Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011


Περί πνευματικής


αναισθησίας


† αρχιμανδρίτου ΑΘΑΝ. ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ




«Αναισθησία εστ νενεκρωμένη αίσθησις, εκ χρο­νίας νόσου και αμελείας εις αναισθησίαν καταλήξασα.»
(Άγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ.)

«Οίδα σου τα έργα, ότι όνομα έχεις ότι ζης, και νεκρός ει. γίνου γρηγορών...»
(Αποκ. 3,1-2)



Σωματικές αισθήσεις, βλάβες και νέκρωσή τους.



Εάν κάποτε διαπιστώσουμε ότι μία αίσθησή μας δεν ανταποκρίνεται λειτουργικώς, ανησυχούμε και καταφεύγουμε στον γιατρό. Όταν επί παραδείγματι τα μάτια μας αλλοιώνουν το σχήμα ή το χρώμα των αντικειμένων, ή ακόμη τα αυτιά μας δεν μπορούν να συλλάβουν χαμηλής εντάσεως ή υψηλής συχνότητος ήχους, ομοίως ανησυχούμε, και καταφεύγουμε στον γιατρό. Εάν υπάρχει αυτή η κατάσταση, εάν δηλαδή οι αισθήσεις δεν μας πληροφορούν επακριβώς αλλά ασθενούν, τότε αντιλαμβάνεσθε ότι δεν μπορούμε να έχουμε εικόνα του εξωτερικού μας κόσμου. αλλά εάν δεν έχουμε εικόνα του εξωτερικού μας κόσμου, δεν μπορούμε να προσαρμοσθούμε σ' αυτόν.


Αν πάλι οι αισθήσεις μας, όλες οι αισθήσεις μας, έχουν νεκρωθεί, και η όραση και η ακοή και η όσφρηση και η γεύση και η αφή, τότε το σώμα, πριν ακόμη χωρισθεί από την ψυχή, θεωρείται ότι είναι νεκρό, ή μοιάζει με νεκρό σώμα. Τότε, στην περίπτωση αυτή, λέμε ότι ο άνθρωπος δεν διατηρεί τις αισθήσεις του, ή ακόμη ότι δεν έχει αίσθηση του περιβάλλοντός του. Ζει. αλλά δεν ακούει, δεν βλέπει, δεν αισθάνεται. Αν οι αισθήσεις εγκαταλείψουν ολότελα τον άνθρωπο, τότε θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ένας ζωντανός νεκρός.


Οι πνευματικές αισθήσεις.


Αυτά αναφέρονται και συμβαίνουν στις φυσικές μας αισθήσεις. Αλλά, όπως γνωρίζετε, οι αισθήσεις, τα αισθητήρια, δεν αναφέρονται μόνο στο σώμα, αλλά αναφέρονται και στην ψυχή. Έχει και η ψυχή τα αισθητήριά της, και μάλιστα τα αντίστοιχα αισθητήρια με τα αισθητήρια του σώματος. δηλαδή έχουμε πνευματική όραση, πνευματική ακοή, πνευματική γεύση, και ούτω καθ' εξής.
Σ' αυτές μάλιστα τις πνευματικές αισθήσεις ο λόγος του Θεού αναφέρεται πολύ συχνά. μας πληροφορεί σε πολλά σημεία της η Αγία Γραφή γι' αυτές.
Για την πνευματική όραση, επί παραδείγματι, μας λέγει το εξής στο βιβλίο της Αποκαλύψεως, στην επιστολή προς τον άγγελον, τον επίσκοπο της Λαοδικείας: «συμβουλεύω σοι», σε συμβουλεύω, «αγοράσαι παρ' εμού κολλούριον», να αγοράσεις από μένα κολλύριον, δηλαδή φάρμακο για τα μάτια -γενική ονομασία- «έγχρισον τους οφθαλμούς σου, ίνα βλέπης»1, βάλε φάρμακο στα μάτια σου, για να μπορείς να βλέπεις.


Ύστερα αυτός ο Κύριος έλεγξε τους Φαρισαίους και τους άρχοντες του λαού, οι οποίοι έβλεπαν τα θαύματά Του, αλλά δεν έβλεπαν. Και μάλιστα σημειώνει αυτό το περίεργο ο Κύριος: «Για τούτο έχω έλθει, λέει, ώστε οι τυφλοί να βλέπουν, και αυτοί που έχουν μάτια να γίνονται τυφλοί και να μη βλέπουν.»2 Ο τυφλός ομολογεί τον Ιησού Χριστόν και Θεόν, οι δε ανοιχτομάτηδες Φαρισαίοι και άρχοντες του λαού και το Συνέδριο τυφλώνονται συνειδητώς και οικειοθελώς, τυφλώνονται και παραγνωρίζουν το θαύμα.


Μάλιστα σ' εκείνον τον εκ γενετής τυφλό, που διά πολλών αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης3, επιμένουν και λέγουν: «Εσύ είσαι ο πρώην τυφλός, που καθόσουν εκεί στα σκαλοπάτια του ναού;». Καλούν τους γονείς× «Αυτός είναι ο γυιός σας;». Τον ξαναρωτούν: «Συ είσαι;». Γιατί τόση δυσπιστία; Όταν ο ίδιος λέγει «Ναι, εγώ είμαι. Αφού σας το είπα. εγώ είμαι!», δεν δυσπιστούν για τον τυφλό, αλλά δεν θέλουν να πιστέψουν σ' εκείνο το οποίο επιτέλεσε ο Χριστός, δεν θέλουν να αναγνωρίσουν τον Ιησού Χριστό. Γι' αυτό λοιπόν οι τυφλοί βλέπουν και ομολογούν, οι δε ανοιχτομάτηδες δεν βλέπουν και αρνούνται.


Ακόμα, για την ακοή, επανειλημμένως ο Κύριος έλεγε: «βλέπετε πώς ακούετε»4 -το κάναμε και ειδικό θέμα την προπερασμένη Κυριακή- προσέχετε πώς ακούτε× διότι πνευματική ακοή δεν είναι απλώς να χτυπήσουν οι λέξεις στα αυτιά και να καταγραφούν οι έννοιες στον εγκέφαλο και μετά να επεξεργασθεί τις λέξεις ως έννοιες πια ο εγκέφαλος. η πνευματική ακοή είναι η βαθύτερη κατανόηση των εννοιών που ο εγκέφαλος επεξεργάστηκε.


Για τη γεύση λέγει πάλι ο λόγος του Θεού: «γεύσασθε και οίδετε ότι χρηστός ο Κύριος»5, ελάτε να γευθείτε. Όχι απλώς να δείτε, όχι απλώς να ακούσετε, αλλά να γευθείτε -η γεύση είναι κάτι ακόμη πιο κοντινό- και να γνωρίσετε εξ αυτής της πνευματικής γεύσεως ότι ο Θεός είναι «χρηστός» -το χρη με ήτα- δηλαδή δοκιμάστε ότι ο Θεός είναι αγαθός.


Η απουσία των πνευματικών αισθήσεων.


Η απουσία αυτών των πνευματικών αισθήσεων οδηγεί, αγαπητοί μου, στο θλιβερό εκείνο κατάντημα που μας περιγράφει ο προφήτης Ησαΐας, στον οποίο αναφέρεται και ο ευαγγελιστής Ιωάννης, που η προφητεία του πραγματοποιείται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Λέγει: «Κύριε, τις επίστευσε τη ακοή ημών; και ο βραχίων Κυρίου τίνι απεκαλύφθη; τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς και πεπώρωκεν αυτών την καρδίαν, ίνα μη ίδωσι τοις οφθαλμοίς», για να μη δούνε με τα μάτια τους, «και νοήσωσι τη καρδία και επιστραφώσι, και ιάσομαι αυτούς.»6. Θλιβερό κατάντημα πνευματικής αναισθησίας!


Ώστε λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκτός από την σωματική αναισθησία, την έλλειψη δηλαδή κανονικής λειτουργίας των σωματικών αισθήσεων, έχουμε και την πνευματική αναισθησία; Ναι! Και είναι μάλιστα ένα φαινόμενο το οποίο όχι μόνο δεν είναι καθόλου σπάνιο, αλλά δυστυχώς συνηθέστατο, σε βαθμό πολλές φορές ανησυχητικώτατο. Αυτό ακριβώς θα είναι το θέμα μας σήμερα περί της πνευματικής αναισθησίας.


Η πνευματική αναισθησία του Ισραήλ.


Απ' αυτή την πνευματική ασθένεια ο Ισραήλ -αφού ο λόγος του Θεού αναφέρεται συνεχώς στον Ισραήλ- έπασχε πάντοτε. Από τους χρόνους της Παλαιάς Διαθήκης, και καθ' όλη την διάρκειά της, έως τους χρόνους της Καινής Διαθήκης- δυστυχώς και μέχρι σήμερα.


Ο ευαγγελιστής Ιωάννης πάλι θα σημειώσει για τον Ισραήλ, ως προς τα επιτελούμενα θαύματα του Κυρίου: «Τοσαύτα δε αυτοίς σημεία -του Κυρίου-πεποιηκότος έμπροσθεν αυτών -των Ιουδαίων- ουκ επίστευον εις αυτόν.»7 Γιατί δεν πίστευαν; Διότι δεν έβλεπαν. Τί δεν έβλεπαν; δεν έβλεπαν με τούτα τα μάτια; Με τούτα τα μάτια έβλεπαν, αλλά δεν έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής.


Αλλά ο Ισραήλ, σας είπα, πάσχει μέχρι σήμερα και επειδή ακριβώς ο Ισραήλ πάσχει μέχρι σήμερα απ' αυτή την πνευματική αναισθησία, εξ αιτίας του, επειδή ο ίδιος γίνεται αφορμή, πάσχει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Και οι χριστιανικοί λαοί πάσχουν από τον Ισραήλ, διότι από την πνευματική του αναισθησία έχει ιδρύσει την Σιωνισμό, με τον οποίο στρέφεται εναντίον των χριστιανικών λαών.


Ο απόστολος Παύλος με πόνο ψυχής θα σημειώσει στη Β' Προς Κορινθίους επιστολή του το εξής: «επορώθη τα νοήματα αυτών», τα νοήματα των Ισραηλιτών δηλαδή πορώθηκαν. «άχρι γαρ της σήμερον το αυτό κάλυμμα επί τη αναγνώσει της παλαιάς διαθήκης μένει, μη ανακαλυπτόμενον ότι εν Χριστώ καταργείται, αλλ' έως σήμερον», και θα λέγαμε όχι μόνον τότε, τον 1ο αιώνα, αλλά μέχρι και σήμερα, τον 20ό αιώνα, «ηνίκα αναγιγνώσκεται Μωυσής, κάλυμμα επί την καρδίαν αυτών κείται»8.


«...κάλυμμα επί την καρδίαν αυτών κείται» !


Για να καταλάβετε το νόημα των λόγων, θα σας πω ένα ιστορικό σημείο, επί του οποίου στηρίζεται ο λόγος αυτός του αποστόλου Παύλου. Όταν ο Μωυσής κατέβηκε από το όρος Σινά, τη δεύτερη φορά, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, το πρόσωπό του, η όψη του, είχε δοξασθεί έλαμπε όπως το πρόσωπο του Ιησού Χριστού στο Θαβώρ, ακτινοβολούσε η όψη του. Ήταν ένα φως, το οποίο δεν μπορούσαν να δουν οι Ισραηλίτες τους δημιουργούσε μιαν απώθηση. Είναι το φως της δόξης του Θεού, είναι η δόξα του Θεού, η οποία έλκει και απωθεί. Πάντοτε ο Θεός έλκει και απωθεί έλκει εκείνους οι οποίοι είναι, θα λέγαμε, πρόσωπα κατάλληλα προς έλξη, και απωθεί εκείνους οι οποίοι είναι πρόσωπα κατάλληλα προς απώθηση. Γενικά όμως η παρουσία του Θεού έλκει και απωθεί.


Φοβάται ο απόστολος Πέτρος πάνω στο Θαβώρ και οι λοιποί Μαθητές φοβούνται, κι από τον φόβο πέφτουν κάτω. Μάλιστα η εικονογραφία μας παρουσιάζει με πολλή ζωηρότητα, θα 'λεγα αντιρρεαλιστικά, αυτή την κίνηση. Βλέπουμε έναν τόπο αυχμηρό, δηλαδή βραχώδη, με απότομες πλευρές, και βλέπουμε τους Μαθητές να πέφτουνε με το κεφάλι προς τα κάτω -θα 'χετε δει εικόνα της Μεταμορφώσεως- με το κεφάλι προς τα κάτω, τα χέρια μπροστά και τα πόδια πίσω ανοιγμένα, από τον φόβο τους! Παρουσιάζεται μία τέτοια κίνηση, που ίσως μόνο από γκρεμό αν έπεφτε κανείς στο χάος μέσα θα μπορούσε να παρουσιάσει τέτοια εικόνα. Και ταυτοχρόνως ο απόστολος Πέτρος λέγει: «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι.»9! Έλξη λοιπόν και άπωση. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της θείας παρουσίας.


Έτσι λοιπόν οι Ισραηλίτες, όταν είδαν το πρόσωπο του Μωυσέως να φωτίζεται, να είναι δοξασμένο, φοβήθηκαν, τρόμαξαν δεν μπορούσαν ούτε να τον πλησιάσουν ούτε να μιλήσουν μαζί του. Γι' αυτό και τον παρακάλεσαν να βάλει ένα κάλυμμα στο πρόσωπό του, και με το κάλυμμα αυτό να τον πλησιάζουν και να του ομιλούν.൧൦


«Ηνίκα δ' αν επιστρέψη προς Κύριον, περιαιρείται το κάλυμμα.»11


Αλληγορεί τώρα ο Απόστολος το κάλυμμα αυτό του Μωυσέως. Βέβαια, όταν λέμε Μωυσής, εννοούμε Νόμος. Θυμηθείτε την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Όταν ο πλούσιος παρακαλεί τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο στον κόσμο να πει τα καθέκαστα του Άδου, ο Αβραάμ του λέγει: «έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας»12. Όταν λέγει «έχουνε τον Μωυσέα», εννοεί έχουν τον Νόμο. Συνεπώς ο Μωυ­σής ταυτίζεται με τον Νόμο, επειδή είναι ο φορέας του Νόμου. Όχι ο συγγραφέας ο φορέας, ο μεταφορέας του Νόμου. Έτσι, όταν λέει ο απόστολος Παύλος ότι μέχρι σήμερα εκείνο το κάλυμμα που έβαλε ο Μωυσής υπάρχει στα μάτια αυτών, του λαού των Εβραίων, εννοεί ότι δεν μπορούν να ανακαλύψουν τον Χριστό μέσα στη Γραφή. Εκείνο ήτανε προσωρινό. Βγάλτε το κάλυμμα απ' τα μάτια σας, σαν να τους λέει, να δείτε τη Γραφή. Δεν το βγάζουν το 'χουνε μέχρι σήμερα αυτό το κάλυμμα κι άμα διαβάζουνε την Παλαιά Διαθήκη, όπως λέει εδώ ο απόστολος Παύλος, δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Μπορεί να δώσουν μύριες ερμηνείες και εξηγήσεις, εκτός από μία× ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός.


Κι άλλοτε σας έχω πει, μπορεί να πουν ότι αναμένουν ακόμη το πρόσωπο του Μεσσία, ή ότι ο Μεσσίας δεν είναι πρόσωπο αλλά είναι ένας λαός -ερμηνείες μεσσιανικές αυτές- κι ότι ο λαός αυτός είναι ο Ισραήλ, ο οποίος θα διεκδικήσει τα δίκαιά του διά του Σιωνισμού. Έτσι οι Σιωνιστές θα λέγαμε ότι έχουνε γίνει ο μεγάλος βραχνάς και η μεγάλη πληγή και μάστιγα των χριστιανικών λαών. Διάβαζα ότι και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών καταφέρθηκε εναντίον του Σιωνισμού, παρά το γεγονός θα λέγαμε ότι έχουνε καταλάβει όλες τις θέσεις οι άνθρωποι αυτοί τις πιο υψηλές θέσεις έχουν καταλάβει! Μάστιγα πραγματική! Γιατί; Γιατί κάνουν παρερμηνεία. γιατί ακόμη έχουν αυτό το κάλυμμα. Αν φύγει αυτό το κάλυμμα και δουν τον Χριστό όχι μέσα στην Καινή Διαθήκη αλλά στην Παλαιά Διαθήκη, την οποία κρατούν, τότε, οπωσδήποτε τότε, θα παύσουν αυτή την εγκληματική τους ενέργεια εναντίον των χριστιανικών λαών.


Αλλά τί είναι αυτό το κάλυμμα στις καρδιές τους πλέον; Όπως λέγει εδώ ο Απόστολος, «ηνίκα αναγινώσκεται Μωυσής, κάλλυμμα -όχι στα μάτια τους- επί την καρδίαν αυτών κείται». Είναι η αναισθησία. Είναι αναίσθητοι! επειδή θέλησαν να είναι αναίσθητοι.


Η πνευματική αναισθησία του νέου Ισραήλ. Ανάγκη αυτοκριτικής.


Τίθεται όμως ένα ερώτημα. ένα ερώτημα για αυτοκριτική. Μήπως αυτή η πνευματική αναισθησία δεν υπάρχει μόνο στον λαό του Ισραήλ, αλλά υπάρχει και στον νέον Ισραήλ, τον Ισραήλ της χάριτος, δηλαδή το χριστιανικό έθνος; -όταν λέμε χριστιανικό έθνος, εννοούμε τους απανταχού της γης Χριστιανούς. Μήπως και στους Χριστιανούς υπάρχει αυτή η πνευματική αναισθησία;


Πρέπει να ομολογήσουμε ότι τουλάχιστον στις ημέρες μας αυτή η πνευματική αναισθησία υπάρχει, και μάλιστα σε ποσοστό τρομακτικό και σε βαθμό απελπιστικό. Οι Χριστιανοί μας σήμερα είναι πνευματικά αναίσθητοι. Οι Χριστιανοί μας! Το κατά πόσο έχουνε δουλέψει οι Σιωνιστές για να επιτευχθεί αυτό, ο Θεός το ξέρει, και το κατά πόσο εμείς οι Χριστιανοί αφήσαμε τον εαυτό μας να υποστεί την διάβρωση αυτή, πάλι ο Θεός το ξέρει. ένα μόνο είναι σίγουρο, ότι σήμερα πράγματι παρουσιάζουμε αυτή την κατάσταση της πνευματικής αναισθησίας.


Γι' αυτό, αγαπητοί μου, ας στραφούμε, τουλάχιστον εμείς εδώ τώρα που ακούμε τον λόγο του Θεού, ας στραφούμε στους εαυτούς μας- όπως ο Μάρκος Αυρήλιος, αυτός ο στωικός φιλοσοφών αυτοκράτωρ, όταν γράφει, γράφει εις εαυτόν. Και ό,τι γράφει, δεν τα γράφει για τους άλλους. τα γράφει για τον εαυτό του.13 Έτσι κι εμείς- ας κάνουμε την αυτοκριτική μας, για να μπορέσουμε -αν μπορέσουμε- να ανακαλύψουμε αυτή την πνευματική μας αναισθησία.


«Μα, άνθρωποι, δεν βλέπετε πού πάτε;!...»


Η κατάσταση αυτή πολλές φορές είναι τόσο τραγική, ώστε να φτάνουμε στο σημείο να λέμε: «Μα, άνθρωποι, δεν βλέπετε; δεν βλέπετε πού πάτε;!...». Να λένε τα παιδιά προς τους γονείς, ή οι γονείς προς τα παιδιά τους: «Μα, παιδιά μου, δεν βλέπετε; δεν βλέπετε πού παρασύρεσθε;!...». Ή να λέμε στους μαθητές μας: «Μα, δεν βλέπετε ποιοι και πού σας παρασύρουν;!...». «Μα, δεν βλέπετε, Έλληνες Χριστιανοί, πού παρασύρεσθε κι από ποιους παρασύρεσθε;!... Μα δεν το βλέπετε;!...». Ε, δεν το βλέπουν. Κι όταν, ξέρετε, βλέπεις τον άλλο να 'χει τα μάτια του ανοιχτά, και να έχεις κι εσύ τα μάτια σου ανοιχτά και να βλέπεις τον γκρεμό, κι ο άλλος να προχωρά, και να του λες «Πρόσεχε, γκρεμός!», και να σου λέει «Τον βλέπω» και να πηγαίνει να πέφτει στον γκρεμό, τότε σε πιάνει απελπισία.


Και λες: «Με ποιες λέξεις θα πρέπει εγώ να τονίσω ότι υπάρχει γκρεμός μπροστά; Να τον πιάσω και να τον δέσω;». Τα δικαιώματα του ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημοκρατία δεν το επιτρέπουν αυτό, σε βαθμό που ούτε και οι γονείς πια μπορούν να δείρουν τα παιδιά τους. Δεν μπορούν να τα δείρουν, γιατί έχουμε τα δικαιώματα του ανθρώπου... Τί να τον κάνω λοιπόν αυτόν; με τί γλώσσα να του μιλήσω; Είναι αναίσθητος. Αναίσθητος! Σας βεβαιώνω άτι τον έχοντα αίσθηση, έστω και στοιχειώδη, τον πιάνει απόγνωση, τον πιάνει απελπισία.


Δεν ξέρω αν μ' αυτά που σας λέω καταφέρνω να σας μεταφέρω την απόγνωσή μου και την απελπισία μου. Να λες στο παιδί «Παιδί μου, δεν το βλέπεις αυτό;», και να μην καταλαβαίνει τίποτα! Ε, σου έρχεται το αίμα στο κεφάλι -να μιλήσω έτσι απλοελληνικά. Γι' αυτό θα πρέπει να κάνουμε αυτοκριτική. Το κακό είναι πολύ βαθειά. πάρα πολύ βαθειά! Ας προσέξουμε λοιπόν να δούμε τί μπορούμε να βγάλουμε απ' το σημερινό μας θέμα γι' αυτό το πάρα πολύ επίκαιρο ζήτημα.


Αναισθησία: μία βαρύτατη νόσος.


Τί είναι αυτή η πνευματική αναισθησία; Κατ' αρχάς είναι νόσος, είναι αρρώστια. όπως ακριβώς θα λέγαμε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν βλέπει, συνεπώς κάτι έχουν τα μάτια του, είναι άρρωστα. ή δεν ακούει. κάτι έχουν τα αυτιά του, δεν ακούει. Νόσος όμως βαρύτατη. Βαρύτατη!


Ο Διάβολος επιδιώκει τη βλάβη των αισθήσεών μας, ενώ ο Χριστός τη θεραπεία τους.


Ας μου επιτραπεί μία παρέκβαση. ανοίγω μια παρένθεση. Ξέρετε γιατί οι δαίμονες κυριαρχούσαν πάνω στους ανθρώπους και τους έκαναν δαιμονισμένους ή κουφούς ή τυφλούς ή παραλυτικούς; Για να μη μπορούν να πάνε να ακούσουν, να περπατήσουν και να ακούσουν τα λόγια του Θεού ή να δουν με τα μάτια τους τα θαυμάσια του Θεού.


Μην πηγαίνετε πολύ μακρυά. Όταν ένας άνθρωπος λέει «όταν θα γεράσω θα μετανοήσω», όταν έρχεται το γήρας -που είναι γνωστό ότι δεν έρχεται μόνο του, αλλά συνοδεύεται με την καταστροφή των αισθήσεων- ο άνθρωπος δεν ακούει πια πολλές φορές ή δεν βλέπει. Πάει ο πνευματικός στο κρεββάτι του θανάτου και προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον άνθρωπο αυτό, που κάποτε έλεγε «όταν θα γεράσω θα μετανοήσω»× αλλά ματαίως, η επικοινωνία είναι αδύνατη.


Άστε και την μαλάκυνση του εγκεφάλου, που δεν μπορεί πια ο άνθρωπος ούτε να σκεφθεί ούτε να θυμηθεί -τί να θυμηθεί...! Ύστερα, κι αν ακόμη δεν έχει αυτό, και το μυαλό του δεν έχει γίνει κουρκούτι, μέσα στον πόνο του, αν είναι άρρωστος, δεν μπορεί να σκε­φθεί τίποτ' άλλο παρά... τον πόνο του.


Τελευταία πήγα σε κάποιον, θυμάμαι, και μου είπε -και δεν είναι ο μοναδικός που μου το έχει πει: «Άσε με, πάτερ μου... Άσε με, πάτερ μου... Τώρα δε μπορώ να σκεφθώ. πονώ!...». Έφθασε να μου πει -κι αυτός, και άλλοι μου το 'χουν πει: «Μη με βασανίζεις!». Θα του 'λεγε κανείς: Δεν σε βασανίζω, άνθρωπέ μου απλώς επιμένω να σε σώσω. κι εσύ μου λες ότι σε βασανίζω;! Αλλά το θεωρείς βασανισμό επειδή αυτή τη στιγμή ίσως πονάς, και σου είμαι ανεπιθύμητος.


Δεν λέω όμως τώρα γι' αυτές τις περιπτώσεις, αλλά μιλάω για εκείνον που είναι κουφός. Του λες: «Έκανες αυτή την αμαρτία;». «Τί;...» σου λέει. «Έκανες την άλλη αμαρτία;», «Πώς;...» Δεν ακούει, δεν καταλαβαίνει. Κι αν είναι σε νοσοκομείο και βρίσκονται κι άλλοι δίπλα άνθρωποι και δεν μπορείς να φωνάξεις, τί κάνεις; Πέστε μου, τί κάνεις;


Γι' αυτό ο Διάβολος φθείρει τις αισθήσεις, καταστρέφει τις αισθήσεις, με σκοπό οι άνθρωποι να μη μπορούν να δουν τα θαυμάσια του Θεού και να ακούσουν ή να διαβάσουν τον λόγο του Θεού. Αλλά γι' αυτό ακριβώς ο Κύριος θεράπευε. Δεν θεράπευε για να περάσει κανείς την υπόλοιπη ζωή του όμορφα και άνετα -φυσικά και γι' αυτό, γιατί ο Θεός έκανε τον άνθρωπο να είναι ευτυχισμένος πάνω στη γη- αλλά πρωτίστως και κυρίως για να δει και να καταλάβει τα μεγαλεία του Θεού. Κλείνω την παρένθεσή μου.


Είπαμε ότι η αναισθησία είναι νόσος βαρύτατη. Λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος -τον οποίο πάλι θα χρησιμοποιήσουμε απόψε στην αγάπη σας: «Αναισθησία εστί νενεκρωμένη αίσθησις», αίσθηση νεκρή, «εκ χρονίας νόσου και αμελείας εις αναισθησίαν καταλήξασα.»14. Ποια είναι αυτή η χρονία νόσος;


Τα χρονίζοντα πάθη πίσω από την αναισθησία.


Εδώ που τα λέμε η αναισθησία μόνη, αυτή καθ' εαυτή, δεν είναι χρονία νόσος. πίσω από την αναισθησία υπάρχει μια άλλη χρονία νόσος. Είναι γνωστό ότι μια αρρώστια φέρνει και μια άλλη αρρώστια. Όταν επί παραδείγματι δεν λειτουργεί καλά ας πούμε η καρδιά, σιγά-σιγά μου φαίνεται ότι καταστρέφονται ίσως και τα νεφρά. δεν λειτουργούν καλά. Ή, αν τα νεφρά δεν λειτουργούν καλά, ίσως καταστρέφεται, ξέρω 'γώ, και η καρδιά. αντιστρόφως. Δεν ξέρω βέβαια αν συμβαίνει αυτό -να με συγχωρέσετε που δεν ξέρω- αλλά θέλω να πω ότι όταν χαλάσει ένα όργανο, πλάι σ' αυτό μπορεί να χαλάσει κι ένα άλλο όργανο. Έτσι κι εδώ. μπορεί να υπάρχει μια αρρώστια πνευματική, και πίσω απ' αυτή να υπάρχει μια άλλη αρρώστια.


Ποια είναι λοιπόν αυτή η άλλη χρονία νόσος; Θα τρομάξετε. Είναι τα χρονίζοντα θανάσιμα πάθη! Είναι τα πάθη τα οποία χρονίζουν, και κυρίως τα θανάσιμα πάθη. Ποια είναι αυτά; Είναι η γαστριμαργία, είναι η πορνεία,... -τα 'χαμε κάνει πέρυσι. Όταν ένας άνθρωπος χρονίζει στην πορνεία, τί γίνεται; δεν γίνεται αναίσθητος; Ή όταν χρονίζει στην γαστριμαργία, ο άνθρωπος ο οποίος δεν βλέπει τίποτε μπροστά του παρά μόνο το πώς θα τρώει και τί θα πίνει και τίποτε άλλο, αυτός δεν γίνεται πνευματικά αναίσθητος; Ή όταν χρονίζει στην υπερηφάνεια, στην κενοδοξία, στη φιλαργυρία,... Όταν ο άνθρωπος χρονίζει στη φιλαργυρία, δεν γίνεται ανάλγητος και αναίσθητος στην δυστυχία που μπορεί να υπάρχει γύρω του;


Ώστε λοιπόν αυτή η χρονία νόσος είναι τα χρονίζοντα πάθη, που με την συνέργεια της αμελείας οδηγούν στην αναισθησία. Όταν ο άνθρωπος δεν φροντίζει να τα θεραπεύσει, όπως θα 'λεγε κάποιος «Έχω κάτι, αλλά δεν πάω στον γιατρό», τότε θα καταλήξει στην αναισθησία, δηλαδή στην βλάβη. Γι' αυτό ας προσέξουμε, αγαπητοί μου, και ας φοβηθούμε τα χρονίζοντα πάθη.


Πώς ο Ιούδας έφθασε στην αναισθησία.


Τί ήταν ο Ιούδας; Ο Ιούδας ήταν ένας εκ των δώδεκα Μαθητών, που επελέγη όπως και οι υπόλοιποι ένδεκα. Ανατέθηκε σ' αυτόν το μήνυμα της Βασιλείας του Θεού. ανατέθηκε σ' αυτόν να θαυματουργεί και να εκδιώκει και απελαύνει δαίμονες. Θαυματούργησε ο Ιούδας. Θαυματούργησε! Στάθηκε εκλεκτός Μαθητής -από το εκλέγω- τον εξέλεξε ο Κύριος! «ουκ εγώ υμάς Τους δώδεκα εξελεξάμην; λέγει. και εξ υμών εις διάβολός εστιν»15, ένας από σας είναι προδότης, λέει. Εγώ σας εξέλεξα. Ο Χριστός δεν εξέλεξε έναν προδότη. Μην πάμε σ' αυτή τη βλασφημία, όπως το παρουσιάζουνε κάποια ιστορικά μυθιστορήματα και ταινίες και θεατρικά έργα ή θεωρίες που κυκλοφορούν, και συνεπώς δίνουν δίκιο στον Ιούδα. Όχι, προς Θεού! Δεν εκλέγει προδότη. εκλέγει Μαθητή. Αλλά ο Μαθητής αυτός φθάνει να γίνει προδότης. Γιατί; Επειδή έγινε αναίσθητος. Πώς έγινε αναίσθητος; Άφησε να κυριευθεί από το πάθος της φιλαργυρίας. Κρατούσε το ταμείο -η αφορμή. Ε, την πρώτη φορά έβαλε ένα νομισματάκι από τον κοινό κορβανά στην τσέπη του. γλυκάθηκε. Την δεύτερη φορά κάτι περισσότερο, την άλλη κάτι περισσότερο. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αυξήσει τα έσοδά του. Πίστεψε ότι ήτανε μία πολύ μεγάλη ευκαιρία να πάρει και τριάντα αργύρια, και έ­φθασε στο σημείο να προδώσει τον Χριστό.


Δεν άκουγε τίποτα; Πόσες φορές ο Χριστός έκανε μνεία του πράγματος; Θα σας θυμίσω μόνο τούτο. Όταν είπε «εις εξ υμών διάβολός εστιν»16, ο Ιούδας το άκουσε, ήτανε παρών. Όταν στο δείπνο, το τελευταίο δείπνο, τους είπε «ένας από σας θα με παραδώσει», ο Ιούδας αυτό το άκουσε, και φθάνει στην υποκρισία να πει: «μήτι εγώ ειμι, ραββί;», μήπως είμαι εγώ; Κι ακόμη, ένα τρίτο σημείο, του λέγει ο Κύριος: «ο ποιείς, ποίησον τάχιον»17 -είναι φοβερό αυτό το πράγμα! Οι άλλοι Μαθητές δεν πήραν είδηση. νόμισαν ότι πρόκειται περί αγοράς τροφίμων για τους φτωχούς. «Ό,τι έ­χεις να κάνεις, κάν' το γρήγορα.»! Αν το θύμα πει στον θύτη, στον εγκληματία, «Ό,τι έχεις να κάνεις, κάν' το, καημένε, γρήγορα», ο θύτης θα πει «Με κατάλαβε!», θα λάβει τα μέτρα του. Ή ακόμη, αν έχει κάτι μέσα του, θα συνέλθει, θα τρανταχθεί, θα γίνει μέσα του σεισμός. Αν έχει κάτι ακόμη μέσα του...! Ο Ιούδας φεύγει για το έργο του. και τελευταία στιγμή, όταν με φίλημα Τον προδίδει, ακούει: «εταίρε, εφ' ω πάρει;»18. Φίλε, εδώ είσαι; «Εταίρε», φίλε. Ακούτε. «φίλε»! Αυτό είναι έλεγχος φοβερός. «Φίλε, εδώ είσαι;». Ο απόστολος Πέτρος με μία ματιά του Κυρίου συγκλονίστηκε. Όταν Τον αρνήθηκε για τρίτη φορά, κι Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε, η ματιά εκείνη του Κυρίου ήτανε έλεγχος- βγήκε έξω και έκλαψε πικρά!19 Ο Ιούδας όμως, με την προσφώνηση «φίλε», δεν συγκινείται. Με φίλημα προδίδεις τον υιόν του ανθρώπου, τον διδάσκαλό σου;... Με φίλημα;...! Δεν συγκινείται. Γιατί; Είναι αναίσθητος. Και γιατί είναι αναίσθητος; Τον κατάντησε τέτοιον το πάθος της φιλαργυρίας.


Οι δύο φάσεις της αναισθησίας.


Η αναισθησία, αγαπητοί μου, έχει δύο φάσεις. η δεύτερη φάση λέγεται πώρωση. Σ' αυτή δεν υπάρχει ουδεμία δυνατότητα πλέον διακρίσεως του καλού από το κακό. Εκείνος που έχει πάθει πώρωση δεν ξεχωρίζει τί είναι καλό και τί είναι κακό. δηλαδή έχει παντελή έλλειψη αυτογνωσίας. Μπορεί να κάνει το κακό, να κάνει έγκλημα, και να γελά! να μην αισθάνεται απολύτως τίποτε. Απολύτως! Έχουμε το φαινόμενο της πωρώσεως. είναι η αναισθησία στο τελευταίο της στάδιο. Ο άνθρωπος αυτός πια δεν έχει ελπίδα να σωθεί. είναι νεκρός, πνευματικά νεκρός.


Αλλά η πρώτη φάση, η πιο συνηθισμένη, είναι αυτή που την συναντάμε στους Χριστιανούς μας, όπως θα δείτε στη συνέχεια της αναλύσεως, σ' ένα βαθμό υπερβολικά απλωμένο και βαθύ. Εμφανίζεται δε αυτή η αναισθησία είτε ως πρακτική αμετανοησία είτε ως μη πρόοδος στην πνευματική ζωή.


Ο αναίσθητος άνθρωπος, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος.


Αλλά να μη μιλήσω εγώ παρακάτω. ας αφήσουμε τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος να μας περιγράψει τον αναίσθητο άνθρωπο. αυτόν όμως που δεν είναι πωρωμένος. αυτόν που βλέπει, απλώς βλέπει το κακό, αλλά δεν εννοεί ποτέ να διορθωθεί. που έχει αυτή την αναισθησία, όπως σας είπα, της πρώτης φάσεως.


Ο αναίσθητος πάντα δικαιολογεί τα πάθη του.


«Κακώς πράττω, βοά, και προθύμως επίκειται». Φωνάζει: «Αυτό που κάνω είναι κακό πράγμα», αλλά με πολλή ευχαρίστηση παραμένει σ' αυτό το κακό.
"το στόμα κατά του πάθους προσεύχεται, και το σώμα υπέρ αυτού αγωνίζεται". το στόμα λέει «Θεέ μου, σε παρακαλώ, γλίτωσέ με από τους πειρασμούς της ανηθικότητος», κάνει προσευχή, και περιμένει πότε θα τελειώσει την προσευχή για να επιδοθεί στο πάθος. Ο καθένας μέσα σ' αυτή την ανατομία του αγίου Πατρός θα βρει τον εαυτό του.


Βλέπουμε εδώ ένα κράμα προσευχής και επιθυμιών, όχι όμως με σκοπό να απαλλαγεί ο άνθρωπος από τις πονηρές επιθυμίες με την προσευχή, αλλά ίσως-ίσως για να δικαιολογήσει τη συνείδησή του, να πει δηλαδή «Ε, πια δεν μπορώ να κάνω τίποτα» και κατόπιν να παραδώσει εαυτόν στην ικανοποίηση των επιθυμιών.
"Περί θανάτου φιλοσοφεί, και ως αθάνατος διάκειται". μιλάει για τον θάνατο, και ζει και κινείται σαν να μη πρόκειται να πεθάνει ποτέ.
"Περί εγκρατείας διαλέγεται, και περί γαστριμαργίας αγωνίζεται". μιλάει για την εγκράτεια, και κοιτάζει πώς ακριβώς θα ικανοποιήσει με τη γαστριμαργία τον εαυτό του.
"Την υπακοήν μακαρίζει, και αυτός πρώτος παρακούει. τους απροσπαθείς επαινεί -τους ανθρώπους εκείνους που ζουν απροσπαθώς, δηλαδή δεν κάνουν αγώνα να κατακτήσουν υλικά αγαθά- και δια ράκος μνησικακών και πολεμών ουκ αισχύνεται», αλλά για ένα κουρέλι, για ένα τίποτα, μπορεί να μνησικακήσει εναντίον του άλλου και να κάνει πόλεμο και μάχη, και δεν ντρέπεται γι' αυτό το πράγμα.
"Περί κρίσεως αναγινώσκει", διαβάζει για την Κρίση που θα γίνει, για τη δευτέρα του Χριστού Παρουσία και την Κρίση, «και μειδιάν άρχεται», κι αρχίζει να χαμογελά.
"Κορεσθείς μεταμελείται, και μικρόν προβάς πάλιν τω κόρω προσέθηκε." Αφού χορτάσει, μετανιώνει. Και το χόρτασμα πάρτε το σαν ικανοποίηση των αισθήσεων με κάθε τρόπο. θέλετε πορνικά έργα να είδε στον κινηματογράφο ή στην τηλεόραση, θέλετε να παραγέμισε την κοιλιά του, θέλετε να παραχόρτασε στην πορνεία, θέλετε να άκουσε αισχρά πράγματα, ό,τι θέλετε πάρτε... σαν ένας κορεσμός των αισθήσεων από βρώμικα, ρυπαρά πράγματα. Τί κάνει μετά; Μεταμελείται. «Αχ, τί έκανα... Γιατί ν' ακούσω; Γιατί να δω;». Και πάει λίγο πιο πέρα, και ξαναγυρίζει πάλι να προσθέσει πάλι χόρτασμα.
«Ανανήψας εστέναξε», αφού ανένηψε, εστέναξε, δηλαδή είπε: «Επιτέλους πρέπει να απαλλαγώ, να καθαριστώ!». Κάποτε δεν αποκλείεται αυτό να είναι και μία Εξομολόγηση. να 'ρχονται άνθρωποι να εξομολογούνται, και να αναστενάζουν, «Επιτέλους, έχω ανανήψει, έχω διορθωθεί». «και την κεφαλήν κινήσας, πάλιν του πάθους έρχεται», αλλά δυστυχώς επανέρχεται πάλι στο πάθος.


Αυτά εγώ τα έχω δει με τα μάτια μου. και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αυτό λέγει. Έχει μία παράγραφο. δεν σας τη μεταφέρω ολόκληρη, από έλλειψη χρόνου. Είναι στον 17ο Λόγο. Αν θέλετε, μπορείτε να ανατρέξετε εκεί, στο πρωτότυπο ει δυνατόν, και να βρείτε αυτά τα οποία σας λέω εδώ, για να εδραιωθούν καλύτερα στη μνήμη και στην καρδιά. Αναφέρει σε μία παράγραφό του τι έχει δει ο ίδιος. Αλλά σας βεβαιώνω ότι κι εγώ έχω δει ανθρώπους, οι οποίοι μπορούν να 'ρθουν στην Εξομολόγηση, να λέγουν τούτο ή εκείνο, και να γυρίζουν να κάνουν πράγματα όχι από 'κείνα που θα κάναμε όλοι από μία αδυναμία -κανείς άλλωστε δεν γίνεται αμέσως καλά- αλλά πράγματα που να βγαίνει κανείς από τον εαυτό του κι από τα ρούχα του! Και να λέει κανείς: «Άνθρωπέ μου, εσύ ήρθες και εξομολογήθηκες, και τώρα κάνεις αυτά;! ή: συμβουλεύεις στους άλλους να κάνουν αυτά;! ή: οδηγείς τα παιδιά σου σ' αυτές τις φοβερές καταστάσεις;! Συ, που εξομολογήθηκες;!...». Αναισθησία. φοβερή αναισθησία!


"Πάντοτε εαυτού κατήγορος γίνεται», πάντοτε κατηγορεί ο αναίσθητος τον εαυτό του, «και εις συναίσθησιν ελθείν ου βούλεται, ίνα μη είπω ου δύνα­ται»20, και σε συναίσθηση να έλθει δεν θέλει. πάντα λέει: «Είμαι ταλαίπωρος, είμαι τέτοιος, είμαι τέτοιος, η ζωή είναι τέτοια. κοίταξε πού παρασυρόμαστε!». Το ακούμε από όλους, κι όλοι το λέμε, αλλά δεν εννοούμε όμως να διορθωθούμε. μένουμε εκεί, στα ίδια πράγματα. Και ο άγιος Ιωάννης σημειώνει κάτι, το οποίο θα έλεγα ότι είναι κάπως απογοητευτικό. «για να μην πω ότι δεν μπορεί»! Διότι όπως τότε τον παράλυτο έπρεπε τέσσερις να τον σηκώσουν, να χαλάσουν τη σκεπή και να τον κατεβάσουνε μπροστά στον Χριστό21, έτσι θα 'πρεπε κι αυτόν τον αναίσθητο να τον πάρει κάποιος να τον σείσει, για να συνέλθει.


Όχι μόνο αναίσθητοι, αλλά και θηριώδεις!


Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ, προσωποποιώντας την αναισθησία, και λέγει: «Οι εμοί υπόσπονδοι», εκείνοι οι οποίοι με λατρεύουν και μου προσφέρουν σπονδή, «νεκρούς ορώντες γελώσιν», βλέπουν νεκρούς και γελούν.


Αλλά, ας μου επιτραπεί, είναι πολύ ευρεία αυτή η παρατήρηση εδώ του ιερού Πατρός. Δεν είναι μόνον οι άνθρωποι εκείνοι που απλώς βλέπουν νεκρούς και γελούν. Το να δεις έναν που πέθανε ή που πεθαίνει και να γελάς, είναι ένα κάτι. το να παίρνεις όμως έναν γερό άνθρωπο, έναν ζωντανό άνθρωπο, και να τον βασανίζεις και να γελάς με το να γίνεσαι θηριώδης απέναντί του, αυτό είναι πολύ βαρύτερο από το να γελάς μπροστά σε έναν νεκρό.


Δυστυχώς και η εποχή μας έχει να επιδείξει φοβερές θηριωδίες ες βάρος Χριστιανών και άλλων πολιτών, δηλαδή εις βάρος ανθρώπων, ζωντανών ανθρώπων. Και ιερείς εσταύρωσαν... Ναι, ιερείς εσταύρωσαν... και θα σταυρώσουν! Και θα σταυρώσουν πάλι!... Και αθώων ανθρώπων κόπηκαν λαιμοί... και θα ξανακοπούν! Και μάτια βγάλαν και γλώσσες τραβήξαν... και θα ξαναβγούν αυτά! Οι άνθρωποι που τα έκαναν, και τα κάνουν, γελούν, ικανοποιούνται, ευχαριστιούνται! Πώς θα μπορούσαμε να πούμε και να χαρακτηρίσουμε τους ανθρώπους αυτούς... Τί φοβερή αναισθησία θα μπορούσε να τους διακρίνει... Ο Θεός να ελεήσει!


Κατά τη θεία Λατρεία στέκονται πέτρινοι!


Εν προσευχή παριστάμενοι, λιθώδεις όλοι και σκληροί και σκοτεινοί τυγχάνουσι.»22, ενώ παρίστανται στην προσευχή, είναι εξ ολοκλήρου πετρώδεις και σκληροί και σκοτεινοί.
Τους βλέπετε να πάνε στην εκκλησία ή να στέκονται σε μία ομήγυρη προσευχομένων ανθρώπων. Πώς όμως μένουν; Λιθώδεις, πέτρινοι× ουδεμία συγκίνηση, ουδεμία κατάνυξη της καρδιάς, τίποτα. Καμία αίσθηση× τίποτε! Σκληροί, σκοτεινοί! Σκληρό μάτι! Σε βλέπουν με ένα μάτι σκληρό, που πολλές φορές γυαλίζει× ένα μάτι σκοτεινό, αβυσσώδες, που αν μπορούσες να σκύψεις στο χείλος αυτής της αβύσσου, θα τρόμαζες με το τί υπάρχει στον απύθμενο πυθμένα αυτής της κολάσεως της ψυχής του ανθρώπου του σκοτεινού!


Αλλά ας έλθω και στα ηπιώτερα. Βλέπετε πώς μπαίνουν στην εκκλησία Χριστιανοί, άνθρωποι βαπτισμένοι. Δεν λέω για τους τουρίστες, τους ξένους, που κι αυτοί υποτίθεται ότι είναι Χριστιανοί, είτε Προτεστάντες είναι είτε ό,τι άλλο θέλετε, αιρετικοί φυσικά. Δεν λέω γι' αυτούς× λέω για τους Έλληνές μας, τους Χριστιανούς μας, τους Ορθοδόξους, τους βαπτισμένους, που ακούνε την καμπάνα και πηγαίνουν στην εκκλησία της ενορίας τους ή του χωριού τους. Τώρα πλέον μεγάλωσαν... πήγαν στο Πανεπιστήμιο, διδάχθηκαν την αθεΐα. Όχι πως το Πανεπιστήμιο αυτό καθ' εαυτό διδάσκει αθεΐα× η γνώση δεν οδηγεί στην αθεΐα× η αθεΐα είναι αρρώστια της γνώσεως. Πώς μπαίνουν στην εκκλησία μέσα; Με τα χέρια στις τσέπες... σαν να πηγαίνουν στο καφενείο! Ίσως κάποτε να μπουν μέσα στον χώρο τον ιερό και με το τσιγάρο! Προκειμένου να φωτογραφίσουν τοιχογραφίες, γιατί μόνο για την τέχνη ενδιαφέρονται και ασχολούνται, κι όχι για τον εικονιζόμενο Άγιο -αυτά που λέγω είναι πραγματικά- δεν διστάζουν να πατήσουν επάνω και σ' αυτή την αγία τράπεζα! Οπουδήποτε είναι ικανοί να πατήσουν, προκειμένου να φθάσουν μία τοιχογραφία με τον φακό της μηχανής τους και να φωτογραφίσουν την εικόνα! Είναι πραγματικά αυτά που σας λέω. δεν είναι φανταστικά. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν συναίσθηση πού βρίσκονται;...


Αναισθητούν μπροστά στην αγία τράπεζα!


Αλλά γιατί να τα λέω εγώ; τα λέει ο ιερός Πατήρ στη συνέχεια, «την ιεράν τράπεζαν βλέποντες, αναισθητούσι». βλέπουν την αγία τράπεζα, και μένουν αναίσθητοι.
Ακούστε. Όταν μεταφερόταν η κιβωτός του Θεού από τη Βηθλεέμ στην Ιερουσαλήμ και η άμαξα που την μετέφερε έγειρε σε μια λακκούβα και κινδύνεψε η κιβωτός να ανατραπεί, ο Οζά, από ευλάβεια, έσπευσε να την κρατήσει για να μην πέσει και πέθανε αμέσως! Τιμωρήθηκε διότι δεν ήταν Λευίτης, και δεν επιτρεπόταν σε μη Λευίτη να εγγίσει την κιβωτό του Θεού. Η οποία -τί ήταν;- ήταν από ξύλο ακακίας, επενδεδυμένη από μέσα κι απ' έξω με φύλλο χρυσού, και είχε μέσα τις λίθινες πλάκες, πάνω στις οποίες πλάκες ήταν γραμμένος ο Νόμος του Θεού.23 Συγκρίνεται όμως η κιβωτός της διαθήκηςαγία τράπεζα, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος;...24 Εκείνη η κιβωτός τί είχε; Πέτρινες πλάκες. Εδώ τί έχει, παρακαλώ, η τράπεζα η αγία της Εκκλησίας; Έχει αυτόν τον ζώντα Λόγον, τον ενανθρωπήσαντα, υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, που βρίσκονται πάνω της! Κι εσύ εγγίζεις και πατάς και βλέπεις αναιδώς, και δεν κατανύγεσαι και δεν αισθάνεσαι ντροπή, όταν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ που κυκλώνουν την αγία τράπεζα κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας, κρύπτουν από συστολή τα πόδια τους με τις δύο φτερούγες, και τα πρόσωπά τους με τις άλλες δύο φτερούγες, γιατί δεν μπορούν να βλέπουν τη θεία δόξα;! Συ μένεις αναίσθητος;!... με την


Αναισθητούν μπροστά και στα Τίμια Δώρα!


Αλλά μόνον αυτό; «του Δώρου μεταλαμβάνον­τες, συνεχίζει ο άγιος Πατήρ, ως επί γεύσει ψιλού άρτου διάκεινται». Πραγματικά λιθώδεις άνθρωποι! πραγματικά πέτρινοι άνθρωποι! Πηγαίνουν και κοινωνούν -γιατί;- γιατί έρχονται Χριστούγεννα... και γιατί πρέπει να κοινωνήσουν, επειδή είναι Χριστούγεννα... Και κλωτσώντες και κλωτσώμενοι, διαπληκτιζόμενοι, θυμώνοντες, υβρίζοντες ενίοτε και σπρωχνώμενοι, έρχονται να κοινωνήσουν!25 Τί κοινώνησαν; Κρασί και ψωμί! Έτσι πιστεύουν. ψιλόν άρτο και ψιλόν οίνο -το ψι με γιώτα- δηλαδή σκέτο κρασί και ψωμί. Έτσι το αισθάνονται. Τί πήρανε; Τίποτα× ουδεμία αίσθηση. Θα 'πρεπε όμως να νοιώθουν όπως τότε οι Μαθητές, που έβλεπαν τον Κύριο και που μπορούσαν να εγγίζουν και να άπτωνται τον Λόγο του Θεού! «και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, θα πει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στην επιστολή του, περί του λόγου της ζωής»26. Τότε οι Μαθητές δεν ψηλάφησαν τον Ιησού× ψηλάφησαν τον Θείο Λόγο!


Κι εσύ, όταν γεύεσαι αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις σου, τα μάτια σου κι η γεύση σου και τα λοιπά, δεν είναι κρασί και ψωμί, αλλά είναι αυτός ο Θείος Λόγος, αυτός ο Θείος Λόγος ο ενανθρωπήσας! Κι εσύ το θεωρείς ότι είναι τίποτα;! Τότε γιατί πας και κοινωνείς; Φύγε μακρυά× τουλάχιστον δήλωσε το ότι δεν είσαι Χριστιανός, ότι δεν θέλεις να είσαι Χριστιανός. Δεν μπορεί να εμφανίζεται κανείς, αγαπητοί μου, ως λιθώδης άνθρωπος, αναίσθητος, μπροστά στο αγιώτατο και ιερώτατο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που αποτελεί την καρδιά, τον νου, το άλφα και το ωμέγα της χριστιανικής μας Πίστεως, που είναι αυτός ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος.


Ο αναίσθητος και οι ευσεβείς.


Τώρα όμως ο αναίσθητος θα πάρει επιθετική στάση απέναντι σ' εκείνους που έχουν αίσθηση. Είναι πολύ φυσικό× διότι ο αναίσθητος αναισθητεί μεν για τα πνευματικά, αλλά είναι πολύ θερμός και επιθετικός εναντίον εκείνων οι οποίοι έχουν αίσθηση πνευματική. «Εγώ κατανυσσομένους ορώσα μυκτηρίζω». Άμα βλέπω άλλους οι οποίοι κατανύγονται, έχουν θρησκευτικότητα, έχουν πνευματικότητα, εγώ αυτούς τους κοροϊδεύω. «Πάντα τα τικτόμενα εξ ανδρείας και πόθου αγαθά, εγώ αποκτέννειν υπό του εμέ γεγενηκότος πατρός μεμάθηκα», έτσι με έμαθε ο Διάβολος, ο πατέρας μου× να σκοτώνω ό,τι βλέπω να γεννιέται και να γίνεται έργο από την ανδρεία και από τον ευσεβή πόθο× εγώ θα πάω να το καταστρέψω!


Ο αναίσθητος και η... καλή ζωή.


«Εγώ γέλωτος μήτηρ», εγώ, η αναισθησία, είμαι η μάνα του γέλωτος, της κοροϊδίας και της ειρωνείας. «εγώ ύπνου τροφός». δεν με νοιάζει× τσιμέντο να γί­νουν όλοι, φούρνος να μην καπνίσει! εγώ θα κοιμάμαι... πολύ θα κοιμάμαι, θα κοιτάζω μόνο την άνεσή μου και τον τρυφή μου, την απόλαυσή μου× «εγώ κόρου φίλη», εγώ είμαι φίλη του χορτασμού, όλων των αισθήσεων. «εγώ ελεγχομένη ου πονώ», όταν με ελέγχουν οι άλλοι, δεν πονώ, δεν κατανύσσομαι, δεν αισθάνομαι.


Ο αναίσθητος και η ψευδευλάβεια.


«Εγώ -προσέξτε αυτό το τελευταίο του αγίου Πατρός- ψευδευλαβεία συμπλέκομαι.»27 -αυτό είναι το φοβερώτερο από όλα- έρχομαι να συμπλεχθώ, να ανακατευτώ και να μειγώ με την ψευδευλάβεια. Και πολλές φορές -εδώ θα συλλάβουμε τον εαυτό μας- εμφανιζόμαστε συχνά ως ευλαβείς, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε ψευδευλαβείς. δεν υπάρχει αληθινή ευλάβεια, αλλά ψευδευλάβεια× γιατί; γιατί υπάρχει στην καρδιά μας αναισθησία. Ναι, αγαπητοί μου.
Βλέπετε ανθρώπους που είναι χρόνια ψάλτες, χρόνια νεωκόροι, χρόνια επίτροποι -χρόνια!- και δεν πήγανε μία φορά να κοινωνήσουνε! Ούτε μια φορά δεν πήγαν να κοινωνήσουν!... Είναι φοβερό. Κι αυτοί υπηρετούν την Εκκλησία, και λένε ότι έχουνε δικαιώματα στον οίκο του Θεού! Είναι φοβερό. Βλέπετε ανθρώπους σε φιλανθρωπικές επιτροπές, σε φιλόπτωχα ταμεία, σε εράνους, τρέχουν από 'δώ κι από 'κει, σου λένε «Προσφέρω τον εαυτό μου.»... αλλά στην πραγματικότητα έχουν βορβορώδη ψυχή και βίο ακατονόμαστο. Πραγματικά, να γιατί η αναισθησία συμπλέκεται όντως με την ψευδευλάβεια.


Η παροδική πνευματική αναισθησία.


Μόνο που πρέπει κάτι να σημειώσω, έτσι σαν μία παρατήρηση, για να μην απογοητευτούμε φυσικά ύστερα απ' όσα είπαμε. Πολλές φορές μας διακρίνει μία έκτακτη και παροδική αναισθησία. Μπορεί να κρατήσει κάποιες μέρες ή κάποιες ώρες, κάποιον λίγο καιρό, πολύ λίγο καιρό. Πάμε φέρ' ειπείν να λειτουργηθούμε, και δεν έχουμε όρεξη, δεν έχουμε όρεξη να λειτουργηθούμε. Το μυαλό μας δεν είναι στη Λειτουργία. γυρίζει από 'δω κι από 'κει. Αισθανόμαστε βεβαρημένο, κουρασμένο τον εαυτό μας, θέλουμε να βγούμε έξω× δεν θέλουμε ίσως να πάμε στην εκκλησία, δεν θέλουμε να κάνουμε προσευχή. Τί είναι αυτό;


Εδώ πολλές φορές ως αιτία μπορεί να υπάρχει μια ψυχοσωματική κατάσταση. Μπορεί επί παραδείγματι να υπάρχει μία κόπωση. ή μία αϋπνία, να μην κοιμηθήκαμε καλά. ακόμη να υπάρχει μία εξάντληση, ή απλώς να φάγαμε πολύ. Ήτανε μία γιορτή, φάγαμε πολύ -είναι αμαρτία να τρώμε κατά κόρον, και να μη μπορούμε να κοιμηθούμε. αλλά πολλές φορές το παθαίνουμε. Ήτανε κάτι το έκτακτο, ήτανε Πάσχα, ήτανε γιορτή, ξέρω 'γώ, φάγαμε πολύ, και δεν μπορούμε να κάνουμε προσευχή. ή νυστάζουμε, και δεν έχουμε όρεξη, δεν θέλουμε να ακούσουμε τίποτε, δεν θέλουμε να διαβάσουμε Αγία Γραφή. Πολλές φορές λοιπόν οφείλεται σε κάτι τέτοιες καταστάσεις.


Αυτή η αναισθησία ακόμη μπορεί να οφείλεται και σε μια απογοήτευση, ποικίλης φύσεως απογοήτευση -χωρίς να θέλω να κάνω ιδιαίτερη ανάλυση. Αυτό πολλάκις είναι παροδικό. όταν φύγει το αίτιο, φεύγει και αυτή η αναισθησία. Δεν πρέπει βεβαίως να ανησυχήσουμε, παρά μόνον εάν αυτό είναι διαρκώς επαναλαμβανόμενο. τότε βεβαίως εμπίπτουμε στα προηγούμενα.


Τρόποι αποφυγής της πνευματικής αναισθησίας.


Όπως αντιλαμβάνεσθε, εκείνος ο οποίος δεν έχει καταληφθεί από την αναισθησία ολοκληρωτικά, ο οποίος έχει ακόμη κάποια ευαισθησία, ανησυχεί μήπως καταληφθεί απ' αυτή την μαινάδα, όπως λέγει ο ιερός Πατήρ, και σκέφτεται πώς θα μπορούσε να απαλλαγεί ολότελα από την αναισθησία.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γι' αυτόν τον σκοπό συνιστά τα εξής:
«Επίμενε μελετών αγρυπνία πολλή κρίσιν αιωνίαν», να επιμένεις να μελετάς με πολλή αγρυπνία, δηλαδή πολύ να μελετάς, «κρίσιν αιωνίαν», ότι θα κριθούμε. να μελετάς βιβλία και κείμενα τέτοια, τα οποία ομιλούν για την Κρίση του Θεού.
»Όρα την εμήν αιτίαν πόσον εν σοι τίκτομαι, και κατά της μητρός αυτής -δηλαδή της αιτίας- αγωνίζου». Ερεύνησε πού οφείλεται αυτή σου η αναισθησία, σε τί πάθος, σε τί κατάστασι οφείλεται, και όταν βρεις ότι είναι στη γαστριμαργία ή στη φιλαργυρία, τότε να πολεμήσεις αυτή την αιτία.


»Εν σοροίς -το σο με όμικρον- εν σοροίς προσεύχου πυκνά, εικόνα τούτων ανεξάλειπτον εν τη καρδία σου ζωγραφών.»28. όταν έχουν αναλγήτους ανθρώπους μπροστά τους, τους στέλνουν να παρακολουθούν κηδείες και λοιπά, για να βλέπουν την ματαιότητα του κόσμου τούτου και να κατανυγεί η καρδιά τους. Τρέχα στις κηδείες. Κάνε προσευχή μπροστά σ' έναν πεθαμένο. Παρατήρησε καλά το πρόσωπό του μέσα στο φέρετρο. Προσπάθησε να τον θυμηθείς άμα ζούσε, και δες τώρα ποιος είναι, κείμενος μέσα σ' ένα κασόνι, και τί θα γίνει σε λίγο όταν θα μπει στη γη. Πήγαινε όταν θα ξεθάψουν τον ίδιο, ή κάποιους άλλους, και δες τα κόκκαλα πώς τα παίρνει ο νεκροθάφτης και πώς τα πλένει, που πιάνουν ένα σεντουκάκι μόνο. Τρέχα στις κηδείες. Πολλές φορές αυτό το μέσο το χρησιμοποιούν οι πνευματικοί


Έβλεπα την περασμένη βδομάδα ένα παιδί που είχε ένα ποδήλατο, και πίσω από το ποδήλατο είχε ένα σεντουκάκι. Αχ, λέω. τώρα καμαρώνουμε ντυμένοι, με τις φιλοδοξίες μας, με τούτα μ' εκείνα. σ' αυτό το σεντουκάκι θα μπούμε. Ένα μάτσο κόκκαλα. τίποτε άλλο! Πηγαίνετε στο κοιμητήριο, στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου μας, να δείτε εκεί τα οστά μέσα στα σεντουκάκια. Ούτε φωνάζουν ούτε μιλούν ούτε τσακώνονται ούτε φιλοδοξούν... τίποτα. εκεί κάθονται μέσα στα κουτιά. Πηγαίνετε στον λάκκο απ' έξω, εκεί που ρίχνουν τα κοινά κόκκαλα, και πείτε: «Ω, Θεέ μου!...». Αυτά οπωσδήποτε προκαλούν νύξη της καρδιάς και φυγάδευση της αναισθησίας.


Αδιάλειπτος προσευχή. Κάνε προσευχή. Να παρακαλείς τον Θεό να σε βοηθήσει, να σου διώξει αυτή σου την αναισθησία.
Νηστεία. Η νηστεία βοηθάει στην εξορία της αναισθησίας.

Και, τέλος, φόβος Κυρίου. Όταν έχεις φόβο Θεού, δεν μπορείς να έχεις αναισθησία. Δεν μπορείς να έχεις. Άμα ξέρεις ότι απ' έξω απ' το σπίτι σου υπάρχουν κακοποιοί, και φοβάσαι, μπορείς να κοιμηθείς; Δεν σε πιάνει ύπνος. γιατί φοβάσαι. Έτσι κι εδώ. όταν ξέρεις ότι υπάρχει Κόλαση, δαίμονες που κυνηγούν, θα κοντοστέκεσαι ή θα τρέχεις; Γιατί; Γιατί φοβάσαι. Ο φόβος λοιπόν του Θεού, όταν εγκαθιδρυθεί μέσα στην ψυχή μας, λιώνει την αναισθησία όπως ο ήλιος το χιόνι και η φωτιά το κερί.


Προσοχή από την πνευματική αναισθησία!...


Αγαπητοί μου, η αναισθησία είναι ο θάνατος και η νέκρωση της πνευματικής ζωής αλλά και κάθε ικμάδας της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος. Ο λίβας της αναισθησίας, της πνευματικής αναισθησίας, -το 'χω πει πολλές φορές, θα το πω και σήμερα, θα το λέω πάντοτε- ιδιαιτέρως πνέει όλο και περισσότερο, όλο και σφοδρότερα πάνω στην Εκκλησία μας και στην πατρίδα μας. Όλο και περισσότερο! και ποσοτικά και ποιοτικά.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος αποκαλεί την αναισθησία «λιθώδη», δηλαδή πέτρινη, «μαινάδα», δηλαδή μαινομένη, να 'χει καταληφθεί από μανία, και «μωράν», ανόητη. επομένως κι εκείνος ο οποίος πάσχει από την αναισθησία, μεταβάλλεται σε λιθώδη, σε μαινόμενο, εναντίον κάθε πνευματικού πράγματος, εναντίον κάθε πνευματικής εθνικοθρησκευτικής παραδόσεως, και σε μωρόν άνθρωπο.
Αγαπητοί μου, είναι καιρός να κάνουμε αυστηρή αυτοκριτική- οι καιροί δεν περιμένουν!
11-11-൧൯൭൫


1. Αποκ. 3,18.
2. Ιωαν. 9, 39. Πρβλ. Λουκ. 4,18-19.
3. Βλ. Ιωάν. 9,1-41.
4. Λουκ. 8, 18. Πρβλ. Ματθ. 11, 15. 13, 9. 43. Μάρκ. 4, 9. Λουκ. 8, 8.14, 35. κ.ά.
5. Ψαλμ. 33, 9. Πρβλ. Α' Πέτρ. 2, 3.
6. Ησ. 53,1. Ιωάν. 12, 38-40.
7. Ιωάν. 12, 37.
8. Β' Κορ. 3,14-15.
9. Ματθ. 17, 4. Μάρκ. 9, 5. Λουκ. 9, 33.
10. Βλ. Έξοδ. 34, 29-35.
11. Β' Κορ. 3,16.
12. Λουκ. 16, 29.
13. Το έργο του Μάρκου Αυρηλίου Τα εις Εαυτόν, δηλαδή οι συζητήσεις με τον εαυτό μου, γραμμένο στην κοινή ελληνική γλώσσα της εποχής κατά την περίοδο 170-178 μ.Χ., είναι δώδεκα βιβλία που περιέχουν στοχασμούς και αφορισμούς, και ουσιαστικά αποτελεί το προσωπικό του ημερολόγιο.
14. Αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΙΖ', παρ. α', Έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1978, σ. 223.
15. Ιωάν. 6, 70.
16. Ιωάν. 6, 70. 13, 21. Ματθ. 26, 21. Μάρκ. 14, 18.
17. Ιωάν. 13, 27.
18. Ματθ. 26, 50.
19. Βλ. Ματθ. 26, 75.
20. Άγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΙΖ', παρ. γ', Έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1978, σ. 224-225.
21. Βλ. Ματθ. 9, 2-8.
22. Αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΙΖ', παρ. ε', Έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1978, σ. 225.
23. Βλ. Β' Βασ. 6, 3-7.
24. Βλ. Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Προς Θεόδωρον εκπεσόντα και περί μετανοίας λόγος α', 1, 21: «Αύτη γαρ... πολλώ τιμιωτέρα εκείνων σύμβολα εις την σην εναπέκειτο ψυχήν× ούτος αγιώτερος εκείνου ο ναός. ουδέ γαρ χρυσώ και αργύρω, αλλά τη του Πνεύματος απέστιλβε χάριτι. και αντί των Χερουβίμ και της κιβωτού, τον Χριστόν και τον τούτου Πατέρα και τον Παράκλητον είχεν ιδρυμένον εν εαυτώ.». Εις τον Ματθαίον, Ομιλία ΛΒ', MPG 57, 384, 54-55: «Και γαρ η τράπεζα αύτη πολλώ τιμιωτέρα και ηδίων, και η λυχνία της λυχνίας.».
25. Πρβλ. Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Εις την γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, MPG 49, 360-361: «Μέλλοντες προσιέναι τη φρικτή και θεία ταύτη τραπέζη και ιερά μυσταγωγία, μετά φόβου και τρόμου τούτο ποιείτε, μετά καθαρού συνειδότος, μετά νηστείας και προσευχής, μη θορυβούντες, μηδέ λακτίζοντες, μηδέ ωθούντες τους πλησίον× εσχάτης γαρ τούτο παρανοίας, και καταφρονήσεως ου της τυχούσης. Διό και πολλήν επάγει τοις ταύτα ποιούσι την κόλασιν και την τιμωρίαν». Εις το άγιον και σωτήριον βάπτισμα του Χριστού, MPG 49, 369: «Οίδα ότι πολλοί παρ' ημίν διά την της εορτής συνήθειαν τη ιερά ταύτη προσδραμούνται τραπέζη. Έδει μεν ουν μη εορτάς παρατηρείν, ηνίκα αν δέοι κοινωνείν, αλλά το συνειδός καθαίρειν, και τότε της ιεράς άπτεσθαι θυσίας.».
26. Α' Ιωάν. 1,1.
27. Άγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΙΖ', Παρ. ε', Έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1978, σ. 226.
28. Άγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, Κλίμαξ, Λόγος ΙΖ', Παρ. ε', Έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1978, σ. 226.
"ΛΟΓΟΙ ΑΦΥΠΝΙΣΕΩΣ"
† π. ΑΘΑΝ. ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΜΝΗΝΕΙΟΥ
ΣΤΟΜΙΟΝ ΛΑΡΙΣΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Το οργανωμένο Κακό, η Εκκλησία των Πονηρευομενων Οικουμενιστων-Πανθρησκειαστων, ΟΡΓΙΑΖΟΥΝ καθημερινά και επι 24ώρου βάσεως.

Αδυνατούμε πλέον να τους παρακολουθήσουμε.

Γιατί συζητούν, αλήθεια;


Που βγάζουν, οι συζητήσεις τους;


Μάλλον και βεβαιότατα στο ΠΟΥΘΕΝΑ.


Αυτοί που συζητούν, πού ανήκουν;


Βεβαιότατα και όχι στην Εκκλησία του Χριστού, αλλά στα συνονθυλεύματα του Αντιχρίστου.






























































Γιατί δεν κάθονται στα αυγά τους οι Οικουμενιστές-Πανθρησκειαστές γιά να εκχριστιανίσουν το εγκαταλελειμένο ποίμνιό τους γιά το οποίο εκλέχτηκαν;

Γιατί το παραβλέπουν και το παρατούν στην μοίρα του και το αφήνουν ερμαιο στα νύχια των λύκων;

Αυτή δεν είναι η κύρια αποστολή τους;


Να το καταρτίσουν ευαγγελικά και να το ωθήσουν στην κατά Χριστόν προκοπή του;


Γι αυτές τις ψυχές δεν θα δώσουν λόγο στο Θεό;


Γιατί, λοιπόν, δεν τις βοηθούν και τις εγκαταλείπουν και γυρνούν στους άνυδρους και στους αγονους τόπους των ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ που οδηγούν στην Κόλασι;

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011



Μή κλαῖς, μή φοβᾶσαι,

θἄρθει ἄσπρη μέρα καί γιά μᾶς



του π. Γεώργιου Χάα




Α
ὐτός ὁ στίχος λαϊκοῦ τραγουδιοῦ ἀποκτᾶ μέσα στήν μαυρίλα τῶν ἡμερῶν μας ἰδιαιτέρα σημασία. Ἐπικρατοῦν ὀδυρμοί καί φόβοι γιά τό ἄμεσο, ἀλλά καί τό ἀπώτερο μέλλον, καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά εἶναι ὁ στίχος αὐτός παρηγορητικός. Κι’ ὅμως ἰσχύει, διότι ἡ ἐλπίδα γιά μᾶς δέν εἶναι μιά ἀφηρημένη ἔννοια, ἀλλά ἔχει πρόσωπο καί ὑπόσταση: «Δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός».


Αὐτές τίς ἡμέρες ὅλος ὁ κόσμος ἑτοιμάζεται νά ἑορτάση καί φέτος Χριστούγεννα. Τό ἐρώτημα εἶναι : Τί εἴδους Χριστούγεννα, μέ ἤ χωρίς Χριστόν; Γιά τόν πολύ κόσμο καί στά περισσότερα μέρη τοῦ λεγομένου πολιτισμένου κόσμου τά Χριστούγεννα δέν εἶναι τίποτε παραπάνω ἀπό μιά ἀργία, μιά εὐκαιρία γιά ξεκούραση, ψυχαγωγία καί ἀποβλάκωση, μιά ψεύτικη λάμψη, μέ ἀποτέλεσμα τό ψῦχος καί τό σκότος νά διακοποῡν προσωρινά ἀπό τίς φλόγες τοῦ τζακιοῦ καί τή λάμψη τῶν φωτοβολίδων, οὐσιαστικά ὅμως νά παραμένουν καί νά ἐπιδεινώνονται.


Τά Χριστούγεννα γιά μᾶς ἀποκτοῦν νόημα, ἄν γεννηθῆ ἤ ἀναγεννηθῆ ὁ Χριστός ἐντός ἡμῶν, ὥστε νά πληροῖ ὅλην τήν ὕπαρξή μας, καί μάλιστα στό βαθμό πού προδιαγράφει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Γιά νά ἐπιτευχθῆ αὐτός ὁ οὐσιαστικός τρόπος ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων ὑπάρχουν προϋποθέσεις: πρέπει νά γίνουμε τόπος κατάλληλος γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Θείου Βρέφους. Καί γιά τό πῶς μπορεῖ να γίνη αὐτό, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς δίνει ὁδηγίες μέσω τῶν Ἁγίων πού ἔγιναν πραγματικές φάτνες. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς τούς ἁγίους εἶναι ὁ Ἅγιος Ρωμανός ὁ Μελωδός, ὁ ὁποῖος εἶχε τό ἰδιαίτερο χάρισμα νά ἐνδύση τη δογματική ἀκρίβεια μέ τό ἄριστο ποιητικό περίβλημα, καί νά μᾶς μεταδώση τίς ὁδηγίες πῶς πρέπει νά ἑτοιμασθοῦμε γιά τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ, με ἕναν ἰδιαίτερο εὔληπτο τρόπο. Οἱ δύο πρῶτοι ὕμνοι του «Τῆς Ἁγίας καί Πανσέπτου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» καί «τῇ ἐπαύριον τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως» δέν διαβάζονται ὁλόκληροι στίς Ἱ. Ἀκολουθίες, παρά μόνον τό Κοντάκιον καί ὁ πρῶτος Οἶκος τῶν συνολικά 24 τοῦ πρώτου καί 18 τοῦ δευτέρου ὕμνου, ἰδιαιτέρως τό Κοντάκιον τοῦ πρώτου, τό ὁποῖο ψάλλει ἡ Ἐκκλησία
μας καθ’ ὅλην τήν περίοδο πού διανύουμε, τό γνωστό «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει...».


Δέν ἐπαρκεῖ ἐδῶ ὁ χῶρος γιά τή λεπτομερῆ ἀποτύπωση καί ἑρμηνεία
τοῦ θεοπνεύστου κειμένου, ἁπλῶς μᾶς χρησιμεύει ὡς ὁδηγός γιά να πλησιάσουμε σωστά τήν φάτνη. Οἱ ἐν λόγω ὕμνοι ἀποδίδουν διαλόγους τῆς Παναγίας μέ τόν Χριστό, τῆς Παναγίας μέ τούς Μάγους καί τῆς Παναγίας μέ τούς Πρωτοπλάστους. Οἱ διάλογοι αὐτοί μᾶς διασαφηνίζουν ὅτι ὁ Θεός προσφέρει την Χάρι του στούς ἀνθρώπους πού θέλουν νά Τόν γνωρίσουν, ἀλλά σέ καμιά περίπτωση δέν παραβιάζει τό αὐτεξούσιο, πού εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό πού τόν κάνει νά διαφέρει ἀπό τά ἄλογα ζῶα. Μέ αὐτά τά δεδομένα ὁ ἱερός ποιητής ξεκαθαρίζει ὅτι ὁ δρόμος προς τήν Βηθλεέμ εἶναι συγκεκριμένος καί περνάει ἀναγκαστικά ἀπό τούς ἑξῆς σταθμούς: Τόν ἱερό πόθο την ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ Λόγου την αὐτογνωσία τοῦ ἀνθρώπου την μετάνοιά του και τίς μεσιτεῖες τῆς Παναγίας.


Ἄς δοῦμε ἀπό κοντά μερικούς σταθμούς αὐτῆς τῆς διαδρομῆς. Στον
τρίτο Οἶκο τοῦ ὕμνου τῶν Χριστουγέννων ἐκφράζει ἡ Παναγία τήν ἀπορία ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους: «ὑψηλέ βασιλεῦ, τί σοί και τοῖς πτωχεύσασι» ... «σπηλαίου ἠράσθης ἤ φάτνῃ ἐτέρφθης;», δηλ. τι κοινό μπορεῖς νά ἔχης Ἐσύ μέ μᾶς τούς ἀνθρώπους πού ἑκουσίως, διά τῆς παρακοῆς μας πτωχεύσαμε καί συνεχῶς πτωχεύουμε; Ἐρωτεύθηκες τό σπήλαιο, ἤ αἰσθάνθηκες ἰδιαιτέρα τέρψη καί εὐχαρίστηση στή φάτνη τῶν ἀλόγων; Τό ἐρώτημα διατυπώνεται γιά μᾶς, μέ τήν ἐλπίδα μήπως συναισθανθοῦμε τό μέγεθος τῆς κενώσεως καί ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς τους ἀνθρώπους. Ἀλήθεια, σκεφθήκαμε ποτέ ποιά «τέρψη» θά αἰσθανόμασθαν ἐμεῖς, ἄν ξαπλώναμε σέ μιά μυρμηγκοφωλιά, πού θά ἦταν ἀσυγκρίτως μικρότερη συγκατάβαση τοῦ ἑνός κτίσματος πρός τό ἄλλο, παρά τήν τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ πρός τό κτῖσμα συγκατάβαση;


Ἀκολουθεῖ διάλογος τῆς Παναγίας μέ τούς Μάγους, οἱ ὁποῖοι κτυποῦν τήν πόρτα γιά νά δοῦν καί νά προσκυνήσουν τόν Χριστόν. Σ’αὐτόν τόν διάλογο οἱ Μάγοι διηγοῦνται τήν ἀναζήτησή τους, τή φανέρωση τοῦ Ἀστέρος καί τό αἴτημά τους, τό ὁποῖο ἡ Παναγία μεταφέρει στό Θεῖο Βρέφος της, παρακαλῶντας το, ὅπως τούς δεχθῆ: «... ἰδού γάρ μάγοι ἔξω ζητοῦσι σε τῶν ἀνατολῶν οἱ βασιλεύοντες. Τό πρόσωπόν σου ἐπιζητοῦσι καί λιτανεύουσιν ἰδεῖν οἱ πλούσιοι τοῦ σοῦ λαοῦ.»(οἶκ.ς΄ ) καί «Ἐπειδή οὖν λαός σός ἐστι, τέκνον, κέλευσον ὑπό σκέπην τήν σήν γένωνται, ἵνα ἴδωσι πενίαν πλουσίαν, πτωχείαν τιμίαν. Αὐτόν σε δόξαν ἔχω και καύχημα, διό οὐκ αἰσχύνομαι. Αὐτός εἶ χάρις καί ἡ εὐπρέπεια τῆς σκηνῆς κἀμοῦ, νεῦσον εἰσέλθωσιν, οὐδέν μοι μέλει τῆς εὐτελείας. Ὡς θησαυρόν σε γάρ κρατῶ, ὅν βασιλεῖς ἦλθον ἰδεῖν βασιλέων καί μάγων ἐγνωκότων ὅτι ὤφθης παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων θεός.»(οἶκ.ζ’)


Σ’ αὐτούς τούς λίγους στίχους συναντοῦμε τήν πρώτη δέηση τῆς Παναγίας, καί μάλιστα ὑπέρ ἀλλοδαπῶν ἐξ Ἀνατολῆς, τούς ὁποίους ἡ Παναγία ὀνομάζει «πλουσίους τοῦ λαοῦ Σου». Νά ποιοί ἀποτελοῦν τόν λαό τοῦ Θεοῦ:ἐκεῖνοι πού ποθοῦν νά γνωρίσουν τό πρόσωπό Του καί στους ὁποίους ἀποκαλύπτεται.Καί ἐπειδή ἔκαναν ὁλόκληρη πορεία/λιτανεία για νά δοῦν τό πρόσωπό Του, ἡ Παναγία, παρ’ ὅτι πρόκειται γιά βασιλεῖς τῆς ἀνατολῆς, δέν ντρέπεται νά τούς ὑποδεχθῆ σ’ ἕνα πτωχικό ἁπλό σπίτι, ἐπειδή ἐκεῖνοι θέλουν νά δοῦν τόν πραγματικό πλοῦτο καί θησαυρό, τον Χριστόν. Καί ἐπειδή πολύ ἰσχύει δέησις μητρός πρός εὐμένειαν δεσπότου, ἀμέσως ἀνταποκρίνεται ὁ Χριστός στόν θ΄ οἶκο: «Νῦν οὖν δέξαι, σεμνή, δέξαι τούς δεξαμένους με. Ἐν αὐτοῖς γάρ εἰμί ὥσπερ ἐν ταῖς ἀγκάλαις σου.» Πολλά μᾶς διδάσκουν καί μᾶς προβληματίζουν αὐτοί οἱ στίχοι.


Εἴμαστε
λαός τοῦ Θεοῦ; Ἔχουμε τή λαχτάρα τῶν μάγων νά δοῦμε τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ; Ἔχουμε τήν πεποίθηση τῆς Παναγίας ὅτι ὁ θησαυρός μας εἶναι ὁ Χριστός ἤ ντρεπόμαστε πού ὑστεροῦμε ἔναντι ἄλλων δῆθεν σπουδαίων ἀπό ἀνατολή καί δύση, διότι στερούμαστε συγκριτικά μέ ἐκείνους ὑλικῶν ἀγαθῶν; Μᾶς κυριαρχεῖ ἡ ἀγάπη γιά τόν Χριστό ἤ τό κόμπλεξ; Ὁ Ἰσραηλιτικός λαός, ὁ κάποτε περιούσιος, ἀποδοκίμασε τον Χριστόν καί πρό αὐτοῦ τούς προφῆτες, ἀναζήτησε ἄλλα καί ἔχασε τά πάντα. Ἔπαψε νά θεωρεῖται λαός τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία λέγει ἀπευθυνόμενη πρός τούς μάγους: «Τήν Ἱερουσαλήμ πᾶσαν περιωδεύσατε, τήν πόλιν ἐκείνην τήν προφητοκτόνον». Ἰδιαίτερα διαβεβλημένοι ἦσαν οἱ ἄρχοντές της, πολιτικοί καί θρησκευτικοί: «Ἡρώδην πάλιν πῶς διελάθετε τόν ἀντί θεσμῶν φόνους ἐμπνέοντα; ... Τί ὑμᾶς ἐπηρώτησεν Ἡρώδης ὁ ἄναξ καί οἱ Φαρισαῖοι;»


Ἡ ἀπάντηση τῶν μάγων ὑπῆρξε ἀποκαλυπτική για τήν κακία τῶν ἀρχόντων. Ἤθελαν νά μάθουν μόνο τόν χρόνο, δέν εἶχαν τήν παραμικρή ἐπιθυμία νά συναντήσουν τόν Χριστό: (οἶκ. ιζ’) «Ἡρώδης πρῶτον, εἶτα ὡς ἔφησας, οἱ πρῶτοι τοῦ ἔθνους σου τόν χρόνον τοῦ φαινομένου νῦν ἄστρου παρ’ ἡμῶν ἐξηκριβώσαντο. Καί ἐπιγνόντες ὡς μή μαθόντες οὐκ ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ὅν ἐξηρεύνησαν μαθεῖν,ὅτι τοῖς ἐρευνῶσιν ὀφείλει θεωρηθῆναι παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός.» Οἱ μάγοι προσπάθησαν νά ξυπνήσουν τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχόντων συγκρίνοντας τή δική τους πορεία μέ τήν ἔξοδο τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπό την Αἴγυπτο, τήν ράβδο τοῦ Μωσέως μέ τόν ἀστέρα, ἀλλά μάταια.


Οἱ κρατοῦντες
στή Ἱερουσαλήμ ἀπαρνήθηκαν τό ἱστορικό τους παρελθόν χάριν τῆς πρόσκαιρης ἐξουσιομανίας τους. Μετά τήν περιγραφή τῆς προσκύνησης καί τῆς προσφορᾶς τῶν τριῶν δώρων, ὁ ἱερός ὑμνογράφος ἐκθέτει τήν προσευχή τῆς Παναγίας ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου (Οἶκ.κβ΄ ): «Τριάδα δώρων, τέκνον, δεξάμενος, τρεῖς αἰτήσεις δός τῇ γεννησάσῃ σε. Ὑπέρ ἀέρων παρακαλῶ σε καί ὑπέρ τῶν καρπῶν τῆς γῆς καί τῶν οἰκούντων ἐν αὐτῇ. Διαλλάγηθι πᾶσι δι’ ἐμοῦ, ὅτι ἐτέχθης παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων θεός» καί στόν κγ’ οἶκο «ἀλλά ὑπέρ πάντων ἐγώ δυσωπῶ σε. Ἐποίησάς με ὅλου τοῦ γένους μου και στόμα καί καύχημα. Ἐμέ γάρ ἔχει ἡ οἰκουμένη σου σκέπην κραταιᾶν, τεῖχος καί στήριγμα ...».



Ἡ Παναγία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μέ τίς πρεσβεῖες της προσπαθεῖ να
γεμίση καί πάλι τόν παράδεισο. Αἰσθάνεται ὑπεύθυνη γιά ὅλους, ἄσχετα ἄν οἱ ἴδιοι καί τώρα ἀκόμα πέφτουν θύματα τῆς αὐταρέσκειας καί τοῦ μίσους τους, τό ὁποῖο φτάνει μέχρι τό σημεῖο νά τούς διώξουν πίσω στην Αἴγυπτο, ἀπό ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Θεός κάποτε τούς ἐλευθέρωσε. Ἐμεῖς τί ἀποφασίσαμε; Θέλουμε νά διώξουμε τόν κάθε Ἡρώδη και νά κρατήσουμε τόν Χριστό στό κατάλυμμα τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλά καί στον τόπο μας; Ἄς μάθουμε ἀπό τούς Ἰσραηλῖτες, ὅτι ὅποιος ἀποστρέφεται τον Θεό, ἀπαρνεῖται τήν κληρονομιά του καί ἀποποιεῖται τῆς περιουσίας του. Παύει νά ἀνήκει στόν περιούσιο λαό καί κάθεται στό σκότος τῆς κακίας του. Στόν κδ΄ οἶκο λέγει ἡ Παναγία: «... μέλλω ἐπί τήν Αἴγυπτον μολεῖν καί φεύγειν σύν σοί διά σέ, ὁδηγέ μου, υἱέ μου, ποιητά μου, λυτρωτά μου, παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων θεός».


Αὐτά τά Χριστούγεννα ὀφείλουμε νά ξεκαθαρίσουμε τί θέλουμε, να
ἀκολουθήσουμε «τόν Ἡρώδη καί τούς πρώτους τοῦ ἔθνους» μέ τά ἔνστικτα αὐτοσυντηρήσεως στήν ἐξουσία καί τά κόμπλεξ τους, ἤ νά παρακαλοῦμε μαζί μέ τούς πρωτοπλάστους τήν Παναγία «ἰδού εἰμί πρό ποδῶν σου, παρθένε μῆτερ ἄμωμε, καί δι’ ἐμοῦ πᾶν τό γένος τοῖς ἴχνεσί σου πρόκειται ..., ἄμειψόν μου τήν πενίαν ἐνώπιον οὗ ἔτεκες, ἡ κεχαριτωμένη» (ὕμνος τῆ ἐπαύριον, οἶκ.η’).


Περιούσιος λαός θά εἴμαστε ἄν
εἴμαστε ἀκόμα; –ὅσο ἡ περιουσία μας εἶναι ὁ Χριστός. Τότε ἡ Παναγία καί πάλι θά σκεπάση αὐτό τό λαό, καί πάλι θά κατατροπώση κάθε ἐχθρό καί πολέμιο. Ἄν ὅμως ἐπικρατήση ἡ μερίδα τοῦ Ἡρώδη καί τῶν Φαρισαίων, θά ἀναγκασθῆ καί πάλι εἰς φυγή. Τελικά εὔκολα μποροῦμε νά δοῦμε ἄσπρη μέρα, προστρέχοντες στις ἀγκάλες τῆς Μητέρας μας, τῆς μητέρας τοῦ αὐτόφωτος Χριστοῦ.


Ὑπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε ὑπέρ πάντων ἡμῶν!


Ενοριακή Ευλογία τεύχος 114

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου