Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009










ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ


του αρχιμανδρίτου Ευθύμιου Τρικαμηνά

Μέσα στη δυσχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας οι άγιοι αποτελούν από ανθρωπίνης πλευράς το πιο λαμπρό και ένδοξο μέρος της. Οι άγιοι είναι η ωραιότερη προσφορά και η καθαρώτερη θυσία της Εκκλησίας προς το Θεό. Είναι οι διαχρονικοί οδοδείκτες δια τούς χριστιανούς και η ακριβής στάθμη, η οποία δεν επιδέχεται το ολιγότερο ή το περισσότερο. Είναι επί πλέον οι προστάτες μας και οι μεσίτες δια τα ιδικά μας λάθη στον θρόνο του Θεού. Είναι τέλος οι στύλοι της αληθείας και τα απόρθητα κάστρα τα οποία ο εχθρός δεν ημπόρεσε να κυριεύση. Οι άγιοι είναι οι θεωμένοι άνθρωποι, οι επίγειοι άγγελοι, οι ουρανοβάμονες, οι τα πάντα θυσιάσαντες διά τον Θεό και ως εκ τούτου τα αληθινά πρότυπά μας.
Αυτά όλα είναι αληθινά και πέρα από κάθε αμφισβήτησι.

Στην εποχή μας όμως, η οποία χαρακτηρίζεται ως η εποχή της αμφισβητήσεως των πάντων στο πρόσωπο του Χρυσοστόμου Καλαφάτη Μητροπολίτου Σμύρνης αμφισβητήθηκε και προσεβλήθη το ιερώτερο μερος της Εκκλησίας μας, δηλαδή το αγιολόγιό της. Και όχι μόνο αυτό το οποίο είναι φοβερό και αδιανόητο ως προς τις συνέπειές του, αλλά επί πλέον έγινε συστηματική προσπάθεια από τους Επισκόπους να εξαπατηθή ο λαός και να αποδεχθή ένα Μασόνο και αιρεσιάρχη ως άγιο. Δηλαδή του επαρουσίασαν τον κόρακα ως περιστέρι και τον χαμαιλέοντα ως υψιπέτη αετό. Και τον έβαλαν να τον προσκυνήση, διότι συνήθισε ο λαός μας όπου βλέπει φωτοστέφανο και εικόνα να βάζη μετάνοια και να σταυροκοπιέται. Έτσι λοιπόν την τιμή, η οποία θα ήρμοζε να αποδοθή διά μέσου των αγίων στον Θεό, ο οποίος ήτο η αιτία της αγιότητός τους, την απέδωσε αφελώς διά μέσου του σκοτεινού κατά την πίστι και ραδιούργου Χρυσοστόμου Σμύρνης στον διάβολο, διότι ο διάβολος είναι η αιτία της πλάνης και πτώσεως των ανθρώπων. Και τοιουτοτρόπως κατά το αγιογραφικό εστάθη το βδέλυγμα της ερημώσεως εν τόπῳ αγίῳ και απεδείχθη ότι η Εκκλησία χειραφετείται φανερά από τους Μασόνους, οι οποίοι πλέον διακηρύσσουν απροκάλυπτα ότι έχουν τον τέκτονα άγιό τους και επί πλέον ότι δεν θα ηδύνατο ο Χρυσόστομος Σμύρνης να φθάση στην αγιότητα αν δεν ήτο τέκτονας. Αυτά εγράφησαν σε μασονικά περιοδικά και έχουν διακηρυχθή απο αξιωματούχους Μασόνους, χωρίς βεβαίως να θιγούν οι αγιοποιήσαντες αυτόν Επίσκοποι.
Είναι όμως άξιον απορίας το εξής. Διατί οι αγιοποιήσαντες τον Χρυσόστομο Σμύρνης Επίσκοποι, οι οποίοι σήμερα διαλέγονται με τους αιρετικούς και τους αλλοθρήσκους, δεν δέχονται όχι συζήτησι, αλλά ούτε κουβέντα για την μασονική αυτή αγιοποίησι; Διατί κατεσκεύασαν έναν «άγιο» και τον άφησαν μετά απροστάτευτο στις επικρίσεις του λαού, εις τρόπον ώστε να δίδουν την εντύπωσι ότι πλέον οι αγιοποιήσεις δεν γίνονται με αγιοπνευματικά κριτήρια, αλλά με παπικά και μασονικά; Διατί δεν απαντούν σε όσα τους καταμαρτυρούμε σχετικά με την εν λόγῳ αγιοποίησι, αλλά αντιμετωπίζουν το εκκλησιαστικό πρόβλημα το οποιο οι ίδιοι εδημιούργησαν με κυνική αδιαφορία; Διατί τέλος πάντων να φαίνεται σήμερα ότι αυτοί ετίμησαν ιδιαιτέρως ένα εθνομάρτυρα με το να του φορέσουν φωτοστέφανο και απεναντίας εμείς ότι πολεμούμε την μνήμη ενός νεκρού; Τί σχέσι έχουν οι πατριωτικοί αγώνες με την αγιότητα και γιατί επιτέλους, αν έχουν έτσι τα πράγματα και πιστεύουν ότι το οιοδήποτε μαρτύριο δημιουργεί αγίους, δεν αγιοποιούν και τους άλλους εθνομάρτυρες, οι οποίοι αν μη τι άλλο είχαν πιο ορθόδοξο φρόνημα από τον Χρυσόστομο Σμύρνης; Ποιό άλλο παρόμοιο φαινόμενο έχουμε στην εκκλησιαστική ιστορία, αγιοποιήσεως δηλαδή κάποιου ο οποίος διακρίθηκε μόνο για τους πατριωτικούς αγώνες ενώ διά τους θρησκευτικούς ήτο πάντοτε και μονίμως απών;

Αν για όλες αυτές τις ερωτήσεις και για τόσες άλλες οι οποίες υπάρχουν, υπήρχαν απαντήσεις σίγουρα οι αγιοποιήσαντες τον Χρυσόστομο Σμύρνης Επίσκοποι θα τις είχαν δώσει. Ένα πάντως είναι βέβαιο, ότι δηλαδή η συμμετοχή του Αγ. Πνεύματος στην εν λόγῳ αγιοποίησι είναι η ίδια με τη συμμετοχή Του και στην εκλογή των αγιοποιησάντων τον Χρυσόστομο Σμύρνης Επισκόπων. Οπότε ο άγιος που εδημιούργησαν είναι ακριβώς στα μέτρα τους, τα οποία είναι αιρετικά, μασονικά και νεοεποχίτικα.
Είναι καλό όμως, προκεμένου να μη φανούμε στα μάτια κάποιου που δεν γνωρίζει τα εκκλησιαστικά πράγματα και την παράδοσι της Εκκλησίας φανατικοί και εμπαθείς, να στηρίξουμε τις θέσεις μας, ώστε ο κάθε καλοπροαίρετος Ορθόδοξος να ενημερωθή και να τοποθετηθή αναλόγως. Διότι είναι αλήθεια ότι αν όλοι οι Ορθόδοξοι γνωρίζαμε την Παράδοσί μας και τις υποχρεώσεις μας μέσα την Εκκλησία, δεν θα τολμούσαν οι Επίσκοποι, ούτε μασονικές αγιοποιήσεις να κάνουν, ούτε βεβαίως να οδηγούν την Εκκλησία στην Παπική υποταγή και την Ευρωπαϊκή εκκοσμίκευσι.

Ξεκινώντας λοιπόν από αυτόν καθ’ εαυτόν τον πατριωτισμό του Χρυσοστόμου Σμύρνης αναφέρουμε ότι όχι μόνο ήτο υπερβολικός και υπέρμετρος, αλλά επί πλέον τυφλός και εμπαθής. Από τα κείμενα των συγχρόνων του βιογράφων, τα οποία ήλθαν στο φως, βλέπομε ότι ο ίδιος αυτός ο τυφλός και εμπαθής (παθολογικός) πατριωτισμός του τον οδηγούσε στην υποτίμησι και περιφρόνησι των άλλων ανθρώπων. ΄Ετσι τον βλέπουμε π.χ. σε επιστολή του να αποκαλή κτήνη και κτηνανθρώπους τους Μουσουλμάνους Πομάκους του Αίμου, τους δε μεγάλους ισχυρούς της γης αρχηγούς των μεγάλων δυνάμεων να τους αποκαλή σωτήρες και δικαίους κριτές. Ο τυφλός και εμπαθής πατριωτισμός του τον οδήγησε να προσκυνά δουλικά και γλοιώδη τον κάθε ισχυρό της ημέρας, από τους πολιτικούς ηγέτες των μεγάλων κρατών μέχρι τους θρησκευτικούς, προκειμένου να τους προσεταιρισθή εις βοήθεια της πατρίδος. Ο ίδιος αυτός αχαλίνωτος και ανεξέλεγκτος πατριωτισμός του τον οδήγησε όχι μόνο στο να εμπιστεύεται και να στηρίζεται στα ψεύτικα λόγια και στις υποσχέσεις των ξένων, αλλά και να υποτάσσεται πλήρως σ’ αὐτούς και να βλέπη στα μέτωπά τους την σφραγίδα του Θεοῦ.

Αυτός ο πατριωτισμός τον οδήγησε στο να παρερμηνεύη το βιβλίο της αποκαλύψεως και να ταυτίζη τα κείμενά του με την απελευθέρωσι της Μ. Ασίας. Αυτός ο ξέφρενος και άρρωστος πατριωτισμός του τον οδήγησε στο να λησμονήση ότι ήτο θρησκευτικός και πνευματικός ηγέτης, στον οποίο η Εκκλησία εμπιστεύθηκε τη σωτηρία πολλών ψυχών και να ζη στην αυταπάτη ότι ήτο πολιτικός και στρατιωτικός αρχηγός, ο οποίος θα χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα, ακόμη και την θρησκευτική του ιδιότητα και την αρχιερωσύνη και την πίστι του και την ίδια την Εκκλησία προς τον σκοπό της πατρίδος. Έτσι τον βλέπουμε, σύμφωνα πάντα με τους βιογράφους του, όχι μόνο να οπλοφορή και μάλιστα σε καιρό είρηνης αλλά και να είναι άριστος στην σκοποβολή και μάλιστα άριστος και με τα δύο χέρια και επιπλέον να θέτη τον εαυτόν του πρότυπο δια τους υπολοίπους Έλληνες, προκειμένου να ελευθερωθούν από τους Τούρκους. Τον βλέπουμε να ηγείται και να καθοδηγή τα αντάρτικα σώματα στην Μακεδονία, να δημιουργή μόνος του αυτόχθονα στρατιωτικά τμήματα στην Μ. Ασία, να συνεργάζεται με τους πολιτικούς, να καταθέτη σχέδια διά την πορεία και εξέλιξι των στρατιωτικών επιχειρήσεων, να τους ελέγχη δριμύτατα διά λάθη των τα οποία κατά την γνώμη του δεν έπρεπε να γίνουν και το χειρότερο να εντάσσεται ο ίδιος στα πολιτικά κόμματα και σχήματα και να υπόσχεται άκρα και διά βίου υποταγή.

Το χειρότερο όμως από όλα είναι ότι ο τυφλός και νοσηρός πατριωτισμός του τον εμπόδισε να διακρίνη, ότι ως ποιμήν των λογικών προβάτων ώφειλε να τα προστατεύση απο την αγριότητα και θηριωδία των Τούρκων. Τον έκανε να τρέφη ψεύτικες ελπίδες και αυταπάτες ακόμη και την παραμονή της εισόδου των Τούρκων στη Σμύρνη. Αυτός ο τόσο οργανωτικός, ο τόσο δυναμικός και δραστήριος δεν έκανε την παραμικρή κίνησι, ώστε να μεταφερθή εγκαίρως ο λαός ο οποίος συνέρρεε στη Σμύρνη από όλα τα μέρη της Μ. Ασίας, μετά την κατάρρευσι του μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ, στα απέναντι ελεύθερα ελληνικά νησιά. Ακόμη και τις τελευταίες κρίσιμες ημέρες κατηνάλωνε τον χρόνο του με το να αποστέλη τηλεγραφήματα στους ισχυρούς και να ελπίζη στη βοήθειά τους και να επισκέπτεται τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων και να δέχεται από αυτούς ψεύτικες υποσχέσεις. Το πλέον όμως σημαντικό είναι ότι εγνώριζε πολύ καλά τι θα συνέβαινε όταν οι Τούρκοι κατελάμβαναν την Σμύρνη. Αυτό το είχε πληροφορηθή από τις καταλήψεις από τους Τούρκους των άλλων πόλεων της Μ. Ασίας και το είχε περιγράψει με πολύ παραστατικό τρόπο σε επιστολές του, όταν εκλιπαρούσε για βοήθεια. Και όμως δεν επέδειξε ούτε το ελάχιστον ενδιαφέρον διά την διάσωσι του ελληνικού πληθυσμού. Ήθελε να παραμείνουν οι Έλληνες εκεί προφανώς διά να μη χαθούν τα δικαιώματα και οι διεκδικήσεις και έτσι ενήργησε μέχρι τέλους σαν ψυχρός πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης και όχι σαν πατέρας, ο οποίος προσπαθεί να διασώση τα τέκνα του. Θα ημπορούσαμε να πούμε στο σημείο αυτό, ότι ο τυφλός και ξέφρενος πατριωτισμός του τον οδήγησε τρόπον τινά να βοηθήση τους Τούρκους στο να έχουν άφθονη λεία διά να ικανοποιήσουν τα πάσης φύσεως πάθη τους. Θα ηδυνάμεθα δε επιπλέον μετά βεβαιότητος να ισχυρισθούμε ότι ακόμη και η παρουσία του στη Σμύρνη μετά την κατάληψί της από τούς Τούρκους, συνετέλεσε ώστε αυτοί να εξαγριωθούν περισσότερο, βλέποντας εμπρός τους τον μεγαλύτερο εχθρό του έθνους τους και ως εκ τούτου να συμπεριφερθούν με μεγαλύτερη αγριότητα και στον υπόλοιπο λαό.

Όπως καταλαβαίνει κανείς όλα αυτά τα οποία αποτελούν μία μικρή περίληψι του πατριωτικού μένους του Χρυσοστόμου Σμύρνης, πολύ απέχουν από την αγιότητα στην οποία οι Επίσκοποι το έτος 1992 τον ανήγαγον. Διότι ο ξέφρενος και τυφλός πατριωτισμός οδηγεί όχι σε αγιότητα αλλά σε αγριότητα, σε συμβιβασμούς και αλλαγή πορείας από αυτά τα οποία διδάσκει ο Χριστός και το ευαγγέλιο. Αλλά θα συνεχίσωμε με ακόμη σημαντικώτερα θέματα, τα οποία άπτονται της πίστεως του Χρυσοστόμου Σμύρνης.

Η Ορθόδοξος πίστις στη θεωρητική και πρακτική της μορφή είναι το κριτήριο, το σημείο αναφοράς και η ειδοποιός διαφορά κάθε χριστιανού από τους αιρετικούς. Δεν είναι δυνατόν άνευ αυτής να ευαρεστήση κανείς το Θεό ο,τιδήποτε και αν κάνη, ακόμη και αν θυσιάση τη ζωή του και χύση τό αίμα του χάριν της πίστεώς του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ουδέποτε η Ορθοδοξία εδέχθη τους μάρτυρες των αιρετικών, ούτε απέδωσε οιαδήποτε τιμή σε όσους έσφαλλαν στα θέματα της πίστεως.

Η περίπτωσις του Χρυσοστόμου Σμύρνης αποτελεί πρόβλημα σε κάθε ερευνητή της ζωής του,όχι φυσικά άν ήταν Ορθόδοξος ή αιρετικός, αλλά άν πραγματικά επίστευε και πού επίστευε. Είναι τόσο συγκεγχυμένη και θολή η πίστις του, που δεν γνωρίζουμε αν ήταν χριστιανός, ειδωλολάτρης ή άθεος. Το μόνο που πάντοτε φαίνεται σ’ αυτόν είναι η απέραντη πίστις του και λατρεία προς την πατρίδα, την οποία είχε θεοποιήσει και χάριν της οποίας εθυσίαζε τα πάντα. Αυτο είναι η μεγαλύτερη ίσως πλάνη του, διότι απέδωσε κάπου αλλού αυτο το οποίο ανήκε και έπρεπε να αποδοθή στο Θεό, σύμφωνα με την πρώτη και μεγάλη εντολή «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου»(Μαρκ. 12,30). Ίσως αυτή η πλάνη να τον οδήγησε στις υπόλοιπες αιρέσεις, προκειμένου να προσεταιρισθή, χάριν της βοηθείας της πατρίδος, τους ισχυρούς της Ευρώπης και της Αμερικής.

Κατ’ αρχάς βλέπουμε να έχη ειδωλολατρικές και πανθεϊστικές αντιλήψεις και να εκφράζεται αναλόγως σε γραπτά κείμενά του. Ουδέποτε εχρησιμοποίει παραδείγματα και λόγια των αγίων πατέρων, αλλά μονίμως των αρχαίων Ελλήνων. Ουδέποτε ωμίλει δογματικά ή Ορθόδοξα, αλλά πάντοτε ανθρωπιστικά και άχρωμα. Ουδέποτε υπερασπίσθηκε την Ορθοδοξία ή την εθεώρησε ως την σωτήριον αλήθεια, αλλά πάντοτε την εξίσωνε με τις αιρέσεις και μάλιστα σε σημείο που νά προτείνη τους αιρετικούς ως παράδειγμα πρός μίμησι των Ορθοδόξων. Ουδέποτε εθεώρησε τους αιρετικούς ως εχθρούς και λύκους για το ποίμνιό του, αλλά απεναντίας τους προσεκάλει στους ναούς του να ομιλήσουν και να κατηχήσουν τους Ορθοδόξους.
Και για να γίνωμε πιο συγκεκριμένοι ως προς τις ειδωλολατρικές του αντιλήψεις, αναφέρουμε τις εκφράσεις του από λόγους και επιστολές του: «θείος Όμηρος», «ω Θεοί! », « η θεά νίκη», «ώ γή και Θεός»....Εκτός όμως όλων αυτών είχε ειδωλοποιήσει τον ίδιο τον άνθρωπο και σύμφωνα με τις αντιλήψεις της Ευρώπης και της Αμερικής τον είχε κάνει αυτοσκοπό. Δι’ αυτό προέτρεπε τους χριστιανούς να έχουν έρωτα στο χορό, στη γυμναστική, να έχουν λατρεία στα δάση και τα άνθη, να δημιουργούν ωραία και πλαστικά σώματα, να προσέχουν τη σωματική τους υγεία και βεβαίως να έχουν απόλυτο προσήλωσι στο αρχαίο Ελληνικό πνεύμα. Η θεοποίησις του ειδώλου «άνθρωπος» τον έκανε να διακηρύσση περί της ελεημοσύνης «Αυτη είναι η αληθής ελεημοσύνη και η αληθής φιλανθρωπία ην εις ουδένα άλλον χρεωστή ο άνθρωπος παρά μόνον εις εαυτόν». Ο ενθρονιστήριος λόγος του στην Σμύρνη είναι ένα μνημείο ειδωλολατρείας, το οποίο θα εζήλευαν οι αρχαίοι και νέοι δωδεκαθεϊστές.


Ως προς τις αιρέσεις και τους αιρετικούς ο Χρυσόστομος Σμύρνης δεν έβλεπε πουθενά πλάνη ή αίρεσι, αλλά όλους τους έβλεπε Ορθοδόξους. Είναι όντως πρωτοφανής και μοναδική η αντίληψίς του αυτή και δεν την συναντούμε ούτε στους πλέον ακραίους Οικουμενιστές. Επίστευε και διεκήρυσσε ότι οι Προτεστάντες έχουν έγκυρα μυστήρια, ότι είναι αληθινοί διάδοχοι των Αποστόλων, ότι στους Επισκόπους των έχει εμπιστευθή ο Χριστός το ποίμνιο, ότι οι Επίσκοποί των πρέπει να κάνουν ιεραποστολή και φυσικά όταν πεθάνουν πηγαίνουν στον Παράδεισο. Είναι ανάγκη να παραθέσωμε ένα – δύο δείγματα από επιστολές του Χρυσοστόμου Σμύρνης προς τους πάστορες των Προτεσταντών διά νά κατανοήσωμε το μέγεθος της διαστροφής καί πλάνης του:

«Eις το ζωηρόν τούτο ενδιαφέρον της Υμετέρας Σεβασμιότητος και πάσης της εν Χω Υμών Αδελφότητος, αποκρινόμεθα και ημείς οι ταπεινοί της Ανατολής Επίσκοποι μετά του αυτού και ίσου, αν μη και θερμοτέρου ενδιαφέροντος, διότι εν ταις Υμετέραις Εκκλησίαις του Νέου Κόσμου και ιδίως ταις Επισκοπιαναίς και Αγγλικανικαίς ημείς εμβλέπομεν αν όχι τον τύπον της ιδεώδους Εκκλησίας των πρώτων αποστολικών χρόνων, αλλά πάντως τον τύπον αγνής, απλής, απερίττου αρχεγόνου Χριστιανικής Εκκλησίας εν τη οποίᾳ η Χριστιανική πίστις και αλήθεια ορθοτομείται εις βαθμόν σχεδόν ειπειν τέλειον και τοιούτον, οποίος τας Επισκοπιανάς Εκκλησίας εξ όλων των προτεσταντικών Εκκλησιών πλησιάζει τελείως προς τας ημετέρας Αποστολικάς Ἐκκλησίας, ων αι διδασκαλίαι και αι παραδόσεις παρ’ όλην την χωρίζουσαν τας Υμετέρας Εκκλησίας απέραντον απόστασιν, τόπον και χρόνον συμπίπτουσι και συνταυτίζονται. »(Χρήστου Σολομωνίδη « ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ»σελ. 58).
«Εθαύμασα αληθώς τον ζήλον Υμών τον αποστολικόν, δι' ου, μετά των ευσεβεστάτων και οτρηρών συνεργατών Σας, μη φειδόμενοι κόπων και διαπερώντες μακρά πελάγη, περιήλθετε τας Εκκλησίας του Χριστού, ίνα κατηχήσητε και καλέσητε τας Εκκλησίας του Χριστού προς στενωτέραν επικοινωνίαν των απανταχού πιστευόντων και βεβαπτισμένων εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού, ος εστίν η κεφαλή πάντων ημών, ως αληθείς διάδοχοι Αυτού και των Αποστόλων.» (Αρχείο του ανεψιού του Χρυσ.Σμύρνης, Μητροπολίτου Αυστρίας Χρυσ. Τσίτερ, Τόμος Γ΄σελ. 106)

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης επίστευε στη λεγομένη βαπτισματική θεολογία. Επίστευε ότι όσοι είναι βαπτισμένοι ανήκουν στην Εκκλησία, ανεξαρτήτως του τί πιστεύουν και αν είναι αιρετικοί. Αυτη η πλάνη και αίρεσις είναι θα λέγαμε πρωτοποριακή διά την εποχή την οποία έζησε ο Χρυσόστομος Σμύρνης και διακηρύσσεται σήμερα από τους Προτεστάντες.
Ο Χρυσόστομος Σμύρνης ἐπίστευε στη λεγομένη θεωρία τῶν κλάδων. Αυτή η θεωρία λέγει ότι οι Ορθόδοξοι και οι αιρετικοί αποτελούν κλαδιά του δένδρου της Εκκλησίας. Στις εκφράσεις του μάλιστα αναφέρεται στις Εκκλησίες, εννοώντας Ορθοδόξους και αιρετικούς και στην Οικουμενική Εκκλησία, η οποία έπρεπε νά συγκροτηθή από την ένωσι όλων αυτών.

Αναφέρουμε προς πίστωσι της εν λόγῳ πλάνης του ένα τμήμα από προσφώνησί του στον Μητροπολιτικό ναό της Σμύρνης του Αγγλικανού Επισκόπου Γιβραλτάρ Κ. KNIGHT:
«Μόνον να ευχηθώμεν όπως μίαν ώραν τάχιον ο Αρχιποίμην Χριστός συναθροίση όλα τα διεσκορπισμένα εις διαφόρους Εκκλησίας πρόβατά του εις μίαν αυλήν, την οικουμενικήν Εκκλησίαν, συμφώνως προς την Ευαγγελικήν περικοπήν, η οποία διά την εορτήν του εν αγίοις πατρός ημών Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων, ανεγνώσθη την σήμερον «και γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν», ο Χριστός, Ου η χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων ημών. Αμήν».(Ένθα ανωτέρω, Τόμος Γ', σελ. 120 -122).

Για την πίστι του στη θεωρία των κλάδων αναφέρουμε και ένα τμήμα απο το σχέδιο του Χρυσοστόμου Σμύρνης για την Μικρασιατική άμυνα. Εδώ μάλιστα προτάσσονται οι κλάδοι των αιρετικών και έπονται οι των Ορθοδόξων:
«Το Εθνικόν μας Κέντρον της Κων)πόλεως θα κάμη υστάτην έκκλησιν προς την παγκόσμιον Χριστιανικήν συνείδησιν και προς τας Υπάτας εκκλησιαστικάς Κορυφάς των διαφόρων μεγάλων του κορμού της Χριστιανοσύνης δένδρου κλάδων, από του Πάπα και του Κανταβρυγίας ή του Πριμάτου της Αμερικής ή του Αρχηγού της Σκωτικής Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας της Σουηδίας, της Ελβετίας και αυτής της Λουθηριανής Γερμανίας· προς τους Ορθοδόξους Βασιλείς και τους Αρχιεπισκόπους της Ρουμανίας, της Σερβίας, τους Προέδρους και τους Ορθοδόξους Μητροπολίτας της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας και προς αυτούς έτι τους μπολσεβικίζοντας Ρώσους, Πατριάρχην και Μητροπολίτας, εν ονόματι της Χριστιανικής αλληλεγγύης ».(Χρήστου Σολομωνίδη,ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ, Β΄Τόμος , σελ. 71)

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είχε απέχθεια προς τον μοναχισμό. Μάλιστα εθεωρούσε ότι η δημιουργία του μοναχισμού προήλθε από αντίδρασι στην ακολασία της Ρώμης. Αυτή η αντίδρασίς του είναι βεβαίως φυσικό νά υπάρχη, εφ΄ όσον ο Χρυσόστομος είχε ειδωλοποιήσει τον άνθρωπο και εκήρυττε την προσήλωσι στο κάλλος του σώματος σύμφωνα με τούς αρχαίους Έλληνες, ενώ ο μοναχισμός ρίπτει όλο τό βάρος στο κάλλος της ψυχής. Αναφέρομε ένα τμήμα από ένα σχέδιό του διά τον εκσυγχρονισμό της Έκκλησίας, το οποίο επιγράφεται «Ο Μύχιός μου πόθος και το ονειροπολούμενο παρ’ εμού εκκλησιαστικό πρόγραμμα».
« Ως γνωστόν η Ρώμη είχεν εξαπολύσει και εξαπλώσει την α κ ο λ α σ ί α ν· και εντεύθεν εγεννήθη η αντίδρασις διά της αγαμίας. Αλλ' όσον κακόν είνε η ακολασία, άλλο τόσον κακόν είνε και η α γ α μ ί α, ως υφίσταται παρ ημίν δι' α σ κ η τ ι σ μ ό ν. Ημείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, πρέπει να επανέλθωμεν εις την αγάπην του κάλλους, όπως ήτο αύτη παρά τοις αρχαίοις ημών προγόνοις, και εις τον σεβασμόν της ανθρωπίνης αξίας, όπως τον διδάσκει ο Χριστιανισμός. Και τότε ούτε ακολασία, ούτε αγαμία θά υπάρχῃ. Το σώμα ημών κατά τον Απόστολον Παύλον είνε Ναός του Αγίου Πνεύματος· ο αισχυνόμενος διά την αγάπην του σώματος και φεύγων αυτήν διά α σ κ η τ ι σ μ ό ν ομοιάζει προς τον αισχυνόμενον διά την αγάπην των ωραίων ανθέων, ων αποφεύγει και φοβείται την γλυκείαν ευωδίαν διά να μη αμαρτήσῃ. (Σελ. 33). Εδώ, όπως αντιλαμβάνεται κανείς υπάρχει φοβερή διαστρέβλωσι του αποστολικού χωρίου, το οποίο ο Χρυσόστομος Σμύρνης ερμηνεύει σύμφωνα με τις ειδωλολατρικές περί σώματος αντιλήψεις.

Η θεωρητική πάλι περί Μοναχισμού τοποθέτησίς του είναι αίρεσις διότι αντιστρατεύεται σε μία θεμελιώδη παράδοσι της Εκκλησίας, η οποία είναι ισόχρονη με αυτήν. Μετά από όσα προαναφέρθησαν θα ήταν ίσως περιττό νά προστεθούν στις πλάνες του οι συμπροσευχές του με τους αιρετικούς, οι αντιμετωπίσεις του και η στάσις του προς αυτούς ως να ήταν Ορθόδοξοι, η ταύτησίς του με αυτούς σε σημείο να τους προσκαλή διά να κατηχήσουν το ποίμνιό του και η προτροπή του προς το ποίμνιό του να τους έχουν ως πρότυπα προς μίμησι.
Όλα αυτά αποτελούν μία βραχυτάτη περίληψι της εσωτερικής του διαστροφής περί την πίστι και είναι ίσως μοναδική περίπτωσις ανθρώπου, ο οποίος ενώ εξωτερικά παρουσιάζετο ως Ορθόδοξος, κατ’ ουσίαν ήτο ακραιφνής Προτεστάντης, αρχαιολάτρης και ειδωλολάτρης. Η αγιοποίησίς του δε δεικνύει ότι το ίδιο σκότος είχαν και οι Επίσκοποι οι οποίοι τον αγιοποίησαν.
Θα συνεχίσωμε όμως με αναφορά μας στον πόθο του δια τον εκσχυγχρονισμό της Εκκλησίας, διά να ιδούμε καλύτερα τις Προτεσταντικές του αντιλήψεις.

Σ’ αυτή την ενότητα θα ασχοληθούμε με τον διακαή πόθο του Χρυσοστόμου Σμύρνης διά τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, τα παπικά δηλαδή και τα προτεσταντικά. Πρέπει να τονισθή ότι ο πόθος αυτός του Χρυσοστόμου δεν περιορίζετο στο να χρησιμοποιήση η εκκλησία τά διάφορα επιτεύγματα της επιστήμης, όπως τον ηλεκτρισμό, το αυτοκίνητο, την τυπογραφία κλπ., πράγμα για το οποίο δεν θα ήτο αξιόμεμπτος αλλά αξιέπαινος, αλλά κυρίως επεκτείνετο
ο μύχιος και διακαής πόθος του στο να εκσυγχρονισθή και να συμβαδίση η εκκλησία με την επιστήμη και τον πολιτισμό με τις νέες ιδέες και αντιλήψεις του 20ου αιώνα, με την εξέλιξι στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, με τη νέα ευρωπαϊκή διανόησι, με τις ανθρωπιστικές αντιλήψεις, αποκομμένες όμως από τον σωτηριολογικό χαρακτήρα με τον οποίο ασχολείται κυρίως και αποκλειστικώς η εκκλησία και γενικώς με το να συμφωνή η εκκλησία με ό,τι νέο και προοδευτικό ενεφανίζετο στη ζωή των ανθρώπων, είτε ως ιδεολογία, είτε ως τρόπος ζωής. Είναι βεβαίως πασιφανές ότι αυτές οι νέες αντιλήψεις της Ευρώπης και της Αμερικής ωδήγησαν τον άνθρωπο στην αθεΐα, στον μηδενισμό, στο να ζη ο άνθρωπος εφήμερα, χωρίς ιδανικά και προοπτική, στο να ειδωλοποιήση τον ίδιο τον εαυτό του και να προσκυνή όλα τα είδωλα του ευδαιμονισμού και της αναπαύσεως των παθών του. Η ασκητική ζωή της εκκλησίας ως μέθοδος παθοκτόνος και πνευματικότητος ήτο άγνωστος στον Χρυσόστομο Σμύρνης, ενώ αντιθέτως ήτο υπέρμετρος ο ζήλος του δια την εκγύμνασι του σώματος, ως μέσον όμως για την πιο άνετη επιβίωσί του και απαλλαγή από τις ασθένειες και βεβαίως την επίτευξι των πατριωτικών πόθων του. Δι’ αυτό ήτο πάντοτε παρών στους αθλητικούς αγώνες και τους αγώνες στίβου, εγκωμίαζε τους αθλητές και βοηθούσε παντοιοτρόπως στη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων και αθλητικών συλλόγων.

Διά να ιδούμε την θεωρητική τοποθέτησι του Χρυσοστόμου Σμύρνης ως προς τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας αναφέρουμε ένα τμήμα απο το έργο του « Ο μύχιός μου πόθος και το παρ’ εμού ονειροπολούμενον εκκλησιαστικόν πρόγραμμα», στο οποίο παρουσιάζονται ανάγλυφα και οι θεωρητικές και οι πρακτικές του τοποθετήσεις. «....Η Εκκλησία ημών σταθερά, άκαμπτος, αμετάβλητος εν τη εσωτερική ζωή της,ήτις είνε το δόγμα, οφείλει εν τη εξωτερική μορφή της υπάρξεώς της να ευρίσκεται αείποτε εν κινήσει εν μέσω της παγκοσμίου κινήσεως και της αεννάου δίνης του ρεύματος του χρόνου, κινήσεως και ρεύματος, ήτις παρασύρει και αλλοιεί εκάστοτε τους κοινωνικούς, πολιτειακούς και εκκλησιαστικούς εν τω κόσμω θεσμούς· και οφείλει αείποτε να ευρίσκηται εν αρμονία προς τας προόδους του αιώνος και τας εκάστοτε ανάγκας της εποχής, και ιδία προς το νέον πνεύμα των φιλελευθέρων επιστημονικών, κοινωνικών και πολιτειακών θεσμών, χωρίς εν τούτοις να παύση ανταποκρινομένη προς τους αρχαίους ευρείς και διαυγείς εκκλησιαστικούς αυτής ορίζοντας, οίτινες είνε απαύγασμα και απόρροια των αιωνίου κύρους αρχών του Ευαγγελίου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού....... » (Σελ. 7).

Εδώ φαίνεται η θεωρητική σύγχυσις και πλάνη στο νου του Χρυσοστόμου, επειδή επίστευε, σύμφωνα με τα λόγια του, ότι τα δόγματα της πίστεως δεν εκφράζονται με την πρακτική ζωή των χριστιανών και ότι « το νέο πνεύμα των φιλελευθέρων επιστημονικών, κοινωνικών και πολιτειακών θεσμών», δεν ήτο απόρροια της διαστροφής της Δύσεως στην πίστι και την παράδοσι της εκκλησίας.
Συνεχίζοντας στο ίδιο το έργο του βλέπουμε ότι θέλει να εισαχθή το φιλελεύθερο πνεύμα της Δύσεως βαθύτερα στη ζωή της εκκλησίας και αναφέρει τα εξής: « διά της υπ’ αυτής επιμόνου καλλιεργείας φιλικών και αδελφικών δεσμών και πνευματικής επικοινωνίας μετά των λοιπών όχι μόνον αυτοκεφάλων και αυτονόμων ορθοδόξων Εκκλησιών, οι μετά των οποίων πνευματικοί δεσμοί τόσον εχαλαρώθησαν, ώστε εμποιούσι την εντύπωσιν ότι ουδαμώς καν υφίστανται ούτοι, αλλά και μετά πασών των λοιπών μη Ορθοδόξων Χριστιανικών Εκκλησιών και ιδία της Παλαιοκαθολικής, της Καθολικώς, της Αγγλικανής, της Προτεσταντικής, της Αρμενικής και των λοιπών ιδία κατά Ανατολάς Χριστιανικών παραφυάδων και αποχρώσεων, και ταύτα πάντα προς πληρεστέραν καί τελειοτέραν εξυπηρέτησιν των μεγάλων αναγκών και απαιτήσεων του συγχρόνου ανθρώπου »(Σελ. 8, ως ανωτ.) Ο συγχρωτισμός βεβαίως σε πνευματικό επίπεδο με τους αιρετικούς είναι πρόδηλο ότι είναι αλλοίωσις και διαστρέβλωσις των δογμάτων και της Ιεράς Παραδόσεως της εκκλησίας.

Στην πρακτική ζωή της εκκλησίας ο Χρυσόστομος πρότεινε τη συντόμευσι των ιερών ακολουθιών, την αναθεώρησι και ανακάθαρσι των εκκλησιαστικών βιβλίων, την συστηματικοποίησι του κηρύγματος, την αλλαγή της εκκλησιαστικής μουσικής και ζωγραφικής, την κατάργησι των πολλών εορτών και εκκλησιαστικών αργιών, τον περιορισμό των νηστειών, την κατάργησι του ράσου των κληρικών, την τοποθέτησι καθισμάτων στους ναούς, την κατάργησι της αγαμίας των επισκόπων και βεβαίως προγραμματισμό διά συνεννόησι και προσεγγιστική ένωσι με τις διάφορες «εκκλησίες». Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό τμήμα από τον μύχιο πόθο του Χρυσοστόμου δια να ιδούμε το πνεύμα του και τα πρότυπά του: «Λοιπόν αυταί αι ενιαύσιοι Σύνοδοι θα επενέγκωσι τας συμφώνως προς τους καιρούς διαρρυθμίσεις εν τη δημοσία ημών λατρεία. Θα μελετήσωσι μετά προσοχής και ευλαβείας τα εν άλλαις Εκκλησίαις συμβαίνοντα ως προς την διάρκειαν της δημοσίου προσευχής και την σταθερότητα της ενάρξεως και απολύσεως των ιερών μας ακολουθιών, ως προς την τοποθέτησιν καθισμάτων, ως προς τους τρόπους της Μουσικής και μελωδίας, οίτινες πρέπει εν τη Εκκλησία να προτιμηθώσιν, ως προς την διαρρύθμισιν των τελετουργικών και υμνογραφικών βιβλίων μας, ως προς το ζήτημα ζωντανού και καρποφόρου κηρύγματος, ως προς το ζήτημα των πολυαρίθμων εορτών και νηστειών, και του τρόπου της τηρήσεως αυτών, δι’ ας ωρισμένως έχει πολλά να ωφεληθή η ημετέρα Εκκλησία και απ’ αυτής της Αρμενικής Εκκλησίας, ήτις ετακτοποίησε κάλλιον ημών τας εορτάς και τας νηστείας της». (Σελ. 34). Βλέπουμε εδώ ότι πάντοτε τα πρότυπά του ήταν η Δύσις και οι αιρετικοί.

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα της καλπάζουσας επιθυμίας του διά τον εκσυγχρονισμό της εκκλησίας σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα, είναι και το πώς ήθελε ο Χρυσόστομος να λειτουργή η Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Αντιγράφουμε, για να κατανοήσουμε το κοσμικό πνεύμα του ένα άλλο τμήμα από τον μύχιο πόθο του: « και τρίτην διά την προπαρασκευήν των μελλόντων επιστημόνων θεολόγων, όσοι καταρτιζόμενοι αναλόως θα συνεχίσωσι τας επιστημονικάς των σπουδάς εν Ευρώπη˙ ίνα επανερχόμενοι καταλάβωσι, τας καθηγητικάς εν τη Σχολή έδρας...» (Σελ. 40).
...Εν τη Θεολογική ταύτη Σχολή (Χάλκης) εν συναφεία προς τας τρεις ταύτας Σχολάς θα συνυπάρχη και είδος βιοτεχνικών μαθημάτων και ιδίως πρακτικής Ιατρικής, εφηρμοσμένης χημείας, γεωπονίας, φωτογραφίας, κηπουρικής, γυμναστικής, χημείας....... γνώσεις δε διδασκόμεναι, έσονται εκτός της Θεολογίας, κατά πλάτος και βάθος, και η ανατομία και η φυσιολογία, και η γεωλογία και τα φυσικομαθηματικά, και η ιχνογραφία, ίνα οι τρόφιμοι της Σχολής έχωσι συγχρονισμόν και είνε ενήμεροι των μεγάλων προβλημάτων, τα οποία η σύγχρονος επιστήμη προβάλλει εις εαυτήν προς μελέτην και λύσιν. (Σελ. 41).
.....Εκ της τοιαύτης Σχολής, με τα άριστα προγράμματα και Θεολογικά και Εκκλησιαστικά Περιοδικά της, οργανωμένης κατά τρόπον και τύπον όσον το δυνατόν τελειότερον, κατά τα υποδείγματα παρεμφερών Σχολών, υφισταμένων εν Αγγλία και Αμερική, εν Γερμανία, εν Γαλλία, εν Ελβετία, εν Ρωσσία, εν Ιταλία και οπουδήποτε αλλαχού προς μόρφωσιν του κλήρου και ανάδειξιν των ανωτέρων και κατωτέρων διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας, εκ της τοιαύτης Σχολής θα πνέη το νέον πνεύμα, το επιστημονικόν και Θεολογικόν, και το πρακτικόν εκκλησιαστικόν συμφώνως προς το οποίον η κατ’ Ανατολάς Ορθόδοξος του Χριστού Εκκλησία θα διέπη τα κατ’αυτήν, και το οποίον πνεύμα έσται απαράλλακτον το αυτό, υπ’ άλλην μορφήν, προς τας γνησίως ορθοδόξους αρχαίας παραδόσεις της λατρευτής ημών Εκκλησίας, αι οποία ευρίσκονται εις τόσην αρμονίαν προς το ανατέλλον νέον πνεύμα Χριστιανικού σοσιαλισμού, αδελφοσύνης, αλληλεγγύης και παγκοσμίου καθολικότητος, και του οποίου βάσις θεμελιώδης είνε η κατάργησις των φραγμών, όσοι χω ρίζουσιν έθνος από έθνους και άνθρωπον από ανθρώπου, και το οποίον και οι αρχαίοι πρόγονοι ημών εξέφραζον άριστα ως εξής «πάντας ανθρώπους αγώμεθα δημότας και πολίτας και μη έκαστος ιδίοις διωρισμένοι ώμεν δικαίοις, αλλ’ εις βίος η και κόσμος».
..... αρκεί να μορφωθή η πρώτη καθαρά ζύμη, ήτις προώρισται να ζυμώση όλον το φύραμα των εκκλησιαστικών οργάνων και αρχόντων...... (Σελ. 42, 43)».

Βλέπουμε εδώ ότι ουδέν πνευματικόν έχει να προτείνη διά την άνοδο του πνευματικού επιπέδου της Σχολής, αλλά απεναντίας προτείνει να βυθισθή η Σχολή στο χάος του ορθολογισμού, του επιστημονισμού και της φυσιούσης κατά τον Απόστολο γνώσεως. Είναι πρωτοφανές δε να προτείνη να διδάσκωνται οι φοιτητές όχι μόνο θεολογικά μαθήματα, αλλά και διάφορα άλλα άχρηστα για ένα θεολόγο, μέχρι της κηπουρικής και της φωτογραφίας. Το πλέον όμως απελπιστικό είναι πως προτείνει εν τέλει οι φοιτητές, προκειμένου να αναλάβουν τις καθηγητικές στη σχολή έδρες να κάνουν θα λέγαμε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ευρώπη, ώστε φορτωμένοι με όλα τα κουσούρια της να επανέρχωνται στην σχολή για να τα μεταδώσουν και στους άλλους.

Από όλα αυτά καταλαβαίνουμε ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης αγνοούσε τον αληθή σκοπό της εκκλησίας, ο οποίος είναι σωτηριολογικός και είχε ενστερνισθή τον δυτικό, ο οποίος είναι ανθρωπιστικός. Διά τούτο εθαύμαζε και εξύψωνε τους Ευρωπαίους ανθρωπιστές και φιλοσόφους, εθεωρούσε δε ότι η διδασκαλία τους ήτο το τέλειο και ιδανικό για την δημιουργία ενός νέου κόσμου. Αναφέρουμε στο σημείο αυτό ένα τμήμα από ομιλία του μετά την επάνοδο από την εξορία του στη Σμύρνη: « Ο δε ερχόμενος εις φως νέος κόσμος, του οποίου δημιουργοί είνε οι νέοι μεγάλοι προφήται του ανθρωπισμού, ο Βίλσων, ο Λόυδ Τζώρτζ, ο Κλεμανσώ, ο Βενιζέλος, έσται απείρως ωραιότερος, φαιδρότερος, ημερώτερος κόσμος αληθώς θείος και ουράνιος, διανοίγων ημίν νέους διαυγείς ορίζοντας νέας αντιλήψεως της ζωής, ορίζοντας και αντιλήψεις, οι οποίοι υπερακοντίζουσι και αυτών των ακράτων ιδεαλιστών και αισιοδόξων, οποίος μην και είμαι καγώ, και τας πλέον τολμητοτάτας και χιμαιρικάς προσδοκίας. Ναί˙ εσπείραμεν εν δάκρυσιν˙ εκλαύσαμεν και εστενάξαμεν, αλλά θα θερίσωμεν όχι δράγματα, όχι αγκάλας, αλλά θημωνίας όλας ευδαιμονίας και ελευθερίας.....
........ Τούτο δε και ο μέγας προφήτης του ανθρωπισμού, ο Βίλσων, το διεκήρυξεν εν τω μεγάλω Αμφιθεάτρω της Σορβόννης των Παρισίων, εκεί όπου οι μεγάλοι σοφοί της Γαλλίας, ο πρύτανις της Ακαδημίας Πουαγκαρέ, αδελφός του Προέδρου της Δημοκρατίας διά λόγους πλήρους λυρισμού εξήρε την συμμετοχήν του «εις τον θρίαμβον της ιδέας της ελευθερίας, του πολιτισμού και του ανθρωπισμού», είπεν εκεί ο Βίλσων το νέον Ευαγγέλιον του νέου κόσμου: «το έργον εκείνων, όσοι συναθροίζονται όπως υπαγορεύσωσι τους όρους της ειρήνης του κόσμου απλοποιείται ει του γεγονότος ότι ουδενός είμεθα κύριοι, αλλ’ απλώς θεράποντες της ανθρωπότητος»˙ τούτο είνε ό,τι είπεν ο Κύριος «ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι»˙ «και αν δεν λάβωμεν υπ’ όψιν τας επιταγάς της ανθρωπότητος, θα είμεθα άξιοι της ατιμοτάτης ηθικής χρεωκοπίας, ην ανέγραψε ποτε η ιστορία»˙ λόγοι άξιοι ενός Σωκράτους, ενός Πλάτωνος, ενός Αριστοτέλους, λόγοι άξιοι του Ευαγγελίθου του Χριστοῦ, ανέφικτοι εις προηγουμένας εποχάς και εις άλλας πλην των κατ’ εξοχήν Χριστιανικών λαών και φιλοσόφων ψυχάς.....» («Χρυσόστομος Σμύρνης», Χρήστου Σολομωνίδη, Τόμος Γ' σελ. 23,24).

Από αυτά τα κείμενα του Χρυσοστόμου Σμύρνης καταλαβαίνει κανείς πόσο σκότος υπήρχε μέσα του, ώστε να απομακρύνεται απο το ευαγγέλιο και τους αγίους και να προσηλώνεται στους Ευρωπαίους ανθρωπιστές και φιλοσόφους, τους οποίους ανέβαζε στον ουρανό.
Αλλά θα συνεχίσουμε με την σχέσι του Χρυσοστόμου με την Μασονία.

Η σχέσις του Χρυσοστόμου Σμύρνης με τη Μασονία.

Είναι αλήθεια ότι οι Μασονικές στοές επιμελώς δεν αποκαλύπτουν τα μέλη τους και ειδικά αυτούς οι οποίοι κατέχουν θέσεις δημόσιες και αξιώματα και δη εκκλησιαστικά. Τούτο γίνεται διά ευνοήτους λόγους, οι οποίοι κυρίως συνίστανται στο ότι η Μασονία είναι βεβαρημένη με την κατηγορία της θρησκείας και της σκοτεινής δύναμης. Είναι λοιπόν φυσικό να μη δύναται κάποιος εύκολα να αποκαλύψη τη μασονική ιδιότητα ενός προσώπου όσο αυτός τουλάχιστον ευρίσκεται στην παρούσα ζωή. Συμβαίνει όμως συχνά μετά το θάνατο κάποιου, η Μασονία διά λόγους αυτοπροβολής να αποκαλύπτη την μασονική ιδιότητα επιφανών προσώπων. Τα εκκλησιαστικά πρόσωπα, τα οποία ομολογεί η Μασονία μετά τον θάνατό τους ότι ανήκουν στις τάξεις της είναι πάντοτε άνθρωποι με χαλαρά θρησκευτική συνείδησι και βεβαρημένο θρησκευτικό ποινικό μητρώο. Είναι άτομα τα οποία στη ζωή τους τα πήγαν καλά με όλους και δεν πολέμησαν ούτε τη Μασονία ούτε τους αιρετικούς.

Το ότι λοιπόν η Μασονία ομολογεί ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης ήταν Μασόνος, καταδεικνύει την πνευματική στάθμη του Χρυσοστόμου, η οποία όπως παρουσιάσαμε στις προηγούμενες συνέχειες ήταν απελπιστικά χαμηλή, σε σημείο μάλιστα που να μη γνωρίζουμε αν πίστευε και πού πίστευε. Αυτό για τη Μασονία αποτελεί τίτλο τιμής και κοινό χαρακτηριστικό όλων των Μασόνων, αλλά για την Εκκλησία αποτελεί προδοσία, όνειδος και καταισχύνη. Η ομολογία της Μασονίας ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης ήταν ομογάλακτος αδελφός τους δεν είναι αυθαίρετη και αβάσιμη, αλλά στηρίζεται στις ομολογίες επιφανών Μασόνων, οι οποίοι ήταν στενοί συνεργάτες του. Αυτοί ήταν κυρίως δύο, ο Ιωάννης Κωτούλας, γραμματεύς της Μητροπόλεως Σμύρνης και συγχρόνως ιδρυτής της στοάς «ΙΩΝΙΑ» και πρώτος σεβάσμιος αυτής, και ο Αντώνης Αθηνογένης δεύτερος σεβάσμιος της ιδίας στοάς και συγχρόνως το δεξί χέρι του Χρυσοστόμου Σμύρνης, μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της θρησκευτικής αδελφότητος «Ευσέβεια» και του θρησκευτικού περιοδικού «Ιερός Πολύκαρπος», στα οποία προ- ΐστατο ο Μητροπολίτης.

Εκτός όμως αυτών των υψηλοβάθμων Μασόνων, οι οποίοι ήταν στενοί συνεργάτες του, ο Χρυσόστομος εδέχετο δωρεές διά τα εκκλησιαστικά ιδρύματα από μασονικές στοές, όταν αυτές οργάνωναν χορούς και εκδηλώσεις και διέθεταν τα χρήματα για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Τέτοια ως γνωστόν κάνουν οι Μασόνοι διά να δημιουργήσουν υπέρ τους καλές εντυπώσεις και να εξαπατήσουν τους αφελείς. Ως μέλος επίσης της Μασονίας αναφέρεται ο Χρυσόστομος και στη μασονική εγκυκλοπαίδεια (Ν. Λάσκαρη σελ. 5061).
Είχε επίσης σχέσεις και συνεργασία με τις διεθνείς οργανώσεις ΧΑΝ και ΧΕΝ, οι οποίες ως γνωστόν κατευθύνονται από την Μασονία.

Το κυριώτερο όμως στοιχείο, το οποίο συνηγορεί υπέρ του ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης ήτο Μασόνος, είναι η ίδια η ιδεολογία του, η οποία ταυτίζεται πλήρως με τα πιστεύω της Μασονίας. Οι ειδωλολατρικές του δηλαδή αντιλήψεις, η προσήλωσίς του στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα, η πλήρης αδιαφορία του δια την ορθόδοξο πίστι, οι άριστες σχέσεις του με τους αιρετικούς, τα αιρετικά του φρονήματα, η επιμονή του στον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας κατά τα δυτικά πρότυπα και επιπλέον το ότι ποτέ δεν την κατηγόρησε, δεικνύουν έναν άνθρωπο εσωτερικά Μασόνο. Η εσωτερική πλήρης ταύτησις του Χρυσοστόμου Σμύρνης με τη Μασονία είναι βεβαίως πολύ χειρότερο από το να ανήκε κάποιος τυπικά στη Μασονία, για κάποια προφανώς ανάγκη, αλλά νά μη συμφωνούσε εσωτερικά με την ιδεολογία της. Και η ιδεολογία του Χρυσοστόμου αποδεικνύεται ότι ήταν μασονική από τα κείμενά του και την όλη ζωή του. Αν λάβουμε υπόψιν ότι η Μασονία ανέχεται όλα τα πιστεύω των μελών της, αρκεί να υποτάσσωνται στις αρχές της και να θεωρούν ως άνωτερη ιδεολογία την δική της, καταλαβαίνει κανείς πόσο ικανοποιείται, όταν κάποιος ταυτίσει πλήρως την ιδεολογία του και την πίστι του με την πίστι της Μασονίας και δεν διαφωνεί σε τίποτε από αυτήν .
Θα μπορούσαμε να προβληματιστούμε στο σημείο αυτό και να σκεφθούμε ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης ταυτίστηκε με τις αρχές της Μασονίας και έγινε Μασόνος προκειμένου να έχη βοήθεια από αυτή στα πατριωτικά θέματα, τα οποία ευρίσκοντο εν εξελίξει και κυριολεκτικώς τον έκαιγαν. Όμως αυτό αφ’ ενός μεν είναι προδοσία της πίστεως για κάποιον Ορθόδοξο και μάλιστα Επίσκοπο, αφ’ ετέρου δε και στο σημείο αυτό ο Χρυσόστομος διαψεύστηκε παταγωδώς. Διότι τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής έδειξαν δι’ άλλη μία φορά, ότι όταν κάποιος μεταθέσει την ελπίδα του από τον Θεό στους ανθρώπους οπωσδήποτε θα ναυαγήση. Πόσο μάλλον όταν οι άνθρωποι αυτοί είναι σκοτεινοί και έχουν ως Θεό τους τον διάβολο.

Σημειώνουμε στο σημείο αυτό την γνώμη συγχρόνου ιστορικού της Μικρασιατικής καταστροφής σχετικά με τη θέσι των Μασόνων στη σφαγή των Ελλήνων, για να κατανοήσουμε καλύτερα το πού εναπέθετε ο Χρυσόστομος τις ελπίδες του και γιατί αυτές διαψεύστηκαν:
« Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή οι Τούρκοι τέκτονες της Σμύρνης, καθώς και οι περισσότεροι εκεί Ευρωπαίοι, ελησμόνησαν τις επαγγελίες των Στοών τους: «αλληλεγγύη», «αλληλοβοήθεια», «δικαιοσύνη», και φάνηκαν σκληρά, απάνθρωπα και ανοικτίρμονα προς τους διωκόμενους και σφαζόμενους Έλληνες και Αρμενίους. Στη φοβερή εκείνη σφαγή και τον ξολοθρεμό κανείς από τούς Τούρκους τέκτονες δεν κινήθηκε για να σώσει και προφυλάξει τους καταδιωκομένους Έλληνες.
Έτσι αποδείχθηκε ότι οι μεγάλοι λόγοι και τα ανθρωπιστικά συνθήματα, για τους Τούρκους τουλάχιστον τέκτονες και τους περισσότερους Ευρωπαίους της Σμύρνης, ήσαν κούφα και κενά και πως μόνα και αθάνατα ρήματα είναι και παραμένουν εκείνα που πρόφεραν τα χείλη του γλυκυτάτου Ναζωραίου: «Αγαπάτε αλλήλους», «Αγαπάτε και τους εχθρούς υμών ως εαυτούς». Αυτά μόνον κατατείνουν προς την ηθικήν τελειότητα και αυτά μόνον αποτελούν και πρέπει να αποτελούν το λαμπερό οδηγητικό φώς της ανθρωπότητας....»(Χρήστου Σολομωνίδη, Σμυρναϊκά σημειώματα, σελ. 70.)

Δεν είναι παράξενο το ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκειμένου νά αγιοποιήση τον Χρυσόστομο Σμύρνης, δεν εζήτησε εξηγήσεις, ούτε εμήνυσε τους Μασόνους, οι οποίοι από πολύ πριν ισχυρίζοντο ότι ήτο Μασόνος. Δεν θέλησε δηλαδή με άλλα λόγια η Σύνοδος να ζητήση το λόγο, ώστε να αρθή από τον χαλκευμένο «άγιο» μία τόσο βαριά κατηγορία. Αυτό προφανώς δεν το έκανε, ή διότι φοβήθηκε ότι αν σκαλίση το θέμα θα βγουν πολλά στη φόρα για τόν «άγιό τους», ή διότι φοβήθηκε να τα βάλη με τους Μασόνους, ή διότι η αγιοποίησις η ίδια ήταν κατευθυνόμενη από τούς Μασόνους και η Σύνοδος ετελούσε εντολές ανωτέρων, ή τέλος διότι η αγιοποίησις έγινε κατά το δή λεγόμενο στο πόδι και μάλιστα από ανθρώπους αγεύστους και αμετόχους της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Έτσι λοιπόν φόρτωσαν στο αγιολόγιο, στο καθαρώτερο δηλαδή μέρος της Εκκλησίας, αυτόν τον κατά πάντα σκοτεινό άνθρωπο, άλλαξαν εκ θεμελίων την Ορθόδοξο Παράδοσι η οποία αφορά τους αγίους, έβαλαν φωτοστέφανο και στεφάνωσαν στο πρόσωπο του Χρυσοστόμου Σμύρνης τη Μασονία, έβαλαν τον αφελή και άβουλο λαό να προσκυνά ένα Μασόνο και κατά τα άλλα ο χορός βαστάει καλά.... Είναι όμως εκ των πραγμάτων βέβαιο ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος διακατέχεται από τις ίδιες ιδέες με τον Χρυσόστομο Σμύρνης, διότι αν δεν είχε τα ίδια πιστεύω με αυτόν δεν θα τόν αγιοποιούσε.

Πάντως το ότι η Σύνοδος της Εκκλησίας δεν εζήτησε τον λόγο από τους Μασόνους για τον Χρυσόστομο είναι σημαντικό στοιχείο υπέρ του ότι εγνώριζε και πίστευε ότι όντως ήτο Μασόνος. Θέλησε δε να παρακάμψη αυτόν τον σκόπελο διά της σιωπής. Εκ των υστέρων δε, όταν εξέσπασαν οι ομοβροντίες και οι διαμαρτυρίες για το πώς αγιοποιήθηκε ένας Μασόνος, ισχυρίσθηκε, διά στόματος του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ότι το μαρτύριο ξεπλένει όλες τις αμαρτίες και άρα μπορεί να είναι άγιος έστω και ένας Μασόνος. Είπε επίσης και τον αστείο ισχυρισμό ότι η Μασονία καταδικάστηκε από την Εκκλησία το 1933 κι άφησε έτσι να εννοηθή ότι για τα προηγούμενα χρόνια στα οποία έζησε ο «άγιός τους» δεν υπήρχε πρόβλημα. Εν τέλει δε, όταν και αυτά τα επιχειρήματα αναιρέθηκαν ως βέλη νηπίων, αντιμετώπισε στη συνέχεια τις διαμαρτυρίες διά της σιωπής. Δηλαδή, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Είναι δηλαδή με την νεκρική και μακαρία σιωπή της σα να λέη η Σύνοδος, ότι όσο θέλετε φωνάζετε, γράφετε και διαμαρτυρηθείτε, τελικά αυτό πού θέλουμε εμείς θα γίνη. Δεν υπάρχει ίσως χειρότερο πράγμα από το να αφήνης τα σοβαρώτερα θέματα να τα λύσουν οι ακαταλληλότεροι άνθρωποι.

Εν κατακλείδι αναφέρουμε ότι την εποχή εκείνη στη Σμύρνη των εκατό χιλιάδων ανθρώπων, σύμφωνα με τους ιστορικούς, λειτουργούσαν περισσότερες από δέκα Μασονικές στοές, όσες δηλαδή δεν λειτουργούν σήμερα στην Αθήνα των τεσσάρων εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο δε Χρυσόστομος ως ποιμήν της πόλεως και διάδοχος του Αγ. Πολυκάρπου, όχι μόνο δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για την προστασία του ποιμνίου του από τούς λύκους, αλλά απεναντίας τα βρήκε μαζί τους και έγινε ως ένας από αυτούς.
Θα συνεχίσουμε όμως αναφερόμενοι εκτενέστερα στην αγιοποίησί του και τα επακόλουθα αυτής διά την Εκκλησία.

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ – ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
Η ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΑΥΤΗΣ

Η αγιοποίησις ενός προσώπου είναι κατά πρώτο και κύριο λόγο έργο του Θεού και κατά δεύτερο και επόμενο έργο του λαού του Θεού. Ο Θεός δηλαδή αναπαύεται και ευαρεστείται από τον αγώνα του εν λόγῳ προσώπου διά την τήρησι του ευαγγελικού νόμου και από την εν γένει ζωή του, η οποία είναι πλήρως σύμφωνος με το ευαγγέλιο και δίδει και εν όσω ζη, αλλά και μετά θάνατο στον αφοσιωμένο καθ’ όλα δούλο του υπερφυσικά χαρίσματα, τα οποία και αυτά συντελούν προς οικοδομή του σώματός του, δηλαδή της Εκκλησίας. Αυτή η ανάπαυσις και ευαρέσκεια του Θεού γίνεται αντιληπτή από το ευαίσθητα ορθόδοξο κριτήριο του λαού του Θεού, ο οποίος βλέποντας το ορθόδοξο βίωμα του δούλου του Θεού και συγχρόνως δεχόμενος τις ανταύγειες της χάριτος που εκπέμπει, πιστοποιείται θεωρητικά και πρακτικά ότι ο άνθρωπος αυτός χαριτώθηκε από τον Θεό, εις τρόπον ώστε να ημπορεί να πρεσβεύη και διά τους άλλους ανθρώπους. Έτσι λοιπόν η ανάπαυσις του Θεού και το κριτήριο του λαού του Θεού συμπίπτουν και συνταυτίζονται και μόνο τότε θεωρείται ο άνθρωπος αυτός «άγιος» με την στενή (ειδική) έννοια του όρου. Διότι, ως γνωστόν, υπάρχουν στην Ορθοδοξία τρεις έννοιες της λέξεως άγιος. Είναι πρώτον η γενική, κατά την οποία άγιοι θεωρούνται όλοι οι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι χριστιανοί, ως βαδίζοντες την οδό της αγιότητος, σύμφωνα με τις αγιογραφικές εκφράσεις και προσφωνήσεις του Αποστόλου Παύλου, είναι δεύτερον η ειδική έννοια, κατά την οποία άγιος είναι ο χαριτωμένος από τον Θεό άνθρωπος, ο δυνάμενος να πρεσβεύη και διά τους άλλους, σύμφωνα με το αγιολόγιο της Εκκλησίας και τρίτον η απόλυτος έννοια του όρου, κατά την οποία άγιος είναι μόνος ο Θεός, ο χορηγός της αγιότητος και κάθε καλού, σύμφωνα με την λειτουργική έκφρασι «είς άγιος, είς Κύριος......».
Ερχόμενοι έπειτα από αυτά τα εισαγωγικά στην περίπτωσι της αγιοποιήσεως του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης πρέπει να τονίσωμε τα εξής:

1. Ουδεμία ένδειξις ή έστω υπόνοια αναπαύσεως και ευαρεστήσεως του Θεού υπήρξε στον εν λόγῳ εθνομάρτυρα διά της επιτελέσεως κάποιου θαύματος και εν ζωή και μετά τον θάνατό του. Ουδέν επίσης πνευματικόν χάρισμα έλαβε πχ. προφητείας και προοράσεως, ιάσεως κλπ. σύμφωνα με τα στοιχεία τα οποία καταθέτουν οι βιογράφοι του.

2. Από την άλλη πλευρά το κριτήριο του ορθοδόξου ενστίκτου του λαού του Θεού τόν κατέτασσε πάντοτε μεταξύ των Εθνομαρτύρων και ουδέποτε μεταξύ των Ιερομαρτύρων και αγίων. Διά τόν λόγο αυτό πάντοτε του κατέθεταν στεφάνους και τελούσαν μνημόσυνα υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του, πρωτοστατούντων σ’ αυτά των ιδίων των Επισκόπων.

3. Τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την βιογραφία του και την αλληλογραφία του, όσον αφορά τα αιρετικά του φρονήματα, την σχέσι του με την Μασονία, τις ειδωλολατρικές του αντιλήψεις, την προσήλωσί του στο πνεύμα της Δύσεως και στο αρχαίο ελληνικό πνεύμα, το αντιμοναχικό του πνεύμα, την εκκοσμίκευσι που ήθελε να επιβάλλη στην Εκκλησία, και προσέτι τον τυφλό και ξέφρενο πατριωτισμό, απόρροια του οποίου ήτο η θυσία της αρχιερωσύνης του στο είδωλο της πατρίδος και εκ του αντιθέτου το μίσος των Τούρκων και τελικά ο οικτρός θάνατός του, όχι μόνο επιβάλλουν να μην τον κατατάξωμε στους αγίους, αλλά ούτε και στους απλούς ορθοδόξους χριστιανούς.

4. Η σκοτεινή μεθόδευσις της αγιοποιήσεώς του και η μετά πείσματος εμμονή σ’ αυτήν, παρά τα τόσα εις βάρος του στοιχεία, τα οποία ήλθαν στο φως της δημοσιότητος και κατετέθησαν στην αγιοποιήσασα αυτόν σύνοδο της Εκκλησίας, καθιστούν σαφές και γίνεται ηλίου φαεινότερο, ότι όχι μόνο οι Επίσκοποι εμφορούνται από τα ίδια φρονήματα του «αγίου» των, αλλά επί πλέον είναι υποδουλωμένοι στις σκοτεινές δυνάμεις και λειτουργούν ως μισθωτοί υπηρέτες των.

5. Η αγιοποίησις του Χρυσοστόμου Σμύρνης αυτή καθ’ εαυτή εδημιούργησε τεράστια προβλήματα στην Ορθοδοξία και μάλιστα έθιξε την ίδια την Ιερά Παράδοσι, προσέβαλε τούς πραγματικά αγίους της και το όλο αγιολόγιό της, άνοιξε την θύρα των ορθοδόξων λαών διά της δημιουργίας των λεγομένων «εθνικών αγίων», παρουσίασε τους αγίους ως δήθεν αντιμαχομένους και αντιλέγοντας στα θέματα πχ. των αιρετικών κλπ. και το κυριώτερο δημιούργησε ερείσματα σε όσους αγωνίζονται υπέρ της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας και του συναγελασμού της μετά των αιρετικών, εις τρόπον ώστε να δικαιολογούν τις πράξεις των στηριζόμενοι στη ζωή και το έργο ενός «αγίου». Επειδή σύμφωνα με τα πατερικά «τιμή αγίου μίμησις αγίου». Δηλαδή κατασκευάσαμε έναν άγιο στα μέτρα μας, διά να τον έχωμε και να τον προβάλλωμε δικαιολογώντας τις πράξεις μας. Είναι δε η πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας, κατά την οποία προκειμένου να μιμηθής έναν άγιο πρέπει να κατέβης πνευματικά και όχι να ανέβης. Αυτοί ήταν μέχρι τώρα οι «άγιοι» των αιρετικών και αυτοί θα είναι οι «αγιοι» της Ν. Εποχής. Τέτοιους «αγίους» κατεσκεύαζε μέχρι τώρα ο Πάπας, αλλά όπως μας απέδειξαν οι Επίσκοποι μπορεί η παραγωγή των να γίνη και εδώ. Και ο μεν Πάπας αποδεικνύεται πιο συνεπής στον εαυτό του και στις αρχές του, διότι οι άγιοι που κατασκευάζει εκφράζουν πλήρως τον εαυτό του και το δυτικό πνεῦμα, ενώ ο Χρυσόστομος Σμύρνης εκφράζει μόνο τους αγιοποιήσαντες αυτόν Επισκόπους, αλλά ουδόλως το ορθόδοξο πνεύμα.

Το πρόβλημα, όπως καταλαβαίνει κανείς δεν είναι ο Χρυσόστομος Σμύρνης, ἀλλά οι Επίσκοποι. Διότι αυτός ό,τι και να είναι, σε τελευταία ανάλυσι θα τον κρίνη ο Θεός. Εμείς τον κρίνουμε μόνο και εφ’ όσον μας τον σερβίρισαν με φωτοστέφανο να τον προσκυνούμε και να τον θεωρούμε σαν πρότυπο προς μίμησι. Η αγιοποίησίς του όμως απέδειξε περίτρανα το μέγεθος της αποστασίας των Επισκόπων και το ότι πρέπει να τους εμπιστεύεται και να τους θεωρή ποιμένας του μόνον όποιος απεφάσισε να αυτοκτονήση πνευματικά και όποιος θέλει να ακολουθήση τις αρχές της Ν. Εποχής, διαγράφοντας με μία μονοκονδυλιά όλη την Ορθόδοξο Παράδοσι.

Έχουμε και κάποια άλλα προβλήματα στην περίπτωσι αυτής της αγιοποιήσεως. Μέχρι τώρα ήτο γνωστό σε όλους ότι προκειμένου να γίνη κάποια αγιοποίησις τον λόγο είχε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο κατατίθεντο τα στοιχεία τα οποία συνηγορούσαν στην αγιοποίησι, καθώς επίσης και το φρόνημα του λαού του Θεού, η συνείδησις του οποίου ήτο, όπως είπαμε, καθοριστική διά την αγιοποίησι. Αυτή η διαδικασία έγινε όπως γνωρίζουμε και στην περίπτωσι της αγιοποιήσεως του Αγ. Νεκταρίου, την οποία τελικά έκανε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με την περί αυτόν Σύνοδο. Πώς λοιπόν τώρα συνέβη σε κάποιον ο οποίος έδρασε στον χώρο και την δικαιοδοσία του Οικουμενικού θρόνου, να αγιοποιείται από μία αυτοκέφαλο Εκκλησία με την οποία ο μόνος του δεσμός δεν ήτο εκκλησιαστικός αλλά πατριωτικός. Πώς συνέβη έξαφνα η Εκκλησία της Ελλάδος να επέμβη στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου για ένα θέμα στο οποίο μέχρι τώρα και διά τα ιδικά της πρόσωπα, όταν επρόκειτο για αγιοποίησι κατέφευγε εις αυτό. Και πώς συνέβη να μην αντιδράση το Πατριαρχείο δι’ αυτή την αυθαίρετη επέμβασι στο χώρο του, την στιγμή κατά την οποία γνωρίζομε ότι διά θέματα δικαιοδοσίας πχ. των λεγομένων νέων χωρών, είχαν ομηρικούς καυγάδες; Εμείς δι’ όλα αυτά θα δυνάμεθα να δώσωμε τις απαντήσεις μας, αλλά πρέπει κάποτε να μάθουν να απολογούνται διά τις πράξεις των και οι μεγάλοι.

Ένα ακόμη πρόβλημα το οποίο δημιουργήθηκε στην παρούσα αγιοποίησι είναι ο τρόπος αντιμετωπίσεως, εκ μέρους των Επισκόπων, των αντιδρώντων σ’ αυτήν των την ενέργειαν. Ενώ δηλαδή θα έπρεπε να υπερασπισθούν τον άγιο, τον οποίο κατεσκεύασαν και να τον αθωώσουν από τις τόσες βαριές κατηγορίες, τις οποίες δεν θα άντεχε ο τελευταίος ορθόδοξος χριστιανός, αυτοί τον ανέβασαν στο ύψος του Αγ. Χρυσοστόμου και του Μ. Βασιλείου και αμέσως τον εγκατέλειψαν ανυπεράσπιστο στη γενική κατακραυγή. Έτσι λοιπόν επέλεξαν σαν τον καλύτερο στρατηγικό τρόπο αντιμετωπίσεως των αντιδρώντων την μακαρία σιωπή. Την σιωπή του νεκροταφείου. Είτε λοιπόν ομιλούμε δι’ αυτό το θέμα στους Επισκόπους, είτε ομιλούμε σε ένα νεκρό ή σε ένα τοίχο, είναι ένα και το αυτό. Εισπράττουμε δηλαδή την απάντησι των επτασφραγίστων και ερμητικά κλειστών χειλέων. Είναι αυτό το οποίο λέγει απλά ο λαός. «Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα». Οι δε αφελείς και μισθωτοί ιερείς και όλοι οι προσκυνημένοι και ανελεύθεροι κληρικοί και μοναχοί, όταν τους μιλάς γι’ αυτήν την αγιοποίησι, σου απαντούν λακωνικώτατα «αφού τον αγιοποίησε η Σύνοδος εμείς πρέπει να τον αναγνωρίσωμε».

Τελειώντας πρέπει να αναφέρωμε ότι το μόνο πλέον που αναμένουμε από τους νεοπατέρας και νεοεποχίτας Επισκόπους, μία και άνοιξε διάπλατα διά του Χρυσοστόμου Σμύρνης η οδός των αγιοποιήσεων, είναι να αγιοποιήσουν τον πρόεδρο των ομοφυλοφίλων, προκειμένου να έχουν και αυτοί όπως και οι Μασόνοι κάποιον άγιο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αν θέλουν το θέμα να το θέσουν σε πατριωτικό επίπεδο. Η δε φωνή του θεοφόρου πατρός Μ. Βασιλείου είναι αναγκαίο να ηχήση από τα βάθη των πρωτοχριστιανικών αιώνων και σήμερα περιγράφουσα και διεκτραγωδούσα την τότε αλλά και την σημερινή εκκλησιαστική κατάστασι και το κατάντημα των Επισκόπων:

«Ανατέτραπται μεν τα της ευσεβείας δόγματα, συγκέχυται δε Εκκλησίας θεσμοί. Φιλαρχίαι δε των μη φοβουμένων τον Κύριον ταις προστασίαις επιπηδώσι (γίνονται δηλαδή Επίσκοποι οι φίλαρχοι) και εκ του προφανούς λοιπόν άθλον δυσσεβείας η προεδρία πρόκειται, ( η Επισκοπή είναι το έπαθλο για τους ασεβείς ), ώστε ο τα χαλεπώτερα βλασφημήσας εις επισκοπήν λαού προτιμότερος (επίσκοπος γίνεται ο πλέον βλάσφημος)......Ημαύρωται κανόνων ακρίβεια, εξουσία του αμαρτάνειν πολλή......»(Μ. Βασιλείου ΕΠΕ, 3,86).

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2009

























Πορίσματα


και παραλειπόμενα


του Συνεδρίου


για τον Αγιο Νικόδημο


από το blog apotixisi.

------------------------------------

Στη συνέχεια δημοσιοποιώ τα πορίσματα του συμποσίου που έγινε στη Γουμένισσα Κιλκίς , όπως έκαμαν και άλλα blog, και που δημοσίευσε το πρακτορείο ρομφαία.

Επειδή όμως παρευρισκόμουνα ο ίδιος εκεί, με ιδιαίτερα μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό, διότι τον Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη τον έχω μέσα μου σε ξεχωριστή αγάπη, ήθελα να αναφέρω κάποια παραλειπόμενα του συμποσίου που δεν καταχωρεί κανένας άλλος.

Ημουν παρών στο συμπόσιο σε όλες σχεδόν τις συνεδρίες. Παρηκολούθησα όλους τους συμμέτοχους με πολύ μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον.

Ηταν πράγματι όλοι σχεδόν οι ομιλητές αναλυτικοί, εποικοδομητικοί και πολύ κατατοπιστικοί στα θέματά τους.

Όταν κάτι το αγαπάς, προσπαθείς να δώσης ότι καλύτερο έχεις σ’ αυτό και να το κοσμήσης όσο το δυνατόν με περισσότερα κοσμήματα, για να το εμφανίσης πληρέστερο και τελειότερο.

Αυτό, νομίζω, ότι προσπάθησαν να κάμουν όλοι οι ομιλητές.

Να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους στην παρουσίασι ολων των αναλυομένων πλευρών του κεχαριτωμένου αδελφού και πατρός μας Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Μέσα όμως στο όλο υπέροχο κλίμα, υπήρξε και μία παραφωνία.

Ποιος θα το περίμενε;

Ποιος θα το φαντάζονταν;

Παρών στην ημερίδα, ήταν και ο σέρβος μητροπολίτης Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς.

Στο παρελθόν, είχα σχηματίσει πολύ καλή γνώμη γι αυτόν.

Από τα συγγράμματά του, από κάποιες εμφανίσεις του, αλλά ιδιαίτερα από την φήμη ότι αποτελεί αυτός και τινες άλλοι ελληνομαθείς σέρβοι κληρικοί, γνήσια τέκνα και έκγονα του αγίου πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς.

Είναι αλήθεια ότι σε προκαταλαμβάνει αυτό το γεγονός.

Κατ’ αρχάς, εμφανίστηκε ατημέλητος.

Ενας επίσκοπος όταν εμφανίζεται μέσα σε μία ημερίδα και συναναστρέφεται με πολλούς αφού τον πλησιάζουν δεκάδες και εκατοντάδες άνθρωποι, θα πρέπη να λάμπη από καθαριότητα.

Θα πρέπη, η εξωτερική του εμφάνισι να προκαλή, ακόμα και εκ πρώτης όψεως, άριστες εντυπώσεις.

Λυπούμαι, που αναγκάζομαι και γράφω για αυτονόητα πράγματα.

Η ατημέλειά του, προκαλούσε αλγεινή εντύπωσι.

Αλλά πέραν αυτού, που θα μπορούσε ίσως να παραβλεφθή, αν στη συνέχεια κατά τις παρεμβάσεις του ή την ιδική του κατάθεσι, δεν προκαλούσε με τις παράδοξες τοποθετήσεις του και τις θέσεις του απέναντι στις πάγιες και καταγεγραμμένες θέσεις του αγίου Νικοδήμου. Πολλάκις ανέφερε τον περιβόητο Γιανναρά, λές και ο Γιανναράς εκφράζει την ακραιφνή σημερινή ορθόδοξο φωνή.

Εδειξε ότι τον έχει περί πολλού ο άνθρωπος.

Τον θαυμάζει και υποκλίνεται μπροστά του.

Αλλά στη συνέχεια έκαμε επίθεσι στον αγιο Νικόδημο.

Αμφισβήτησε τις σωστές θέσεις του αγίου Νικοδήμου στο Εξομολογητάριό του για τα οικογενειακά θέματα και τις σχέσεις των ανδρογύνων κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές, πράγματα που προβλέπουν ακόμα και οι Ιεροί Κανόνες, κατά τρόπον μάλιστα άγαρμπον και αγροίκον, που προκάλεσε και δυσαρέστησε.

«Ενας καλόγηρος, μας είπε, δεν έπρεπε να εισέρχεται στην κρεβατοκάμαρα του αντρογύνου και να παρακολουθεί και να συμβουλεύει τι θα πρέπη να πράττη».

Ξαφνιάστηκαν οι συνδαιτυμόνες, μοναχοί και λαϊκοί, από την αιφνιδιαστική αυτή επίθεσι κατά του αγίου, του μητροπολίτου Ερζεγοβίνης Αθανασίου.

Αλλά επ’ αυτού του θέματος είπε και άλλα πολλά τολμηρά και ανεπίτρεπτα.

Μετά το πέρας του πρόχειρου λογιδρίου του, κάποια στιγμή τον πλησίασα προσωπικά εγώ και αφού του συστήθηκα και τον θύμησα που είχαμε συναντηθεί κάποτε και στο Παλαί ντε σπόρ της Θεσσαλονίκης, του ζήτησα να μου δώση κάποια εξήγησι, γιατί οι Σερβοι επίσκοποι και μάλιστα τα τέκνα του Πόποβιτς, κοινωνούν και επικοινωνούν και συμπαρακάθηνται, με τους Παπικούς;

Του είπα δε ότι εχω στας χείρας μου ακόμα και φωτογραφίες του ιδίου, του Αμφιλοχίου, και του πατριάρχου Σερβίας Παύλου, με Παπικούς, σε λατρευτική σύναξι.

Μου απάντησε, ότι αν δεν φύγω εκείνη τη στιγμή από κοντά του, θα μαλώναμε.

Πρόλαβα όμως και του εκαμα και την δεύτερη ερώτησι, γιατι εσεις σαν εκκλησία της Σερβίας, δίνετε την πεποίθησι στον Βαρθολομαίο, ότι εγκρίνετε όλες τις απαράδεκτες κινήσεις του μετά των Παπικών και των Προτεσταντών και αφήνετε σε όλους την εντύπωσι, ότι είστε σύμφωνοι σε όλα όσα εκείνος πράττει;

Τότε σηκώθηκε με ασυνήθιστη ταχύτητα ο ίδιος να φύγη από εκεί και μου απάντησε ότι σίγουρα είμαι παιδί του Ζήση και ....ο Βαρθολομαίος είναι ένας αιχμάλωτος!!!

Του ανταπάντησα, ότι δεν είμαι φερέφωνο κανενός αλλά είμαι ελεύθερος άνθρωπος και ο Βαρθολομαίος μόνο αιχμάλωτος δεν είναι, αλλά περνάει πολύ καλύτερα από όλους μας.

Και να αφήσουν όλοι τους αυτό το ….παραμυθάκι!!!

Είναι αλήθεια ότι δεν περίμενα όλα αυτά να τα ακούσω και να τα ζήσω, από ένα τέκνο του Πόποβιτς.

Αλγεινή και χειρίστη εντύπωσι μου προκάλεσε ο εν λόγω σέρβος μητροπολίτης και επαληθεύονται πλέον οι φήμες ότι και η σερβική εκκλησία κατέστη Οικουμενιστική και Λατινοφρονούσα και από τους μητροπολίτες της ο μόνος που διακρίνεται και ξεχωρίζει είναι ο μικρός το δέμας, αλλά μέγας τω ορθοδόξω φρονήματι, μητροπολίτης Ράσκας ΑΡΤΕΜΙΟΣ.

Όπως ψάχνουμε και αναζητούμε, ως ο Διογένης, να βρούμε έστω και ένα τέκνο του Επιφανίου που να ομοιάζη με τον Επιφάνιο, έτσι αναζητούμε και τα τέκνα του Πόποβιτς και δεν τα ανευρίσκουμε.

Λυπηρόν, λυπηρότατον αυτό το φαινόμενον, των ημερών μας!!!!
Θα ήταν όμως πραγματική παράλειψι, εάν δεν ανέφερα και την όντως Αβραμιαία φιλοξενία των ευσταλών και αεικίνητων σεβαστών Πατέρων της Μονής.
Τους έβλεπες παντού και πάντοτε παρόντες σαν αστακούς και καθόλην την διάρκεια των εργασιών του συμποσίου, να εξυπηρετούν τους πάντας κατά τον δυνατόν καλύτερον τρόπον, ούτως ώστε όλα να διεξάγωνται και να διευθετούνται, χωρίς την παραμικρή στενοχωρία ή και ατέλεια.
Προσωπικά, τους δίνουμε και από αυτό το blog τα θερμά μας συγχαρητήρια και τους παρακαλούμε ικετευτικά, να σπεύσουν άμεσα να αναζητήσουν και να ανεύρουν τα ανέκδοτα συγγράμματα του Αγίου Νικοδήμου και να τα εκδόσουν το δυνατόν ταχύτερον, πρός ψυχικήν ωφέλειαν των πιστών. Θα δώσουν μεγάλη χαρά και στον Αγιο και στο ποίμνιο της Εκκλησίας.
Ούτως ωστε, να προλάβουμε να τα χαρούμε και εμείς οι μεγαλύτεροι, πρίν εκπνεύσουμε το ζήν.

=========================

Ολοκληρώθηκε με επιτυχία το Β΄ Επιστημονικό Συνέδριο «Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, 200 χρόνια από την κοίμηση του», το οποίο πραγματοποιήθηκε

από 3 έως 5 Σεπτεμβρίου 2009, στο Ιερό Κοινόβιο Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Μετόχι της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, στον Πεντάλοφο Γουμένισσας.

Παρακάτω δημοσιεύουμε τα πορίσματα – συμπεράσματα του συνεδρίου:

1. Ο άγιος Νικόδημος είναι κορυφαίος διδάσκαλος του Γένους και της Εκκλησίας. Στην σχετικά σύντομη και πολύπονη επίγεια ζωή του παρήγαγε ογκωδέστατο έργο (τα μείζονα έργα του είναι 28, με περισσότερες των δέκα χιλιάδων σελίδων), που επηρέασε δραστικά την πορεία της θεολογικής σκέψης του σύγχρονου εκκλησιαστικού βίου της οικουμενικής Ορθοδοξίας.

Το Πηδάλιο, η Φιλοκαλία, ο Συναξαριστής, το Περί Συνεχούς Μεταλήψεως, το Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο, το Εορτοδρόμιο, η Χρηστοήθεια, ο Αόρατος Πόλεμος και τα Πνευματικά Γυμνάσματα είναι βιβλία σταθμοί καταγραφής της ορθοδόξου θεολογίας και έγιναν αντικείμενο ερεύνης στις εισηγήσεις του παρόντος συνεδρίου.

Παραμένουν πολλά ακόμη ανέκδοτα ελάσσονα έργα του Αγίου, κυρίως επιστολικά και υμνογραφικά, καθώς και πολλές άλλες πηγές που φωτίζουν άγνωστες πτυχές του βίου, της εργογραφίας και της θεολογίας του αγίου Νικοδήμου.

Η έρευνα καλείται να καλύψει αυτό το κενό και, όταν θα καταστεί δυνατόν, να εκδώσει σε μία επιμελημένη σειρά όλα τα έργα του αγίου.

Ελπίζουμε ότι με τη δύναμη του Θεού και τη βοήθεια του αγίου αυτό θα πραγματοποιηθεί εν καιρώ τω δέοντι από την ιερά μονή του.

Το παρόν συνέδριο έδωσε έμφαση στην προβολή της ερμηνευτικής συμβολής του αγίου Νικοδήμου, που έως τώρα στη θεολογική βιβλιογραφία δεν έτυχε της αρμοζούσης προσοχής. Αυτό ήταν η αρχή, απομένει ακόμη πολύς δρόμος.

Επισημάνθηκε ότι ένας από τους τομείς στους οποίους είναι ανάγκη να στρέψουμε την προσοχή μας είναι η έρευνα των πηγών των συγγραμμάτων του αγίου Νικοδήμου.

Δηλαδή ποιές εκάστοτε είναι οι άμεσες και ποιές οι δευτερεύουσες πηγές του, καθώς και οι τυχόν εξαρτήσεις του. Επίσης πρέπει να διερευνηθεί βαθύτερα ο τρόπος αξιοποίησης των πηγών του και ποιά, κάθε φορά, η στόχευσή του.

Ιδιαίτερης επίσης προσοχής ζήτημα είναι το ποιά ήταν η επίδραση του αγίου και της διδασκαλίας του στις διάφορες εκφάνσεις του εκκλησιαστικού και πνευματικού βίου και της θεολογικής σκέψης.

Οι εισηγήσεις κατέγραψαν σημαντικές πτυχές:

α) περί του ήθους των πιστών

β) περί της διατυπώσεως του δόγματος

γ) περί της Λατρείας

δ) περί της ποιμαντικής επιστήμης και της ορθοδόξου θεραπευτικής

ε) περί της κανονικής πράξεως

στ) περί της κοινωνικής διδασκαλίας

ζ) περί της συναξαριστικής γραμματείας

Αξιοποίησαν πρωτότυπο υλικό, αλλά μπροστά στο ογκώδες έργο του αγίου η προσπάθεια αποτελεί μια επιπλέον προσθήκη στην ανάπτυξη του οικοδομήματος των αγιονικοδημικών σπουδών.

Τέλος τονίσθηκε, δια πολλών προβληματισμών και διαλογικών παρεμβάσεων, ότι η διδασκαλία του αγίου Νικοδήμου θα μπορούσε να δώσει διέξοδο στην πνευματική παρακμή του σύγχρονου κόσμου και ιδιαίτερα της ελληνικής κοινωνίας.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, ο εκκλησιαστικός μας βίος και ο πνευματικός κόσμος έχουν να ωφεληθούν πολλά από τον μεγάλο Αγιορείτη πατέρα, τον πολλά πονήσαντα προς φωτισμό του ορθοδόξου Γένους.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

ΙΒ΄


ΑΞΙΟΜΙΣΘΙΕΣ ΑΓΙΩΝ


Αξιομισθίες των αγίων είναι μια Παπική θεώρηση, ότι οι άγιοι της Εκκλησίας έχουν κάνει περισσότερα καλά έργα, απ’ ότι χρειάζονται για τη σωτηρία τους, οπότε αυτά τα περισσεύματα καλών έργων μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη σωτηρία άλλων ανθρώπων, με τη μεσολάβηση κυρίως του Πάπα, αλλά και άλλων.
Οι αξιομισθίες δε του ίδιου του Χριστού είναι άπειρες και ανεξάντλητες!
Βέβαια η έννοια της αξιομισθίας δεν υπάρχει στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η δογματική της αξιομισθίας στηρίζεται στη θεωρία, ότι ενώ ο Χριστός οφείλει υπακοή στη δικαιοσύνη και στην τιμή του Θεού, δεν οφείλει να πεθάνει, επειδή είναι αναμάρτητος, γι’ αυτό θεωρείται ο θάνατός του, ως «υπέρτακτο έργο», δηλ. ως αξιομισθία του Χριστού.
Μετά την «ικανοποίηση της θ. δικαιοσύνης», ο Χριστός αποζημιώνεται υποχρεωτικά από τον Πατέρα με μια αμοιβή.
Όμως επειδή ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος δεν του χρειάζεται η αμοιβή.
Αν όμως ο «κερδηθείς μισθός» δε δινόταν σε κανέναν θα ήταν άχρηστος.
Γι’ αυτό ο Χριστός παρέχει την ανταμοιβή, την αξιομισθία Του.
Αυτή η αξιομισθία του Χριστού παραχωρείται από τον Θεό στον Πάπα (vicarious Christi, αντιπρόσωπο του Χριστού).
Αυτός πλέον χειρίζεται τις αξιομισθίες του Χριστού, αλλά και των Αγίων, παρέχοντας ή δωρίζοντας αυτές σε πιστούς, για τη σωτηρία τους.

Συνδεδεμένη με τη θεωρία των αξιομισθιών είναι και η έννοια του Καθαρτηρίου, ενός τόπου μεταξύ Παραδείσου και Κολάσεως, όπου εκεί οι ψυχές, οι οποίες δεν πρόλαβαν να μετανοήσουν και να ξεπλύνουν εν ζωή τα αμαρτήματά τους, θα μπορέσουν να εξαλείψουν το χρέος τους με βάση τον θησαυρό των αξιομισθιών των αγίων!

Πουθενά, ωστόσο, το Ευαγγέλιο δεν διδάσκει τέτοιο πράγμα, ούτε δέχεται «περισσεύουσες αξιομισθίες» στους ανθρώπους, όσο άγιοι κι’ αν ήτανε στη ζωή τους.
Όσον αφορά δε το Καθαρτήριο, ουδαμού αναφέρεται τέτοιος τόπος στην Πατερική Θεολογία. Υπάρχει Παράδεισος και Άδης και όχι κάποιος άλλος πρόσκαιρος τόπος, η δε μεταξύ τους απόσταση συνιστά χάσμα μέγα.
Ουδαμού στην Αγία Γραφή δεν αναφέρεται, ότι αμέσως μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα έχομε Παράδεισο, Καθαρτήριο και Κόλαση.
Η πρόγευση του Παραδείσου και της Κόλασης αρχίζει από την έξοδο της ψυχής από το σώμα.
Οι δίκαιοι βρίσκονται με άνεση και ελευθερία μαζί με τους αγγέλους στον ουρανό και προγεύονται της Βασιλείας των Ουρανών, οι δε αμαρτωλοί βρίσκονται κλεισμένοι στον Άδη, αναμένοντας με στενοχώρια και απαραμύθητη λύπη, σαν κατάδικοι, την απόφαση του Κριτή, βλέποντας όμως την αιώνια βάσανο.
Μετά την ανάσταση, αφού η ψυχή εισέλθει πάλι στο άφθαρτο σώμα και αλλοιωθεί όλη η κτίση και αφού διαιρεθεί το άκτιστο πυρ σε φωτιστικό και καυστικό, τότε ο άνθρωπος θα γευθεί της αιωνίου ζωής ή της αιωνίου κολάσεως.
Αναφέρει σχετικά ο άγιος Νεκτάριος:
«Κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, μετά θάνατον ουδεμία υπάρχει μεσάζουσα τάξις μεταξύ των μεταβαινόντων εις Ουρανούς και των καταβαινόντων εις Άδην. Δεν υπάρχει τόπος ειδικός, μεσάζων, ένθα ευρίσκονται αι ψυχαί των μετανοησάντων και μη ενεγκόντων καρπούς μετανοίας…..»
(Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής, σελ. 168-169).


Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009











ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ


ΣΜΥΡΝΗΣ



ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΝΑΙ –


ΟΧΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ


Έχουν περάσει δέκα επτά χρόνια από τότε που η Διαρκής Ιερά Σύνοδος τς Εκκλησίας της Ελλάδος, κατόπιν εισηγήσεως του τότε Μητροπολίτου Δημητριάδος Χριστοδούλου, κατέταξε μεταξύ των αγίων τον Εθνομάρτυρα Χρυσόστομο Καλαφάτη, Μητροπολίτη Σμύρνης.

Επειδή έχει αποφασισθή να εορτάζεται και να τιμάται ως άγιος κατά την Κυριακή του Σεπτεμβρίου προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι επίκαιρο να δημοσιευθούν κάποιες σκέψεις προς ενημέρωσι και περιφρούρησι του λαού του Θεού.


Αυτή η πράξις της εν λόγ αγιοποιήσεως εστιγμάτισε ανεπανόρθωτα τη Σύνοδο και έγινε αιτία και στον πλέον αδαή να καταλάβη περί το ποιόν και το επίπεδο της Συνόδου, το ότι δηλαδή κατευθύνεται από σκοτεινές δυνάμεις και έχει ως σκοπό, όχι να προστατεύση και να υπερασπισθή την Ορθόδοξο Παράδοσι και το λαό του Θεού, αλλά να εξυπηρετήση τα σχέδια των εχθρών της Εκκλησίας.

Και γινόμεθα συγκεκριμένοι διά να φανούμε ότι δεν φερόμεθα εμπαθώς και ότι δεν αδικούμε τα πράγματα.


1. Δεν συνέβη ποτέ στην Ορθόδοξο δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είχε τέτοια αγάπη και λατρεία για την πατρίδα, ώστε να θυσιάζη γι’ αυτήν τα πάντα και την πίστι στον Χριστό και την Αρχιερωσύνη του και τη ζωή του και την Εκκλησία και το ποίμνιό του.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.


2. Δεν συνέβη ποτέ στην Ορθόδοξο δισχιλιετή Παράδοσι να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είχε τόσες αιρέσεις μέσα του και τόσο σκοτάδι πνευματικό, ο οποίος να συμβιβάζεται και να αναγνωρίζη ως Ορθοδόξους τους αιρετικούς, να καλή τους Προτεστάντες πάστορες να κάνουν κηρύγματα στον Μητροπολιτικό ναό της Σμύρνης, να θέτη στο ποίμνιό του ως πρότυπο σε όλα τους αιρετικούς της Δύσεως, να μην μπορείς να βρης στα κείμενά του κάτι ορθόδοξο (όλα είναι αιρετικά πατριωτικά ή κοσμικά), να συμπροσεύχεται και να κηρύττη σε αιρετικούς ναούς των Προτεσταντών, να ζητά με πάθος την ένωσι με τους Προτεστάντες, χωρίς αυτοί να διορθώσουν τίποτε και κοντολογίς να μην έχη τίποτε ορθόδοξο μέσα του.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.


3. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είχε ειδωλολατρικές και πανθεϊστικές αντιλήψεις, ο οποίος σε όλες του τις αναφορές έφερε σαν παράδειγμα τους αρχαίους Έλληνες και ποτέ τους αγίους και ο οποίος προέβαλε πάντοτε το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα και ποτέ το ορθόδοξο χριστιανικό.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.


4. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος είναι κατηγορημένος ως Μασόνος, όχι μόνο από αναφορές των Μασόνων αλλά και από τους στενούς του συνεργάτες στην Μητρόπολι και από όλα του τα πιστεύω και τις αντιλήψεις του, τα οποία ταιριάζουν απολύτως με αυτά των Μασόνων.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης έχει και εδώ τη μοναδικότητα στα εκκλησιαστικά δεδομένα.


5. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος ήτο πολέμιος του μοναχισμού, απεχθάνετο την ασκητική του πλευρά και προέβαλε το κάλλος του σώματος κατά τα πρότυπα των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.


6. Δεν συνέβη ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος αγωνιζόταν με πάθος για τον εκσυγχρονισμό της Εκκλησίας κατά τα δυτικά πρότυπα, υπέβαλε γι’αυτόν τον σκοπό προγράμματα στο Πατριαρχείο στα οποία απαιτούσε να συντομευθούν οι ακολουθίες, να καταργηθούν οι εκκλησιαστικές αργίες, να καταργηθούν οι νηστείες, να προσαρμοσθή η Εκκλησία και να ακολουθή τα πορίσματα της επιστήμης, να γίνη αναθεώρησις και ανακάθαρσις των εκκλησιαστικών βιβλίων, της εκκλησιαστικής μουσικής και αγιογραφίας, να καταργηθή το ράσο των κληρικών, να σπουδάζουν οι θεολόγοι προς πληρέστερο καταρτισμό στην Ευρώπη και γενικώς να μη μείνη τίποτε όρθιο στη θέσι του μέσα στην Εκκλησία.


7. Δεν συνέβη ποτέ στα δεδομένα της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος ο οποίος ενώ ήτο Μητροπολίτης μονίμως οπλοφορούσε και μάλιστα εχειρίζετο άριστα το πιστόλι και με τα δύο χέρια και έφερε παράδειγμα προς μίμησι τον εαυτό του διά την εκπαίδευσι στα όπλα και κοντολογίς ήτο ένας άριστος «κάου-μπόϊ και πιστολέρο», ή ένα άλλο είδος επαναστάτου τύπου Τσε Γκεβάρα.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης είναι ο μοναδικός στα εκκλησιαστικά δεδομένα.


8. Δεν συνέβη τέλος ποτέ στην δισχιλιετή Παράδοσι της Εκκλησίας να αγιοποιηθή κάποιος και μετά από αυτήν την αγιοποίησι και επί δέκα επτά συνεχή χρόνια, να κατατίθενται μηνυτήριες αναφορές στη Σύνοδο με αδιάσειστα στοιχεία για το ποιόν του «αγίου», να γίνονται δημοσιεύσεις, όπως η παρούσα, να γίνονται διαμαρτυρίες, να γράφονται βιβλία εναντίον του «αγίου», να γίνονται εκδηλώσεις από τους Μασόνους και να τον παρουσιάζουν ως τον «άγιο τέκτονα» με την επιπλέον μόνιμη αναφορά των Μασόνων ότι «δεν θα έφθανε στην αγιότητα ο Χρυσόστομος Σμύρνης αν δεν ήτο Τέκτων», να προσκαλούμε τέλος τους αγιοποιήσαντας αυτόν Επισκόπους σε δημόσιο διάλογο και αυτοί να αντιμετωπίζουν την όλη υπόθεσι με τη ανευθυνότητα και την απάθεια ενός νεκρού, στον οποίο υποβάλλονται αυτές οι διαμαρτυρίες.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο της αντιμετωπίσεως αποδεικνύουν περίτρανα οι Επίσκοποι ότι ο μόνος ανελεύθερος, αντιδημοκρατικός και δικτατορικός τόπος είναι αυτός της Εκκλησίας, στον οποίο οι ολίγοι κατευθυνόμενοι προεστώτες επιβάλλουν τις απόψεις των στους πολλούς, αδιαφορώντας για την αλήθεια και πειθαρχώντας στις αρχές της Ν. Εποχής.


Αυτα γράφονται προς γνώσι του λαού του Θεού, ώστε όπου ευρίσκονται και βλέπουν τέτοιες φιέστες, οι οποίες προβάλλουν ως άγιο τον Χρυσόστομο Σμύρνης να διαμαρτύρονται και με κάθε τρόπο να υπερασπίζονται την Ορθόδοξο Παράδοσι, η οποία ισοπεδώνεται και μασονοποιείται στο φωτοστέφανο του Χρυσοστόμου Σμύρνης.


Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς



Υποσημείωσι blog apotixisi:


Με το παραπάνω κείμενο του αρχιμανδρίτου π. Ευθύμιου Τρικαμηνά, συμφωνούμε απόλυτα.

Ο Σμύρνης Χρυσόστομος υπήρξε πατριώτης, όχι όμως και άγιος.

Ετερον εκάτερον.

Δεν ασεβούμε στη μνήμη του, όταν αρνούμεθα να δεχθούμε την αγιότητά του, αλλά ξεχωρίζουμε τα πράγματα.

Η Εκκλησία πρέπει να μένη τελείως αμέτοχος από τους πατριωτισμούς και τους εθνικισμούς.

Ο Χρυσόστομος Σμύρνης, θα μπορούσε να είναι και πατριώτης και αγιος.

Ομως ήταν μόνο πατριώτης, αλλά όχι άγιος.

Ο ίδιος ο συνωνόματος ανηψιός του, που σήμερα ζεί, σε συνέντευξί του στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ, λέει ....αφελώς, ότι ο Χρυσόστομος Σμύρνης ήθελε να φτιάξη μία....ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ!!!

Και μόνον αυτό αρκεί γιά να παραδεχθούμε ότι δεν υπήρξε άγιος.

Τον τιμούμε, λοιπόν, ως πατριώτη, ΠΟΤΕ ως ΑΓΙΟ.