Σάββατο, 14 Απριλίου 2012














Eνας Διάλογος περί Αναστάσεως



Ερωτά ο π.Θεόφιλος Ζησόπουλος,

απαντά ο π.Δανιήλ Αεράκης.




Ερώτησις (π.Θεόφιλος):
Κοντά μας σήμερα, έχομε τον σεβαστό πατέρα Δανιήλ Αεράκη, ιεροκήρυκα των Αθηνών, για να μην πω και πάσης Ελλάδος, γιατί ως γνωστόν, ο πατήρ Δανιήλ επισκέπτεται και πόλεις και χωριά σχεδόν ολοκλήρου της Ελλάδος, όπου ασχολείται με το κήρυγμα και την κατήχησι. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και επιτελεί ένα θαυμάσιο κοινωνικό και κατηχητικό έργο μέσα στο χώρο της Εκκλησίας μας. Πάτερ Δανιήλ, Χριστός Ανέστη.

π.Δανιήλ: Αληθώς Ανέστη.


Ερώτησις (π.Θεόφιλος):

Σας καλοσωρίζομε στο στούντιο για μια ακόμη φορά, και για άλλες πολλές φορές ακόμη, και θα ήθελα πριν να προχωρήσωμε να αποσπάσω και μία υπόσχεσή σας ότι θα σας έχομε και σε άλλες εκπομπές, για να ικανοποιήσωμε και τις απαιτήσεις των τηλεθεατών μας.

Απάντησις ( π.Δανιήλ): Θεού θέλοντος.


Ερώτησις (π.Θεόφιλος): Θεού θέλοντος, ευχαριστούμε πολύ για τη δέσμευσι. Το θέμα, πάτερ Δανιήλ με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα, είναι η Ανάστασις του Χριστού. Είναι βέβαια ένα κορυφαίον γεγονός, στο οποίο η λογική του ανθρώπου σκοντάφτει. Πολλοί, έγιναν πολέμιοι της Αναστάσεως του Χριστού γιατί κινήθηκαν στο χώρο της λογικής, και δεν μπορούσαν με τη σκέψι τους και με τη λογική τους να ερμηνεύσουν και να εξηγήσουν πῶς Εκείνος ο κρεμασμένος νεκρός επάνω στο Σταυρό, που θάφτηκε μέσα στο μνήμα, αναστήθηκε! Προσκρούει στη λογική. Θα θέλαμε, γιατί είναι ένα βασικό και θεμελιώδες δόγμα η Ανάστασι του Χριστού στο χώρο της πίστεώς μας, θα θέλαμε να μας πείτε πρώτα γενικά περί της Αναστάσεως του Κυρίου μας.


Απάντησις (π.Δανιήλ): Χαίρομαι βεβαίως γιατί βρίσκομαι εδώ, χαίρομαι γιατί βρίσκομαι σε περίοδο Αναστάσιμη, σε περίοδο που δεσπόζει το «Χριστός Ανέστη», σε περίοδο που οι χριστιανοί χαιρετιώνται, υποτίθεται ότι χαιρετιώνται με το «Χριστός Ανέστη» και η απάντησις πάντοτε είναι το «Αληθώς Ανέστη». Θα ήθελα να αρχίσω με κάτι που είπατε, και με το οποίον, τρόπον τινα, διαφωνώ. Τρόπον τινα: Ότι είναι πέρα απ’ τη λογική η Ανάστασις του Χριστού. Κι ότι σκοντάφτει η λογική. Μάλλον θα έλεγα, ότι μεταξύ των δύο γεγονότων, της Σαρκώσεως του Θεού Λόγου και της Αναστάσεως του Χριστού, εκείνο το γεγονός το οποίο συνάδει περισσότερο με τη λογική του ανθρώπου, είναι η Ανάστασις. Η Σάρκωσις είναι Μυστήριο μυστηρίων, και γι’αυτό είναι και ανεπανάληπτο το γεγονός της Σαρκώσεως.



Η Ανάστασις, πέρα του ότι δεν είναι ανεπανάληπτη, είναι η «απαρχή των κεκοιμημένων», έγιναν, γίνονται και θα γίνονται εις τους αιώνας πολλές αναστάσεις, είναι το γεγονός το οποίον συνάδει, όπως είπα, με τη λογική. Γιατί; Διότι ο άνθρωπος έχει μπροστά του τόσες αναστάσεις, που δεν δικαιολογείται να μην πιστεύει εις την Ανάστασι Εκείνου, ο οποίος κάνει όλες αυτές τις αναστάσεις. Γι’αυτό βλέπετε, ο Απόστολος Παύλος στο περίφημο κεφάλαιο της Αναστάσεως, που είναι το δέκατο πέμπτο της πρώτης προς Κορινθίους, μεταξύ των άλλων χρησιμοποιεί και όλα αυτά τα επιχειρήματα, τα ντοκουμέντα, εκ των φυσικών αναστάσεων, για να πει ότι δεν υπάρχει πιο λογικό γεγονός από την ανάστασι. Σύ λέγει, να πω ένα παράδειγμα, εσύ άνθρωπε που δεν πιστεύεις στην ανάστασι, είσαι ανόητος, γιατί;



Τον σπόρο, τον οποίο παίρνεις, τον σπέρνεις στη γη, και όταν τον σπέρνεις στη γη χάνεται, σαπίζει, λιώνει, και ξαφνικά αυτός ο σπόρος που εσύ νομίζεις ότι χάθηκε, ξαφνικά έρχεται η άνοιξις και ανθίζει, και λουλουδίζει, και καρπίζει, και ενώ έσπειρες ένα σπόρο, θερίζεις μυριάδες σπόρους. Εάν λοιπόν ο σπόρος έχει αυτή την αναστάσιμη δύναμι, ώστε να κάνη την έκρηξι που λέγεται ανάστασις και που λέγεται άνοιξις, Εκείνος ο οποίος δημιούργησε την φύσι, δημιούργησε την πλάσι και δημιούργησε τόσες αναστάσεις, δεν θα ανίστατο εκ των νεκρών;



Ένα αυτό. Δεύτερον: όταν η φύσις ανασταίνεται, όταν τα λουλούδια ανθίζουν, είναι σαν να φωνάζουν: «Χριστός Ανέστη», η φύσις ανέστη. Ο ήλιος όταν το βράδυ δύει, νομίζεις πάει χάθηκε γιατί πήγε να φωτίσει σε άλλο ημισφαίριο, και το πρωϊ με την ανατολή του φωνάζει «Χριστός Ανέστη», το φως ανέστη!



Ο Χριστός, χρησιμοποιεί, και αυτό το παράδειγμα: της γεννήσεως του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γεννιέται τρεις φορές. ανασταίνεται τρεις φορές. Τα λέει ο Χριστός αυτά. Τη μία όταν από τον τάφο της ανυπαρξίας ανασταίνεται σαν ύπαρξη και μπαίνει σαν ζωή εν τάφω μέσα στην κυοφορία της μητέρας. Και εκεί ζῆ, και νομίζεις ότι… πού είναι το παιδί; Ζῆ! Και ξαφνικά, γίνεται η δεύτερη ανάστασις, από τον τάφο της κυήσεως έρχεται στο φως της υπάρξεως. Και μετά έχουμε μια άλλη ανάστασι πάλι αυτού του παιδιού, και βλέπεις, κάθε αλλαγή της ηλικίας είναι μία ανάστασις.



Αυτές όλες και πλήθος άλλων φυσικών αναστάσεων που αναφέρει ο Κύριος, αναφέρει η Παλαιά, αναφέρει η Καινή Διαθήκη, αναφέρει το σύμπαν που είναι γεμάτο από αναστάσεις, φανερώνουν αυτό που ήθελα να πω απ’την αρχή, ότι δεν προσκρούει στη λογική η Ανάστασις του Χριστού αλλά αποτελεί την φυσική συνέπεια της ζωής. Επομένως η Ανάστασις του Χριστού ήταν αναμενόμενο γεγονός, είναι η δυναμική της Παντοδυναμίας του Χριστού. Και θα έλεγε κανείς, εάν επάνω στο Σταυρό βλέπει κανείς το κορύφωμα της Αγάπης, στην Ανάστασι βλέπει κανείς το αποκορύφωμα της Παντοδυναμίας του Θεού.


Επομένως εκείνοι που δεν μπορούσαν να φανταστούν την Ανάστασι είναι οι μαθητές. Και οι μαθήτριες του Χριστού. Και εδώ είναι ένα μυστήριον, γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν την Ανάστασι του Χριστού καίτοι ο Χριστός τους είχε μιλήσει για την Ανάστασι καθαρά. Τους είπε ότι «αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και δει ο Υιός του ανθρώπου αποκτανθῆναι και τη Τρίτη ημέρα εγερθῆναι».
Έχουμε τη μια κατηγορία λοιπόν των ανθρώπων όπως ήταν οι μαθητές και οι μαθήτριες που ήταν ανυποψίαστοι ή δεν φαντάζονταν την Ανάστασι.
Και απ’ την άλλη, είναι η κατηγορία που είπατε σεις προηγουμένως, εκείνοι οι οποίοι για λόγους σκοπιμότητος και συμφέροντος δεν ήθελαν επ’ουδενί λόγω να γίνη η Ανάστασις, εκείνοι οι οποίοι θέλησαν να εμποδίσουν την Ανάστασι, κι’εκείνοι οι οποίοι όταν έγινε η Ανάστασι την πολέμησαν την Ανάστασι. Αυτό δεν έγινε διότι δεν είχαν λογικά επιχειρήματα να πιστέψουν την Ανάστασι. Αυτό δεν έγινε διότι, δεν εγνώριζαν ότι έγινε! Δεν τους συνέφερε η Ανάστασις! Γι’ αυτό βλέπετε, αφού ο Κύριος μπαίνει μέσα στον τάφο, ως «η Ζωή εν τάφω», οι Αρχιερείς και οι ιερείς και οι γραμματείς και οι φαρισαίοι οι οποίοι ήξεραν ότι καίτοι τον εσταύρωσαν, ο «φάκελλος» που λέγεται Ιησούς δεν έκλεισε, τρέχουν στον Πιλάτο και λένε: κύριε, αυτός ο πλάνος, ο πλάνος, είπε έτι ζων ότι μετά τρεις ημέρας εγείρομαι, το ήξεραν αυτό, όχι απλώς το ήξεραν, ήσαν βέβαιοι ότι θα αναστηθή.


Θα σας πω μετά γιατί ήσαν βέβαιοι. Στείλε, λέει, κουστωδία, να φυλάξουν τον τάφο! Και στέλνει ο Πιλάτος, με το μυαλό που είχε και αυτός, να φυλάξουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, με τις λόγχες και με τις ασπίδες! Αν είναι δυνατόν ποτέ, μια μεραρχία ν’ανεβή στην κορυφή του βουνού για να εμποδίση με τις λόγχες και με τα πολυβόλα την ανατολή του ήλιου, άλλο τόσο θα ήταν δυνατόν ορισμένοι Ρωμαίοι στρατιώτες να εμποδίσουν την Ανατολή του Ήλιου μέσα από τον τάφο του Κυρίου! Και όταν ο Κύριος ανασταίνεται, εσφραγισμένου του μνήματος ανασταίνεται, οι στρατιώτες βλέπουν τα τεκμήρια της Αναστάσεως. Οι στρατιώτες «απενεκρώθησαν», δηλαδή φοβήθηκαν και ταράχτηκαν, πότε; Όταν ο άγγελος κατέβηκε από τον ουρανό και απεκύλισε τον λίθον και εγένετο σεισμός μέγας, τότε, από του φόβου απενεκρώθησαν και εγένοντο ωσεί νεκροί, λέει ο ευαγγελιστής. Αυτό σημαίνει, ότι οι στρατιώτες οι Ρωμαίοι είδαν μαζί με τις μυροφόρες τα τεκμήρια, τα ντοκουμέντα, τις αποδείξεις του κενού (με ε) και καινού (με αι) τάφου, του άδειου τάφου και του καινούργιου τάφου. Είδαν τα οθόνια, είδαν και το σουδάριο.


Και όταν επήγαν στα αφεντικά τους, τους είπαν; «Ηγέρθη»! Ηγέρθη! Ανέστη! Τότε, τους είπαν: Κλείστε το στόμα! Σφραγίστε το, δεν μας συμφέρει να το μάθη κανείς, ούτε ένας, πάρτε λεφτά, όσα λεφτά θέλετε, αρκεί να παραπληροφορήσετε τον κόσμο ότι δεν ανέστη εκ νεκρών, κι’ότι δήθεν κοιμόσασταν εσείς και ήρθαν οι μαθηταί κι’έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Πάρτε όσα χρήματα θέλετε! Δεν τους συνέφερε η ανάστασις! Η Ανάστασις λοιπόν, για να καταλήξω σ’αυτό το σημείο που ερωτήσατε, είναι το πλέον φυσικό, το πλέον λογικό, το πλέον δυνατό, αλλά και το πλέον καθολικό γεγονός. Θα έλεγα με μία λέξη που χρησιμοποιούν και οι πατέρες, ότι, η Ανάστασις είναι η πλέον πολύτεκνος γυναίκα.


Ο Χριστός, ο σαρκωμένος Υιός του Θεού, είναι μονογενής Υιός της Μητρός, της Θεοτόκου. Ως εγερθείς όμως εκ νεκρών, είναι ο πρωτότοκος εκ των νεκρών, όχι με την έννοιαν του πρωτοτόκου εκ της Παρθένου, αλλά με την έννοια ότι είναι ο πρόδρομος, ο πρώτος που βγαίνει μπροστά, ο μπροστάρης της Αναστάσεως και πίσω από τον πρωτότοκο της Αναστάσεως προχωρούν πλέον όλοι οι αναστημένοι, αφού όλοι οι άνθρωποι, είτε πιστεύουν στην Ανάστασι του Χριστού, είτε δεν πιστεύουν στην Ανάστασι του Χριστού, θα γίνουν οπωσδήποτε παιδιά της αναστάσεως∙ όπως δεν μας ρώτησε κανείς για να ζήσουμε την πρώτη ανάστασι που σημαίνει η γέννησις, γιατί η γέννησις είναι η ανάστασις και η ανάστασις είναι γέννησις, έτσι δεν θα μας ρωτήσει κανείς αν θέλουμε να αναστηθούμε εκ νεκρών, εφόσον όταν χτυπήσει το καμπανάκι της αναστάσεως κατά την Δευτέρα του Χριστού Παρουσία, «πάντες οι εν της μνημείοις ακούσωνται της φωνής Αυτού και αναστήσωνται εκ των νεκρών». Αυτό, το γεγονός της Αναστάσεως λοιπόν, είναι φυσικό, λογικό, δυναμικό, συγκλονιστικό.


Ερώτησις: Μάλιστα. Εδώ που φθάσαμε, εύλογα γεννάται το ερώτημα, ότι, οι πρώτοι πολέμιοι του θαύματος της Αναστάσεως είναι οι άρχοντες των Ιουδαίων και έχουμε εκεί και μια ιδιαιτέρα τάξι από το λαό των Ιουδαίων, τους Σαδδουκαίους, οι οποίοι αντιμάχονται την ανάστασι και σε καμμιά περίπτωσι δεν δέχονται το γεγονός της Αναστάσεως. Μήπως θα μπορούσατε να μας πῆτε κάτι γι’αυτό για να μπούμε μετά στους αποστόλους, στους μαθητάς και στους οικείους του Κυρίου μας οι οποίοι αμφισβητούν την Ανάστασι, και αυτοί, από άλλους λόγους και εξ άλλης αφορμής κινούμενοι;


Απάντησις: Οι μεν Σαδδουκαίοι, η μία από τις τρεις θρησκευτικές τάξεις, τα θρησκευτικά κόμματα της εποχής (Εσσαίοι, Φαρισαίοι, και Σαδδουκαίοι), οι μεν Σαδδουκαίοι ήσαν εκείνοι οι λέγοντες «μη είναι ανάστασιν», και ενώ θέλησαν να πειράξουν τον Κύριο με εκείνο το παράδοξο και ανόητο και σεξουαλικό παράδειγμα που του ανέφεραν για να τον πειράξουν, ο Κύριος όχι μόνον δεν πειράχτηκε, αλλά πήρε αφορμή για να τους μιλήση πῶς θα είναι η ζωή μετά την ανάστασι. Εδώ θέλω να κάνω μία σημείωσι και να πω, όταν μιλάμε για ανάστασι, ότι η ανάστασις είναι άλλο πράγμα από την αθανασία της ψυχής.


Για την αθανασία της ψυχής μιλούσαν και οι αρχαίοι, μιλούσαν και ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, για την αθανασία της ψυχής μιλούν και οι θρησκείες, άλλο είναι η αθανασία της ψυχής και άλλο είναι η ανάστασις. Η αθανασία δεν είναι ανάστασις, η ανάστασις είναι και αθανασία, τι εννοώ; Αθανασία έχει και το κακό, αθανασία έχει και ο Διάβολος, αθανασία θα’χουν και οι κολασμένοι, αθάνατοι θα’ναι μέσα στην κόλασι. Η ανάστασις είναι η αθανασία του φωτός. Είναι η αθανασία της αιωνίου ζωής. Είναι η αθανασία της Βασιλείας των Ουρανών.


Η ανάστασις έχει δύο πλευρές, η μία πλευρά είναι η ανάστασις η πνευματική για την οποία μιλάει ο Χριστός στο διάλογό του με τον Νικόδημο, ότι αν δεν ξαναγεννηθή κάποιος δεν θα μπορέσει να ζήση μαζί με το Θεό αιώνια, και του λέει ο Νικόδημος: δηλαδή πώς θα ξαναμπώ εγώ, γέρος ων στην κοιλία της μητέρας μου; δεν καταλάβαινε! κι ο Χριστός του μιλούσε για την αναγέννησι, είναι αυτό που λέμε ανάστασι πνευματική. Όταν δηλαδή ανασταίνεται ένας αμαρτωλός από τον τάφο της αμαρτίας, αυτή είναι η μεγάλη ανάστασις, αυτή είναι η «δύσκολη ανάστασι»!


Και έχουμε και την ανάστασι των σωμάτων όλων των νεκρών που είναι η «εύκολη» ανάστασι. Και θα πώ γιατί η μία είναι δύσκολη, η άλλη είναι εύκολη. Το να αναστηθῆ ένας αμαρτωλός από τον τάφο της αμαρτίας, το να γίνη, ένας σαρκολάτρης, να γίνη εγκρατής, το να γίνη ένας θυμώδης πράος, το να γίνη ένας διώκτης του Ευαγελίου του Χριστού, απόστολος, όπως έγινε ο απόστολος Παύλος, το να γίνη ένας άγριος, άγιος, προπαντός το να γίνη ένας φιλάργυρος ελεήμων, κι αυτό είναι απ’ τα πολύ δύσκολα, αυτές είναι αναστάσεις, οι οποίες αναστάσεις είναι δύσκολες, απείρως δυσκολώτερες από όλες τις αναστάσεις που θα γίνουν την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας.


Γιατί; Διότι με την ανάστασι των νεκρών, η οποία είναι πίστις μας: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών», και θέλω να το τονίσω πολύ αυτό το πράγμα, διότι δεν πιστεύουν πολλοί ότι ο άνθρωπός τους που μπήκε στο μνήμα, μπήκε μόνο για να φυτευτῆ και ν’ανθίση λουλούδι καινούργιο με την ανάστασι∙ διότι θ’αναστηθῆ ο δικός τους άνθρωπος∙ κι’ ότι μέσα στον τάφο μπήκε μόνο για να αλλάξη στολή, λέει ο Παύλος στον ύμνο της Αναστάσεως: δει το φθαρτόν ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν ενδύσασθαι αθανασίαν και όταν το φθαρτόν ενδύσεται αφθαρσίαν και το θνητόν αθανασίαν τότε θα γίνη ο μεγάλος θρίαμβος και θ’ ακουστῆ: πού σου θάνατε το κέντρον, πού σου Άδη το νίκος;


Λοιπόν, η ανάστασις των νεκρών, την οποίαν αμφισβητούν δυστυχώς και οι περισσότεροι ορθόδοξοι, είναι πανεύκολο για το Χριστό. Το δύσκολο είναι η πνευματική ανάστασις των αμαρτωλών και εξηγούμαι γιατί: Διότι, το σώμα που θα αναστηθῆ, το νεκρό, τα κόκκαλα, εκεί που βρίσκονται… δεν πρέπει να νοιαζόμαστε που θα πάη το σώμα μας, όπου θέλουν ας μας θάψουν, η ανάστασις θα μας ανακαλύψη όπου κι αν βρισκόμαστε! Γι’ αυτό οι χριστιανοί δεν πολυπραγμονούν, δεν πολυπραγμονούν που θα τους θάψουν.
Το ν’αναστηθῆ το σώμα, είναι εύκολο, γιατί; Διότι, μεταξύ της παντοδυναμίας του Θεού και του υλικού σώματος, δεν μεσολαβεί καμία αντίστασις. Το να αναστηθῆ όμως ένας ζωντανός άνθρωπος από το πτώμα της αμαρτίας και να γίνη νέος άνθρωπος, αυτό είναι πολύ δύσκολο ακόμα και στην παντοδυναμία του Θεού, διότι μεταξύ της παντοδυναμίας και του ανθρώπου μεσολαβεί εκείνη η δύσκολη αντίστασις που λέγεται ελευθέρα βούλησις, το πείσμα του ανθρώπου που ρέπει προς την αμαρτία, ο άνθρωπος ο οποίος αγαπά πιο πολύ το σκοτάδι και όχι το φως, και επομένως, για να γίνη η ανάστασις η πνευματική, συνεργάζεται η παντοδυναμία του Θεού, με τη (βούληση) του ανθρώπου.


Ποιο είναι το συμπέρασμά μου; Εφόσον λοιπόν, έχουμε χειροπιαστές δύσκολες αναστάσεις, που έγιναν, γίνονται και θα γίνονται, οι άγιοι, ο κάθε χριστιανός άγιος, ο κάθε αναγεννημένος κι έχουμε πλήθος μαρτυριών! Γιατί αμφιβάλλεις, αφού έγινε το δύσκολο, ότι θα γίνη το πανεύκολο πράγμα, ένα πράγμα το οποίον έχει επαναληφθεί; Λέει ο Παύλος, όταν έχει γίνει το άλλο δύσκολο: εκ του μηδενός να εγείρεται άνθρωπος, εγείρεται στον τόπο, εκ της ανυπαρξίας, τι είναι πιο εύκολο, απ’το μηδέν ανασταίνεται άνθρωπος, ή, μερικά οστά, όπως προφητεύει στην περίφημη προφητεία ο Ιεζεκιήλ ο προφήτης, και ακούμε τη Μεγάλη Παρασκευή μετά τον επιτάφιο, μερικά οστά που ήσαν ανθρώπινα οστά, να ξαναγίνουν και να ξαναστηθῆ ο άνθρωπος; Ποιο είναι πιο εύκολο; Ασφαλώς το δεύτερο! Αφού λοιπόν έγινε το πρώτο, εκ της ανυπαρξίας ανίσταται άνθρωπος, γιατί τότε να αμφιβάλης για το εύκολο, και αφού είναι ακόμα πιο δύσκολο απ’την αμαρτία να γίνεται άγιος, γιατί αφιβάλλεις;


Ερώτησις: Πάτερ Δανιήλ, ο Κύριος είχε ομιλήσει πολλές φορές για την Ανάστασί Του, οι ίδιοι οι μαθηταί, είδαν με τα μάτια τους νεκρούς να τους ανασταίνη ο Χριστός…


Απάντησις: Και οι ίδιοι ανέστησαν!


Ερώτησις: Και οι ίδιοι; εκ των υστέρων, μετέπειτα… πότε ;


Απάντησις: Όχι, όταν τους έστειλε στην αποστολή, και ήρθαν κι έκαναν απολογισμό, και λέει: Στο όνομά Σου νεκροί ηγέρθησαν, και ο Ιούδας ανέστησε νεκρούς, εδώ είναι το φοβερό πράμα αυτό που είπατε, ενώ είχαν δει τη Χάρι, τη Δύναμι του Θεού, την είχαν λάβει, είχαν γίνει όργανα λειτουργίας της Αναστάσεως, ενώ σαφέστατα ο Χριστός τους είπε : ουκ αφήσω υμάς ορφανούς, έρχομαι πάλιν προς υμάς, ενώ τους είχε πάλι πει, η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται, ενώ πάλι τους είχε χρησιμοποιήσει το παράδειγμα της γυναίκας, της κυήσεως, και τους λέει: η γυνή όταν τίκτει θλίψιν έχει, πόνον έχει, αλλά όταν γεννηθεί τότε χαίρεται, διότι άνθρωπος ήλθεν εις τον κόσμο, ενώ λοιπόν τόσες φορές τους είχε αναφέρει το παράδειγμα του Ιωνά, τόσες φορές τους είχε μιλήσει περί Αναστάσεως… εδώ είναι το μυστήριο της οικονομίας, εγώ το θεωρώ οικονομία αυτό, πώς;


Κλείστηκαν τα μάτια των μαθητών για ένα διάστημα, να μην μπορούν να δουν την Ανάστασί Του. Κλείστηκε η φαντασία και ο ορίζοντάς τους τόσο πολύ, ώστε κλειδαμπαρώθηκαν διά τον φόβον των Ιουδαίων, εγκατέλειψαν τον Διδάσκαλο, απεδείχθησαν ανθρωπάκια αδύνατα, που το’βαλαν στα πόδια, και όλα αυτά είναι πειστήρια, ακριβώς για να φανή ότι η Ανάστασις δεν μπορούσε να είναι ούτε καρπός της φαντασιοπληξίας μερικών γυναικών, ούτε φαντασία ή ανακάλυψις των μαθητών, αλλά αυτοί οι μαθητές που φάνηκαν τόσο δειλοί, αυτοί οι μαθητές οι οποίοι ξέχασαν ότι θα αναστηθῆ ο Χριστός, αυτοί οι μαθητές που όταν πηγαίνουν οι μυροφόρες και τους λένε «Ανέστη», εφάνησαν, λέει «ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών και ηπίστουν», τι είναι αυτά που λέτε, φλυαρίες, και απιστούσαν, αυτοί οι μαθητές βαδίζουν μελαγχολικά, στο πρόσωπο των δύο πορευομένων προς Εμμαούς, ξαφνικά να μεταβάλλονται και η μεταβολή των αποστόλων, όπως γνωρίζουμε αποτελεί «την ανάστασι μετά την Ανάστασι», το πιο τρανταχτό ντοκουμέντο της Αναστάσεως!


Οι δειλοί γίνονται «λέοντες πυρ πνέοντες», οι αγράμματοι γίνονται πάνσοφοι, οι άλαλοι γίνονται θαρραλέοι ομολογητές. Τους ραβδίζουν μετά και τους φραγελλώνουν και τους λένε, επιτέλους πάψτε να μιλάτε διά το όνομα του Ιησού, κι αυτός ο Πέτρος που μπροστά σ’ένα κοριτσάκι δεν μπορούσε να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν, και Τον αρνήθηκε, τον ακούς μετά να λέη: «ου δυνάμεθα α είδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν», αυτή η μεταβολή των αποστόλων, που αγράμματοι, άσημοι, άοπλοι, χωρίς υλικά εφόδια, χωρίς τίποτε, γίνονται οι αναμορφωτές της οικουμένης, αποτελούν την μεγαλύτερη απόδειξη της αλλαγής και μεταβολής που κάνει η Ανάστασις. Το ίδιο και οι μαθήτριες, οι μυροφόρες. Πηγαίνουν προς το μνήμα, ανυποψίαστες για το θαύμα της Αναστάσεως. Όχι απλώς ανυποψίαστες, προβληματισμένες, «τις αποκυλίση ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου»; Όχι απλώς δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι ο παντοδύναμος σείει τα πάντα και θ’αναστηθῆ, αλλά δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι μια πέτρα, που δυο άνθρωποι τη βάλανε, δεν μπορούσε να αποκυλιστῆ. Τόσο, η οικονομία του Θεού είχε παρουσιάσει τη μικρότητα των μυροφόρων και των μαθητών, ώστε να φανή μετά η βεβαιότητα του γεγονότος της Αναστάσεως. Και βλέπετε τις μυροφόρες, ενώ βλέπουν τον άγγελο, να συναντούν μετά τον Πέτρο και τον Ιωάννη και να τους λένε: «Ήραν τον Κύριον εκ του μνημείου, και οικ οίδαμεν, δεν ξέρουμε, πού έθηκαν Αυτόν»!



Αυτό όντως σημαίνει ότι τα επιτρέπει ο Θεός όλα αυτά, ώστε να μην είναι δυνατόν η Ανάστασις ούτε φαντασιοπληξία να είναι, ούτε αποκύημα φαντασίας, ούτε φτιαχτό παραμύθι, αστείο πράγμα αν ένα παραμύθι θα μπορούσε να εμπνεύση και να ενθουσιάση τους δώδεκα αποστόλους να μεταμορφώσουν τον κόσμο∙ αυτό το παραμύθι, (αν ήταν η ανάστασις, αν ήταν δυνατόν ποτέ), να ενθουσιάση εκατομμύρια ανθρώπους και να θυσιαστούν για ένα παραμύθι∙ και προ παντός αυτό το παραμύθι να στηρίξει μια εκκλησία στους είκοσι αιώνες που συνεχώς σταυρώνεται και συνεχώς ανασταίνεται! Άρα λοιπόν επέτρεψε ο Κύριος την αδυναμία, για να φανή μετά η καταπληκτική μεταβολή της παντοδυναμίας του Χριστού που λέγεται Ανάστασις, και να αποτελούν οι απόστολοι το ντοκουμέντο της Αναστάσεως.


Το ίδιο, και σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό θα μπορούσε να πή κανείς για τη μεταστροφή του αποστόλου Παύλου, ο οποίος Παύλος είναι η μεγαλύτερη «ανάστασις» μετά την Ανάστασι του Χριστού, η μεταστροφή του. Δεν ήταν τυχαίο ότι ήταν ένας φανατικός φονταμενταλιστής ο Παύλος, ένας τι να πω δηλαδή, ένας Ταλιμπάν, πώς να το πω σήμερα, ένας καμικάζι θα λέγαμε σήμερα, φανατικός, του οποίου τα χέρια ήταν βουτηγμένα μεσ’ στο αίμα, αίμα, χριστιανικό αίμα, τους έσερνε μεσ’ στη φυλακή και νόμιζε ότι δοξάζει το Θεό μ’ αυτό τον τρόπο, και ξαφνικά αυτός ο Παύλος, ο Σαύλος, να γίνεται ο πρώτος κήρυκας των αποστόλων, του Ευαγγελίου, και όχι μόνον αυτό, αλλά να είναι ο κήρυκας του Σταυρού και της Αναστάσεως ώστε να λέγη: μη μιλάτε για άλλα πράγματα στον κόσμο, δύο πράγματα, «ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον» και να λέγη μετά «κηρύσσομεν την δύναμιν της Αναστάσεως Αυτού» και να φτάνη μετά στο περίφημο, λέω, κεφάλαιο, το 15 (Α΄Κορ.) της αναστάσεως, όπου με αλλεπάλληλα επιχειρήματα, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, δεκαπέντε, είκοσι επιχειρήματα, να θέλη να πη ότι, αν δεν πιστεύετε ότι θα αναστηθούν οι νεκροί, ουδέ Χριστός εγήγερται, ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, άρα ματαία η Πίστις ημών και το κήρυγμα!


Αν δεν πιστεύεις κυρία μου που πας στον τάφο και κλαις απαρηγόρητα, αν δεν πιστεύεις ότι ο άνθρωπός σου θα αναστηθή, αν δεν πιστεύης ότι το παιδί σου που πέθανε είναι μεταφυτεμένο στον ουρανό, δεν πιστεύεις ότι αναστήθηκε ο Χριστός! Και αν δεν αναστήθηκε ο Χριστός, να γκρεμίσουμε τις εκκλησίες! Δεν είναι καμιά θρησκεία για να περνάνε καλά κάποιοι άνθρωποι, η Εκκλησία μας, πάτερ Θεόφιλε, όπως το γνωρίζετε πολύ καλύτερα, είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως! Την Ανάστασι συνεχώς προβάλλει! Γι’ αυτό βλέπετε, την Κυριακή ημέρα, απολαμβάνουμε την Ανάστασι!


Ερώτησις: Μάλιστα, γίνεται αντιληπτό, ότι, το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού κατ’αρχήν γίνεται αποδεκτό ύστερα από έρευνα που κάνουν όλοι οι μαθηταί. Δεν το αποδέχονται, αμφισβητούν, το θεωρούν φλυαρία (ωσεί λήρον) αυτό που ακούνε ότι όντως ανέστη ο Κύριος, και μετά οι ίδιοι, αφού ο Κύριος κατά την μεγάλην Αυτού οικονομίαν εμφανίζεται ενώπιον τόσων ανθρώπων, στις ένδεκα εμφανίσεις του Κυρίου του Αναστάντος, και στις μυροφόρους και στους μαθητάς και στους ένδεκα και στη συνέχεια και στους πεντακοσίους κ.λπ. ένα γεγονός ιστορικό, που τεκμηριώνεται με ιστορικά ντοκουμέντα και γίνεται αποδεκτό, και εμείς στηριζόμενοι, δηλαδή η Εκκλησία στηρίζεται στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Διότι εάν δεν ήτανε ο Χριστός αναστημένος, τότε, θα ήτανε όλο το σύστημα της Εκκλησίας ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, μία από τις υπάρχουσες θρησκείες του κόσμου, η οποία θα ξεκινούσε από τη γέννησι και θα κατέληγε στον τάφο. Δεν θα είχε τις διαστάσεις και αυτό το μεγαλείο που έχουμε εμείς σήμερα, διότι ο Χριστός δεν ήταν ένας κοινός θνητός, ότι δεν έμεινε μέσα στο μνήμα, ότι το μνήμα του Χριστού δεν είναι γεμάτο από κόκκαλα όπως είναι όλων των άλλων αρχηγών των θρησκειών, αλλά είναι κενό, διότι ο Χριστός δεν ήταν ένας απλός θνητός αλλά ο Θεάνθωπος, επάνω στο οποίον στηρίχθηκε η Εκκλησία και υπάρχει διά μέσου των αιώνων ακατάλυτος και αιώνιος. Και το άλλο που μας λέτε ότι η Ανάστασις του Χριστού ενεψύχωσε και τους μαθητάς αλλά και όλους όσους επίστεψαν στον Χριστό, ώστε να αγωνίζονται, να παλεύουν, να μάχονται, να μαρτυρούν, να θυσιάζουν τη ζωή των, γι’ αυτό το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού, διότι εάν όλοι αυτοί οι χριστιανοί δεν πίστευαν στην Ανάστασι του Χριστού, οπωσδήποτε δεν θα ελάβαιναν αυτό το θάρρος και αυτή την δύναμι κι αυτήν την αγωνιστικότητα και τη μαχητικότητα ώστε και τη ζωή των ακόμα να θυσιάσουν γι αυτό το πιστεύω στην Ανάστασι του Χριστού. Αλλά αν είχατε την καλοσύνη, πάτερ Δανιήλ, να μας πείτε αν έχουμε στην Παλαιά Διαθήκη προεικονίσεις της Αναστάσεως του Χριστού.


Απάντησις: Προτού να πούμε αυτό, διότι ο ίδιος ο Κύριος, ο ίδιος ο Χριστός παρουσίασε προεικονίσεις και προτυπώσεις και συμβολισμούς της Αναστάσεως, θα ήθελα να πω δύο σκέψεις πάνω σ’αυτό που είπατε προηγουμένως. Γιατί ο Κύριος θεώρησε επάναγκες, δι ημερών τεσσαράκοντα όπως λέει η αρχή των Πράξεων των Αποστόλων, να εμφανίζεται, και το «θέατρο» της Αναστάσεως να λειτουργεί σαράντα μέρες και να εμφανίζεται ο Χριστός πολλές φορές Αναστημένος, σε πολλούς τόπους, με πολλούς τρόπους, σε πολλά πρόσωπα και πολλές μέρες;


Για να είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός της Αναστάσεως σ’εκείνους οι οποίοι δεν είναι προκατειλημμένοι, διότι όταν ο άνθρωπος είναι προκατειλημμένος, όσα θαύματα και αν δη και όσες κι αναστάσεις να δη, δεν τον συμφέρει να πιστέψει. Για ‘κείνους όμως οι οποίοι δεν είναι προκατειλημμένοι, ο Κύριος συγκαταβαίνει, που είπατε τη λέξι οικονομία, ήταν οικονομία του Ιησού να εμφανίζεται μετά την Ανάστασι, διότι το σώμα το οποίον είχε ο Ιησούς μετά την Ανάστασι δεν είναι ούτε το σώμα το χοϊκόν για το οποίο μιλάει ο Παύλος ούτε το σώμα το ψυχικόν, είναι το σώμα το πνευματικόν, είναι το σώμα που θα λάβουν και οι άνθρωποι μετά την ανάστασι και επομένως αυτό το σώμα το οποίον έχει ο Ιησούς μετά την Ανάστασι, δεν ήτανε υλικό σώμα, ώστε να ψηλαφάται, ώστε να έχει ανάγκη τροφής, παρ’ όλα ταύτα οικονομεί ο Θεός και εμφανίζεται, όχι απλώς εμφανίζεται αλλά προκαλεί την έρευνα, ο Ίδιος προκαλεί την έρευνα!


Ο Θωμάς δεν ζήτησε τίποτε άλλο από εκείνο που ζητούσαν όλοι οι μαθηταί. Και δεν εζήτησε τίποτ’ άλλο παρά το δικαίωμα το οποίον ο ίδιος ο Χριστός προκάλεσε να το ζητάνε οι άνθρωποι. Γιατί το «πίστευε και μη ερεύνα» είναι τελείως σατανικό δόγμα, και δεν έχει καθόλου σχέση με την Εκκλησία και με το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός, μόλις ανασταίνεται, και εμφανίζεται στους μαθητάς, η πρώτη λέξη ποια είναι; Πρόκλησις! Ψηλαφήσατέ με, βεβαίως πολλές φορές εμφανίστηκε «εν ετέρα μορφῆ», αυτό είναι άλλο θέμα, το εν ετέρα μορφῆ για να φανούν πολλές οι εμφανίσεις του Κυρίου, και να φανούν ότι ο Κύριος οικονομεί τα πράγματα, αλλά, το «εν ετέρα μορφῆ», εκλαμβάνεται η Σάρκωσις: «εν μορφῆ Θεού υπάρχων έλαβε δούλου μορφήν», και «εν ετέρα μορφῆ», ώστε να δοκιμάζεται η πίστις και κατόπιν να αποκαλύπτεται ο αναστάς Ιησούς.


Και προκαλεί την έρευνα, και λέει «ψηλαφήσετέ με και ίδετε», ελάτε, η Εκκλησία ουδέποτε αρνήθηκε την έρευνα στους «τύπους των ήλων», μόνο να μην παραμείνουμε στους «τύπους» και να μην παραμείνουμε στους «ήλους»! Και τους «τύπους» θα δούμε. Και τους «ήλους» θα δούμε. Αλλά θα προχωρήσουμε στην «από.καθ.ήλωση», εις την Ανάστασι, στη Νέα Ζωή, η μια παρατήρησις αυτή.


Η δεύτερη παρατήρησις είναι σε κάτι που είπατε προηγουμένως, ότι εάν δεν ήταν η Ανάστασις, ο Χριστιανισμός, είπατε προηγουμένως, και κατά κάποιο τρόπο μπορεί να το δεχθούμε, θα ήταν μια θρησκεία όπως όλες οι άλλες. Εγώ θα πω κάτι άλλο. Ότι εάν δεν ήταν η Ανάστασις, ο Χριστός δεν θα ήταν ο αληθινός Θεός, και αν δεν ήταν η Ανάστασις δεν θα υπήρχε Χριστιανισμός, δεν θα υπήρχε Εκκλησία! Διότι υπάρχουν θρησκείες που είναι κατασκευάσματα των ανθρώπων, απλούστατα διότι έχουν δημαγωγικά συνθήματα και διότι έχουν υποσχέσεις υλικών και υλιστικών απολαβῶν.


Πῶς θα ήταν δυνατόν ποτέ να ξαπλωθεί το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, με αντιδημαγωγικά συνθήματα, σαν το σύνθημα: όποιος θέλει να με ακολουθήση θα πάρει σταυρό και θα σταυρωθή, πώς θα ήταν δυνατόν ποτέ να επικρατήση μια τέτοια θρησκεία η οποία ζητάει θυσίες, προσφορά, σταυρό; Δεν θα υπήρχε καν. Και σ’αυτό που σας λέω έρχεται συνεπίκουρο εκείνο το καταπληκτικό επιχείρημα που ακούμε στις πράξεις των αποστόλων, από τον Γαμαλιήλ. Θα το ξαναθυμίσω, είναι απ’ τα συγκλονιστικά επιχειρήματα, ότι η Εκκλησία είναι ακατανίκητος διότι είναι το Θεανθρώπινο αναστημένο σώμα του Χριστού.

Θα πω και για τις προτυπώσεις, δεν το’χω ξεχάσει, αλλά θέλω αυτό να το πώ γιατί είναι πολύ συγκλονιστικό.


Όταν οι μαθητές μετά την Ανάστασι και μετά την Πεντηκοστή, συλλαμβάνονται, ραβδίζονται, και τελικά συνέρχεται το Συνέδριο των Ιουδαίων για να τους καταδικάσει, κι’ είναι όλοι αποφασισμένοι να τους κόψουν το κεφάλι, -ενός πρόλαβαν και έκοψαν το κεφάλι, του Ιακώβου του αδελφού του Ιωάννου, είναι ο πρώτος ο οποίος εμαρτύρησε και για να γίνη η προφητεία που είπε ο Χριστός «το ποτήριον ό εγώ πίνω πίεσθε», και ο πρώτος που ήπιε το ποτήρι…(ήταν ο Ιάκωβος)-, αλλά μόλις λοιπόν συνέρχεται το συνέδριο των Ιουδαίων και έλεγαν - έλεγαν ωρυόμενοι, σηκώνεται ο Γαμαλιήλ, ο οποίος λέγει, είχε και κύρος, με μεγαλοψυχία: -Να βγουν έξω οι δώδεκα κατηγορούμενοι. Τους έβγαλαν έξω τους δώδεκα. - Ακούσατέ με! Προτού να εμφανιστή αυτός τον οποίον κηρύττουν, ο Ιησούς Χριστός, είχε εμφανιστή, όπως γνωρίζετε, άλλος ο οποίος απαιτούσε και έλεγε ότι είναι ο μεσσίας, κι’ αυτός λεγόταν Θευδάς. Και τον ακολούθησαν όχι δώδεκα μαθητές, αλλά χίλιοι μαθητές. Όταν όμως, λέει, αποκεφαλίστηκε ο Θευδάς, όλοι σκορπίστηκαν και χάθηκε το κίνημά του αμέσως.


Μετά το Θευδά, εμφανίζεται δεύτερος, άλλος, που έλεγε: εγώ είμαι ο μεσσίας, ο Ιούδας, όχι ο Ισκαριώτης φυσικά, και πλήθος μαθητών γύρω από αυτόν. Και όταν, λέγει, εξοντώθηκε ο Ιούδας απ’ τη Ρωμαϊκή εξουσία διά των Αρχιερέων πάλι, εξοντώθηκε ο Ιούδας ο επαναστάτης όχι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, τότε εξαφανίστηκε το κίνημά του. Τώρα, λέγει ο Γαμαλιήλ -και εδώ είναι το επιχείρημα το φοβερό της ιστορίας-, τώρα έχουμε ένα τρίτο φαινόμενο. Κάποιος Ιησούς, τον οποίον αυτοί κηρύττουν, ισχυρίζεται ότι είναι ο υιός του Θεού κι’ ότι εσταυρώθη κι’ ότι ανέστη! Ένα απ’ τα δυο συμβαίνει, λέει ο Γαμαλιήλ! Εάν μεν αυτό το οποίο κηρύττουν αυτοί οι δώδεκα άνθρωποι, είναι ψέματα, αφήστε τους, μετά από δυο τρεις μέρες θα σβήσει το κίνημά τους. Εάν όμως αυτός τον οποίον κηρύττουν είναι Ο Μεσσίας, Ο Υιός του Θεού επί της γης, ο σταυρωμένος και Αναστημένος, τότε, τους λέγει, ούτε σείς, ούτε καμία δύναμις στον κόσμο θα μπορέσει να καταλύση το κίνημά του και τότε, προσέξετε, μήπως και Θεομάχοι ευρεθῆτε!


Αυτό το επιχείρημα του Γαμαλιήλ, πού ‘ναι το συγκλονιστικότερο: Εάν ο Ιησούς δεν ήταν ο Θεός επί της γης, εκείνος ο οποίος εκουσίως σταυρώθηκε, και με την παντοδυναμία Του Ανέστη και θα αναστήση τους πάντες, ο εγείρας εαυτόν εκ νεκρών και ο εγείρας τους νεκρούς και εκείνος ο οποίος συνήγειρεν ημάς, τότε, το κίνημά Του θα είχε σβήση τελείως! Το ότι λοιπόν έζησε η Εκκλησία και ζη, είναι διότι εδραιώνεται πάνω στο θεμέλιο που λέγεται Ανάστασις. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, επειδή η Ανάστασις και ο Σταυρός είναι οι δύο πόλοι του κηρύγματος της Εκκλησίας, όλη η Παλαιά Διαθήκη είναι προτυπώσεις και συμβολισμοί του Σταυρού και της Αναστάσεως. Εάν πάρουμε όλους τους Προφήτες, για δύο πράγματα μιλούν: Για το Σταυρό και την Ανάστασι!




Ο ίδιος ο Χριστός χρησιμοποίησε απ’την Παλαιά Διαθήκη τρία παραδείγματα:

Πρώτον, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Ιωνά του προφήτου. Και όταν του είπαν οι Ιουδαίοι, τι ειν’αυτά που κάνεις, του λέει, και παίρνεις το φραγέλλιο και μας πετάς έξω από δω, τι είσαι συ, του λένε, «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς», μπρός, κάνε μας σημείο να πιστέψουμε! Ο Κύριος τους κοίταξε με την πραότητα και τους λέει: Σημείον δε θα σας κάνω, δεν κάνει από περιέργεια και κατά παραγγελία θαύματα ο Χριστός, άπειρα θαύματα κάνει όταν πρέπει, όταν θέλει και όταν είναι απόλυτη ανάγκη. Και τους λέει: Σημείον δεν θα σας δοθῆ, παρά μόνον ένα, το σημείον Ιωνά του προφήτου! Και λέει ο ευαγγελιστής παρακάτω: δεν κατάλαβαν τότε περί τίνος έλεγε, όταν όμως ανέστη εκ νεκρών, τότε κατάλαβαν τι σήμαινε το σημείον Ιωνά του προφήτου ο οποίος Ιωνάς είναι σύμβολο της ταφής του Χριστού και της Αναστάσεως. Ετάφη μέσα στην κοιλία του κήτους, έμεινε άθικτος στην κοιλία του κήτους και βγήκε από την κοιλία του κήτους, θα έλεγα μια απλή λέξη, τι λένε τα τροπάρια του Μεγάλου Σαββάτου; Τον ξέρασε! «Σήμερον ο Άδης στένων (στενάζοντας) βοά:συνέφερέ με, ει τον εκ Μαρίας γεννηθέντα μη επεδεξάμην, ελθών γαρ επ’εμέ το κράτος μου έλυσε» δε λέμε το Μ.Σάββατο; Τον ξέρασε, μη ανεχόμενος να έχει τον Ιωνά στο κήτος και τον έβγαλε ζωντανό. Έτσι, και ο Κύριος μόνος Του μπαίνει, για να σταματήση η τρικυμία της αμαρτίας, μόνος Του μπαίνει στο κήτος του θανάτου, του Άδου, μένει άθικτος, με τη Θεότητά Του ρίπτει βόμβα και καταστρέφει το Κράτος και τη μονοκρατορία του θανάτου, του Άδη, και ο Άδης Τον απέδωσε ζωντανό διότι, ουκ ήν δυνατόν Αυτόν κρατείσθαι υπό της φθοράς, ουκ ήν δυνατόν κρατείσθαι υπό του θανάτου τον αρχηγόν της ζωής.


Άλλη φορά πάλι ο Κύριος, όταν Τον προκάλεσαν οι Ιουδαίοι, -Θέλετε σημείο; τους λέει; Ωραία. Θα σας δώσω άλλο σημείο. Λέει: Καταλύσατε τον ναόν τούτον, μπρος! Γκρεμίστε τον ναό. Και εγώ, εν τρισίν ημέραις οικοδομώ! Κι εκείνοι γέλασαν ειρωνικά! Ε, τι ειν’αυτά που λες. Εμείς, τεσσαράκοντα και τρία έτη, οι πατέρες ημών , χρειάστηκαν να χτίσουμε τον ναό, κι΄εσύ τώρα λες, σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσεις; Και σημειώνει πάλι ο Ευαγελιστής Ιωάννης: Δεν κατάλαβαν ότι περί του Ναού του Σώματος μιλούσε. Ο Κύριος, θέλησε, θέλησε, να γκρεμιστῆ ο Ναός της σαρκικής μορφής Του διά του εκουσίου θανάτου, για να ξαναχτίση, εδώ είναι το περίεργο, προσέξτε, το θεολογικώς και ανθρωπολογικώς θαυμαστόν και το φιλάνθρωπον του Θεού! Ξαναχτίζει τον ναό, με την Ανάστασή Του. Εμείς πότε χτίζουμε ένα καινούργιο ναό; Όταν ο άλλος είναι παλιός και δεν μας χωράει. Εδώ, ο Ιησούς είναι τέλειος άνθρωπος, τέλειος Θεός. Και όμως ενώ είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος γκρεμίζει αυτό το τέλειο που έχει, τη μορφή αυτή, για να ξανακτίση το σώμα Του Αναστημένο! Γιατί; Διότι απλούστατα, θέλει, μεσ’στον ναό τον καινούργιο που κτίζει και λέγεται Ανάστασις, να χωράνε όλοι οι άνθρωποι! Διότι, όταν λέμε για Ανάστασι του Χριστού, ομιλούμε για την ανάστασι του ανθρώπου, ο Θεός δεν πεθαίνει, δεν αναστήθηκε ο Θεός Ιησούς διότι δεν πεθαίνει ούτε παθαίνει ο Θεός, ποιος αναστήθηκε; η ανθρωπίνη φύσις του Κυρίου η ενωμένη με τη θεία, η οποία ανθρωπίνη φύσις έχει προσλάβει όλο το ανθρώπινο γένος, το πρόσλημμα, και επομένως αναστήθηκε το ανθρώπινο γένος, και επομένως η ανάστασις ουσιαστικά είναι συνανάστασις, γι αυτό λέει στην προς Εφεσίους επιστολή «συνήγειρεν ημάς» και «συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις».



Τα δύο καταπληκτικά, φιλάνθρωπα, γεγονότα της ζωής του Κυρίου μας, Θεοφανικά, είναι η Ανάστασις και η Ανάληψις. Μας ανασταίνει όλους και επομένως δεν είναι δυνατό να είναι αναστημένο το κεφάλι και θαμμένο το σώμα. Άρα, όλοι, ως μέλη του σώματος του Χριστού είμαστε αναστημένοι, εν δυνάμει, κι αν πιστέψουμε και μετανοήσουμε γινόμαστε αναστημένοι εν ενεργεία, και με την Ανάληψη, ανεβαίνει όλο το ανθρώπινο γένος στην Θέωσι, στα δεξιά του Πατέρα, και εκεί έχει τη θέσι μας ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος είναι στον Ουρανό, εξ ου και μεσιτεύει και εξακολουθεί να είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων δηλαδή Σωτήρας, και επομένως είμαστε θεωμένοι εν Χριστῶ Ιησοῦ εφόσον παραμείνουμε ενωμένοι στο Σώμα του Κυρίου. Εάν αποκοπούμε από το Σώμα, με μια αμαρτία βαρειά που δεν μετανοούμε και δεν εξομολογούμαστε, τότε φυσικά φοβόμαστε και το θάνατο. Εάν όμως μετανοούμε συνεχώς και ζούμε τη μετάνοια που λέγεται πνευματική ανάστασις, τότε δεν φοβόμαστε τον θάνατο. Διότι με το «φέρρυ μπόουτ» που λέγεται Ανάστασις, μας έχει περάσει απ’ το τούνελ του θανάτου, απ’το σκοτεινό ποτάμι του θανάτου (εκ γαρ θανάτου προς Ζωήν και εκ γης προς Ουρανόν ημάς διεβίβασεν).


Ο Κύριος λοιπόν χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Ιωνά. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα του ναού. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα του προφήτου Ησαϊα: Ο προφήτης Ησαϊας στο περίφημο 53ο κεφάλαιο, το οποίο το ακούμε επανειλημμένα τη Μ.Παρασκευή, όχι απλώς ζωγραφίζει τα Πάθη του Κυρίου, «ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και παρί ημών οδυνάται κ.λπ.» και «τετραυμάτισται» κ.λπ. , όχι μόνο παρουσιάζει τη μορφή του Κυρίου την τόσο ωραία μορφή, να είναι άσχημη, κατάστικτος τοις μώλωψι από τα φραγελλώματα, τα φτυσίματα, τις ροχάλες που του έριχναν, από τα αίματα, και λέει: και είδον το πρόσωπον αυτού και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος, αλλά μετά προχωρεί στην Ανάστασι, και λέει: «την δε γενεάν Αυτού τις διηγήσεται»;


Αυτό το χωρίον του Ησαϊου μ’ένα πλήθος άλλων χωρίων, φανερώνουν πως οι Προφήτες πίστευαν ακράδαντα ότι αυτός ο Μεσσίας που θα πάθη, θα Αναστηθή, ώστε η Γενεά της Αναστάσεως, η Εκκλησία, είναι πλέον αναρίθμητη γενεά. Δεν πρόκειται να καταλυθῆ η Εκκλησία! Αυτό, το ίδιο πράγμα, το λέει προτυπωτικά και ο Δαυϊδ: Όταν λέγει ο Δαυίδ «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου έως αν θῶ τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδῶν σου», και , Του λέει λοιπόν, «Υιός μου εί Σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά Σε». Πού αναφέρεται αυτό το «γεγέννηκά σε»; Αφού υπάρχει η προαιώνιος γέννησις του Χριστού! Αφού ο Χριστός ως προαιώνιος Υιός και Λόγος είναι άχρονος, μάλλον αϊδιος, δεν υπάρχει χρόνος που δεν υπάρχει Χριστός, που δεν υπάρχει Θεός Λόγος, δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος! «Εγώ σήμερον γεγέννηκά Σε», είναι η νέα γέννησις, είναι η Ανάστασις. Και κάθε φορά που ο άνθρωπος μετανοεί και εξομολογείται «σήμερον γεγέννηκά σε», σήμερα γεννήθηκες, σήμερα αναγεννήθηκες, και κάθε φορά που ο άνθρωπος φεύγει απ’ αυτήν τη ζωή, ακούγεται το ίδιο, «σήμερον γεγέννηκά σε», γι’ αυτό βλέπετε και οι Μάρτυρες, όταν πεθαίνουν, γιορτάζουμε τα γενέθλια του μάρτυρα!


Γι΄ αυτό μεσ’στην Εκκλησία δεν υπάρχει η σκιά του πένθους, ούτε η μούχλα του θανάτου, ούτε η ταφόπετρα υπάρχει! Υπάρχει η ελπίδα και η βεβαιότητα της αναστάσεως. Γι’ αυτό βλέπετε, όταν στέλνουμε έναν άνθρωπό μας, φεύγει και τον χαιρετάμε, στην ανάσταση, λέει ο Κύριος, το Ευαγγέλιο, «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», εδώ είναι παράδοξα! Αντιστρέφει ο Κύριος αυτά που λέμε! Εμείς λέμε: Πώ πω πω πω πω, έφυγε, έφυγε απ’ τη ζωή στο θάνατο, κι’ ο Χριστός λέει: Ντροπή σας, έφυγε απ’ το θάνατο στη ζωή, «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», γι’ αυτό και όλα τα τροπάρια της εξοδίου ακολουθίας του Ιωάννου του Δαμασκηνού είναι όλα αναστάσιμα. Η Εκκλησία ζῆ την Ανάστασι! Η Εκκλησία είτε ως προτύπωσις στην Παλαιά Διαθήκη είτε στο πρόσωπο του ζωντανού Ιησού της Παρουσίας της Πρώτης, είτε μεσ’στην ιστορία της Καινής Διαθήκης, είτε εσχατολογικά στην Αποκάλυψι, ζῆ ως Ανάστασις, η Εκκλησία!


Ερώτησις: Μάλιστα, θαυμάσια και υπέροχα μέχρις εδώ, πάτερ Δανιήλ, αλλά θα ήθελα επιγραμματικά με δυο λόγια να μας πείτε, επειδή εσχάτως γίνεται πολύς λόγος και πολλές συζητήσεις εάν και κατά πόσον μπορεί να παραμείνη η Παλαιά Διαθήκη μέσα στο χώρο της Πίστεώς μας, μέσα στην Εκκλησία, γιατί είναι ένα βιβλίο, που δεν είναι Ελληνικό αλλά είναι Εβραϊκό, και ίσως από εθνικιστικά ελατήρια κινούμενοι, θέλουν να το απομακρύνουμε, να το αποβάλουμε, να το περιφρονήσουμε και με κίνδυνο πάντοτε, εφόσον έχει τέτοια συνάφεια και τέτοια, ας πω, σύνδεση η Παλιά Διαθήκη με τη Νέα Διαθήκη, θα είναι ολέθριο για την Πίστη μας και για την Εκκλησία μας.


Απάντησις: Ολέθριο φυσικά δεν είναι γιατί δεν πρόκειται ποτέ η Εκκλησία να σταματήση να είναι το Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, το οποίο Θεανθρώπινο σώμα του Χριστού προφητεύεται, προτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη και βιώνεται μέσα στην Καινή Διαθήκη. Απλώς θα πω, ότι δεν είναι Εβραϊκό βιβλίο η Παλαιά Διαθήκη, είναι το Βιβλίο του Θεού. Πρώτον. Δεύτερον θα πω ότι δεν υπάρχει γέννησις χωρίς κυοφορία, ότι το μυστήριον της εν Χριστῶ Ιησοῦ Σωτηρίας κυοφορήθηκε μέσα στους Προφήτες και μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Ὀ,τι στην Παλαιά Διαθήκη ήταν καθαρά τυπωτικό, συμβολικό, η Καινή Διαθήκη το έχει πληρώσει (εκπληρώσει), συμπληρώσει, με το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Όπως ξέρετε, η Παλαιά Διαθήκη για εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς είναι τρία πράγματα, είναι εκείνα τα οποία παραμένουν διότι είναι καταπληκτικά, διδακτικά βιβλία, (ας διαβάσουν οι βλάκες που τα λένε αυτά, διότι δεν διαβάζουν), εις την Παλαιά Διαθήκη παραμένουν μεν τα βιβλία εκείνα τα οποία διδάσκουν, μέχρι σήμερα, καταργούνται οι τύποι που δεν χρειάζονται, και συμπληρώνεται ό,τι προφητικό υπάρχει, εκπληρώνεται, και συμπληρώνεται ο Μωσαϊκός Νόμος, γι’ αυτό ο Χριστός είπε «ερρέθη τοις αρχαίοις, εγώ δε λέγω υμίν» κι έχουμε το πλήρωμα του Νόμου.

Δηλαδή, ασθενές φως η συνείδησις, την έβαλε ο Θεός, ισχυρότερο φως, ηθικό, ο Μωσαϊκός Νόμος, Προβολέας του Ουρανού η Καινή Διαθήκη.
Ούτε τη συνείδησι καταργώ, ούτε το φως του Μωσαϊκού νόμου, πολύ περισσότερον το Ευαγγέλιον.

Ερώτησις: Νομίζω ότι καλύπτεται η ερώτησις, κάτι έχετε να προσθέσετε;


Απάντησις: Για την πολεμική της Αναστάσεως. Σήμερα πολεμείται η Ανάστασις πρακτικά, έμπρακτα. Ότι: Πρώτον, δεν πιστεύουν οι άνθρωποι στην ανάστασι των νεκρών. Όταν πας και τους πεις, μην κλαίτε τους νεκρούς, μη φοράτε μαύρα, λέει ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός «δεν πέθανε, ζη», σε κοροϊδεύουν, δεν το πιστεύουν, ένα αυτό. Το δεύτερο και το σπουδαιότερο, για μένα, λέμε «Χριστός Ανέστη», καθ’ήν στιγμήν πολεμήσαμε χιλιάδες φορές την Ανάστασι, και στο χρόνο αυτό που πέρασε. Αυτό το βρέφος που κυοφορείται, δεν ζητάει τίποτε άλλο παρά να το αφήσουμε να αναστηθῆ, να ‘ρθῆ στο φώς του ήλιου. Και έρχεται η πολεμική και λέει, πάρτε όσα λεφτά θέλετε, όπως είπαν στους στρατιώτες, πάρτε λεφτά, μόνο μην πείτε ότι αναστήθηκε ο Χριστός. Και λέει: πάρε γιατρέ λεφτά όσα θέλεις, μόνο να εμποδίσεις την ανάσταση. Και σκοτώνουμε 400 χιλιάδες παιδιά κάθε χρόνο με τις εκτρώσεις, και κάθε φόνος με την έκτρωσι, είναι πολεμική κατά της Αναστάσεως. Έχω φτάσει στο σημείο, πάτερ Θεόφιλε, να λέω, ότι, μήπως θα πρέπει οι εκκλησίες να κτυπάνε πένθιμα τη μέρα της Αναστάσεως, διότι πολεμάνε καθημερινώς την Ανάστασι. Και την πολεμάνε όταν δεν της επιτρέπουν να λειτουργῆ, όταν τη σκοτώνουν την ανάστασι. Κάθε μικρό παιδί που θέλει να γεννηθή και το πολτοποιούμε, είναι σαν να σκοτώνουμε την ανάστασι. Κάθε παιδί, και κάθε γέννησι είναι ανάστασι. Αν πιστεύεις στην Ανάστασι, θα είναι ο καθένας από ‘μας λειτουργός της Αναστάσεως. Θα είναι λειτουργός της Αναστάσεως, να φύγουν τα μνημόσυνα την Κυριακή, που καλύπτουν την Ανάστασι, δεν έχουν καμιά δουλειά, το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, να δεσπόζη η Ανάστασις, να πιστέψουν τα αντρόγυνα ότι η παντοδυναμία του Αναστημένου Ιησού δεν θα τους αφήση, αν αναστήσουν καινούργια παιδιά, να ξανααναστηθεί η Ελλάδα που κοντεύει να πεθάνη και να νεκρώσει, και θα γίνει τόπος Ελληνοποιήσεως των αλλοδαπών, και τότε θα μπορούμε να λέμε το «Χριστός Ανέστη», και τότε ο ουρανός θα λέη «Αληθώς Ανέστη».



Π.Θεόφιλος: Ωραία, να ευχαριστήσουμε αγαπητοί μας φίλοι τον αγαπητό και σεβαστό πατέρα Δανιήλ Αεράκη, ο οποίος στην παρούσα εκπομπή προσεπάθησε να μας δώσει μια ζωντανή εικόνα του Αναστημένου Χριστού, του δυναμικού Χριστού, του ζωντανού Χριστού, και όλοι μας να τοποθετηθούμε έναντι αυτού του μεγάλου και συγκλονιστικού γεγονότος το οποίο αποτελεί την απαρχή της Νέας Ζωής, της Καινής Ζωής. Και θα ήθελα, δυο λόγια τελειώνοντας, επιγραμματικά, να πω πως η μεγαλυτέρα Ανάστασις είναι η δική μας ανακαίνισις, η δική μας ανάστασι από το μνημούρι της αμαρτίας μας. Αναστημένοι και όρθιοι ας φωνάζομε όχι μόνο με τη γλώσσα, και με την καρδιά μας, και με τη ζωή μας, ότι όντως ο Χριστός Ανέστη.


Η Ανάστασις του Χριστού εγγύησις

του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη



Οι νεκροί θ’ αναστηθούν.
Δεν μπορεί να γίνη διαφορετικά.
Αφού αναστήθηκε ο Χριστός, θ’ αναστηθούν και όλοι οι νεκροί.
Αφού αναστήθηκε η Κεφαλή, θ’ αναστηθή και το σώμα.


● Η Ανάστασις του Χριστού άνοιξε το δρόμο της αναστάσεως όλων των ανθρώπων.


● Η Ανάστασις είναι πολύτεκνη.
Από τότε, που γέννησε τον πρώτο της Υιό, τον Ιησού Χριστό, είναι επόμενο να μας γεννήση όλους.
Και θα μας γεννήση.
Αφού ο Χριστός είναι «πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολοσ.α΄18).


● Πιστεύεις ότι αναστήθηκε ο Χριστός;
Τότε πιστεύεις, ότι στη σύναξι της Αναστάσεως θα βρίσκωνται και όλοι οι νεκροί (οι κεκοιμημένοι). «Ει πιστεύομεν, ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτῶ» (Α΄Θεσ. δ΄14).
Μιλώντας για τον Ιησού Χριστό χρησιμοποιεί ο Παύλος το ρήμα «απέθανε», ενώ για τους ανθρώπους χρησιμοποιεί το ρήμα «εκοιμήθησαν».
Γιατί;


● Το υπερβατικό για τον Ιησού είναι ο θάνατος.
Θεός ο Ιησούς.
Ο Θεός δεν πεθαίνει ποτέ.
Έγινε άνθρωπος ο Θεός, και ως άνθρωπος υπέστη αυτό, που ως Θεός δεν μπορεί να υποστῆ.
Ο θάνατος του Ιησού είναι η υπέρβασις της αγάπης του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.


● Το υπερβατικό για τον άνθρωπο είναι η ανάστασις.
Ο άνθρωπος ήταν φυσικό να πεθαίνη.
Για να ζήση ο άνθρωπος υπέστη το σταυρικό θάνατο ο Θεάνθρωπος.
Ο θάνατός Του η ζωή μας!


● Χρησιμοποιεί επίσης ο Παύλος το ρήμα «απέθανε» για τον Ιησού, για να φανή, ότι όντως σωματικώς πέθανε, νεκρώθηκε.
Δεν ήταν φαινομενικός ο θάνατός Του, αλλά πραγματικός.
Και για άλλο λόγο, για να τονιστή περισσότερο το «ανέστη».
Ό,τι πεθαίνει, αυτό και ανασταίνεται.


● Στην περίπτωσι του Κυρίου, η ανάστασίς Του δεν ήταν μόνο δική Του ανάστασις.
Ήταν καρποφόρος ανάστασις.
«Πάντας συνανέστησε».
Μιλώντας ο ίδιος για την ανάγκη να πεθάνη, προκειμένου ν’ αναστηθή και να συναναστηθούν μαζί Του οι άνθρωποι, λέει: «Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει∙ εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». (Ιωάν.ιβ΄24).

Πιστεύουμε στον θάνατό Του

και στην Ανάστασί Του;

Το πρόβλημα είναι αν πιστεύουμε στο θάνατο και στην Ανάστασι του Ιησού. «Ει πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη…».
Στο περίφημο κεφάλαιο της αναστάσεως, το 15ο της πρώτης προς Κορινθίους Επιστολής, την πίστι στην ανάστασι του Ιησού παρουσιάζει στα αλλεπάλληλα επιχειρήματά του ο απόστολος Παύλος ως προϋπόθεσι, αλλά και ως απόδειξι της δικής μας αναστάσεως.
Όποιος δεν πιστεύει, ότι θ’αναστηθούν από τα μνήματα οι νεκροί, αυτός δεν πιστεύει και στην Ανάστασι του Χριστού, αφού ο Χριστός «απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο» (Α΄Κορ.ιε΄20).


● Εφ’ όσον λοιπόν, πιστεύουμε, ότι αναστήθηκε ο Χριστός, άρα πιστεύουμε, ότι και οι άνθρωποί μας, που κοιμήθηκαν (πέθαναν), θα ξυπνήσουν.
Η δύναμις, που ενήργησε την ανάστασι του Κυρίου, η ίδια θα ενεργήση και την ανάστασι όλων των κεκοιμημένων. «Ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού άξει συν αυτῶ».


● Όπως χτυπά η καμπάνα για τη σύναξί μας στο Ναό, για την ευχαριστιακή σύναξι, έτσι θα χτυπήση και η καμπάνα της Αναστάσεως.
Όλοι οι πιστοί, που έζησαν συν Χριστῶ και έφυγαν εν Χριστῶ, θα συναχθούν στον αχειροποίητο Ναό της επουράνιας δόξας.
Θα συναχθούν όχι για πρώτη φορά, αφού οι ψυχές τους, «λελυτρωμένες», ήδη από την ώρα που ανεχώρησαν, βρίσκονται «συν πάσι τοις αγίοις».
Θα συναχθούν με άλλο τρόπο.
Πώς;


● Όταν πηγαίνουν οι πιστοί για τη λατρευτική σύναξι, ιδίως της Κυριακής, φοράνε «τα καλά τους», τα γιορτινά τους.
Στην ουράνια σύναξι, για την οποία μιλάει ο απόστολος Παύλος στην πρώτη προς Θεσσαλονικείς, θα συναχθούν όλοι οι δίκαιοι με… τα γιορτινά τους.
Θα φοράνε τη νέα στολή, που θα τους έχη υφάνει η Ανάστασις (Α΄Κορ.ιε΄53).
Και όλα αυτά θα συμβούν «διά του Ιησού».
Τι σημαίνει «διά του Ιησού»;
Δύο μπορεί να σημαίνη:


● Το ένα: Οι χριστιανοί κοιμούνται, πεθαίνουν, «διά του Ιησού» (Α΄Θεσ.δ΄14), δηλαδή, με την πίστι του Ιησού.
Πιστεύουν ακράδαντα, ότι δεν σβήνουν με το θάνατο, αλλ’ ότι θα ζουν τη ζωή την αθάνατη.


● Το άλλο: Ο Θεός θα τους οδηγήση, μαζί με τον Ιησού Χριστό, στην ένδοξη και αιώνια ζωή.
Εν ονόματι της αναστάσεως και της δόξας του Ιησού, θ’ αναστηθούν και θα δοξαστούν και οι κοιμηθέντες.
Το «Χριστός Ανέστη» δεν ψάλλεται μόνο όσες φορές ορίζει το τυπικό της Εκκλησίας.
Ψάλλεται εκατομμύρια φορές.
Κάθε φορά, που ένας αμαρτωλός μετανοεί, οι άγγελοι ψάλλουν
«Χριστός Ανέστη»! (Λουκ.ιε΄7.10).
Και θα ψαλῆ αναρίθμητες φορές την ημέρα της κοινής αναστάσεως.
Ειδικός άγγελος θα επισκέπτεται κάθε νεκρό κεκοιμημένο, με μια ουράνια προσταγή και με ένα θεσπέσιο ύμνο:


● Η προσταγή: «Ανάστα, δεύρο έξω, ακολούθησέ με»!


● Ο ύμνος: «Ανέστη Χριστός εκ νεκρών, λύσας θανάτου τα δεσμά».


ΝΕΚΡΟΙ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ



του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη



Μη κλαίτε τους νεκρούς!


Τις δυσκολώτερες εξετάσεις ο χριστιανός τις δίνει μπροστά στο φέρετρο.
Πώς αντιμετωπίζει το θάνατο;
Τον αντιμετωπίζει όπως οι υλιστές, οι άπιστοι, οι άθεοι;
Ή τον αντιμετωπίζει όπως αρμόζει σε πιστούς, που πιστεύουν, ότι η ζωή συνεχίζεται;
Πριν χρόνια συναντήθηκαν δυο ισχυροί άντρες μεγάλων κρατών, ο ένας θεωρητικά άπιστος, ο άλλος στην πράξι υλιστής.
Ο πρώτος είπε ειρωνικά στο δεύτερο:
-Δεν νομίζω, ότι διαφέρουμε ιδεολογικά.
Και σεις βλέπω να τρέμετε μπροστά στο θάνατο, όπως και μεις. Ποια, λοιπόν, η διαφορά μας;

Φυσικά υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους πιστούς και τους απίστους.


● Για τους πρώτους ο θάνατος δεν είναι το τέρμα.
Είναι αρχή μιας νέας, διαφορετικής, ζωής.
Για τους δευτέρους ο θάνατος είναι το φρικτό τέρμα της ζωής.


● Για τους πρώτους η στιγμή του θανάτου δεν είναι για κλάματα.
Για τους δευτέρους είναι αφορμή θρήνων, κλαυθμών και οδυρμών.
Κάποτε αυτοί οι θρήνοι γίνονται συνήθεια και σε χριστιανούς ακόμη και θεωρούνται αναγκαία εκδήλωσις σε μια κηδεία!
Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος διαχωρίζει τις δυο αυτές κατηγορίες των ανθρώπων.
Άλλη η δική μας στάσις μπροστά στο θάνατο, άλλη των απίστων.
Διαφορετική η ψυχολογία εκείνου, που σταματά στο χειμώνα και διαφορετική εκείνου, που πιστεύει, ότι μετά το χειμώνα θα έρθη οπωσδήποτε η άνοιξις. «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα».


«Οι μη έχοντες ελπίδα».


● Απελπισμένοι στέκουν οι άπιστοι για το θάνατο κάποιου προσώπου.
-Πάει, χάθηκε ο άνθρωπος!
Δεν θα τον ξαναδούμε.
Και ήταν τόσο καλός και τόσο χρήσιμος!
Είναι φυσικό άνθρωπος, που δεν πιστεύει στην ανάστασι και στην αιώνια ζωή ν’ απελπίζεται και να θρηνῆ, όπως θα θρηνούσε, αν ένα πολύτιμο πετράδι του έπεφτε στη θάλασσα και το έχανε.

Λέει σχετικά ο ιερός Χρυσόστομος:
«Το κατακόπτεσθαι επί τοις απελθούσι των ουκ εχόντων εστίν ελπίδα, εικότως.
Ψυχή γαρ ουδέν περί αναστάσεως επισταμένη, αλλά τον θάνατον τοῦτον θάνατον είναι νομίζουσα, εικότως ως περί απολωλότων κόπτεται και θρηνεῖ και αφορήτως πενθεῖ.
Σύ δε ο προσδοκῶν ανάστασιν, τίνος ένεκεν οδύρη;
Άρα των μη εχόντων ελπίδα εστί το οδύρεσθαι»
(Ε.Π.Ε.22,247).

Μετάφρασις: Το να οδύρεται κανείς για τους τεθνεώτες είναι γνώρισμα εκείνων, που δεν έχουν ελπίδα για την άλλη ζωή. Και είναι τούτο φυσικό. Διότι ο άνθρωπος, που δεν γνωρίζει τίποτε για την ανάστασι, αλλά νομίζει, ότι είναι πραγματικός θάνατος ο θάνατος, δικαιολογημένα οδύρεται και θρηνεί και αφόρητα πενθεί γι’αυτούς, σαν να έχουν χαθή. Συ όμως, που περιμένεις ανάστασι, για ποιο λόγο οδύρεσαι; Άρα το να οδύρεται κανείς είναι ίδιον εκείνων που δεν έχουν ελπίδα.

«Οι μη έχοντες ελπίδα».


● Οι χριστιανοί έχουν ελπίδα.
Και είναι ελπίδα βεβαία και ασφαλής.
Όσο είναι σίγουρο, ότι μετά τη δύσι του ήλιου έρχεται η ανατολή, όσο είναι σίγουρο ότι μετά τη νύχτα έρχεται η μέρα, όσο είναι σίγουρο, ότι μετά τη σπορά έρχεται η βλάστησις και ο θερισμός, όσο είναι σίγουρο, ότι αυτός που κοιμάται ξυπνάει, τόσο και πολύ περισσότερο είναι σίγουρο, ότι, μετά το θάνατο έρχεται η ζωή.
Τόσο και περισσότερο, είναι σίγουρο, ότι τη στιγμή του θανάτου «μεταβαίνομεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν.ε΄24).


● Για τους χριστιανούς, όσοι κλείνουν τα μάτια και αφήνουν την τελευταία τους στη γη αναπνοή, καλούνται όχι νεκροί, πεθαμένοι, αλλά κεκοιμημένοι ή κοιμηθέντες.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό, ότι στην ίδια περικοπή (Α΄Θεσ. δ΄13-15) ο Παύλος χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους. «Περί των κεκοιμημένων». «Τους κοιμηθέντας διά του Ιησού» (στ.14). «Ου μη φθάσωμεν τους κοιμηθέντας»(στ.15).

Σιωπή βαθειά σήμερα στη γή,

γιατί ο βασιλεύς κοιμάται...




Τι είναι τούτο;
Σιωπή βαθειά σήμερα στη γή.
Σιωπή βαθειά και ησυχία βαθειά.
Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται.
Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε.
Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε.
Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε κι αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ξύπνησε.
Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη.
Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος.
Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού.
Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και συγκατάβασις.
Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους ανθρώπους.
Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός.
Οι πύλες του Άδου ανοίγονται.
Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες.
Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του.
Χθες φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα της θεϊκής.
Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της θεότητοςσχίζει το σκοτεινό κατηκητήριο του Άδου.
Χθες τον έδενανκαι σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα δεσμά.

Οδευοντας

Κοίμησις




του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη



Ο θάνατος είναι κοίμησις.

● Κοίμησις φυσικά του σώματος, όχι της ψυχής.
Η ψυχή, και όταν το σώμα σε τούτη τη ζωή κοιμάται, δεν κοιμάται.
Και όταν το σώμα νεκρώνεται τη στιγμή του θανάτου, η ψυχή δεν πεθαίνει.
Ελεύθερη από τα δεσμά του σώματος φτερουγίζει στην πατρίδα της, τον ουρανό.
Ζη την αιωνιότητα από την ώρα του θανάτου.

Το σώμα κοιμάται.
Κοιμάται, για να ξυπνήση, για ν’ αναστηθή.
Λέει ο ιερός Χρυσόστομος: «Τίνος ένεκεν θρηνείς, ει πιστεύεις ότι αναστήσεται, ότι ουκ απόλωλεν, ότι ύπνος και κοίμησις το πράγμα εστί;» (Ε.Π.Ε.24,474). Μετάφρασις: Για ποιο λόγο θρηνείς, αν πιστεύης, ότι θ’αναστηθή ο άνθρωπός σου, ότι δεν χάθηκε; Αν πιστεύης, ότι ύπνος και κοίμησις είναι ο θάνατος;



● «Φιλόθρηνοι», παρουσιάζονται δυστυχώς και σε χριστιανικές κηδείες οι περισσότεροι άνθρωποι, και ιδίως οι γυναίκες.
Και φωνάζει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ακούσατε των γυναικών όσαι φιλόθρηνοι, όσαι προς τα έθνη αφορήτως φέρεσθε, ότι τα εθνικών πράττετε. Ει δε το αλγεῖν επί τοις απελθούσιν εθνικών, το κατακόπτεσθαι και καταξαίνειν παρειάς, τίνων άρα εστίν, ειπέ μοι;» (Ε.Π.Ε.22,474). Μετάφρασις: Ακούστε όσες γυναίκες αρέσκεστε στους θρήνους, όσες ρέπετε στα πένθη τα αβάσταχτα. Κάνετε αυτά, που κάνουν και οι ειδωλολάτρες. Αν όμως η θλίψις για τους πεθαμένους είναι χαρακτηριστικό των ειδωλολατρών, τίνων άρα είναι χαρακτηριστικό οι κοπετοί και τα κτυπήματα στο πρόσωπο;


Στ’ αλήθεια, γιατί κάνουμε έτσι μπροστά στο φέρετρο δικού μας ανθρώπου;
Είμαστε χριστιανοί;
Ποια δικαιολογία μπορούμε να βρούμε;



● Για το χωρισμό;
Βέβαια ο χωρισμός προκαλεί κάποια θλίψι.
Μα είναι χωρισμός προσωρινός.
Σύντομα θα συναντηθούμε ξανά με το πρόσωπό μας.



● Για το ότι χάσαμε το στήριγμά μας;
Ρωτάει ο Χρυσόστομος∙
Ο άντρας σου ή το παιδί σου μπορούν να σου ασφαλίσουν τη ζωή, κι ο Θεός δεν μπορεί;



● Για το ότι αγαπούσαμε πολύ το πρόσωπο που έφυγε;
Βέβαια η αγάπη προξενεί κάποιο πόνο, αλλ’ όχι απαρηγόρητο θρήνο ή μοιρολόγια και κατάρες προς το Θεό, που πήρε τον άνθρωπό σου!
Μήπως αυτό φανερώνει, ότι λίγο αγαπάς το δικό σου πρόσωπο και ακόμα λιγώτερο ή και καθόλου το Θεό;

Όποιος αγαπά το Θεό, δεν απελπίζεται.
Όποιος αγαπά σωστά τον άλλον, χαίρεται, που πήγε γρηγορώτερα στη μακαριότητα της αιωνιότητας.

Συγκρίνει τις δυο αγάπες ο Χρυσόστομος και λέει:
«Επειδή κατωφερείς εσμεν και σφόδρα καταπεπτώκαμεν, και άνδρες γυναίκας του Θεού πλέον φιλούμεν, και γυναίκες άνδρας του Θεού μάλλον προτιμώμεν, τούτου χάριν και άκοντας ημάς εις πόθον έλκει τον αυτού.
Μη φίλει τον άνδρα του Θεού πλέον, και ουκ αισθήση χηρείας ποτέ∙ μάλλον δε καν συμβή, ου λήψει την αίσθησιν.
Διατί;
ότι προστάτην έχεις τον μάλλον φιλούντα αθάνατον» (Ε.Π.Ε.22,476).

Μετάφρασις: Επειδή είμαστε πολύ χαμερπείς κι έχουμε ξεπέσει και επειδή οι άντρες αγαπάνε τις γυναίκες περισσότερο απ’ το Θεό, και οι γυναίκες προτιμούν τους άντρες περισσότερο απ’ το Θεό, γι αυτό και χωρίς να το θέλουμε μας τραβά ο πόθος του αγαπητού μας προσώπου.
Μην αγαπάς τον άντρα σου πάνω από το Θεό, και δεν θα αισθανθής ποτέ τη χηρεία.
Και αν συμβή, δεν θα την αντιληφθής.
Διότι έχεις προστάτη Εκείνον, που μας αγαπά περισότερο από όλους και είναι και Αθάνατος.



● Για το ότι η συνήθεια επιβάλλει να μαυροντυθούμε και να φανούμε τετθλιμμένοι συγγενείς και φίλοι;
Δηλαδή η κοσμική συνήθεια είναι πάνω από την πίστι μας;
Λέει ο ιερός Χρυσόστομος:

«Οράς, ότι ουκ από συνηθείας, αλλ’ από απιστίας ημίν ο θρήνος γίνεται;» (Ε.Π.Ε. 22,480).

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012





ΣΤΑΥΡΩΤΑΙ

ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΥΡΩΤΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



τοῦ Ομολογητού Θεολόγου κ. Νικολάου ᾿Ιω. Σωτηροπούλου




Η ΣΤΑΥΡΩΣΙ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἀπὸ ὑπερβάλλουσα ἀγάπη πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν τους καὶ τὴ σωτηρία τους.
Διότι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, δημιουργὸς τῶν ἀνθρώπων, καὶ «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4).
῾Η σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ ἔγινεν ἑκουσίως.
῾Ο ποιμὴν ὁ καλός, ὁ ἰδεώδης, εἶχε πεῖ: «᾿Εγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.
Οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ» (᾿Ιωάν. ι´ 17-18).
᾿Εγὼ θυσιάζω τὴ ζωή μου, καὶ θὰ τὴν λάβω πάλι.
Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ μένα, ἀλλ᾿ ἐγὼ τὴ θυσιάζω μὲ τὴ θέλησί μου. ῾
Η σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ ἦταν θυσία, ἡ ὑπερτάτη θυσία.



᾿Αλλ᾿ ἀπὸ τὴν πλευρὰ ὡρισμένων ἀνθρώπων ἡ σταύρωσι τοῦ Χριστοῦ ἔγινεν ἀπὸ ἔλλειψι ἀγάπης καὶ περίσσευμα κακίας, καὶ ἦταν ἔγκλημα, τὸ μεγαλύτερο ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, ἀφοῦ ὁ σταυρωθεὶς εἶνε ἀπολύτως ἀναμάρτητος καὶ ἅγιος, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεάνθρωπος.
Καὶ ποῖοι οἱ ἔνοχοι τοῦ μεγίστου ἐγκλήματος;
῎Ανθρωποι, ποὺ δὲν περίμενε κανεὶς νὰ προβοῦν σὲ ἔγκλημα κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ.
᾿Εγκληματίας ἔγινε πρόσωπο, ποὺ ἦταν ἔγγιστα στὸν ᾿Ιησοῦ, μαθητής, ἀπόστολος καὶ ὁμοτράπεζός του, ὁ ᾿Ιούδας ὁ ᾿Ισκαριώτης.
᾿Επὶ τρία ἔτη ὁ ᾿Ιούδας κοντὰ στὸ Χριστὸ ἄκουσε τὰ ὡραιότερα λόγια, εἶδε τὰ μεγαλύτερα θαύματα, εἶδε καὶ τὴν ἁγιώτερη ζωή.
῾Ο Χριστὸς ἔδωσε καὶ σ᾿ αὐτὸν τὴν ἐξουσία νὰ κηρύττῃ καὶ νὰ θαυματουργῇ.
Καὶ ὅμως τίποτε ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν τὸν συγκίνησε.
῞Ενα τὸν συγκινοῦσε, τὸ χρῆμα.
Τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας τὸν εἶχεν ὑποδουλώσει τελείως.
Καὶ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια ὁ δοῦλος καὶ δόλιος πρόδωσε τὸ Χριστό, τὸν Κύριο καὶ Διδάσκαλο.



᾿Εγκληματίες κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἔγιναν οἱ θρησκευτικοὶ ἄρχοντες τοῦ ᾿Ισραήλ, οἱ συγκροτοῦντες τὸ Μέγα Συνέδριο, τὴν ῾Ιερὰ Σύνοδο τῶν ῾Εβραίων, θὰ λέγαμε, οἱ ἀρχιερεῖς, οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.
᾿Εξαίρεσι ἀποτέλεσαν δύο μόνο μέλη τοῦ Συνεδρίου, ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ ᾿Αριμαθαῖος καὶ ὁ Νικόδημος.



Οἱ ἀρχιερεῖς ῎Αννας, Καϊάφας καὶ οἱ λοιποὶ φορεῖς τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἔπρεπε νὰ ἐγκολπωθοῦν τὸν ᾿Ιησοῦ ὡς Μεσσία καὶ Θεό τους, ὅπως προφητευόταν στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ ἀποδεικνυόταν ἀπὸ τὰ λόγια, τὰ ἔργα καὶ τὴν ὅλη ζωή του, πρῶτοι τὸν ἀποδοκίμασαν, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο, καὶ μάλιστα στὸ σκληρότερο καὶ ἐξευτελιστικώτερο ὅλων τῶν θανάτων, τὴ σταύρωσι.
Καὶ γιατί οἱ ἄρχοντες τοῦ ᾿Ισραὴλ καταδίκασαν τὸν Μεσσία, καὶ διὰ χειρῶν εἰδωλολατρῶν, τῶν Ρωμαίων, «ἐσταύρωσαν τὸν Κύριον τῆς δόξης»; (Α´ Κορ. β´ 8).
Δὲν διάβαζαν τὶς μεσσιακὲς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης;
Διάβαζαν, ἀλλὰ τοὺς τύφλωναν τὰ πάθη καὶ τὶς παρερμήνευαν.
Δὲν γνώριζαν, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἦταν πρωτοφανὲς φαινόμενο σοφίας λόγων καὶ τελέσεως θαυμάτων;
Δὲν ἄκουσαν ἀπὸ τοὺς ἀπεσταλμένους των, γιὰ νὰ συλλάβουν τὸν ᾿Ιησοῦ ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος»; (᾿Ιωάν. ζ´ 46).
Δὲν ἄκουσαν τὴν κρίσι ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ ὅτι « οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ ᾿Ισραήλ»; (Ματθ. θ´ 33).




Δὲν ἤξεραν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς θεράπευε ὅλες τὶς ἀσθένειες, ἄνοιξε τὰ μάτια τυφλοῦ ἐκ γενετῆς, ἐξέβαλλε δαιμόνια, ἀνέσταινε νεκρούς, καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀνέστησεν ἕνα ὀδωδὸς πτῶμα, τὸν τετραήμερο νεκρὸ Λάζαρο;
Βεβαίως δὲν ἀγνοοῦσαν τὴν πρωτοφανῆ σὲ ὕψος διδασκαλία τοῦ Ναζωραίου, καὶ τὴν πρωτοφανῆ σὲ δύναμι θαυματουργία του. ᾿
Αλλὰ τὰ πάθη τους δὲν τοὺς ἄφηναν νὰ τὸν παραδεχθοῦν, καὶ τοὺς ἐξώθησαν στὴ θανάτωσί του.
Προπάντων κυριάρχησαν σ᾿ αὐτοὺς τὰ πάθη τῆς ὑπερηφανείας καὶ αὐταρεσκείας, τῆς φιλαργυρίας, τοῦ φθόνου καὶ τοῦ μίσους.
Οἱ ἐν λόγῳ ᾿Ιουδαῖοι, ὑπερήφανα ὄντα, θεωροῦσαν τοὺς ἑαυτούς των ἁγίους, καὶ δὲν ὑπέφεραν τὸν ἔλεγχο, ποὺ ἀσκοῦσε κατ᾿ αὐτῶν ὁ ᾿Ιησοῦς.
᾿Ιδίως δὲν μποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν ἐκεῖνα τὰ δριμύτατα καὶ καυστικώτατα «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί…» (Ματθ. κγ´ 13 καὶ ἑξῆς).
᾿Επίσης, φιλάργυρα ὄντα, ἐξανίσταντο, διότι ὁ ᾿Ιησοῦς ἤλεγχε τὴ φιλαργυρία τους, καὶ ἐπανειλημμένως ὕψωσε φραγγέλλιο καὶ ἐκδίωξε τοὺς ἐμπόρους ἀπὸ τὸ ναό, τὸν ὁποῖον ὁ ῎Αννας, ὁ Καϊάφας καὶ οἱ λοιποὶ εἶχαν καταστήσει ἀνώνυμη ἑταιρεία, καὶ πλούτιζαν καὶ θησαύριζαν.
῾Ο ᾿Ιησοῦς δὲν σταυρώθηκε στὴ Γαλιλαία, ὅπου ἔλεγε, «᾿Εμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» καὶ «Καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ» (Ματθ. στ´ 26 καὶ 28).


῾Ο ᾿Ιησοῦς σταυρώθηκε στὴν ῾Ιερουσαλήμ, ὅπου ἔθιξεν ὑλικὰ συμφέροντα.
᾿Επίσης οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ ᾿Ισραὴλ ἀπὸ φθόνο καὶ μῖσος, ποὺ γεννᾷ ὁ φθόνος, καταδίκασαν τὸν ᾿Ιησοῦ, διότι δὲν μποροῦσαν νὰ ὑποφέρουν, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἦταν ἀνώτερός των.
Αἰσθάνονταν ὅτι, ἀφ᾿ ὅτου ἐμφανίσθηκε ὁ ᾿Ιησοῦς, αὐτοὶ «ἐξώφλησαν».
Δὲν ὑπέφεραν τὴν ὑπεροχὴ τοῦ Θεοῦ!
῾Ο Πιλᾶτος κατάλαβε ὅτι ἀπὸ φθόνο οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ ᾿Ισραὴλ παρέδωσαν σ᾿ αὐτὸν τὸν ᾿Ιησοῦ (Ματθ. κζ´ 18, Μάρκ. ιε´ 10).



Σταυρωτὴς τοῦ Χριστοῦ εἶνε καὶ ὁ λαός.
Καίτοι ὁ ᾿Ιησοῦς γέμισε τὴν Παλαιστίνη μὲ τὴν ὑψηλὴ διδασκαλία, τὰ θαύματα καὶ τὶς εὐεργεσίες του, ἀποδεικνύοντας ἔτσι τὴ μεσσιακὴ ἰδιότητά του καὶ τὴ θεότητά του· καίτοι ἐπίσης καὶ ὁ Πιλᾶτος καὶ ὁ ῾Ηρώδης δὲν βρῆκαν στὸν ᾿Ιησοῦ καμμία αἰτία θανάτου, ἐν τούτοις ὁ λαὸς δὲν πίστευσε στὸν ᾿Ιησοῦ, ἀλλὰ πείσθηκε στοὺς ἀρχιερεῖς, καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο νὰ ἀπολυθῇ ὁ κακοῦργος Βαραββᾶς, ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς σταυρωθῇ.
Κραύγαζε ὁ λαὸς νὰ σταυρωθῇ ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ φώναξε, τὸ αἷμα του νὰ εἶνε ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στὰ παιδιά τους (Ματθ. κζ´ 20, 22, 23, 24, Μάρκ. ιε´ 8, 11, 13, 14, Λουκ. κγ´ 13-15,18, 21, 23, ᾿Ιωάν. ιθ´ 6, 12, 14-15, Πράξ. β´ 22-23, 36, Α´ Θεσ. β´ 14-16).

Κακῶς ὁ Πάπας τὴ σταύρωσι τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀποδίδει μόνο στὴν ἀριστοκρατία τοῦ ναοῦ, καὶ ἀμνηστεύει τὸ λαό, γιὰ νὰ «τὰ ἔχῃ καλὰ» μὲ τοὺς ῾Εβραίους.


Κακῶς ἐπίσης κάποιοι ἀπὸ τὸν ᾿Επιτάφιο Θρῆνο τῆς ᾿Εκκλησίας ἀπάλειψαν λόγια, ποὺ χαρακτηρίζουν τοὺς ῾Εβραίους γιὰ τὴν κακὴ συμπεριφορά τους πρὸς τὸ Χριστό.
Δὲν μισοῦμε τοὺς ῾Εβραίους ὡς ἀνθρώπους.
῾Ο Χριστὸς μᾶς δίδαξε ν᾿ ἀγαποῦμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.


Κακίζουμε ὅμως τὴν κακὴ συμπεριφορά τους καὶ τὸ Σιωνισμό, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει τὴν ὑποταγὴ ὅλων τῶν ἐθνῶν στὸ ᾿Ισραήλ.
᾿Ακουέτωσαν ταῦτα πικροὶ ἐπικριταί, ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία, τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, ἀνδρὸς μὲ τὸ θάρρος νὰ ἐλέγχῃ τὸ Σιωνισμό, καὶ ἄλλες σκοτεινὲς δυνάμεις, καὶ μὲ τὴν παρρησία του νὰ προκαλῇ σεισμὸ σ᾿ ἐνόχους παγκοσμίως.




Σταυρωτὴς τοῦ ᾿Ιησοῦ εἶνε καὶ ὁ Πιλᾶτος.
῾Ο Ρωμαῖος ἡγεμὼν καὶ δικαστὴς ἦταν ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους ἐχθροὺς τοῦ ᾿Ιησοῦ.
᾿Αναγνώριζε τὴν ἀθῳότητα τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἔκανε ἐπανειλημμένες ἀπεγνωσμένες προσπάθειες, γιὰ νὰ διασώσῃ τὸν ᾿Ιησοῦ ἀπὸ τὴ μανία τῶν ᾿Ιουδαίων.
῾Ο Πιλᾶτος εἶχεν ἀπέναντι τοῦ ᾿Ιησοῦ ἀγαθὴ πρόθεσι.
᾿Αλλ᾿ ἡ ἀγαθὴ πρόθεσι δὲν ἦταν ἀρκετή, διότι δὲν συνωδεύθηκε ἀπὸ ἀγαθὴ πρᾶξι.
Καλῶς ἐλέχθη, ὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴν κόλασι εἶνε στρωμένος μὲ ἀγαθὲς προθέσεις.
῾Ο Ρωμαῖος ἡγεμὼν καὶ δικαστὴς κάμφθηκε ἀπὸ τὶς πιέσεις τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ τελικῶς ὑπέγραψε τὴν καταδίκη τοῦ ᾿Ιησοῦ.
Καὶ τοῦτο γιὰ νὰ μὴ διακινυνεύσῃ τὴ θέσι του.
Τυπτόμενος δὲ ἀπὸ τὴ συνείδησί του, «λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου» (Ματθ. κζ´ 24).
῎Ενιψε τὰ χέρια του ὁ Πιλᾶτος, ἀλλὰ δὲν καθαρίσθηκαν, διότι ὑπέγραψε τὴν ἄδικη ἀπόφασι.
Ο Χριστὸς προγνώριζε τὴν ἀπόφασι καὶ προεῖπε στὸν Πιλᾶτο τὴν ἁμαρτία του, μικρότερη μὲν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία τοῦ Καϊάφα καὶ τοῦ Συνεδρίου, ὁπωσδήποτε ὅμως ἀσυγκρίτως σοβαρώτερη ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἄλλων ἀδίκων δικαστικῶν ἀποφάσεων.
᾿Αφ᾿ ὅτου δὲ ὁ Καϊάφας μὲ τὸ Συνέδριο καὶ ὁ Πιλᾶτος καταδίκασαν τὸ Χριστό, αἰώνιο στίγμα ἐγκολάφθηκε στὸπρόσωπο τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης.




᾿Αγαπητοὶ ἀναγνῶστες!
Δὲν ὑπῆρξαν μόνο σταυρωταὶ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου.
῾Υπάρχουν καὶ ἀνασταυρωταί του σὲ κάθε ἐποχή, καὶ ἰδίως στὴ δική μας ἐποχὴ τῆς μεγάλης ἀποστασίας, ἀπιστίας, διαφθορᾶς, διαστροφῆς καὶ ἐγκληματικότητος.
῾Υπάρχουν οἱ «ἀνασταυροῦντες ἑαυτοῖς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντες» (῾Εβρ. στ´ 6).
῎Ανθρωποι, οἱ ὁποῖοι ξανασταυρώνουν ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ διαπομπεύουν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.



῞Οσοι μὲ τὶς αἱρέσεις, καὶ ἰδίως μὲ τὴν παναίρεσι καὶ πανθρησκεία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, προδίδουν τὴν πίστι, προδίδουν ἔτσι «τὸν ἀρχηγὸν τῆς πίστεως» (῾Εβρ. ιβ´ 2) καὶ ὁμοιάζουν μὲ τὸν προδότη καὶ σταυρωτὴ ᾿Ιούδα.
Εἶνε σύγχρονοι ᾿Ιοῦδες.



῞Οσοι ἀρχιερεῖς λαμβάνουν τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα ἀναξίως, χωρὶς πραγματικῶς νὰ πιστεύουν, καὶ ἀντιπαθοῦν καὶ μισοῦν καὶ διώκουν πιστοὺς ἀνθρώπους, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὁμοιάζουν μὲ τοὺς σταυρωτὰς ῎Αννα καὶ Καϊάφα.
Εἶνε σύγχρονοι ῎Αννες καὶ Καϊάφες.



῞Οσος λαὸς φρονεῖ καὶ ζῇ ἀντιθέτως πρὸς τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ὁμοιάζει μὲ τὸν ᾿Ιουδαϊκὸ λαό, ποὺ ἀπίστησε στὸ Χριστὸ καὶ ζήτησε τὴ σταύρωσί του.
᾿Ιδιαιτέρως ἐπισημαίνουμε καὶ ὑπογραμμίζουμε, ὅτι, ὅσοι μὲ τὶς ἐκτρώσεις καὶ τὸ νόμο ὑπὲρ τῶν ἐκτρώσεων φονεύουν καὶ κατακρεουργοῦν τὰ ἀθῷα παιδιά, αὐτοὶ ὁμοιάζουν μὲ τοὺς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι σταύρωσαν τὸ Χριστό.
῞Οποιος φονεύει ἕνα παιδί, εἶπεν ὁ Ντοστογιέφσκυ, φονεύει τὸ Χριστό.



῞Οσοι ἐπίσης δικασταὶ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας γιὰ διάφορες σκοπιμότητες καταπατοῦν τὴ συνείδησί τους καὶ δικάζουν ἀδίκως καὶ καταδικάζουν ἀθῴους, αὐτοὶ ὁμοιάζουν μὲ τὸν Πιλᾶτο.
Εἶνε σύγχρονοι Πιλᾶτοι.


Γέμισε ἡ ἀνθρωπίνη κοινωνία ἀπὸ ἀνασταυρωτὰς τοῦ ᾿Εσταυρωμένου!
Καὶ τί νὰ εἰπῇ κανεὶς γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων σείεται ἡ ἀνθρωπίνη κοινωνία καὶ σκοτίζεται ὁ ἥλιος τῆς καλωσύνης, ὅπως σείσθηκε ἡ γῆ καὶ σκοτίσθηκε ὁ ἥλιος κατὰ τὴ σταύρωσι τοῦ Θεανθρώπου;
Γιὰ τοὺς ἀνασταυρωτὰς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἕνα νὰ εἰποῦμε·
῞Οσοι δὲν ἔχουν διαστραφῆ ὅπως οἱ δαίμονες καὶ μποροῦν νὰ μετανοήσουν, ἂς μετανοήσουν, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν τοῦ ᾿Ιούδα, τοῦ Καϊάφα, τοῦ Πιλάτου καὶ τῶν ἄλλων σταυρωτῶν τοῦ ᾿Ιησοῦ τὸ τέλος καὶ τὴν ἄνευ τέλους δυστυχία, ἀλλὰ νὰ τύχουν ἐλέους καὶ σωτηρίας ἀπὸ τὸν ᾿Εσταυρωμένο.



ΔΟΣ ΜΟΙ

ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ



Είμαστε περαστικοί, είμαστε εν κινήσει, σε ξένο τόπο ένεκα της αφροσύνης μας.
Εδώ, στον τόπο της εξορίας μας και της οδύνης μας, χρώμενος άκραν συγκατάβασιν, μας επεσκέφθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός!
Ήλθεν ως ο Μεγάλος Ευεργέτης και ο κόσμος Τον εσταύρωσε!
Η εποχή Του δεν τον δέχθηκε!
Έμεινε λοιπόν ο Μεγάλος «Ξένος»!
«Εν τω κόσμω ην ...και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω.
Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον» αναφωνεί με πικρό παράπονο ο ευαγγελιστής Ιωάννης.


Όταν χάσαμε τον Κήπο της Εδέμ, τον Παράδεισο, μας πέταξαν στη γη, την κοιλάδα του κλαυθμώνος!

Πρέπει, λοιπόν, να ζούμε σαν ξένοι και να πορευώμεθα προς την ουράνια Πατρίδα.
«Ξένος τόκον ιδόντες, ξενωθώμεν του κόσμου»!


Ο Άγίος Επιφανίος, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (4ος - 5ος αι.),στον λόγο του στη θεόσωμη ταφή του Κυρίου, αρχίζει και επαναλαμβάνει την φράση:


«δος μοι τούτον τον ξένον»:

Φαντάζεται τον Ιωσήφ την ώρα, που προσέρχεται προς τον Πιλάτο για να ζητήση το πανακήρατο Σώμα του Ιησού προς ενταφιασμό, και βάζει στο στόμα του τα εξής υπέροχα λόγια:

«Αλλά τι;
Αίτησίν τινα οικτράν, ω κριτά, και τοις πάσι μικράν αιτούμενος προς σε παραγέγονα·
δος μοι νεκρόν προς ταφήν το σώμα εκείνου,
του παρά σου κατακριθέντος Ιησού του Ναζωραίου,
Ιησού του πτωχού,
Ιησού του αοίκου,
Ιησού του γυμνού,
Ιησού του ευτελούς,
Ιησού του τέκτονος υιού,
Ιησού του δεσμίου,
Ιησού του αιθρίου,
Ιησού του ξένου και επί ξένοις αγνωρίστου
και ευκαταφρονήτου και επί πάσι κρεμαμένου.


Δος μοι τούτον τον ξένον·
τι γαρ σε λοιπόν ωφελεί το σώμα αυτού;


Δος μοι τούτον τον ξένον·
εκ μακράς γαρ ήλθε της χώρας ώδε, ίνα σώση τον ξένον.


Δος μοι τούτον τον ξένον·
κατήλθε γαρ εις γην σκοτεινήν ανενέγκαι τον ξένον.


Δος μοι τούτον τον ξένον·
αυτός γαρ και μόνος υπάρχει ξένος.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ούτινος την χώραν αγνοούμεν οι ξένοι.
Δος μοι τούτον τον ξένον,
ούτινος τον Πατέρα αγνο-ούμεν οι ξένοι.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
ούτινος τον τοπον και τον τόκον και τον τρόπον αγνοούμεν οι ξένοι.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον ξένην ζωήν και βίον ζήσαντα επί ξένης.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον μη έχοντα ώδε που την κεφαλήν κλίνη.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον ως ξένον επί ξένης άοικον και επί φάτνης τεχθέντα.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον εξ αυτής της φάτνης ως ξένον εξ Ηρώδου φυγόντα.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον εξ αυτών των σπαργάνων εν Αιγύπτω ξενωθέντα.


Δος μοι τούτον τον ξένον,
τον ου πόλιν,
ου κώμην,
ουκ οίκον,
ου μονήν,
ου συγγενή,
επ' αλλοδαπης δε χώρας την οίκησιν έχοντα
και τα πάντα κατέχοντα».


Περισσότερο «Ξένος» από όλους μας, από όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών και όλων των αιώνων υπήρξεν ο Χριστός μας.

Το κακό είναι ότι ακόμη και σήμερα για πολλούς παραμένει ξένος και άγνωστος!