήν Θεσσαλονίκη θά θυμίσω τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν Α´ πρός Θεσσαλονικεῖς Ἐπιστολή του. Οἱ Θεσσαλονικεῖς χριστιανοί ἦταν ἐναγώνιοι γιά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία περίμεναν πολύ σύντομα. Καί ἀπορροφημένοι ἀπό τήν προσδοκία αὐτή εἶχαν ἐγκαταλείψει τίς ἐργασίες τους καί τίς ἄλλες ἐπίγειες ἀσχολίες τους καί συζητοῦσαν μόνο γι᾽ αὐτό τό ἐναγώνιο θέμα τους. Ἐν τῷ μεταξύ τό σῶμα ἤθελε νά τραφεῖ καί γι᾽ αὐτό αὐτοί οἱ χριστιανοί γίνονταν βάρος στούς ἄλλους, ἐπιβαρύνοντας τους γιά τήν διατροφή τους. Τά ἔμαθε αὐτά ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί τούς γράφει ἐπιτιμητικό λόγο. Μάθετε, τούς λέγει, «πῶς πρέπει νά περιπατεῖτε» (Α´ Θεσ. 4 )! Ὁ λόγος του εἶναι πολύ παραστατικός. Σάν νά μοῦ φαίνεται ὅτι ὁ Ἀπόστολος ἐδῶ παίρνει μέ τό χέρι του τά κεφάλια τῶν χριστιανῶν αὐτῶν, πού τά εἶχαν στραμμένα πρός τά πάνω, ἀναμένοντες τήν Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, καί τά στρέφει πρός τά κάτω, καί τούς λέγει νά προσέχουν πῶς περπατοῦν, γιά νά μή σκοντάψουν! Τούς συνιστᾶ δηλαδή νά στραφοῦν πρός τά καθήκοντα τῆς ἐπιγείου ζωῆς τους, στίς ὑποχρεώσεις τους πρός τήν οἰκογένειά τους καί πρός τήν κοινωνία. Αὐτό σημαίνει αὐτό πού τούς λέγει παρακάτω«πράσσειν τά ἴδια καί ἐργάζεσθαι ταῖς ἰδίαις χερσίν» καί νά φέρονται «εὐσχημόνως πρός τούς ἔξω», τούς ἀπίστους δηλαδή, ὥστε «νά μήν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό κανέναν» (Α´ Θεσ. 4,11.12). Ἀλλά θά πῶ καί τό ἄλλο τό περισσότερο βασικό γιά τό θέμα πού ὁμιλῶ. Ἡ Παλαιά Διαθήκη, τό πρῶτο μέρος τῆς θείας Ἀποκαλύψεως, ἔχει ἐγκόσμιο χαρακτήρα, τονίζει δηλαδή πολύ τήν παρούσα ζωή. Εἶναι θεολογικό πρόβλημα τό γιατί συμβαίνει αὐτό στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι ὅτι, ἐπειδή ἡ Παλαιά Διαθήκη πολέμησε τήν νεκρομαντεία τῶν Χαναναίων – ἡ ὁποία προϋποθέτει πίστη στήν ζωή μετά θάνατον – γι᾽ αὐτό, λόγω τοῦ πολέμου κατά τῆς νεκρομαντείας, ξαναλέγω, δέν ἀνέπτυξε ἡ Παλαιά Διαθήκη, στά πρῶτα της χρόνια τουλάχιστον, τήν διδασκαλία στήν μεταθανάτια ζωή. Αὐτό θά γίνει τόν 7ο αἰ., ὅταν θά καταπαύσει ὁ πόλεμος κατά τῆς νεκρομαντείας. Γι᾽ αὐτό λοιπόν ἡ Παλαιά Διαθήκη τονίζει τήν παρούσα ζωή, ἔχει ἐγκόσμιο χαρακτήρα, ξαναλέγω. Ἔτσι ἔχουμε τόν προφήτη Ἠσαΐα πού παριστάνει τόν Θεό λέγοντα: «Ἐάν θέλητε καί εἰσακούσητέ μου, τά ἀγαθά τῆς γῆς φάγεσθε» (Ἠσ. 1,19). Ὁ ἐγκόσμιος αὐτός χαρακτήρας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μαζί βέβαια μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, εἶναι ἡ βάση γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ὡραίας καί ἐκτενοῦς κοινωνιολογίας, τήν ὁποία βλέπουμε στήν Παλαιά Διαθήκη.1 Ἡ Ἐκκλησία νοιάζεται καί ἀγωνίζεται οἱ χριστιανοί, καί ὄχι μόνο οἱ χριστιανοί, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, νά ἔχουν τά ἀναγκαῖα γιά τήν ζωή τους, ὅπως αὐτό τό δεικνύει καί τό ἀποδεικνύει περίτρανα τό φιλανθρωπικό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας μέ τά καθημερινά συσσίτια καί ὅλη τήν φιλανθρωπική της δράση. Δέν εἶναι λοιπόν ἀληθινή, ἀλλά εἶναι ἄδικη ἡ κατηγορία κατά τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅτι αὐτή ἀδιαφορεῖ γιά τό παρόν τοῦ ἀνθρώπου, γιά τά ἐπίγεια ἀγαθά του. Θέλει καί εὔχεται καί φροντίζει οἱ ἄνθρωποι νά διάγουν μία ἄνετη ζωή χωρίς τήν στέρηση τῶν ἀναγκαίων. Τό ἴδιο ἐνδιαφέρον καί τόν ἴδιο ἀγώνα κάνει ἀσφαλῶς καί ἡ Ἀριστερά πολιτική παράταξη καί ἐμεῖς τό χαιρόμεθα βεβαίως αὐτό καί τό ἐπαινοῦμε. Σ᾽ αὐτό συναντώμεθα καί συμφωνοῦμε.







3. Ἡ σημαντική ὅμως καί κυρία διαφορά μας εἶναι ὅτι ὁ μέν Ἀριστερισμός-Κομμουνισμός θέλει τήν ἄνετη αὐτή παρούσα ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἄνευ Θεοῦ ἤ, τέλος πάντων, παίρνοντας ἀδιάφορη θέση ὡς πρός τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ δέ Ἐκκλησία τήν ἄνευ Θεοῦ ζωή τοῦ ἀνθρώπου τήν θεωρεῖ ὡς ἀρειανική αἵρεση, ἡ ὁποία ἀποχωρίζει τήν θεία φύση ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί βλέπει σ᾽ αὐτό ἀνθρώπινη μόνο φύση. Κατά τήν Ἐκκλησία ἡ ζωή χωρίς τόν Θεό, ὅσο καί ἄν ἔχει πλούσια τά ὑλικά ἀγαθά, εἶναι ζωή χωρίς νόημα, εἶναι ζωή βαρετή (boring). Πολύ τό τονίζει στήν διδασκαλία της αὐτό ἡ Ἐκκλησία. Διδάσκει δηλαδή, ἀντίθετα πρός τά ἄλλα συστήματα, ὅτι ὅλα τά ἀγαθά τῆς γῆς δέν μποροῦν νά χαρίσουν τήν εὐτυχία στόν ἄνθρωπο, ἀκριβῶς διότι ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἄλλη θεώρηση περί τοῦ ἀνθρώπου, ἐντελῶς διάφορη ἀπό τά ἀριστερίζοντα συστήματα, ἀλλά καί τά ἄλλα κοσμικά συστήματα.






4. Πῶς βλέπει ἡ Ἐκκλησία τόν ἄνθρωπο; Εἶναι πολύ σημαντικό αὐτό γιά τό θέμα μας. Ὁ ἄνθρωπος κατά τήν Ἐκκλησία εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό μεγαλεῖο του καί ἡ μεγάλη του ἀξία. Ἀλλά θέλω νά πῶ κάτι ἄλλο, θεολογώντας μέ ἁπλότητα σέ ἕνα ἐρώτημα σχετικό μέ τό θέμα: Πῶς ἐγώ, ὁ ἄνθρωπος, εἶμαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ἐγώ ὁ ἄνθρωπος ἔχω σῶμα, ὁ δέ Θεός δέν ἔχει σῶμα; Γιά νά ποῦμε ἀκριβῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, θά πρέπει νά βροῦμε Θεό μέ σῶμα! Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σαρκωθείς Υἱός τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοι Πατέρες μας μιλώντας πιό συγκεκριμένα λέγουν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ὄχι κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γενικά, ἀλλά κατά τήν εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.2 Γι᾽ αὐτό τό ὡραῖο νόημα ἔχουμε σχετικό χωρίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς στό βιβλίο τῆς Γένεσης. Στόν στίχ. 1,27 διαβάζουμε ὅτι«ὁ Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ». Τό περίεργο τοῦ χωρίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι εἰσάγει οἱονεί «δεύτερο» Θεό καί ἐρωτοῦμε: Κατ᾽ εἰκόνα ποίου Θεοῦ ὁ Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπο; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπο κατά τήν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ Του, πού ἐπρόκειτο νά ἐνανθρωπήσει! Ἡ ἀλήθεια αὐτή ἔχει μέσα της τήν τιμή καί πρός τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί πρός τήν κτίση ὅλη, γιατί αὐτό τό σῶμα μας, πού εἶναι μικρόκοσμος, ἔλαβε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνανθρώπησή Του.

Ἐπανερχόμενοι λέγουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία βλέπει τόν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Δίδουν διάφορες ἑρμηνεῖες γιά τό τί σημαίνει αὐτό, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Κατά τήν γνώμη μου ἡ καλυτέρα τῶν ἑρμηνειῶν εἶναι ἡ ἁπλή ἑρμηνεία τοῦ μακαριστοῦ διδασκάλου Βασιλείου Βέλλα, ὅτι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ φορά του, ἡ ὁρμή του πρός τόν Θεό, πού τοῦ δίνει τήν δυνατότητα νά κοινωνεῖ μαζί Του. Αὐτήν τήν τάση καί ὁρμή τήν συναντοῦμε σέ ὅλους τούς λαούς.3 Αὐτήν τήν ὑψηλή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ ἀνθρώπου, ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δέν τήν ἔχουν τά κοσμικά συστήματα, στά ὁποῖα ἐννοῶ καί τά ἀριστερίζοντα. Ἡ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ τόν καθιστᾶ ἄξιο τιμῆς καί σεβασμοῦ. Τό κλάμα του δέν εἶναι τρίξιμο μηχανῶν, ἀλλά εἶναι κλάμα καί πόνος ἑνός παιδιοῦ τοῦ Θεοῦ, γιά τό ὁποῖο σαρκώθηκε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί σταυρώθηκε στόν φρικτό Γολγοθᾶ. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ τέτοια εἶναι ἡ φύση του, ἄρα δέν μποροῦν νά τοῦ δώσουν τήν εὐτυχία μόνο τά ὑλικά ἀγαθά, γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μαζί μ᾽ αὐτά, καί πρῶτα ἀπό αὐτά, θέλει νά τοῦ χαρίσει τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, ἀπό τόν Ὁποῖο ἦλθε καί πρός τόν Ὁποῖο πηγαίνει. Αὐτή εἶναι ἡ κύρια διαφορά Ἐκκλησίας καί Ἀριστερᾶς ὡς πρός τά ἀγαθά τῆς παρούσης ζωῆς, τά ὁποῖα καί οἱ δύο, ἐπαναλαμβάνουμε, Ἐκκλησία καί Ἀριστερά, ἀγωνίζονται νά προσφέρουν στόν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο.






5. Μέ τήν εὐκαιρία πού δώσαμε τήν θεώρηση τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολύ ἀναγκαῖο γιά τό θέμα μας νά ποῦμε τί εἶναι ὁ Θεός, τοῦ Ὁποίου εἰκόνα εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτό δέν εἶναι ξένο πρός τό θέμα μας. Εἶναι δέ ἀνάγκη νά τό ποῦμε αὐτό, γιατί πολλοί, καί θρησκευόμενοι ἀκόμη ἄνθρωποι, δέν γνωρίζουν τό τί εἶναι ὁ Θεός. Λοιπόν: Κατά τήν Ἁγία Γραφή, πού ἔχει τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Θεός εἶναι αὐτά τά δύο: Εἶναι προσωπικό Ὄν (ὁ Ὤν Θεός) καί εἶναι ἀγάπη. Ἀκοῦστε τώρα: Ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο καί ἀγάπη, ἄρα καί ὁ ἄνθρωπος, πού εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἄρα καί αὐτός εἶναι πρόσωπο καί ἀγάπη. Καί ἀφοῦ εἴμαστε πρόσωπα καί ἀγάπη, ὡς κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πλασμένοι, ἄρα καί ἡ κοινωνία μας μέ τόν Θεό καί μεταξύ μας πρέπει νά εἶναι προσωπική καί ἀγαπητική. Αὐτό εἶναι ὅλο κι ὅλο, ἀγαπητοί μου ἀκροατές. Αὐτό φτιάχνει τέλεια κοινωνία ἀνθρώπων. Τό νά βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλον σάν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σάν τόν ἑαυτό του, σάν μικρό θεό του!… Παρακαλοῦμε τήν Ἀριστερά παράταξη, ἄν μπορεῖ, ἄν ἔχει, ἄς μᾶς δώσει ἀπό τά κείμενά της, παλαιότερα ἤ νεώτερα, μιά τέτοια θεώρηση περί τοῦ ἀνθρώπου καί ἕνα τέτοιο ὅραμα τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, ἀγγελικά πλασμένης.






6. Αὐτή ἡ τέλεια κοινωνία, ὅπως τήν εἶπα παραπάνω, αὐτό εἶναι ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ἀγαπητοί μου. Εἶναι πολύ σημαντικό ὅτι στά πατερικά κείμενα δέν ὑπάρχει ὁρισμός τοῦ τί εἶναι Ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτό καί πέφτουμε στά σύμβολα. Πραγματικά δέ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία εἶναι συμβολική. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία στήν Γραφή καί στά πατερικά κείμενα ἐκφράζεται δι᾽ εἰκόνων, τῆς ἀμπέλου καί τῶν κλημάτων, τῆς οἰκοδομῆς, τοῦ γάμου, τῆς οἰκογενείας, τοῦ σώματος, κ.ἄ.4 Στά κηρύγματά μου καί ἰδιαίτερα σέ κατηχητικά μαθήματα στά νέα παιδιά μοῦ ἀρέσει νά παριστάνω τήν Ἐκκλησία πιό ἁπλᾶ μέ τήν ἔννοια τῆς ἀγκαλιᾶς. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία χωρᾶμε ὅλοι. Ἀλλ᾽ ἔχουμε ἕναν παλαιό συμβολικό ὁρισμό περί Ἐκκλησίας, τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Θυσιαστήριο,5 αὐτό, δηλαδή, πού γίνεται πάνω στό Θυσιαστήριο. Καί πάνω στό Θυσιαστήριο τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία, τῆς ὁποίας τό τέλος εἶναι ἡ θεία Κοινωνία. Αὐτό εἶναι Ἐκκλησία: Κοινωνία μέ τόν Θεό καί κοινωνία μέ τούς ἀδελφούς χριστιανούς, γιατί ὅλοι οἱ κοινωνοῦντες γίνονται «σύσσωμοι» καί «σύναιμοι»6 ὡς κοινωνήσαντες τό αὐτό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτό οἱ χριστιανοί τό βιώνουμε, πρέπει νά τό βιώνουμε στήν πρακτική μας ζωή. Ἡ ὅλη μας δηλαδή συμπεριφορά πρέπει νά δείχνει ὅτι εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τόν Θεό καί μεταξύ μας. Ὅτι δηλαδή ζοῦμε μέ ἀγάπη καί πλήρη κοινωνία μεταξύ μας σέ ὅλα. Οἱ πρῶτοι χριστιανοί, ἐπειδή βίωναν τήν μεταξύ τους αὐτή κοινωνία – ἡ ὁποία ἐκκινοῦσε ἀπό τήν κοινωνία τους μέ τόν Θεό –, γι᾽ αὐτό εἶχαν «ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 4,32). Ζοῦσαν κοινοβιακά. Δέν ὑπῆρχε μεταξύ τους φτωχός ἤ πλούσιος. Δέν ἀντέχω, δέν μπορῶ νά συγκρατήσω τήν ἐπιθυμία μου, στό νά παραθέσω μία περικοπή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, στήν ὁποία περιγράφει πῶς πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγαπητική κοινωνία τῶν ἀδελφῶν στό μοναστήρι:

«Ἄριστη κοινωνία – λέγει – ἐγώ ὀνομάζω ἐκείνη, στήν ὁποία δέν ὑπάρχει ἰδιοκτησία, οὔτε ἀντιθέσεις καί δέν συμβαίνουν ταραχές, φιλονικίες καί ἔριδες. Ὅλα δέ σ᾽ αὐτή τήν κοινωνία νά εἶναι κοινά… Οἱ πολλοί νά εἶναι ἕνας καί ὁ ἕνας νά μήν εἶναι μόνος, ἀλλά μέσα στούς πολλούς. Τί εἶναι καλύτερο καί ὡραιότερο ἀπό μιά τέτοια κοινωνία; Τί πιό πολύτιμο μπορεῖ νά βρεθεῖ ἀπό αὐτήν τήν σύνδεση καί τήν ἕνωση τῶν πολιτῶν; Τί πιό ὡραῖο ἀπό τήν ἀνάμιξη τῶν ἠθῶν καί τῶν ψυχῶν; Ἄνθρωποι πού προέρχονται ἀπό διάφορη γενιά καί καταγωγή μόνιασαν τόσο πολύ, ὥστε νά φαίνονται σάν μιά ψυχή σέ πολλά σώματα καί τά πολλά σώματα νά φαίνονται ὅτι εἶναι ὄργανα ἑνός ἀνθρώπου. Ὁ ἄρρωστος στό σῶμα ἔχει πολλούς πού ὑποφέρουν μαζί του κατά τήν διάθεση· ὁ ἄρρωστος καί ἀπογοητευμένος στήν ψυχή ἔχει πολλούς πού τόν θεραπεύουν καί τόν ἀνορθώνουν. Ὁ ἕνας εἶναι δοῦλος στόν ἄλλο· ὁ ἕνας εἶναι κύριος στόν ἄλλο. Καί μέ τήν ἄμαχο ἐλευθερία τους δείχνουν τήν πλήρη δουλεία πού ἔχει ὁ ἕνας στόν ἄλλο… Μέ τήν ἀγάπη ὑποτάσσονται αὐτοί οἱ ἐλεύθεροι ὁ ἕνας στόν ἄλλο· καί μέ τό αὐθαίρετο τῆς γνώμης τους φυλάττουν τήν ἐλευθερία τους» (Ἀσκητικαί Διατάξεις κεφ. ιη´).

Αὐτόν τόν τρόπο ζωῆς τόν τονίζει πολύ ἡ Ἀριστερά παράταξη καί εἶναι κατ᾽ αὐτό σέ ἀγαστή, σέ θαυμαστή συμφωνία μέ τήν Ἐκκλησία. Πραγματικά, μᾶς ἀρέσουν οἱ κήρυκες τῆς Ἀριστερᾶς παράταξης, οἱ κηρύσσοντες τήν κοινοκτημοσύνη, πού γιά μᾶς εἶναι βίωμα μιᾶς σωστῆς καί ἀληθινῆς ἐκκλησιολογίας. Ἄς προσέξουμε ὅμως ὅτι στήν Ἐκκλησία αὐτή ἡ κοινοκτημοσύνη δέν γίνεται μέ καταναγκασμό, ἀλλά ἐλεύθερα καί εὐχάριστα, γιατί μέ αὐτό ζοῦν οἱ χριστιανοί τήν μεγάλη ἐντολή τῆς ἀγάπης στήν ἀδελφότητα τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾽ αὐτό, στήν προαναφερθείσα περικοπή τοῦ ἁγίου Βασιλείου, ὁ μέγας πατήρ, ὁμιλώντας γιά τό θαυμαστό καί παράδοξο πού εἶπε περιγράφοντας τήν μοναστική κοινωνία τῶν ἀδελφῶν, ὅτι ὁ ἕνας «ἔχει πλήρη δουλεία στόν ἄλλον», ἐξηγεῖ ὅτι αὐτήν τήν δουλεία «δέν ἔφερε μέ βία κάποια ἀνάγκη, πού δημιουργεῖ πολλή δυστροπία σ᾽ αὐτούς πού καταναγκάστηκαν σ᾽ αὐτήν, ἀλλά τήν δημιούργησαν μέ χαρά ἀπό μόνοι τους» οἱ κοινοβιάζοντες.7 Σ᾽ αὐτό ἀκριβῶς, γιά τό θέμα πού ὁμιλοῦμε, ἔχουμε τήν διαφορά μας μέ τήν Ἀριστερά παράταξη, γιατί θέλει ἐκεῖ ὅπου δέν ἀκούγεται ὁ λόγος της περί κοινοκτημοσύνης, νά πίπτει ἡ ράβδος της, νά ἐφαρμόζεται δηλαδή μέ βία τό ἀγαθό τῆς κοινοκτημοσύνης. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως τόν λόγο τοῦ ἁγίου Βασιλείου ὅτι ὁ καταναγκασμός αὐτός καί ἡ βία αὐτή «δημιουργεῖ πολλή δυστροπία σ᾽ αὐτούς πού καταναγκάστηκαν σ᾽ αὐτήν». Καί αὐτό ἔπειτα φέρει τήν ἐξέγερση τῶν πολιτῶν.






7. Δυστυχῶς στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν χριστιανικῶν λαῶν δέν βλέπουμε νά βιώνεται τό περί τῆς ἀγάπης κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, πού δημιουργεῖ τό ὄμορφο κοινοβιακό σύστημα μέ τήν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν. Ἀντίθετα βλέπουμε ἐπικρατοῦσα τήν ἀδικία καί μάλιστα βλέπουμε σκληρή ἀδικία, ἡ ὁποία μᾶς παρουσιάζει τό θλιβερό φαινόμενο νά διαχωρίζει τήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων σέ πλούσιους καί φτωχούς, σέ κύριους καί δούλους, σέ δυνάστες καί δυναστευομένους. Αὐτό, ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία τό ἐλέγχει ἀπό παλαιά ἤδη μέ τίς δυνατές φωνές τῶν προφητῶν της καί μέ τά δυνατά κηρύγματα στήν συνέχεια τῶν ἀκολουθούντων τήν γραμμή τῶν προφητῶν, τῶν ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι μέ θαυμαστή παρρησία καυτηριάζουν τά ἀδικήματα τῶν ἀρχόντων, μή φοβούμενοι τίς ἀπειλές τους.

Λυπᾶμαι γιατί ὁ χρόνος δέν ἐπαρκεῖ νά ἀναπτύξω τό θέμα αὐτό μεταδίδοντας τά κατά τῆς ἀδικίας τῶν βασιλέων κηρύγματα τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἤ ἀναφέροντας περικοπές ἀπό τά σχετικά κηρύγματα τῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Ἤδη ὁ παλαιότερος τῶν προφητῶν, τοῦ ὁποίου κατέχουμε γραπτά κείμενα, ὁ προφήτης Ἀμώς ἐπιτίθεται μέ ὠμή γλώσσα ἐναντίον τῶν γυναικῶν τῶν ἀρχόντων, οἱ ὁποῖες ἐπίεζαν τούς συζύγους τους νά εἶναι καταπιεστικοί στόν λαό, ἀδικοῦντες αὐτόν, ὥστε νά πλουτοῦν καί νά διάγουν αὐτές περισσότερο ἄνετο καί τρυφηλό βίο. Τίς γυναῖκες αὐτές ὁ προφήτης τίς παραβάλλει πρός τίς ἀγελάδες τῆς εὐφόρου περιοχῆς Βασάν, τίς παχειές δηλαδή ἀγελάδες! Ἀκοῦστε, παρακαλῶ, τόν ὠμό ἔλεγχο τοῦ προφήτου κατά τῶν γυναικῶν αὐτῶν:

«Ἀκοῦστε τόν λόγο αὐτόν,

σεῖς, ἀγελάδες τῆς Βασάν,

πού κατοικεῖτε στό ὄρος τῆς Σαμάρειας,

σεῖς, οἱ ὁποῖες καταπιέζετε τούς ἀδυνάτους

καί καταθλίβετε τούς πτωχούς,

σεῖς, οἱ ὁποῖες λέγετε στούς (ἄρχοντες) ἄνδρες σας

“φέρε νά πιοῦμε”» (Ἀμ. 4,1)!

Ἡ καταδυνάστευση τῶν πτωχῶν εἶναι τό προσφιλές θέμα τοῦ προφήτου. Πιστεύει ὅτι ὁ Θεός ὅλα σχεδόν μπορεῖ νά τά συγχωρήσει, ἀλλά τήν καταδυνάστευση τῶν πτωχῶν, ὄχι, δέν τήν συγχωρεῖ! Λέγει ὁ προφήτης:

«Τάδε λέγει Κύριος:

Γιά τρεῖς ἁμαρτίες τοῦ Ἰσραήλ,

ἀκόμη καί γιά τέσσερις

δέν θά τιμωρήσω αὐτήν (τήν πράξη).

Ἐπειδή ὅμως πωλοῦν γιά χρήματα τόν δίκαιον

καί τόν πτωχό γιά ἕνα ζευγάρι ὑποδημάτων,

αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατασυντρίβουν τήν κεφαλή τῶν ἀδυνάτων

καί φονεύουν τούς πτωχούς

καί ξαπλώνουν πάνω στά ἐνεχυριασμένα ἐνδύματα (τῶν πτωχῶν),

ἰδού (λέγει ὁ Κύριος) θά σᾶς κάνω νά τρέμετε,

ὅπως τρέμει ἡ ἅμαξα ἡ γεμάτη ἄχυρα.

…………………….

Ἐπειδή καταπατεῖτε τόν ἀδύνατο

καί δῶρα ἀπ᾽ αὐτόν λαμβάνετε

θά κατασκευάσετε μέν οἰκίες ἀπό πελεκητούς λίθους,

ἀλλά δέν θά κατοικήσετε σ᾽ αὐτές.

Θά φυτέψετε ὡραῖα ἀμπέλια,

ἀλλά δέν θά πιεῖτε τό κρασί τους»

(Ἀμ. 2,6-8.13. 5,11)

Πολύ σύντομα ἀναφέρω καί τόν σκληρό πάλι ἔλεγχο τοῦ προφήτου Ἠλία πρός τόν βασιλέα Ἀχαάβ, ὁ ὁποῖος, παρακινηθείς ἀπό τήν σύζυγό του Ἰεζάβελ, ἐφόνευσε τόν πτωχό Ναβουθαί, γιά νά τοῦ πάρει τόν ἀγρό του. Τό ἀνοσιούργημα αὐτό καυτηρίασε ὁ προφήτης, ὁ ὁποῖος γεμάτος ὀργή παρουσιάστηκε μπροστά στόν βασιλέα καί, μέ θαυμαστή παρρησία ἀποκαλώντας τον «δολοφόνο» καί «ἄδικο κληρονόμο», τοῦ προφήτευσε ἐπί λέξει στήν συνέχεια: «Ἐκεῖ πού τά σκυλιά ἔγλειψαν τό αἷμα τοῦ Ναβουθαί, ἐκεῖ τά σκυλιά θά γλείψουν καί τό δικό σου αἷμα» (Γ´ Βασ. 20,19. Ἑβρ. 21,19)! Καί ἀποτεινόμενος στήν βασίλισσα Ἰεζάβελ τῆς εἶπε: «Τά σκυλιά θά σέ καταφάγουν στήν πεδιάδα Γιζρεέλ» (Γ´ Βασ. 20,23. Ἑβρ. 21,23)! Ἡ πρόρρηση αὐτή τοῦ προφήτου ἐξεπληρώθη πράγματι ἀργότερα (Γ´ Βασ. 22,1 ἑξ. Δ´ Βασ. 9,30 ἑξ.).

Τήν γλώσσα αὐτή τοῦ προφήτου Ἠλία τήν βλέπουμε νά ἀναζεῖ στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος σέ παρόμοια περίπτωση ἤλεγξε μέ ἰσχυρό καί σκληρό πάλι λόγο τήν βασίλισσα Εὐδοξία, στόν ὁποῖον ὅμως σκληρό ἔλεγχο ἀπήντησε καί αὐτή μέ σκληρό διωγμό κατά τοῦ ἁγίου πατρός, διωγμό πού τοῦ ἐπέφερε τό τέλος τῆς ζωῆς του.





8. Ἐπειδή ὁ λόγος ἐδῶ γιά τόν ἔλεγχο κατά τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας, λίαν προσφιλές θέμα στούς ὀπαδούς τῆς Ἀριστερᾶς, θέλω νά ὑπενθυμίσω – νά ὑπενθυμίσω μόνο – τούς θαυμαστούς λόγους τοῦ Μεγάλου Βασιλείου κατά τῶν πλουσίων καί περί τοῦ πλούτου. Κατά τόν ἅγιο πατέρα ὁ πλοῦτος αὐτός καθ᾽ ἑαυτόν δέν ἔχει καμμία ἀξία. Ἀντίθετα ὁ πλοῦτος, μέ τήν ἄνιση κατανομή του, ἔγινε αἰτία ἀνατροπῆς τῆς ἐγκόσμιας τάξεως, ὅπως ἔτσι πάλι δίδασκαν καί πολλοί κοινωνιολογοῦντες Ἕλληνες (Εἰς τήν Ἑξαήμερον Ζ´ 3-5). Κατά τόν ἅγιο Βασίλειο, ἐφόσον τά ἀγαθά τοῦ πλουσίου προέρχονται ἀπό τόν Θεό, ὁ πλούσιος δέν πρέπει νά νοιώθει ὅτι εἶναι κάτοχος τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν, ἀλλά «οἰκονόμος»τους (βλ. τήν ὁμιλία του Περί φθόνου 5), ὥστε νά τά ἐπωφελοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Καί τελικά ὠφελεῖται πνευματικά καί ὁ ἴδιος ὁ πλούσιος, γιατί ὁ «ἐλεῶν πτωχόν δανείζει Θεῷ» (ὁμιλία Εἰς τόν ΙΔ´ Ψαλμόν 5). Ὅταν ὅμως ὁ πλούσιος δέν φέρεται ἔτσι, τότε ὁ Μέγας Βασίλειος τόν ἐλέγχει καί τόν ἀποκαλεῖ «ἅρπαγα», «πλεονέκτη», «ἐκμεταλλευτή τῶν συνανθρώπων του», «τοκογλύφο», κ.ἄ.9 Ὁ πραγματικά ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ζεῖ φτωχικά. Μέ τό Εὐαγγέλιο δέν μπορεῖ κανείς νά πλουτίσει. Ἀδύνατον! Ὅποιος τό κάνει αὐτό καί λέγει μάλιστα ὅτι εἶναι χριστιανός, πλανᾶται. Δέν εἶναι σωστός χριστιανός, ἀλλά ὑποκριτής. Πραγματικά, πῶς μπορεῖ νά πλουτίζει ὁ χριστιανός, ἀφοῦ βλέπει γύρω του τόση κραυγαλέα φτώχεια;

Πρός τά παραπάνω ἀναφερθέντα νομίζουμε ὅτι οἱ ὀπαδοί τῆς Ἀριστερᾶς πρέπει νά εἶναι ὄχι ἁπλῶς σύμφωνοι, ἀλλά καί θαυμαστές τῶν ἱερῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἴδατε, ἀγαπητοί μας ἀκροατές τῆς Ἀριστερᾶς παράταξης, εἴδατε τί ὡραῖα, ὡραῖα καί ἠχηρά σαλπίσματα κατά τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας τῶν ἀρχόντων, πού ἔχει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἁγία Γραφή καί τά ἱερά πατερικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας; Θά ὠφεληθεῖτε πολύ καί θά ἔχετε σωστές καί ὡραῖες ἐμπνεύσεις, ἐάν τά μελετήσετε.

8. Ἀλλά, ἐπειδή ἐμνημόνευσα τόν ἅγιο Βασίλειο, θέλω πολύ συντόμως νά ἀναφέρω καί ἄλλο λόγο τοῦ ἱεροῦ πατρός, λόγο πολύ ἄμεσα συνδεόμενο μέ τό θέμα μας, γιά νά φανεῖ καί ἐδῶ ἡ συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν Ἀριστερά, ἀλλά καί ἡ διαφορά της. Ὁ ἅγιος Βασίλειος ἀσχολεῖται μέ τό θέμα τῆς ἐργασίας, τήν ὁποία ὁ ρωμαϊκός, ἀλλά καί ὁ ἑλληνικός κόσμος, παλαιά ὑποτιμοῦσε καί συνέδεε πάντα μέ τούς δούλους. Σέ ἀντίθεση ὅμως μέ τίς κρατοῦσες ἀντιλήψεις ὁ Βασίλειος τιμᾶ τήν ἐργασία καί τήν κηρύττει ὡς παράγοντα χαρᾶς, ὑγείας καί σωματικῆς καί πνευματικῆς ἰσορροπίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά καί ἁρμονίας τῆς κοινωνίας. Ναί! Ἡ ἁρμονία τῆς κοινωνίας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἰσόρροπης κατανομῆς τῆς ἐργασίας. Ὁ ἅγιος Βασίλειος συνδέει τήν εὐημερία τῆς κοινωνίας μέ τόν τρόπο κατανομῆς τῆς ἐργασίας.





9. Στά παραπάνω περί ἐργασίας λεγόμενα ἀπό τόν ἅγιο πατέρα τῆς Ἐκκλησία μας συμφωνοῦν ἀσφαλῶς καί οἱ ὀπαδοί τῆς Ἀριστερᾶς. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει καθαρά:«Ὅποιος δέν θέλει νά ἐργάζεται δέν πρέπει καί νά τρώγει» (Β´ Θεσ. 3,10). Ἄκουσα ὅτι τόν λόγο αὐτόν τόν εἶχαν ἀναρτήσει σέ ὑψηλή πινακίδα στό Κρεμλῖνο, χωρίς ὅμως νά γράφουν ἀπό ποῦ προέρχεται ὁ λόγος αὐτός. Καί ἡ Ἐκκλησία λοιπόν καί ἡ Ἀριστερά παράταξη συμφωνοῦν στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἐργάζεται γιά νά σταθεῖ ἡ κοινωνία. Ἡ διαφωνία ὅμως τῶν δύο αὐτῶν εἶναι στήν διαφορετική θεώρηση τοῦ θέματος περί ἐργασίας. Ἀκοῦστε: Στόν χριστιανό τό «διδόναι» θεωρεῖται πάντοτε μακαριώτερο τοῦ «λαμβάνειν» (βλ. Πράξ. 20,35). Τό «διδόναι» ὅμως προϋποθέτει νά ἔχει κανείς γιά νά προσφέρει. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ἐργασία κατά τήν Ἁγία Γραφή γίνεται καί γιά ἕναν ἄλλο ἀκόμη σκοπό: Γιά τήν ἐλεημοσύνη! Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει πρός τούς χριστιανούς τῆς Ἐφέσου: «Ὁ κλέπτης ἄς μήν κλέπτει πλέον, ἀλλά ἄς ἐργάζεται τίμια μέ τά δικά του χέρια, γιά νά μπορεῖ νά δίνει καί σέ ὅποιον ἔχει ἀνάγκη» (4,28). Ἡ ἐργασία λοιπόν κατά τήν Ἐκκλησία δέν ἔχει σκοπό μόνο τήν αὐτοσυντήρηση, ἀλλά καί τήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης στούς πτωχούς καί πένητες ἀνθρώπους. Ἀλλά οἱ χριστιανοί, ἐνῶ τιμοῦν τήν ἐργασία καί τήν ἐξασκοῦν μέ προθυμία ὡς θεία ἐντολή, ὅμως δέν τήν θεοποιοῦν, ὥστε νά ὑποβιβάζουν τόν ἄνθρωπο καί νά τόν θεωροῦν ὡς παραγωγικό μέσον. Δέν λέγουν δηλαδή οἱ χριστιανοί ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι στό νά δουλεύει. Τέτοια ἀνθρωπολογία, πού ὑπάρχει σέ κοσμικά συστήματα, δέν ὑπάρχει στήν Ἐκκλησία.






10. Ἐπειδή δέν ἐπαρκεῖ ὁ χρόνος γιά περισσότερα καί ἤδη ἐξέφυγα τοῦ καθορισμένου γιά τούς ὁμιλιτές χρόνου, λέγω αὐτό τό σύντομο καί τελευταῖο: Ἡ Ἐκκλησία ἀποκρούει τήν ἀθεΐα καί τήν βία. Γι᾽ αὐτό ὁποιοδήποτε πολιτικό σύστημα ἔχει αὐτά τά δύο τό ἐλέγχει καί τό μάχεται. Ναί! Σέ ἄθεο δέν μποροῦμε νά δώσουμε ἐμπιστοσύνη νά μᾶς κυβερνήσει, διότι, ὅπως εἶπε καί ὁ Πολωνός Λέχ Βαλέσσα, «ὁ χωρίς Θεό ἄνθρωπος εἶναι ἐπικίνδυνος»!

Εὐχαριστῶ πού μέ ἀκούσατε.





ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ




1. Βλ. Π. Μπρατσιώτου, Ἡ κοινωνιολογική σημασία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (Θεολογία 1928, σ. 21 ἑξ., ἔνθα καί βιβλιογραφία.

2. Βλ. Jean Claude Larcet, Ἡ θεραπευτική τῶν πνευματικῶν νοσημάτων, Τόμος Α´, σ. 36, ἔνθα καί πατερικές παραπομπές, Ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας.

3. Βλ. Λεωνίδου Φιλιππίδου, Ἱστορία τῆς ἐποχῆς τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἐξ ἐπόψεως παγκοσμίου καί πανθρησκειακῆς, σ. 605-728. 769-805. Ἀθῆναι 1958.

4. Βλ. Ἰωάν. 15,1-8. Ἐφ. 2,19-22.Ἐφ. 5,25-30. Κολ. 1,18. Ἐφ. 1,22-23..Ρωμ. 12,5. Α´ Τιμ. 3,15.

5.Ἐφεσ. 5,2. Τραλλυαν. 7,2. Φιλιπ. 4.

6. Βλ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, MPG 96,1409D, κ.ἀ.

7. Ὅπ. Παραπ.

8. Βλ. Δημητρίου Σίμου Μπαλάνου, Πατρολογία, σ. 351.

9. Ὅπ. παρ. 1. Πρός πλουτοῦντας 2 κ.ἀ. Βλ. Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β´, σελ. 387. 388.

10. Βλ. Ὅρους κατά πλάτος 37· 39· 42 κ.ἄ. Ὅρους κατ᾽ ἐπιτομήν 121· 143· 144· 145· 146 κ.ἄ. εἰς Πατρολογία Στυλιανοῦ Παπαδοπούλου, τόμ. Β´, σελ. 388.