Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Eπίσκοπος Ράσκας και Πριζρένης Αρτέμιος:

Η Αγιοσαββική Εκκλησία κινδυνεύει


Σε μήνυμά του ο επίσκοπος Ράσκας και Πριζρένης Αρτέμιος για την εορτή του αγίου Σάββα ανάμεσα σε άλλα τονίζει:


«Αυτή η εκκλησία (που ίδρυσε ο αγιος Σάββας) είναι τώρα που κινδυνεύει να βγει από την Αγιοσαββική παράδοση για να πλεύσει στα άγνωστα ύδατα του Οικουμενισμού και σε μια ψεύτικη ενότητα με την αίρεση του Παπισμού».


(Та Црква је данас у опасности да напусти светосавски пут, да заплови у непознате и туђе воде екуменизма, да са собом и народ наш отуђи и уведе у лажно јединство са богомрском јереси папизма).


Ο επίσκοπος Ράσκας και Πριζρένης Αρτέμιος τέλεσε τη Θεία Λειτουργία (27/01/2011) για την εορτή, στην Ιερά Μονή αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή στην περιοχή Ljuljacima παρουσία πλήθους πιστών. (Δείτε το βίντεο)




Ευχαριστούμε και παλιν και πολλάκις τις ΑΚΤΙΝΕΣ που μας προσφέρει τα βίντεο
ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙ:
Στο Μεγάλο Κριτήριο του Ουρανού, ο Δίκαιος Θεός θα τους κρίνη και τους ογδόντα(80)γιά την απάθεια και την σιωπή τους, στην αδικία τους προς τον Kανονικό μητροπολίτη ΑΤΤΙΚΗΣ και ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟ
.
ΟΛΟΙ τους είναι συνένοχοι.
Και οι ογδόντα(80κ).

Οι δέ ΜΟΙΧΕΠΙΒΑΤΕΣ του, λύκοι βαρείς, κατά τους Πατέρες, θα καταδικαστούν στον αιώνιο θάνατο.



Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ Ν


του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη




Μακάρι να σε ξέρη ο Θεός, και ας σε αγνοούν οι άνθρωποι!

Η Εκκλησία όμως γνωρίζει τους διακόνους της και το λαό της.

Έχει τα δίπτυχά της .


• Κάθε χρόνο εκδίδει ειδικό τόμο.

Εκεί βλέπεις τον διοικητικό καταμερισμό του εκκλησιαστικού έργου.

Βλέπεις τις κατά τόπους εκκλησίες.

Βλέπεις επικοινωνιακά στοιχεία (διευθύνσεις, τηλέφωνα, ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, ιστοσελίδες κ.λπ.).


• Χρειάζονται τα «Δίπτυχα», όπου και το τυπικό των ακολουθιών;

Ασφαλώς.

Μπορούσαν βέβαια να είναι πιο ολιγοσέλιδα.

Τι χρειάζονται π.χ. οι φωτογραφίες των επισκόπων;

Μόνο περίεργοι τύποι φυλλομετρούν τα «Δίπτυχα» για τις φωτογραφίες.

Και πολλές λεπτομέρειες εκκλησιαστικών υπηρεσιών θα μπορούσαν να λείπουν.


• Αλλ’ ενώ παρελαύνει πλήθος ονομάτων, κληρικών και λαϊκών, ανδρών και γυναικών, από τις σελίδες των «Διπτύχων» των τόσων πολλών προσώπων που δεν είναι δυνατόν «αριθμήσαι» (Αποκάλ. ζ΄9), απουσιάζει εσκεμμένα και προκλητικά το όνομα ενός επισκόπου.

Πρόκειται για διακεκριμένο για τη σοφία και την αγία βιοτή του επίσκοπο.

Είναι ο Μητροπολίτης Νικόδημος (Γκατζιρούλης), «ανήρ πλήρης Πνεύματος αγίου και σοφίας».


• Είναι καθηρημένος ο επίσκοπος Νικόδημος, και γι’ αυτό τον αγνοεί η διοίκησις της Εκκλησίας της Ελλάδος και έδωσε εντολή να μη καταχωρηθή το ευλογημένο όνομά του στα «Δίπτυχα»;

Όχι.

Έχει ακώλυτη την αρχιερωσύνη.


• Τότε γιατί απουσιάζει το όνομά του;

Διότι –λένε μερικοί- έχει πάνω του κάποιο «επιτίμιον ακοινωνησίας».


Και αν αυτό υπήρχε πραγματικά, ερωτάται:

Όταν ο πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε επιβάλει στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο παρόμοιο επιτίμιο, ο Χριστόδουλος έπαυσε να είναι Αρχιεπίσκοπος;

Έπαυσε να λειτουργή;

Όχι.


• Το προκλητικό στην περίπτωσι του Νικοδήμου είναι, ότι η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε περυσινή της συνέλευσι, ήρε το περιβόητο επιτίμιο.


Και ερωτάται:

Γιατί δεν κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο (τον Νικόδημο) η Συνοδική Απόφασις;

Γιατί δεν μετέβησαν προς συνάντησίν του οι ορισθέντες επίσκοποι;


• Σαν άλλος άγνωστος Στρατιώτης ο άγιος επίσκοπος, Μητροπολίτης Νικόδημος (Γκατζιρούλης) έχει πέσει από τα βόλια συνεπισκόπων του, όπως άλλωστε και τόσοι άγιοι, και μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


Και τώρα η χαριστική βολή:


«Σε αγνοούμε!

Για μας δεν υπάρχεις.

Αν μπορούσαμε, θα σου καίγαμε και τα βιβλία σου, έστω και αν εμείς τα αναγνωρίζουμε ως υπέροχα».


► Μόνο που δεν μπορούν οι εχθροί συνεπίσκοποι του Νικοδήμου να επεμβούν και στα Δίπτυχα του Ουρανού και να δώσουν εντολή:

«Ου μη γραφῇ το όνομα Νικοδήμου»!

Περιοδικό «ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ» Φεβρουάριος 2011 τ.551

ΟΡΚΟΜΩΣΙΑ

Η ΕΥΛΟΓΙΑ;


του αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη



Το να καλήται η Εκκλησία να ευλογήση την εγκατάστασι των νέων δημοτικών ή περιφερειακών ή πολιτικών αρχόντων είναι αυτονόητο.


Αλλά και πάλι, όταν διαπιστώνη δυσφορία, ας είναι διακριτική η παρουσία των λειτουργών της.


Δεν είναι εκκλησιαστικός χώρος το δημαρχείο ή το βουλευτήριο, για να επιβάλλουμε την τάξι και την ησυχία προ της ιεροτελεστίας.


• Υπάρχουν άρχοντες, που και σέβονται την Εκκλησία και ζητούν την ευλογία της και πιστεύουν στην ενίσχυσι της αγιαστικής της χάριτος.


• Υπάρχουν όμως και άλλοι, που δεν έχουν χριστιανική πίστι, πιθανόν δε να είναι στρατευμένοι την αθεΐα.

Γι’ αυτούς ισχύει το «Μη δώτε το άγιον τοις κυσί» (Ματθ. ζ΄6) και το «εκτινάξατε τον κονιορτόν των υποδημάτων» (Ματθ. ι΄14).


• Εκείνο που δεν είναι αυτονόητο, είναι η ορκομωσία.

Οποιοσδήποτε όρκος (θρησκευτικός ή πολιτικός) δεν αποτελεί εγγύησι τηρήσεως των διατεταγμένων.


Προς τι, λοιπόν, ο όρκος;

Για να καθίστανται και επισήμως επίορκοι οι πολίτες ή οι άρχοντες;

Προ παντός, προς τι ο όρκος επί του Ευαγγελίου του Χριστού, που ρητώς απαγορεύει τον όρκο;


«Εγώ δε λέγω υμίν μη ομώσαι όλως

μήτε εν τω ουρανώ, ότι θρόνος εστί του Θεού∙

μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιόν εστι των ποδών αυτού∙

μήτε εις Ιεροσόλυμα, ότι πόλις εστί του μεγάλου βασιλέως∙

μήτε εν τη κεφαλή σου ομώσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχαν λευκήν ή μέλαιναν ποιήσαι∙

έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ού ού∙

το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν.» (Ματθ.3΄34-38).


• Αλλοίμον αν οι σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας συμποσούνται στο θρησκευτικό όρκο!

Για τους πιστούς Έλληνες είναι βαθειά η σχέσις.

Η Εκκλησία είναι η καρδιά του Έθνους.

Αν δεν θέλουν την Εκκλησία ως καρδιά και πνοή, τι να την κάνουν την αγιαστούρα της;


Περιοδικό «ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ» Φεβρουάριος 2011 τ.551






Ως πότε Σεβασμιώτατοι;


ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ

ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


του Θεολόγου κ. Παναγιώτη ΣΗΜΑΤΗ


«…Τοίς ωσίν αυτών βαρέως ήκουσαν και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν» (Ησ. στ΄ 1-10).


Σερβία (28 Ιαν. 2011) Συμπροσευχές για την εορτή του Αγίου Σάββα.



Όλοι μαζί, ορθόδοξοι και αιρετικοί, στην ευλογία άρτου: ο Πατριάρχης Ειρηναίος, ο Μπάτσκας Ειρηναίος Μπούλοβιτς, ο Παπικός Αρχιεπ. Stanislav Hocevar και ο Νούντσιος. Ασφαλώς από την παρασυναγωγή αυτή, απουσιάζει ο Χριστός και οι Άγιοι, δια των οποίων καταδικάστηκε αυστηρότατα η αίρεση και η εκκλησιαστική σχέση με τους αιρετικούς!


Το ξαναγράψαμε, αλλά πλέον κανείς από τους αρμόδιους δεν ακούει…

Σας ικανοποιεί, Σεβασμιώτατοι, η εικόνα της Εκκλησίας που δημιουργείται; Μιας Εκκλησίας που φαίνεται να έχει δώσει «γην και ύδωρ» στους κυβερνώντες, για την υποβάθμιση του μαθήματος των θρησκευτικών, για την μετατροπή των ναών σε κέντρα μουσικής, για την οικονομική και πνευματική εξαθλίωση του λαού της Ελλάδος, στον χώρο της οποίας υπηρετείτε;

Μιας Εκκλησίας που κατέστη ουραγός στον αγώνα εναντίον των ελευθεριών του προσώπου, απών και φυγάς (ως «Ιερά» Σύνοδος) στον αγώνα κατά της Κάρτας του Πολίτη;


Σας εκφράζει η Εκκλησία των πανάθλιων συμπροσευχών με τους αιρετικούς;

Η Εκκλησία που αποκαλεί «αδελφή εκκλησία» την αιρετική παπική παρασυναγωγή ή το κράτος του Βατικανού;

Η Εκκλησία που συμβιώνει επί δεκαετίες με την παναίρεση του Οικουμενισμού και ανέχεται ως καθοδηγητές της τους Οικουμενιστές Πατριάρχες κ.κ. Βαρθολομαίο, Ειρηναίο, Θεόφιλο, Θεόδωρο και... και;

Η Εκκλησία που αρνείται την ηθική που δίδαξε ο Χριστός, και συναγελάζεται, συμποσιάζεται, φωτογραφείται περιχαρής –στο πρόσωπο του Αρχιεπισκόπου, και όχι μόνο– με τους ηγέτες των προτεσταντικών ομάδων, που αποδέχονται ομοφυλόφιλους ιερείς και λεσβίες ιέρειες;

Η Εκκλησία των Μητροπολιτών Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, με την αιρετική θεωρία του περί «διηρημένης Εκκλησίας» και του Δημητριάδος Ιγνάτιου, που ετσιθελικά και φασιστικά (παρά την αντίθετη γνώμη της δικής σας Συνόδου και του Αρχιεπισκόπου σας, αλλά και του πιστού λαού), αλλοιώνει τα λειτουργικά κείμενα και εισάγει την μεταπατερική θεολογία;


Και επειδή η κατάσταση δεν δημιουργείται μόνη της, αλλά κάποιοι την δημιουργούν, ή (ως έχουν καθήκον) δεν αποτρέπουν την δημιουργία της, να σας ρωτήσουμε για ακόμα μια φορά:


Αισθάνεστε την ευθύνη που έχετε για την Εκκλησία ή όχι;

Σας ενδιαφέρει η Εκκλησία να είναι συνέχεια της Εκκλησίας που ίδρυσε ο Χριστός ή αδιαφορείτε παντελώς και την αφήνετε να ταυτίζεται με τους «εχθρούς του Θεού», όπως ονομάζουν ΑΠΑΝΤΕΣ οι Πατέρες της Εκκλησίας τους αιρετικούς;

Ποιά Εκκλησία έχετε στο μυαλό σας, Σεβασμιώτατοι;

Την Εκκλησία του Χριστού ή την Εκκλησία του αλάθητου Πάπα, τον οποίον αποκαλείτε και Αγιώτατο επίσκοπο της Εκκλησίας της Ρώμης;

Είσαστε σε θέση να αφουγκραστείτε την αγωνία και τον πόνο των συνειδητών πιστών και να νοιώσετε την απογοήτευσή τους;


Αν ακολουθείτε την Εκκλησία των Οικουμενικών Συνόδων, πώς ανέχεστε όλες αυτές τις κακοδοξίες και τις ασέβειες που διαπράττονται εντός του ελλαδικού χώρου, αλλά και μακράν αυτού;


Δυστυχώς, φαίνεται πως την Εκκλησία πια, δεν την θέλετε ή δεν μπορείτε να την διατηρήσετε, όπως σας την παρέδωσε ο Χριστός (ως νύμφη άσπιλη και αμόλυντη), όπως υποσχεθήκατε δι’ όρκου να την κρατήσετε.

Κρίμα!

Την μεταλλάξατε.

Την κάνατε «κατ’ εικόνα και ομοίωσή» σας! Και «καθ’ ομοίωση», ασφαλώς ημών, που σας ανεχόμαστε.


Από paterikiparadosi.blogspot.com

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΑΙΣΧΟΣ ΑΙΣΧΟΣ

ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ

ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ


ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ

ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ ΧΑΒΟΥΖΑ.



Αφου εκδίωξαν, προκατασκευασμένα, με μεθόδευσι και τρόπο ΛΗΣΤΡΙΚΟ, τον αγιο μητροπολίτη Ράσκας και Πριζρένης ΑΡΤΕΜΙΟ, εμεινε ανοιχτό πλέον το πεδίο να οργιάζουν οι προδόται ΛΗΣΤΟΣΥΜΜΟΡΙΤΑΙ της Σερβίας.


Ο Εβραιομαγαρισμένος σατανικος Ειρηναιος Μπούλοβιτς, που μόλις προχθές συμμετείχε φανερά, δημόσια και αδιάντροπα, στην γιορτή των Εβραιων την χανουκα και αναψε ασεβεστατα την επταφωτη λυχνία τους, μαζί με τον Αιρετικό Φραγκολατίνο νούντσιο του Βελιγραδιου, συμμετεχουν σε αγιαστικες πραξεις και βεβηλώνουν και μαγαρίζουν μέχρι και τον άγιο άρτο.


Τέτοιες εικόνες πρίν από χρόνια, θα θεωρούνταν αδιανόητες.


Σήμερα, επαναλαμβάνονται καθημερινά.


Και οι πολλοί, τις παραβλεπουμε και τις αντιπαρερχόμαστε, απαθέστατοι.

Μηπως πρεπει να αναρωτηθουμε, αν είμαστε πλέον Ορθοδοξοι;

Εμείς οι απλοί πιστοί, ενοχλούμαστε και αγανακτούμε και φωνάζουμε και κραυγαζουμε στεντορεία τη φωνή και μέχρι τα άστρα του Ουρανού.

Πως είναι δυνατόν, καθόλου μα καθόλου, να μην ενοχλούνται οι επίσκοποι - κότες της Εκκλησίας Ελλάδος;


Κότες...κότες....γρήγορα στα κοτέτσια σας....


Γεμίσαμε μειοδότες, γεμίσαμε προδότες.


Αυτό πλέον δεν είναι Εκκλησία.


Αυτό κατάντησε ΧΑΒΟΥΖΑ....






Ὁ ναυαγός... ἐμψυχωτής; (β)


του μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ


Τό ἰδιότυπο προφίλ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου μας Ἱερώνυμου, μέ τίς ἀναπάντεχες μεταμορφώσεις του καί μέ τίς δανεικές ἤ ὑποβολιμιαῖες ἀνακοινώσεις του, προκαλεῖ θάμβος εὐρεσιτεχνίας στούς «περί αὐτόν κόλακες» καί σκοτασμόν ἀπόγνωσης στούς ἀποστασιοποιημένους, «μετ᾿ ἐπιστήμης καί ἀμεροληψίας», μελετητές καί ἀναλυτές τῶν ἡγετικῶν ὀλισθημάτων του. Βαρύς καί ἀσήκωτος στήν ὄψη, ἄφωνος καί ἄπραγος στήν πνευματική ἔπαλξή του, δέν πείθει πώς ἀτενίζει, μέ θαρρετό βλέμμα, τό ἀνοιχτό γήπεδο τῆς λαϊκῆς ἀπογοήτευσης. Ἁπλά, μέσα στή σκοτεινιά του, ἀναζυμώνει τίς φοβίες του καί προσπαθεῖ, μέ ἄτυπες, δανεικές φωτοβολίδες, νά μοιράσει ἐλπίδες καί νά παρουσιάσει ἀνοιχτούς τούς ὁρίζοντες τῆς δράσης του γιά τήν ἐνδυνάμωση τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ.


Πρόσφατα, μετά ἀπό πολλούς δυσμενεῖς σχολιασμούς τῆς «ἀφωνίας» του καί τῆς «ἀπραξίας» του, θεώρησε χρέος του νά ἐμφανιστεῖ σέ κάποιες-τίς πιό γνώριμες καί τίς πιό φιλόφρονες στό πρόσωπό του-δημοσιογραφικές ἐξέδρες καί, ἀποκρούοντας χαλαρά τίς ἀπανωτές τολμηρές ἐπικρίσεις, νά δηλώσει θαρρετός ἀγωνιστής καί ἡγέτης ἀποφασισμένος νά σταθεῖ πλάϊ στόν καταπονημένο λαό, δείχνοντάς του τή φωτεινή ἀκτίνα τῆς ἐλπίδας καί ἐμψυχώνοντάς τον στήν καθημερινή, σκληρή του πάλη.

***


Στίς 25 Ὀκτωβρίου τῆς χρονιᾶς πού ἔκλεισε, παραχώρησε συνέντευξη στό δημοσιογράφο κ. Σωτήρη Σταθόπουλο. Ὅπως θά τό περίμενε κανείς, τό ἐρέθισμα τῆς συνέντευξής του ἦταν ἡ καταιγιστική οἰκονομική κρίση, πού ἔφερε τά ἄνω κάτω στήν ἀγαπημένη μας πατρίδα καί μᾶς ἔκανε νά προσδοκοῦμε, μέ μάτι θολό καί μέ καρδιά σφιγμένη, τήν ἀνατολή τῆς ἑπόμενης μέρας.


Ἡ πρώτη ἐρώτηση, πού τοῦ ὑποβλήθηκε, τόν ἔφερε στήν καυτή πραγματικότητα καί χτύπησε τό καμπανάκι τῶν εὐθυνῶν του: «Μακαριότατε, ποιά εἶναι ἡ θέση σας ἀπέναντι στήν κρίση; Πῶς θά πρέπει νά ἀντιδράσει ἡ Ἐκκλησία;»
Παρακολουθεῖστε τήν ἀπόκριση:
«Σήμερα, σέ μιά κρίση σάν τή δική μας, ἄν δέν δώσουμε ψυχή στόν Ἕλληνα, ἄν δέν δώσουμε δύναμη ἐσωτερική καί ἄν δέν καλλιεργήσουμε τά γράμματα καί τήν ἑλληνική παιδεία, ἀλλά τήν ἰσοπεδώσουμε, δέν θά ὑπάρχει ἐπιστροφή. Θά εἶναι πολύ δύσκολα τά πράγματα. Ὁ ἀγώνας μου, λοιπόν, εἶναι νά ἐμψυχώσω τόν λαό, προκειμένου νά κρατήσει ὅσο μπορεῖ μέσα σέ αὐτή τήν κρίση τήν ὁμόνοια καί τήν ἑνότητα».


Σᾶς προσκαλῶ νά ξαναδιαβάσουμε μέ κριτικό μάτι τήν πρώτη παράγραφο αὐτοῦ τοῦ τμήματος τῆς ἀρχιεπισκοπικῆς συνέντευξης.
1. Τό τρίπτυχο τῶν ἀναγκαίων παροχῶν πρός τόν Ἕλληνα, πού βασανίζεται καί ἐξουθενώνεται μέσα στό καμίνι τῆς μεγάλης κρίσης, τό προσδιορίζει ὁ κ. Ἱερώνυμος μέ τήν ὑπογράμμιση τριῶν στοιχείων. α) Νά δώσουμε στόν Ἕλληνα ψυχή. β) Νά τοῦ δώσουμε δύναμη ἐσωτερική. Καί γ) Νά καλλιεργήσουμε τά γράμματα καί τήν ἑλληνική παιδεία.
Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἀσάφεια διατρέχει καί στίς τρεῖς ἐπισημάνσεις του καί τίς ἀποδεικνύει ἀτελέσφορες.


Ὁ ἡγέτης, πού παραχωρεῖ τή συνέντευξή του, δέν εἶναι τυχαῖο πρόσωπο. Εἶναι ὁ προκαθήμενος τῆς τοπικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Εἶναι ὁ ὑπεύθυνος διακομιστής στήν τραγική ἐπικαιρότητα τῶν θεϊκῶν μηνυμάτων, πού θησαυρίστηκαν στήν Καινή μας Διαθήκη. Εἶναι ὁ θεσμικός καί χαρισματικός συνεχιστής τῆς ἔμπονης, ἀλλά καί δυναμικῆς διακονίας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πού ἀνακαίνισε τήν οἰκουμένη καί ἀνάδειξε τά ὁράματα τοῦ νέου κόσμου καί τούς παράγοντες τῆς κοινωνικῆς ἁρμονίας, τήν ἀγάπη καί τήν ἀδελφική κατανόηση. Εἶναι ὁ μαθητής καί διάδοχος τῶν ἐξαγιασμένων ἁγίων Πατέρων μας, πού χειραγώγησαν τήν τότε οἰκουμένη στήν ἑνότητα τῆς πίστης καί στήν κοινωνία τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Μέ τό φόρτο αὐτῆς τῆς κληρονομιᾶς καί αὐτῆς τῆς εὐθύνης, θά περίμενε κανείς νά ἀκούσει ἀπό τό στόμα τοῦ Προκαθημένου μας, λόγια μεστά Χάριτος καί κρίσεις, πού νά διαφωτίζουν τό ἐκκλησιαστικό πλήρωμα καί νά τό χειραγωγοῦν στήν πίστη, στήν ὑπέρβαση τῶν μικροτήτων καί τῶν δολοπλοκιῶν, στή γνήσια, ἐνσυνείδητη καί ἀξιοπρεπή ἀγωνιστικότητα, στόν κοινό μόχθο καί στίς κοινές θυσίες.
Δυστυχῶς, τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἐνσωμάτωσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος στή συνέντευξή του.


Δήλωσε, ὅτι πρέπει νά δώσουμε στόν Ἕλληνα ψυχή. Δηλαδή; Νά τοῦ προσφέρουμε τί; Ἁπλῶς λόγια θάρρους; Ἐλπίδες φροῦδες, περί ἀναστροφῆς τοῦ κλίματος, σάν αὐτές, πού διατυπώνει καί διασπείρει τό πολιτικό ἤ τό ἰδεολογικό ἀκανθοκήπιο; Ἤ ὑπόμνηση, ὅτι πρέπει νά μοχθήσουμε καί κυριολεκτικά νά θυσιαστοῦμε, καταθέτοντας ἔντιμα τόν ἀνθό σοφῆς ἐμπειρίας, ἀντλημένης ἀπό τό θησαυροφυλάκιο τῶν διδαχῶν καί τοῦ ἔργου τῶν ἁγίων Πατέρων μας, ἱκανῆς νά φωτίσει τίς συνειδήσεις καί νά δρομολογήσει ἀποτελεσματικά τήν ἀγωνιστικότητα στήν ἀνάπλαση τοῦ ἤθους καί στήν ἀναδιοργάνωση τοῦ κοινωνικοῦ ἱστοῦ;
Τό περίεργο εἶναι, ὅτι σ᾿ αὐτό τό ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς του πρός τό ταλαιπωρημένο ποίμνιο, ὁ πρῶτος ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας μας, δέν ἀκούμπησε, οὔτε «ἄκρῳ δακτύλῳ», τήν μακρότατη, θετική ἤ ἀρνητική πνευματική καί κοινωνική ἐμπειρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Δέν ἀναφέρθηκε στίς σκληρές περιπέτειες μικρῶν ἤ μεγάλων λαϊκῶν ὁμάδων, πού τίς κατέγραψε ἡ ἱστορική μνήμη. Οὔτε ξεδίπλωσε σέ κοινή ἀναδίφηση καί μελέτη τίς πνευματικές ἀντοχές τῶν ἀδικημένων ἤ τῶν σκλαβωμένων, πού τούς ἔφεραν ἔξω ἀπό τά σκοτάδια τῆς δουλείας καί τῆς ἐκμετάλλευσης.


Στή συνέχεια, ὁ κ. Ἱερώνυμος θυμήθηκε, ἐπιλεκτικά, μιά ἀπό τίς φωτισμένες προσωπικότητες τῆς Τουρκοκρατίας, τόν ἅγιο Γεράσιμο καί τόν παρουσίασε ὡς δεῖγμα γνήσιου ἀσκητή καί ταυτόχρονα δυναμικοῦ μαχητή, πού κατάφερε νά έμπνεύσει θάρρος καί ἀντοχές στούς σκλαβωμένους Ἕλληνες ἀδελφούς του, νά τούς προσφέρει παιδεία καθαρά ἑλληνική καί Χριστιανική, καί νά ἀνοίξει μπροστά τους τό δρόμο γιά τήν ἐλευθερία.

«Πιό μεγάλη κρίση ἀπό ἐκείνη, πού ἦταν στά χρόνια πού ἔζησε ὁ ἅγιος Γεράσιμος δέν ὑπῆρξε. Ἦταν ἡ μεγάλη καταπίεση τῆς σκλαβιᾶς τῆς Τουρκοκρατίας. Μέσα ἐκεῖ γεννιέται ὁ ἅγιος Γεράσιμος καί ἀρκετοί ἄλλοι ἅγιοι ἐκείνου τοῦ αἰώνα, σέ μιά ἐποχή ἐντελῶς σκοτεινή. Αὑτοί ἔγιναν πυρσοί, ἔγιναν οἱ φάροι καί πῆραν πάνω τους ὅλη τήν κρίση τῆς Τουρκοκρατίας. Εἶχαν, ὅμως, δυό ἀρχές. Πρῶτον, τή διδασκαλία πρός τόν λαό καί δεύτερον, τήν ἐπανάσταση μέσα σέ ναούς καί μοναστήρια. Εἶχαν τήν παράσταση τοῦ Σωκράτη, τοῦ Πλουτάρχου, τοῦ Ἀριστοτέλη. Διότι εἶναι ἡ κλασσική μας παιδεία, τά γράμματά μας. Πίστη στό Εὐαγγέλιο, ἀσκητικός ἀγώνας καί τροφοδοσία ἀπό τήν κλασσική ἑλληνική παιδεία. Αὐτοί ἦταν οἱ ἄξονες πού στηρίχτηκαν καί ξεπεράστκε ἡ κρίση».



Ἄν, κατά τήν ἀνάγνωση τῶν παραπάνω ἀποσπασμάτων τῆς ἀρχιεπισκοπικῆς συνέντευξης, σᾶς γεννηθοῦν ἀπορίες, σχετικές μέ τήν ὀρθή ἤ τή μή ὀρθή σύνταξη τῶν προτάσεων, σᾶς παρακαλῶ νά μή ρωτήσετε ἐμένα. Ὑποβάλλετε τίς ἐρωτήσεις σας κατ᾿ εὐθεῖαν στόν Μακαριότατο, καί ἐκεῖνος, ἀξιοποιώντας τό θησαύρισμα τῶν φιλολογικῶν του σπουδῶν, θά σᾶς διαφωτίσει.


Ἐγώ θά καταθέσω, πρῶτα στόν μακαριότατο καί, μετά, στούς ἀναγνῶστες μου, ἕνα καί μοναδικό ἐρώτημα: Μπορεῖ ὁ σημερινός μας προκαθήμενος νά σταθεῖ στό βάθρο τοῦ ἁγίου Γερασίμου, νά ἐκπέμψει τό ἴδιο σῆμα ἁγιότητας, νά δώσει μήνυμα ζωῆς μέ τό ἴδιο περιεχόμενο καί μέ τήν ἴδια παρρησία, νά μπεῖ μέσα στίς καρδιές τῶν βασανισμένων καί πικραμένων καί νά τίς γλυκάνει, νά γίνει ἐμπνευστής τους καί ὁδηγητής τους σέ μιά ἀγωνιστική πορεία ὑπέρβασης τῶν μικροτήτων καί ἀθλιοτήτων τοῦ «παρόντος αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος»;


Στό ἐρώτημα αὐτό, ἐγώ δέ βρίσκω ἀπάντηση. Ὑποψιάζομαι, ὅτι καί ὁλόκληρη ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, αὐτή τή χρονική στιγμή, δέν εἶναι σέ θέση νά διατυπώσει ἀπάντηση. Γιατί, ὅλα γύρω της εἶναι τόσο σκοτεινά, πού δέν ἀφήνουν σχισμές, γιά νά αὐγάσει ἡ ἀκτίνα τῆς ἐλπίδας.
Ὁ μόνος, πού ξεθαρρεύει-ἀδικαίωτα ὅμως-εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος. Προσμετράει καί διατυμπανίζει ἀνύπαρκτα προσόντα του. Δέν μετράει καί δέν ὑπολογίζει τίς ὑπαρκτές ἀδυναμίες του, πού ἀντί γιά τό θρόνο τῆς τιμῆς, τόν ἐνθρονίζουν στό περιθώριο τῆς περιφρόνησης.

***


Στήν ἴδια συνέντευξη συναντᾶμε τήν τολμηρή-θά τήν χαρακτήριζα ὑπεροπτική-αὐτοπροβολή τοῦ κ. Ἱερώνυμου στό βάθρο τοῦ δυναμικοῦ ἡγέτη, τοῦ ἱκανοῦ νά ἐμψυχώσει τόν ἀποθαρρυμένο λαό, νά τοῦ ἐμπνεύσει τήν ὁμόνοια καί τήν ἐνότητα καί, ἀδελφωμένο, νά τόν ὁδηγήσει ἔξω ἀπό τό πλέγμα τῆς οἰκονομικῆς καί τῆς πνευματικῆς κρίσης. Εἶπε στό συνομιλητή του: «Ὁ ἀγώνας μου, λοιπόν, εἶναι νά ἐμψυχώσω τόν λαό, προκειμένου νά κρατήσει ὅσο μπορεῖ μέσα σέ αὐτή τήν κρίση τήν ὁμόνοια καί τήν ἐνότητα. Ἄν δέν μείνουμε ἑνωμένοι μέσα σέ αὐτή τήν κρίση, τή λύση δέν θά τή δώσει κανένας ἄλλος, ἀλλά τό πεζοδρόμιο».
Τό φαντάζεστε; Τό ἀποδέχεστε ὡς κατάθεση γενναίας, ὁριστικῆς ἀπόφασης, ἤ ὡς εὑρηματική ἐξαγγελία ἀσυγκράτητου ὀνειροπόλου;
Ὁ «ἄφωνος» καί «ἄπραγος» Ἱερώνυμος... ἐμψυχωτής τοῦ λαοῦ!!! Ἡ ἐπί τριετία ὁλόκληρη, φιγούρα τοῦ περιθωρίου, σημαιοφόρος ἑνός ἡρωϊκοῦ ἀγώνα καί μιᾶς ἐξόρμησης, γιά ἀλλαγή τοῦ ψυχικοῦ κλίματος τοῦ καταπτοημένου ἑλληνικοῦ λαοῦ καί γιά ἀνάδειξη σέ πρώτη ἐπιλογή καί σέ πρῶτο πολιτιστικό στόχο, τή διατήρηση τῆς ὁμόνοιας καί τῆς ἑνότητας!!!
Ἐκεῖνο, πού δέν τό εἶπε, τό στοιχεῖο, πού δέν τό ἐμπιστεύτηκε στό συνομιλητή του καί-κατά προέκταση-στούς ἀποδέκτες τῆς συνέντευξής του, εἶναι μέ ποιά φόντα καί μέ ποιό τρόπο θά προσελκύσει ὁ «ἐμψυχωτής»(!!!) καί ἀναμορφωτής Ἀρχιεπίσκοπος καί θά κερδίσει τήν ἐμπιστοσύνη τοῦ κλονισμένου καί κατατρομαγμένου λαοῦ καί ποιά πνοή θάρρους, αἰσιοδοξίας καί ἐλπίδας θά ἐμφυσήσει στίς βαριεστημένες καρδιές;

***


Μέ ποιό τρόπο θά ἐνθαρρύνει καί θά ζωογονήσει τίς καταπονημένες ψυχές ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἱερώνυμος;
Εἶναι ἀποφασισμένος νά βγεῖ στή δημοσιά καί μέ δυνατό καί πειστικό λόγο νά ἀνοίξει τούς ὀρίζοντες τῆς ἀγάπης καί τῆς ὁμόνοιας; Εἶναι πεισμένος ὅτι, μέ τό δικό του λόγο, μπορεῖ νά φέρει στή σύγχρονη, παγερή κοινωνική ἀτμόσφαιρα τή ζεστασιά τῆς διδαχῆς τοῦ Κυρίου μας; Τό μήνυμα τῆς ἀγαπητικῆς διαδρομῆς καί τῆς μεγάλης Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Θεανθρώπου Λυτρωτή μας; Τήν κατηγορηματική ἐντολή Του γιά ἀγάπη ἀφειδώλευτη σέ φίλους καί σέ ἐχθρούς, χωρίς ἀναστολές καί χωρίς ἐπηρεασμούς ἀπό τίς καθημερινές, κοσμικές μικρότητες; Θά ἐκφραστεῖ μέ τήν ἐκδίπλωση τῆς πειστικῆς Θεολογικῆς καί ἀνθρωπιστικῆς ἐμπειρίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου; Ἤ θά μιλήσει-ἄραγε-μέ τή χαρισματική, συναρπαστική εὐγλωττία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου;
Τά ἐρωτήματα, πού ἀράδιασα παραπάνω, εἶναι καταδικασμένα νά μείνουν δίχως ἀπόκριση. Τό ἡγετικό πρόσωπο, στό ὁποῖο ἀπευθύνονται, κάθεται μεγαλοπρεπῶς στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο, δέχεται πολυχρονισμούς, ὑπογράφει διαγγέλματα, διοικητικές πράξεις καί γιορταστικούς εὐφημισμούς, ἀλλά δέν εἶναι ἀσκημένος καί συνηθισμένος «λόγῳ νά καθέλκῃ τόν Λόγον», μέ τό χαρισματικό του λόγο νά κατεβάζει ἀπό τόν Οὐρανό τά θεϊκά προστάγματα, νά διαλέγεται μέ ταπείνωση καί μέ σύνεση, νά μεταφέρει, σεβαστικά, τόν Ἁγιογραφικό πλοῦτο καί τίς Πατερικές ἀναλύσεις στόν ἀνήσυχο, ἀνθρώπινο νοῦ καί στίς παγωμένες καρδιές, νά οἰκοδομεῖ τήν Ἐκκλησία καί νά ἀποδομεῖ τήν πλάνη.
Ὁ κ. Ἱερώνυμος πέρασε τιμητικά, ἀλλά καί σιωπηλά, τήν πόρτα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς καί θρονιάστηκε στή μεγάλη καρέκλα. Καί ἔμεινε ἄφωνος, ἴσαμε πού ἡ ἀφωνία ἐκτιμήθηκε ὡς τό διακριτικό του χάρισμα, πού θά τόν συνοδέψει στό μεγάλο, ἱστορικό του ταξίδι.

***


Μέ ποιό τρόπο θά ἐμψυχώσει τίς πλατειές ἀνθρώπινες μάζες ὁ Ἀρχιεπίσκοπός μας; Μέ τήν κατάθεση τῆς ἀνύπαρκτης Θεολογικῆς του παραγωγῆς; Μέ τά εὑρήματα τῆς-καθ᾿ ὑπόθεση-ἀδιάλειπτης, λιπαρῆς μελέτης τῶν Ἁγιογραφικῶν πηγῶν καί τῆς κληροδοσίας τῶν σοφῶν δασκάλων τῆς Ἀγιότατης Ἐκκλησίας μας;
Ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο εἶναι ἀπροσδόκητο. Καί αὐτό, γιατί ὁ κ. Ἱερώνυμος, κατά τή μακρά ἱερατική καί ἀρχιερατική του διακονία, δέ θεώρησε ὑποχρέωσή του νά δαπανήσει δυνάμεις καί χρόνο γιά Θεολογικές μελέτες καί γιά σοβαρή συγγραφική παραγωγή.
Ἕνα μόνο βιβλίο ἔγραψε, ὅταν ἀκόμα ἦταν νέος, στό ὁριοθέσιο τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας. Καί αὐτό ἐπικρίθηκε ἀπό τόν εἰδικό καθηγητή τῆς ἕδρας τῆς Ἀρχαιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι εἶναι συμπίλημα κλοπιμαίων κομματιῶν ἀπό δικά του βιβλία.
Ἄλλα συγγράμματά του δέν ἐμφανίστηκαν στίς Θεολογικές βιβλιοθῆκες. Ὁ στοχασμός του ἤ ὁ προβληματισμός του δέν ἐπικάθησε στά φτερά τῆς τυπογραφίας, γιά νά δισκορπιστεῖ καί νά φτάσει στά χέρια τῶν φιλομαθῶν τῆς ἐποχῆς μας.
Πῶς τώρα, νά πιάσει στό χέρι τήν πένα, γιά νά χαράξει γραμμές παρηγοριᾶς καί καθοδήγησης, μηνύματα γνήσιας πατρικῆς ἀγάπης καί ποιμαντικῆς χειραγωγίας;
Πῶς νά συνάξει τούς προβληματισμούς καί τίς ἀγωνίες τῆς εὐρύτατης ἐκκλησιαστικῆς παρεμβολῆς, τίς ἀποτυχίες τῆς νεολαίας καί τίς ἀπογοητεύσεις τῶν γηρατειῶν, νά τἀ νοιώσει ὅλα αὐτά δικά του βἀρη καί νά ἀντλήσει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του τό λόγο τῆς καθοδήγησης καί τό δάκρυ τῆς συμπαράστασης;
Ἴσαμε τώρα, οἱ εὐχές καί τά μηνύματα, πού βγαίνουν ἀπό τό ἐπίσημο γραφεῖο του καί διανέμονται σ᾿ ὁλόκληρη τήν ἐπικράτεια, δέν εἶναι παράγωγα τῆς δικῆς του ἐμπειρίας καί τοῦ δικοῦ του κοντυλοφόρου. Ἄλλα πρόσωπα, ἐξαρτημένα ἀπό αὐτόν, γράφουν τά κείμενα καί τά προωθοῦν. Ἀλλά τά κείμενα αὐτά εἶναι ἐντελῶς χαλαρά, ἄσχετα μέ τίς πικρίες καί τίς προσδοκίες τοῦ ποιμνίου καί ἀπρόσφορα γιά τήν ἀλλαγή τοῦ νοσηροῦ κλίματος. Οἱ συντάκτες τους διακοσμοῦν τό λευκό χαρτί μέ ποιητικούς στίχους, μαζεμένους ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ, μέ τήν ἐλπίδα, πώς θά προκαλέσουν ἐντύπωση, θά θερμάνουν τόν ἐνθουσιασμό καί θά ἐμπνεύσουν συστράτευση. Ἀλλά ὁ κόπος ἀποβαίνει μάταιος. Οἱ στίχοι δέν συνταιριάζονται, γιά νά συνθέσουν τό ἄγγελμα, πού καλεῖ τόν πονεμένο λαό σέ πνευματικό ἀγώνα, σέ σύσφιξη τῆς ἀδελφοσύνης καί σέ ὑπέρβαση τῆς ἀρρωστημένης ἐγωπάθειας.
Καί τό κενό ἐξακολουθεῖ νά μένει κενό. Καί ἡ ἀγωνία, ἀντί νά δαμάζεται, διογκοῦται.

***


Μέ ποιό τρόπο καί μέ ποιά θυσία ὁ πρῶτος τῶν Ἐπισκόπων, θά κερδίσει τίς καρδιές τοῦ λαοῦ, θά τίς ἀνασύρει ἀπό τήν ἐνδοστρέφεια καί θά τίς φέρει στόν τόπο τῆς κοινῆς ἄθλησης καί τῆς κοινῆς μετοχῆς στή χαρά καί στόν πόνο;
Θά πετύχει τό στόχο του μέ τό φωτεινό καί τό ὁδηγητικό παράδειγμά του; Μέ τήν προσωπική, ὑποδειγματική ἄσκησή του στόν καθημερινό μόχθο; Μέ τήν ταπεινή, ἀδελφική διασύνδεσή του, μπροστά στήν Τράπεζα τῆς Θείας Εὑχαριστίας μέ τούς συλλλειτουργούς του καί μέ τό σύνολο τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ; Θά ἐμπνεύσει τά πλήθη μέ τήν ἀκτινοβολία τῆς σεμνότητας καί τῆς ἁγιότητας, τή μόνη αὐθεντική πιστοποίηση μιᾶς ἀδιάκοπης ἐξάρτησης ἀπό τήν παράδοση τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν ἐξαγιασμένων Πατέρων μας;


Αὐτό τό πνεῦμα καί αὐτά τά δωρήματα, αὐτή τήν παράδοση καί αὐτό τό παράδειγμα δέν τά λιτανεύει, σήμερα, ὁ προκαθήμενος καί ἡ «γνωστή καί μή ἐξαιρετέα» συντροφιά του. Γνωστές οἰ κακόφημες συντροφιές. Κραυγαλέα τά σκάνδαλα. Ὀξύτατη ἡ διαμαρτυρία. Ἀδύναμη ἡ Συνοδική ἐξουσία νά βάλει φραγμούς καί νά ἐκκαθάρει τήν αὐλή τοῦ Κυρίου.
Πῶς νά μιλήσουν οἱ «ταγοί», οἱ ποιμένες, οἱ «κεκλημένοι» καί «μισθωμένοι» ἀπό τόν Ἕνα, ἀπό τόν ποιμένα τόν καλόν, πού τήν «ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ι 11), ὅταν δέν ἐκφράζουν καί δέν ἐπικυρώνουν, μέ τή βιοτή τους, μέ τούς ἀγῶνες τους καί μέ τίς θυσίες τους, τήν ἀποστολικότητά τους; Πῶς νά κηρύξουν «Ἰησοῦν Χριστόν καί τοῦτον ἐσταυρωμένον»; (Α’ Κορινθ. β 2), ὅταν ἡ συνείδησή τους δέ διαθέτει τίς ἀντοχές νά ὁμολογήσει καί νά κηρύξει: «Χριστῷ συνεσταύρωμαι, ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός, ὅ δέ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγαπήσαντός με καί παραδόντος ἑαυτόν ὑπέρ ἐμοῦ»; (Γαλατ. β 20). * * *


Τό ἔλλειμμα ἐνσυνείδητης καί πιστῆς στράτευσης τοῦ σημερινοῦ Προκαθημένου καί τῆς σταμπαρισμένης παρέας του, στήν ἀκτινοβόλο Ἀποστολικότητα, στίς πνευματικές ἀνησυχίες τῶν φωτισμένων Πατέρων μας καί στίς δεσμευτικές διατάξεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, δέν εὐωδώνει τήν πρόθεσή του, (ἀληθινή ἤ πλασματική), νά αὐτοπροβληθεῖ ὡς ἐμψυχωτής τοῦ λαοῦ μας.


Ἡ μόνη δίοδος, πού θά μποροῦσε νά φέρει τόν μακαριότατο Ἱερώνυμο στήν ἀνηφορική κλίμακα τοῦ θάρρους, τῆς εἰλικρίνειας καί τῆς ἀγάπης, εἶναι ἡ μετάνοια. Τά δάκρυα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἡ ἔντιμη καί ἀποτελεσματική κατάθεση συντριβῆς ἀπό τόν ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο. Ἡ ἀναστροφή τῶν ὁραμάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς, πού ἔφερε τόν Αὑγουστῖνο στή σύναξη τῶν ἁγίων.
Θά τολμήσει ὁ ἀδελφός Ἱερώνυμος νά περπατήσει τά ἀνηφορικά σκαλοπάτια καί νά καταθέσει στά πόδια τοῦ Ἀρχιποίμανα Ἰησοῦ Χριστοῦ τή μεγάλη, τήν ἡρωϊκή ἀπόφαση;
Ὅσοι ἀγαποῦμε τήν Ἐκκλησία καί ἐξακολουθοῦμε νά ἀτενίζουμε μέ ἐλπίδες τό πρόσωπό του, προσευχόμαστε νά τό τολμήσει. Νά ἀπαγγιστρωθεῖ, μέ κίνηση ἀποφασιστική, ἀπό τά δίκτυα τῆς ἴντριγκας καί νά ἐγγράψει στή βίβλο τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τό ἁγιοπατερικό μήνυμα τῆς μετάνοιας.















ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ:



Μια ιστορική αντιστροφή



Αλεξανδρείας Αθανάσιος

Μεσσηνίας Χρυσόστομος


ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ και ΠΑΠΙΣΜΟΣ


Η Ανακοίνωση:



«Η Σύνοδος ΡΚαθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος θα παρουσιάσει στις 31/01/11 στην Αθήνα το βιβλίο του Ποντιφικού Συμβουλίου, που συνοψίζει όλες τις Διατάξεις και την επίσημη κοινωνική διδασκαλία, όπως αυτή εκφράστηκε από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, αλλά και από τις Εγκυκλίους Επιστολές των Παπών». Στην Ανακοίνωση είδαμε πως κύριοι παρουσιαστές του βιβλίου θα είναι ο Καρδινάλιος Ρενάτο Ραφαέλε Μαρτίνο και ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος!



Τέτοιες πληροφορίες, υποθέτω, πως προσβάλλουν τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας, οι προθέσεις του οποίου για το θέμα δεν εκφράστηκαν δημοσίως. Γι’ αυτό θα προχωρήσω σε ένα ιστορικό παραλληλισμό, βλάσφημο, αυθαίρετο και αντίστροφο, ναι, πλην ουσιαστικό. Θα παρουσιάσω πώς αντιμετώπισε τον αιρεσιάρχη της εποχής του Άρειο, ο Μ. Αθανάσιος και πώς ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομο αντιμετωπίζει σύγχρονες-παρόμοιες καταστάσεις.


1. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μ. Αθανάσιος καλείται από τον Μ. Κωνσταντίνο να παραβρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, για να παρουσιάσει το καινούργιο ποίημα του αιρεσιάρχη Αρείου, την γνωστή «Θάλεια»· και ασφαλώς, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να πλέξει το εγκώμιο του Αρείου!


Ο Μ. Αθανάσιος αποδέχεται την πρόσκληση και ετοιμάζει το κείμενο της παρουσίασης. Φυσικά, θα αποφύγει να εκθειάσει φανερά τον Άρειο, όμως θα επισημάνει τα σημεία εκείνα του βιβλίου του, που βοηθούν στην προσέγγισει και την ένωση των δύο Εκκλησιών, της Ορθόδοξης και της Αρειανικής, που ανήκουν στη Μία, αλλά διηρημένη Εκκλησία.


Προβληματίζεται όμως: Πώς να δικαιολογήσει στους χριστιανούς την παρουσίαση ενός αιρετικού συγγράμματος; Ποιες δικαιολογίες να φέρει, αν οι χριστιανοί τον ρωτήσουν, γιατί δεν ακολουθεί την Γραφή που απαγορεύει, όχι μόνο να συμπροσευχηθούμε και να παρουσιάσουμε επαινετικά τα αιρετικά κείμενα του Αρείου, αλλά ακόμα και να χαιρετήσουμε «θεολογικά» ένα αιρετικό; Τι να ψελλίσει αν επί πλέον του πουν, ότι ο Απόστολος Παύλος δίδαξε: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού»; Πώς να αντιμετωπίσει την πιθανή ένσταση κάποιων, ότι οι Πατέρες θεωρούν (κυρίως τους ηγέτες των αιρετικών) ως εχθρούς του Θεού; Τι να απολογηθεί στους άλλους, που θα του πουν ότι οι διάλογοι κατά τους Πατέρες απαγορεύονται, εκτός κι αν διεξάγοναι με καλοδιάθετους ανθρώπους, που δεν τους καπελώνουν και δεν προσπαθούν με δόλιους τρόπους να επιβάλουν τις θέσεις τους;


Τελικά βρήκε την λύση. Εκτός από τα καλά του ποιήματος «Θάλεια» που θα παρουσιάσει, θα τονίσει ιδιαιτέρως και τα σημεία στα οποία έχει επιφυλάξεις, προφασιζόμενος ότι έτσι, βοηθά σε ένα γόνιμο προβληματισμό, συνεργεί στο αλληλοπλησίασμα εν αγάπη των μεν με τους δε, γιατί (θα ισχυρισθεί) πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να τα βρούμε, αν δεν συζητήσουμε, δεν συσκεφτούμε, δεν μελετήσουμε ο ένας τα συγγράμματα του άλλου; Πέρασε ο καιρός των αντιπαραθέσεων και της εχθρότητας. Η αυτοκρατορία δια του Μ. Κωνσταντίνου αποζητά την ειρήνη. Κι αν κάποιοι σκανδαλιστούν, κι αν την παρουσίαση αυτή την χρησιμοποιήσουν κάποιοι για προπαγανδιστικούς σκοπούς, πρόβλημα των χριστιανών, που δεν γνωρίζουν καλά την πίστη τους!


Αυτά (κατ’ αντιστροφήν) στην εποχή του Μ. Αθανασίου.

Ας έρθουμε σήμερα στην εποχή μας.


2. Ο ισόβαθμος του Μ. Αθανασίου στο της ιερωσύνης αξίωμα, ο επίσκοπος Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος) καλείται από τους σύγχρονους αιρετικούς, να παρουσιάσει την 31/01/2011 στην Αθήνα ένα βιβλίο των παπικών, που παρουσιάζει τη «Σύνοψη της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας», σύμφωνα με την καινοτομούσα και αποκλίνουσα της ορθοδόξου Πίστεως ορθολογική τους σκέψη. Συμπαρουσιαστής του θα είναι ο Καρδινάλιος Ρενάτο Ραφαέλε Μαρτίνο.


Η ευαίσθητη στα της Πίστεως συνείδηση του Μητροπολίτη Χρυσόστομου συγκλονίζεται, θεωρεί ότι τον προσβάλει και μόνο η σκέψη που έκαναν, ότι ήταν δυνατόν να δεχθεί αυτός μια τέτοια πρόταση. Αυθόρμητα η σκέψη του πηγαίνει στους προκατόχους του Αρχιερείς, τους μάρτυρες της Πίστεως, που όταν οι αιρετικοί πρόσθεταν ένα γιώτα ή μία υπογεγραμμένη στην Αγία Γραφή ή στο Σύμβολο της Πίστεως, το θεωρούσαν προσβολή στον ίδιο το Θεό, αθέτηση των Εντολών Του, γι’ αυτό και ονόμαζαν τους αιρετικούς «εχθρούς του Θεού».


Κι αν τότε μια παραμικρή προσθήκη και αλλοίωση είχε αυτή την αντιμετώπιση, πόσο μάλλον τώρα, που οι Παπικοί έχουν προσθέσει όχι μόνο «ιώτα έν ή μία κεραία», αλλά κατεβατά παραποιημένων κειμένων και πάνω από είκοσι αιρέσεις;


Γι’ αυτό αποφασίζει να αρνηθεί την παρουσίαση του αιρετικού βιβλίου των παπικών και, επιπροσθέτως, να τους αποστείλει μία επιστολή, στην οποία θα εκθέτει τους λόγους της αρνήσεώς του.


Βέβαια, η άρνησή του αυτή μπορεί να του στοιχίσει· μπορεί να αποκλεισθεί από την Μικτή Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου, η οποία του χαρίζει προβολή και του δίνει την ευκαιρία να είναι παρών στα κέντρα εξουσίας· μπορεί, να εξανεμιστεί η ελπίδα να γίνει στο κοντινό μέλλον Αρχιεπίσκοπος, όπως υπολόγιζε, εξ αιτίας αυτής της αρνήσεως, αφού θα χάσει την υποστήριξη του οικοδεσπότη του Βατικανού και του συνοδοιπόρου του στο Φανάρι. Και γνωρίζει πολύ καλά, πως οι παπικοί έχουν προσβάσεις και δύναμη μέσα στην Εκκλησία μας, αφού έχουν στενές και αδελφικές σχέσεις με Πατριάρχες και Αρχιεπισκόπους, αλλά και πολλούς Μητροπολίτες. Έπειτα, δεν ξεχνά πως τους οφείλει και ευγνωμοσύνη, αφού στα δικά τους (παπικά) πανεπιστήμια σπούδασε με υποτροφία.


Όμως, τίποτα δεν θα τον κάμψει, προκειμένου περί της ακεραιότητος της Πίστεως, θα υποστεί κάθε θυσία. Γιατί δεν μπορεί π.χ. να διαγράψει από την μνήμη του λόγους, όπως εκείνον του Μ. Βασιλείου, ο οποίος τονίζει στον επίσκοπο Πατρόφιλο, πως οι Κανόνες προστάζουν να αποφεύγει ο πιστός να εκθέτει τα γενόμενα από τους αιρετικούς, και που καταλήγει ως εξής: εάν εσυ κρίνεις την κοινωνίαν με κάποιους αιρετικούς ως πράγμα αδιάφορον, θα μας συγχωρήσης, διότι (εμείς) δεν δεχόμεθα να αναμιχθώμεν με την ζύμην των ετεροδιδασκάλων: «…εισί φευκτοί (οι αιρετικοι) κατά τον της ακριβείας λόγον· …ει δε αδιάφορα κρίνεις, συγγνώσει ημίν μη καταδεχομένοις της ζύμης γενέσθαι των ετεροδιδασκαλούντων»1.


Ούτε ξεχνά, ασφαλώς, τον παρακάτω λόγια του αγίου Εφραίμ: «Παραιτού συγκάθισμα ανδρών αιρετικών και φιληδόνων λαλούντων μηδέν πιστόν· δίκην γαρ τοξευμάτων τιτρώσκουσι τας καρδίας οι λόγοι αυτών. Είδόν τινας διαστρέφοντας τας ψυχάς εν λόγοις. Τους τοιούτους …λεπρούς ο λόγος καλεί... Και ο μεν περί πίστεως νοσών λέγει· τι γαρ βλάψει το συμπεριφέρεσθαι παντί ανθρώπω, είτε ορθώς πιστεύοντι, είτε κακώς φρονούντι, το υγιές της πίστεως περιοδεύοντες; Οι δε περί την γαστέρα ανασχολούμενοι και περί τας υπογαστρίους ηδονάς ερούσι· τι γαρ βλάψει το εσθίειν και πίνειν και τρυφάν» (Εφραίμ του Σύρου, Περί αρετής κεφάλαια δέκα, κεφ. η΄). Και αλλού: «Μη συμφιλιάζης αιρετικοίς, ίνα μη συγκοινωνήσης τη κοινωνία αυτών· ότι γαρ, …ουκ έχουσιν άφεσιν αμαρτιών, ουδέ εν τω νυν αιώνι, ουδέ εν τω μέλλοντι· δηλονότι ουδέ οι συμμιαινόμενοι αυτοίς· έκαστος γαρ θερίσει ό έσπειρε»2.


Και τέλος δεν ξεχνά τον ιερό Χρυσόσοτομο –έχει συνείδηση πως αναξίως φέρει το όνομα του–, ο οποίος λέγει στεντορεία τη φωνή «εχθρούς γαρ Θεού ου μόνον τους αιρετικούς, αλλά και τους τοις τοιούτοις κοινωνούντας (δηλ. όσους ορθόδοξους επικοινωνούν με τους αιρετικούς), μεγάλη και πολλή τη φωνή απεφήνατο»3.


Εκείνο το απόγευμα πήγε στο Πανεπιστήμιο, παρόλο που δεν είχε διδασκαλία, κλείστηκε στην βιβλιοθήκη και έψαξε να βρει τα κατάλληλα κείμενα. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο σε ένα καθηγητή πανεπιστημίου (όπως αυτός) μια τέτοια εργασία. Τόσες φορές έχει συναντήσει κατά την έρευνα κείμενα των Αγίων Πατέρων και των Συνόδων, που κανονίζουν λεπτομερώς και θεοπνεύστως, πώς πρέπει ένας πιστός (και μάλιστα επίσκοπος) να αντιμετωπίζει τους αιρετικούς. Το αποτέλεσμα της εργασίας του, θα «αποστείλει» αντί της εισηγήσεως που θα έκανε.


[Εδώ τελειώνει το υποθετικό σενάριο και αρχίζει η πραγματικότητα. Παρουσιάζεται η παραπάνω υποθετική εργασία, αλλά με πραγματικά κείμενα, γιατί αποτελεί συλλεκτικό υλικό προς μελέτη, όσων επιθυμούν. Είναι ελάχιστα κείμενα από τα πάμπολλα των Πατέρων, δια των οποίων διδάσκουν, γιατί πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία, η διαφήμηση και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο «προαγωγή» από τους ορθοδόξους, της αιρέσεως και των αιρετικών, όταν αυτοί έχουν δώσει ή κατ’ εξακολούθηση δίνουν δείγματα ανειλικρίνειας και αμετανοησίας].

² ² ²


Κατ’ ἀρχάς, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Πατέρες, ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους. Στὴν Κ. Διαθήκη οἱ αἱρετικοί, ἢ οἱ ἀνεχόμενοι αὐτούς, ἀποκαλοῦνται ψευδοποιμένες καὶ λύκοι. Καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν σωτηρία πρῶτα τῶν πιστῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν αἱρετικῶν, ἀφ’ ἑνὸς χρησιμοποιοῦν βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς γιὰ τὴν αἵρεση καὶ τοὺς αἱρετικούς, ἀφ’ ἑτέρου ἐπισημαίνουν τὴν βαρειά εὐθύνη τῶν ποιμένων γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.


Οἱ αἱρετικοὶ «λκοι μν ον βαρες, ν πιφανείᾳ προβτων τ δολερν ποκρπτοντες, πανταχο τς οκουμνης τ Χριστο πομνιον διασπσιν. Ος φυλακτον μν γρηγορικο τινος ποιμνος πιστασίᾳ»[1].


Καὶ ὁ Θεοδώρητος γράφει γιὰ τὴ δολιότητα ποὺ κρύβουν καὶ τὴν ζημιὰ ποὺ κάνουν οἱ αἱρετικοί: Ἐννοεῖ τὸ κείμενο «τοὺς ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ψυχαῖς πολεμοῦντας αἱρετικοὺς καὶ ὑπούλως καὶ δολερῶς ὑποκλέπτειν πειρωμένους» αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμα στερεωθεῖ στὴν πίστη. «Οὗτοι γὰρ τῇ πιθανότητι τῶν λόγων καὶ ταῖς τῶν συλλογισμῶν παγίσι τε καὶ πλοκαῖς, τοὺς ἁπλούστερον διακειμένους ἐξαπατῶντες λυμαίνονται ταῖς ἀμπέλοις. Διὰ τοῦτο παρακελεύεται τοῖς τὸ διδασκαλικὸν εἰληφόσι χάρισμα, ἀγρεύειν τούτους καὶ θηρεύειν τοῖς τῆς ἀληθείας ἐλέγχοις καὶ …τῆς τούτων βλάβης ἐλευθεροῦν...»[2].


Εἰδικὰ οἱ Ἐπίσκοποι ποὺ γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, παίρνουν μεγάλο κρίμα, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου: «Ἄλλη γρ μαρτα το πισκπου το πλανντος τν λαόν, κα λλο κρμα το κληρικο το δυναμνου μαθεν τν ρθδοξον πστιν· κα λλο πλιν το μ δυναμνου, κα λλο το ναθεματζοντος τν λθειαν κα ντιμαχομνου μν· κα λλο το ν γνσει σφαλλομνου, κα λλο το ν γνοίᾳ» [Μ. θανασίου, Πρς ντοχον ρχοντα, περ πλεστων κα ναγκαων ζητημτων» [Sp.]: v. 28, p.e 672, l. e 14-34)].


Ἔχουν, μάλιστα, συνειδητοποιήσει οἱ Ἅγιοι, ὅτι μπορεῖ νὰ παρεξηγηθοῦν γιὰ τὶς ἐκφράσεις τους αὐτές, ἀλλ’ ὅμως τὶς χρησιμοποιοῦν, γιατὶ οἱ καλοὶ καὶ εὐγενικοὶ λόγοι καὶ οἱ φιλίες μὲ τοὺς αἱρετικοὺς κρύβουν τὸν μέγιστο κίνδυνο νὰ χαλαρώσουν τὴν προσοχὴ τῶν πιστῶν καὶ νὰ πέσουν στὴν παγίδα τῶν αἱρετικῶν, κάτι ποὺ θὰ στοιχίσει τὴν σωτηρία τους. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ πολέμησε μὲ τὸ γνωστὸ σύγγραμμά του ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του, εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος. Γράφει λοιπὸν σὲ ἕνα σημεῖο, δικαιολογούμενος γιὰ τὴν αὐστηρότητα ἢ καὶ σκληρότητα τῶν ἐκφράσεων:


«…κα τι παρακλθητε συγγνναι μν, ε που εροιτε μς, κατοι γε μ ν θει ντας πισκπτειν τινς πισκωμματζειν, δι δ τν πρς τς αρσεις ζλον κα ες ποτροπν τν ντυγχανντων ε που παροξυνμενοι λξωμεν, πατενς τινας καλοντες γρτας θλους. ατ γρ νγκη πρς τος λγους το γνος παρασκευζει μν τν τοιοτον δρτα δι' ποτροπν τν ντυγχανντων κα πως δεξωμεν παντελς πηγορευμνας το μετρου φρονματος τς κενων ργασας κα μυστρια κα διδασκαλας, ν' π τν λγων κα τς ξτητος τς ντιλογας κα τ μτερον λευθριον ποδεξωμεν κα τινας π τν ατν κκλνωμεν κα δι τν δοκοντων βαρυτρων λγων» (Ἐπιφανίου, Πανάριον, v. 1, p. 156, l. 14-25).


Καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Μῦθοι γὰρ ὄντως καὶ ἀνθρώπινα σοφίσματα τῶν αἱρετικῶν τὰ προβλήματα, οὕστινας ἐκτρέπεσθαι βουλόμενος ἡμᾶς ὁ Παῦλος γράφει· “Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ” καὶ τὰ ἑξῆς. Ἄρχεται μὲν ἤδη τῆς κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἐπιδρομῆς· καθὸ ἐκεῖνοι, τὴν ἀλήθειαν οὐκ ἔχοντες, ποικίλοις λόγοις ἀναγκάζονται περιπλάττειν τὸ ψεῦδος»[3].


Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πάλι, ἐρωτᾶ: «Τί λέγεις;». Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωροῦνται ψευδαπόστολοι ἀκόμα καὶ «οἱ Χριστὸν κηρύττοντες, οἱ χρήματα μὴ λαμβάνοντες;». Καὶ ἀπαντᾶ: «Ναί· καὶ δι' αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο μάλιστα, ὅτι ταῦτα ὑποκρίνονται πάντα, ἵνα ἀπατήσωσιν. Ἐργάται δόλιοι. Ἐργάζονται μὲν γάρ, ἀλλ' ἀνασπῶσι τὰ πεφυτευμένα. Ἐπειδὴ γὰρ ἴσασιν, ὅτι ἑτέρως οὐκ ἂν γένοιντο εὐπαράδεκτοι, τὸ προσωπεῖον λαβόντες τῆς ἀληθείας, οὕτω τὸ δρᾶμα τῆς πλάνης ὑποκρίνονται. Καὶ μέντοι χρήματα, φησίν, οὐ λαμβάνουσιν. Ἵνα πλείονα λάβωσιν, ἵνα ψυχὴν ἀπολέσωσι. Μᾶλλον δὲ καὶ τοῦτο ψεῦδος· καὶ ἐλάμβανον, ἀλλ' ἐλάνθανον· καὶ τοῦτο δείκνυσιν ἐν τοῖς ἐπιοῦσι»[4].


Καὶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει ὅτι ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ ἐπικοινωνία μὲ αἱρετικούς· ἀπαγορεύεται ἀκόμα καὶ να συντρώγομαι μαζί τους: «…πως φεγ τν αρεσιν, γουν τος αρετικος, το μτε κοινωνεν ατος· …τι μγισται πειλα κενται παρ τν γων κφωνηθεσαι τος συγκαταβανουσιν ατος μχρι κα στισεως»[5].


Ὁ αὐτὸς ἅγιος ἐπίσης, λέγει πὼς οἱ Διάλογοι μὲ τοὺς ἑτερόδοξους ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴν ἐντολή («αἱρετικόν ἄνθρωπον …παραιτοῦ»), ἐκτὸς ἂν ὁ λόγος μας ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ τοὺς νουθετήσει: «Πρῶτον μὲν τὸ τοὺς ἐναντιουμένους ἡμῖν χρονίως τε καὶ συνοδικῶς πεπαγιῶσθαι ταῖς οἰκείαις δόξαις, ἡμᾶς δὲ ἀποστολικῶς τε καὶ πατρικῶς κεκωλῦσθαι συνᾶραι μετὰ τῶν οὕτω κεκρατημένων τὸν περὶ πίστεως λόγον»[6]. Καί· «Πρός τε τὸ συνᾶραι λόγον ἀντιρρητικὸν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων, ἐναντιούμενον τῇ ἀποστολικῇ παραγγελίᾳ, οὐ καθῆκον, εἰ μή τι πρὸς νουθεσίαν μόνον»[7].


Ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶναι ἀναλυτικότερος καὶ αὐστηρότερος: μὲ τὴν αἵρεση, λέγει, βλασφημεῖται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καταδικάζει τὴν αἵρεση καὶ κατέστησε ἀκοινώνητους τοὺς αἱρετικούς. Καὶ ἀφοῦ –ἐρωτᾶ– ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς κατακρίνει τὴν αἵρεση, ποιός ἄνθρωπος θὰ τολμήσει νὰ τὴν ἀναγνωρίσει ἀποδεχόμενος καὶ ἐπικοινωνῶν (καὶ ἐπαινῶν) τοὺς αἱρετικούς; Ἄρα λοιπόν, δὲν εἶναι «χριστομάχος» ὅποιος ἐπικοινωνεῖ μαζί τους, ὡς μὲ οἰκείους τῆς πίστεως; «Οὐ γὰρ ἄλλος ἀλλ' αὐτὸς ὁ βλασφημούμενος παρ' αὐτῶν Κύριος κατέκρινε τὴν κατ' αὐτοῦ συστᾶσαν αἵρεσιν… ἣν γὰρ ὁ Κύριος κατέκρινε, τίς ἀποδέξεται; καὶ ἣν ἀκοινώνητον αὐτὸς πεποίηκε, πῶς ὁ προσλαμβανόμενος οὐ μεγάλως ἀσεβεῖ καὶ φανερῶς ἐστι χριστομάχος;»[8].


Ἐξηγοῦν οἱ Πατέρες: «"Αἱρετικόν" γάρ φησιν "ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ·… δεῖ τοίνυν τοὺς ἀδιορθώτως ἔχοντας ἐκτρέπεσθαι»[9], γιατὶ «εσ πανοργοι τν γνμην κα ποικλοι τν τρπον, ς κα παγγελίᾳ προστασας κα δσει χρημτων πιχειρεν πατν, να …κν κ τοτων δξωσι φαντασαν τιν τος κεραοις μποιεν. καινς αρσεως λον νδυσαμνης τν διβολον ν σεβείᾳ κα πρξει» (Μ. θανασίου, Πρς πανταχο μοναχος περ τν γεγενημνων παρ τν ρειανν π Κωνσταντου: c. 3, s. 3, l. 1).


Κάθε αἵρεση εἶναι «δόλιος καὶ πανοῦργος», «πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου», ἔτσι καὶ «ἡ μία τῶν αἱρέσεων ἡ ἐσχάτη»[10], ἐπειδὴ κατενόησε (κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο), ὅτι εὐχερῶς ἀποκαλύπτονται οἱ πλάνες της, «ὑποκρίνεται περιβαλλομένη τὰς τῶν Γραφῶν λέξεις, ὡς ὁ πατὴρ αὐτῆς ὁ διάβολος». Καὶ ἀγωνίζεται μὲ συντονισμένες προσπάθειες (χωρὶς ὅμως νὰ ἀπαρνηθεῖ τὶς πλάνες της), ἀγωνίζεται «πάλιν εἰσελθεῖν εἰς τὸν παράδεισον τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα, πλάσασα ἑαυτὴν ὡς Χριστιανήν, ἀπατήσῃ» μερικούς, ὥστε νὰ σκέπτονται ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ («κατ Χριστο φρονεν»). Καὶ ἤδη παρέσυρε μερικοὺς ἀνοήτους («καί γε πλνησε τν φρνων δη τινάς»), ὥστε τὴν «βδελυκτὴν αἵρεσιν λέγειν καλήν»[11]. Ὅμως, «ὅσοι ἐμπλέκονται καὶ ἀκολουθοῦν τὴν αἵρεση χάνονται»[12]. Αὐτὸ τὸ γνωρίζουν στὸ Βατικανό, ἀλλὰ «ὡς πανοῦργοι κρύπτουσι, μὴ θαρροῦντες ἐκλαλεῖν αὐτά, ἀλλ’ ἕτερα φθεγγόμενοι», λόγια δηλαδὴ παραπλανητικά. Διότι, ἐὰν ποῦν ξεκάθαρα τί πιστεύουν «καταγνωσθήσονται». Καὶ αὐτὰ ἔλεγε τότε ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιὰ τοὺς Ἀρειανούς. Σήμερα δυστυχῶς, οἱ δικοί μας οἰκουμενίζοντες ποιμένες, σχετικοποιοῦν καὶ κρύβουν τὸν κίνδυνο τῆς αἱρέσεως ἢ καὶ καλύπτουν τοὺς αἱρετικούς: «τοτον μν κρπτουσιν π τν μδιον τς ποκρσεως, τερα δ φθγγονται, κα προστασας φλων κα ...(ἀρχόντων) φβον παγγλλονται, ν' ο εσερχμενοι πρς ατος π τς ποκρσεως κα τς παγγελας μ βλπωσι τν τς αρσεως ρυπαραν»[13].


Οἱ προηγούμενοι ἡμῶν, ὅμως, ἐπίσκοποι ἔγραφαν κατὰ τῶν αἱρετικῶν, «ἵνα οἱ μὲν πόρρωθεν ὄντες αὐτῆς ἔτι φύγωσιν αὐτήν, οἱ δ' ἀπατηθέντες ἀπ' αὐτῆς μεταγνῶσι, καὶ ἠνεῳγμένοις τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς καρδίας νοήσωσιν, ὅτι, ὥσπερ τὸ σκότος οὐκ ἔστι φῶς, οὐδὲ τὸ ψεῦδος ἀλήθεια, οὕτως οὐδὲ ἡ …αἵρεσίς ἐστι καλή. Ἀλλὰ καὶ οἱ τούτους καλοῦντες Χριστιανοὺς πολὺ καὶ λίαν πλανῶνται»[14]. Πῶς ἄραγε, μποροῦν νὰ ὀνομάζονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας «οἱ τὴν ἀποστολικὴν ἀποτιναξάμενοι πίστιν καὶ καινῶν ἐφευρέται γενόμενοι»[15].


Καὶ ἐπειδή, συνεχίζει, «τινὲς τν λεγομνων Χριστιανν, γνοοντες, ποκρινμενοι, καθπερ ερηται πρσθεν, διφορον πρς τν λθειαν γονται τν αρεσιν», καὶ θεωροῦν ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας «τος τατα φρονοντας», ἐμπρός, ἂς ξεσκεπάσουμε αὐτούς, «ποκαλψωμεν τν πανουργαν τς αρσεως», μήπως ἔτσι κάποιοι ἀντιληφθοῦν τὴν πλάνη καὶ «φγωσιν π' ατς ς π προσπου φεως»[16].


Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διδάσκει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποστρεφόμαστε τοὺς αἱρετικούς, ὡς ἀλλοτρίους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας: «Τοὺς οὖν» ὀρθοδόξως «φρονοῦντας καὶ διδάσκοντας ἔχε κοινωνικούς, ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς· τοὺς δὲ ἑτέρως ἔχοντας ἀποστρέφου καὶ ἀλλοτρίους ἡγοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας»[17].


Καὶ ὅπως λέγει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις γιὰ τὸν αἱρετικό: «Τὸν τοιοῦτον, ἀφ’ οὗ τοιουτοτρόπως ἐξέστραπται, καὶ ἀνιάτως οὕτως ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος, ...ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸν ἀποστρεφόμεθα· καὶ τοῦτο διὰ δύο αἰτίας: πρῶτον, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν εἰς αὐτὸν εὐκολίαν μὲ τὴν ἀδιάφορον καὶ ἀπαραφύλακτον συναναστροφὴν νὰ διαστρέφῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλούστερων, καὶ νὰ διαδίδῃ τὴν κακὴν ζύμην εἰς τὸ λοιπὸν εἰλικρινὲς φύραμα· καὶ δεύτερον, διὰ νὰ τόν... συστείλωμεν μὲ τὴν τοιαύτην ἀποστροφήν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ γένη ἐπιστροφῆς ἀφορμὴ καὶ ἀνανήψεως, γίνεται δὲ πάντως (ἂν ἐκεῖνο δὲν ἀκολουθήση) μία ποινὴ πρὸς αὐτὸν τῆς ἀποστασίας δικαία καὶ πρέπουσα»[18].


Καί: «Προδοσία οὖν ἐστι τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ κοινοῦ καὶ ἐθισμὸς πρὸς ἀδιαφορίαν κακῶν, ἡ πρὸς τοὺς πονηρευομένους ἐσχηματισμένη χρηστότης, …ὅτι Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Τοὺς δὲ ἁμαρτάνοντας, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε· καὶ τὴν αἰτίαν εὐθὺς ἐπάγει, λέγων· Ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι»[19].


Καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ διδάσκαλοι τῆς ἐκκλησίας, ὅλες οἱ θεῖες γραφές, μᾶς προτρέπουν νὰ φεύγουμε τοὺς ἑτερόφρονες καὶ νὰ μὴ ἔχουμε κοινωνία μὲ αὐτούς»[20].


Οἱ αἱρετικοὶ γράφουν καὶ ξαναγράφουν τὰ ἴδια: «Δι τοτο γον ε γρφουσι, κα ε τ δια μεταποιοντες, …φανερν χουσι τν κακοφροσνην, ...λλοτε λλα γρφοντες, μνον να τος χρνους κερδνωσι, κα διαμενωσι χριστομχοι τος νθρπους πλανντες»[21]. Διότι τότε ἰδιαίτερα, ποὺ ραδιουργοῦν ἐναντίον μας, τότε κατ’ ἐξοχὴν ὑποκρίνονται ὅτι γράφουν περὶ τῆς πίστεως, γιὰ νὰ ἔχουν ἄλλοθι, καὶ ἔτσι «ποκτενωσι τος ες Χριστν εσεβοντας» καὶ προσπαθοῦν νὰ πείσουν, πὼς ὅ,τι κάνουν, γίνεται γιὰ χάρη τῆς πίστεως, γιὰ νὰ ἀποσείσουν ἀπὸ πάνω τους τὴν κατηγορία, ὅτι στὶς πράξεις αὐτὲς τοὺς ὁδηγοῦν τὰ αἱρετικά τους φρονήματα[22].


Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καθάπερ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ποιοῦσιν... Παρὰ μὲν γὰρ τὴν ἀρχὴν συσκιάζουσιν ἑαυτούς· ἐπειδὰν δὲ πολλὴν λάβωσι τὴν παρρησίαν καὶ λόγου τις αὐτοῖς μεταδῷ, τότε τὸν ἰὸν ἐκχέουσι»[23].


Οἱ αἱρετικοὶ «δι τν προσοσαν ατος δειντητα κα τς γραφς πειρνται πρς τ αυτν θελματα λκειν κκεθεν πατν τος πλουστρους· α γρ γραφα οκασι τος βοηθμασι τος ατρικος, τινα καλς μν σκευαζμενα θεραπεει, φαλως δ τχνως διδμενα φονεει»[24].


Γράφει ὁ Ἅγιος: «Παραιτοῦ συγκάθισμα ἀνδρῶν αἱρετικῶν καὶ φιληδόνων λαλούντων μηδὲν πιστόν· δίκην γὰρ τοξευμάτων τιτρώσκουσι τὰς καρδίας οἱ λόγοι αὐτῶν. Εἶδόν τινας διαστρέφοντας τὰς ψυχὰς ἐν λόγοις[25]... Καὶ ὁ μὲν περὶ πίστεως νοσῶν λέγει· τί γὰρ βλάψει τὸ συμπεριφέρεσθαι παντὶ ἀνθρώπῳ, εἴτε ὀρθῶς πιστεύοντι, εἴτε κακῶς φρονοῦντι, τὸ ὑγιὲς τῆς πίστεως περιοδεύοντες; Οἱ δὲ περὶ τὴν γαστέρα ἀνασχολούμενοι καὶ περὶ τὰς ὑπογαστρίους ἡδονὰς ἐροῦσι· τί γὰρ βλάψει τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν καὶ τρυφᾶν»[26].


Ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μὲ καλοὺς ἢ κακοὺς ἀνθρώπους μᾶς ἐπηρεάζει ἀναλόγως, εἶναι κοινὸς τόπος. Γι’ αὐτὴ τὴν καλὴ ἢ κακὴ ἐπίδραση μιλᾶ καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος: «Χρναι δ φημι τος δραον χειν θλοντας φρνημα κα τς ρθς πστεως τν παρδοσιν καθπερ τιν μαργαρτην τηροντας ες νον μηδεμαν διδναι παρεσδυσιν γουν παρρησας τπον τος θλουσι δεισιδαιμονεν· γγραπται γρ· “Μετ σου σιος σ, κα μετ νδρς θου θος σ, κα μετ κλεκτο κλεκτς σ, κα μετ στρεβλο διαστρψεις”»[27].


«Τοὺς μετανοοῦντας προσδέχεσθε, τοῦτο γὰρ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ· …τοὺς ἀθέους αἱρεσιώτας ἀμετανοήτως ἔχοντας διαστείλαντες ἀφορίσατε ἀπὸ τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐκκηρύκτους ποιήσατε, καὶ παραγγείλατε τοῖς πιστοῖς παντοίως αὐτῶν ἀπέχεσθαι καὶ μήτε λόγῳ μήτε προσευχαῖς κοινωνεῖν αὐτοῖς… Καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς, τοὺς ἀνιάτως ἔχοντας ἐξεβάλομεν τῆς ποίμνης, ἵνα μὴ ψωραλέας νόσου μεταδῶσιν καὶ τοῖς ὑγιαίνουσιν…» (Διαταγαὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διὰ Κλήμεντος).


Ἐὰν ἐμεῖς «σιωπήσωμεν μὴ ἀντιπαρατιθέντες αὐτοῖς τὰ ἀληθῆ καὶ ὑγιῆ δόγματα», τότε αὐτοὶ «ἐπικρατήσουσι τῶν λίχνων[28] ψυχῶν, ἀπορίᾳ τροφῆς σωτηρίου» καὶ θὰ στραφοῦν πρὸς τὰ ἀπαγορευμένα καὶ «ἀκάθαρτα βρώματα». Γιαὐτὸ θεωρῶσυνεχίζειὅτι εἶναι ἀναγκαῖο, γιὰ ὅποιον μπορεῖ νὰ ἐκφέρει τὸν ἀκριβῆ ὀρθόδοξο λόγο καὶ νὰ ἐλέγχει τὴν αἵρεση, νὰ ἀντιστέκεται «κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀναπλασμάτων[29].


«Ἐπειδὴ δὲ κρύπτουσιν αὐτοὶ καὶ φοβοῦνται λέγειν, ἀναγκαῖον ἡμᾶς ἀποδῦσαι τὸ κάλυμμα τῆς ἀσεβείας καὶ δειγματίσαι τὴν αἵρεσιν, εἰδότας ἃ τότε οἱ περὶ Ἄρειον ἔλεγον, καὶ πῶς ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ καθῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ κλήρου· συγγνώμην μέντοι πρότερον αἰτησαμένους, ἐφ' οἷς μέλλομεν προφέρειν ρυπαροῖς ρήμασιν· ὅτι μὴ φρονοῦντες (τὰ τῶν αἱρετικῶν), ἀλλὰ ἐλέγχοντες τοὺς αἱρετικοὺς, λέγομεν ταῦτα»[30].


Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐπισημαίνει, ὅτι ἔχουμε καθῆκον νὰ κάνουμε τὸν ἔλεγχο τῶν αἱρετικῶν –ἀκόμα καὶ ὅταν δὲν τὸν ἀποδέχονται–, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος εἶναι μιὰ κίνηση εὐεργετικὴ γιὰ τοὺς ἑτερόδοξους καὶ τοὺς ὁμόδοξους ὑποστηρικτὲς τους∙ ὁ φόβος τοῦ ἐλέγχου περιορίζει τὴν περαιτέρω ἔκπτωσή τους σὲ μεγαλύτερο βάθος κακοδοξίας: «Πρὸς ἃ καὶ φανερῶς τὸ Λατίνων γένος ἐκπεπτώκασιν ἄν, εἰ μὴ παρ᾿ ἡμῶν ἀντιλεγόντων τῇ καινοφωνίᾳ τοῦ δόγματος τῆς κακοδοξίας τὸ πλεῖστον περιῃρεῖτο. Καὶ γὰρ ἐπὶ τοσοῦτον ἔστιν ὅτε συστέλλονται ὡς καὶ διανοίας ἡμῖν εἶναι τῆς αὐτῆς λέγειν, διαφωνοῦντας τοῖς ρήμασι, σφῶν αὐτῶν ὑπ᾿ ἀπορίας καταψευδόμενοι»[31].


«Ἡμεῖς δὲ οὐ μόνον οὐ μισοῦμεν τοὺς παραβάτας, ἀλλὰ καὶ ὡς φίλους ἀσπαζόμεθα, δέον τοῖς τοιούτοις μηδὲ τὸ χαίρειν λέγειν· Οὐκ ἔστι γὰρ εἰρήνη τοῖς ἀσεβέσι, λέγει Κύριος· καὶ μετ' αὐτῶν ἐσθίομεν καὶ πίνομεν, ὧν καὶ τὴν ἀπάντησιν ἀποφεύγειν ὀφείλομεν… Μιμησώμεθα οὖν καὶ ἡμεῖς τὸν προφήτην…, ἵνα μὴ διὰ τῆς ἀδιαφόρου ἡμῶν κοινωνίας πρὸς αὐτοὺς συνεργοὶ τῆς παραβάσεως αὐτῶν εὑρεθῶμεν»[32].


«Πρς μόνον τ καθοτιον αρετικος συνάρασθαι ες σύστασιν τς φρενοβλαβος ατν δόξης, σκληρος παντελς εναι μς κα μειλήκτους βούλομαί τε κα εχομαι. Μισανθρωπίαν γρ ρίζομαι γωγε κα γάπης θείας χωρισμν τ τ πλάν πειρσθαι διδόναι σχν ες περισσοτέραν τν ατ προκατειλημμένων φθοράν”»[33].


Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει, πὼς ὅποιος δὲν δεχθεῖ πρόθυμα τὸν λόγον τοῦ Κυρίου θὰ κατακριθεῖ. Καὶ ὁ κήρυκας τοῦ θείου λόγου (ἐφ’ ὅσον δὲν γίνει δεκτός) νὰ ὑποχωρεῖ καὶ νὰ μὴ παραμένει ἀνοίγοντας διάλογο καὶ φιλονικώντας μὲ αὐτὸν ποὺ ἀρνεῖται τὸν θεῖον λόγον· ὅταν δὲ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τοὺς ἀρνουμένους τὸ κήρυγμα, νὰ μὴ δέχεται καμιὰ διευκόλυνση ἀπ’ αὐτούς, οὔτε ἀκόμη γιὰ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρηση καὶ ξεκούρασή του. Παραθέτει δὲ κάποια εὐαγγελικὰ κείμενα ποὺ στηρίζουν τὶς θέσεις αὐτές, ὅπως καὶ τὸ γνωστὸ τοῦ ἀπ. Παύλου: “Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς, ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, καὶ ἁμαρτάνει, ὢν αὐτοκατάκριτος”. Καταλήγει δὲ μὲ τὴν συμβουλή: “φυλάσσειν δεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῶν τοῦ Κυρίου ρημάτων” μὲ κάθε τρόπο καὶ νὰ μὴ παρεκκλίνουμε σὲ τίποτα[34].


«τς ρν ατος δι μακρν κτενοντας αυτν τν τε τς πστεως σνθεσιν κα τν πολογαν περ ν γκαλονται οχ ρ τοτους καταγινσκοντας αυτν κα πολλ γρφοντας πτηδες, να δξωσι δι τς καρου φιλοτιμας κα τς τοσατης πολυλογας φαρπζειν τος κεραους κα λανθνειν οοι τν αρεσιν τυγχνουσιν ντες; ...»[35].


Καὶ ὅλες αὐτὲς τὶς γνῶμες τῶν Πατέρων συγκεφαλαιώνει ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος: «ἀλλ' εἰδέναι κατὰ τὴν εὐαγγελικήν τε καὶ ἀποστολικὴν ὑφήγησιν ὅτι αἱρετικὸν ἄνδρα μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτεῖσθαι χρὴ καὶ ὅτι χαίρειν οὐ δεῖ τῷ τοιούτῳ λέγειν· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς…∙ ἐν ἴσῳ γάρ, ὥς φησιν ἡ θεία γραφή, μισητὰ τῷ Θεῷ καὶ ὁ ἀσεβῶν καὶ ἡ ἀσέβεια αὐτοῦ»[36].

Γιὰ τὴν ἀντίστροφη ἀντιγραφή

Παναγιώτης Σημάτης

Yποσημειωσεις:



[1] Μ. Βασιλείου,πιστολές τ κκλησί Νεοκαισαρείας, TLG ep. 28, s. 2, l. 37- 42.

[2] Θεοδωρήτου Κύρου, ἑρμην. Εἰς τὸ ᾆσμα τῶν ᾀσμάτων, TLG v. 81, p. 109, l. 2.

[3] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εἰς τὰς Πράξεις καὶ τὶς Ἐπιστολές , TLG v. 74, p. 1017, l. 15.

[4] Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς πρὸς Κορινθίους Β, ὁμιλ. α΄, TLG PG 61, 563.

[5] Θ. Στουδίτου, πιστολαί, Θεοφλ γουμν, ἐπιστ. 39, TLG l. 52-56.

[6] Θ. Στουδίτου, πιστολαί, Μιχαλ κα Θεοφλ βασιλεσιν. P.G. 99, 1332Α.

[7] Θ. Στουδίτου, πιστολαί, Ἐπιστολὴ ἐκ προσώπου πάντων τῶν ἡγουμένων πρὸς Μιχαὴλ βασιλέα, P.G. 99, 1332Α.

[8] Μ. θανασίου, πιστολαί, Σεραπωνι δελφ κα συλλειτουργ ν κυρίῳ χαρειν, TLG c. 4, s. 3, l. 2-9.

[9] Συλλογ τν ες τν πρς Τιμόθεον Α΄ πιστολν Παύλου ξηγητικν κλογν, Τόμ. Α΄ (e cod. Paris. Coislin. 204) p. 46, l. 33.

[10] Ἐσχάτη αἵρεση ἦταν τότε ὁ Ἀρειανισμός. Σήμερα ὅμως, ὅπως τοῦτο ἐπὶ λέξει διατυπώνεται στὴ Συνοδικ γκύκλιος το 1848 «ἐσχάτη καὶ μεγάλη αἵρεση» εἶναι ὁ Παπισμός.

[11] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, λόγ. α΄, Πατερικαὶ Ἐκδ. “ΓΡ. Ο ΠΑΛΑΜΑΣ”, ΕΡΓΑ 2, σελ. 28-30.

[12] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, ὅπ. παρ., σελ. 54.

[13] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ.

[14] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ., σελ. 30.

[15] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ., σελ. 36.

[16] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ., σελ. 46.

[17] Γρηγορίου Θεολόγου, Πρς Κληδνιον πρεσβτερον, πιστ. β΄, TLG s. 3, l. 3-4.

[18] Βουλγάρεως Εὐγενίου, Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σελ. 43-44.

[19] Μ. Βασιλείου, Κεφαλ. τῶν κατὰ Πλάτος Ὅρων, Ἐρώτ. κηʹ, TLG v. 31, p. 988, l. 40-p. 989, l. 16.

[20] P.G. 160, 1097AB, 105C.

[21] Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου…, Πατερικαὶ Ἐκδ. “ΓΡ. Ο ΠΑΛΑΜΑΣ”, ΕΡΓΑ 2, κεφ. 6, σ. 36-38.

[22] «Ττε γάρ, ταν πιβουλεσωσι, μλιστα προσποιονται περ πστεως γρφειν, να, ς Πιλτος νψατο τς χερας, οτω κα οτοι δρκοντες ποκτενωσι τος ες Χριστν εσεβοντας· κα να, ς περ πστεως ρζοντες δξωσιν, ς πολλκις επον, φεγειν τ τς τεροδοξας γκλημα»: Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ.

[23] Χρυσόστομου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλία Αʹ, PG 58, 477.

[24] Ἀμφιλοχίου, Contra haereticos, TLG l. 8.

[25] Καὶ ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «Βλαβερα α πρς τος κακος συνουσαι… Φεγε τς μιμσεις τν κατεγνωσμνων. Ρον κακας μεταλαβεν, ρετς μεταδοναι· πε κα νσου μετασχεν μλλον γεαν χαρσασθαι» (Δαμασκηνο ω., Ες τ ερ παράλληλα, Τίτλ. ιζʹ, P.G. 96, 353C).

[26] Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περ ρετς κεφλαια δκα, κεφ. ηʹ, Πρλογος.

[27] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Contra Julianum (lib. 1-2), TLG Book prol, s. 4, l. 9.

[28] Λίχνος=αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη ἐπιθυμία γιὰ ἐκλεκτές τροφές, ὁ λαίμαργος.

[29] Ὠριγένους, Φιλοκαλία, TLG c. 5, s. 7, l. 7-18.

[30] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, ὅπ. παρ., κεφ. 11, σελ. 50.

[31] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοὶ δύο περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος α΄, σελ 70.

[32] Χρυσοστόμου ωάννου, Εἰς τὸν 100ο Ψαλμό, [Sp.], TLG v. 55, pg 633, ln 15.

[33] Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, εἰς Πόποβιτς Ἰουστίνου, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός σελ. 228.

[34] Μ. Βασιλείου, Ἠθικά, Ὅρος λεʹ.

[35] Μ. θανασίου, πιστολ περ τν γενομνων ν τ ριμν τς ταλας κα ν Σελευκείᾳ τς σαυρας συνδων, TLG c. 32, s. 1, l. 1 - s. 4, l. 6.

[36] Concilia Oecumenica (ACO): Synodus Constantinopolitana et Hierosolymitana anno 536: t. 3, p. 111, l. 20-l. 28.