Σάββατο, 18 Ιουλίου 2009



Είναι αδύνατη


η ζητούμενη ένωση

Ζ΄


ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ



Προπατορικό αμάρτημα είναι ο χαρακτηρισμός του αμαρτήματος των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύας, το οποίον είχε σαν συνέπεια την έξωσή τους από τον Παράδεισο και την είσοδο της πνευματικής θνητότητας στο ανθρώπινο γένος, αφού οι συνέπειες της παράβασης της θείας εντολής μεταβιβάζονται σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Πράγματι, ενώ για τον Αδάμ και την Εύα η ενοχή για την παράβαση της θείας εντολής ήταν προσωπική επιλογή και συνέπεια του αυτεξουσίου, για τους απογόνους του γενάρχη του ανθρώπινου γένους είναι κληρονομική συμμετοχή σε όλες τις συνέπειες (είσοδος της αμαρτίας και πνευματικός θάνατος). Η λύτρωση του ανθρώπινου γένους από το προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του προαναγγέλθηκε από το Θεό στην Π. Διαθήκη και εκπληρώθηκε με την Ενανθρώπηση, τα Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού, ο οποίος αποκατάστησε την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό και κατάργησε με την Ανάστασή του τον θάνατο για να αποκαταστήσει το ανθρώπινο γένος στην προπτωτική του κατάσταση.

Η θεωρία της κληρονόμησης του προπατορικού αμαρτήματος είναι δυτικής προέλευσης και έχει πατέρα τον Αυγουστίνο, ο οποίος και επηρέασε την εν γένει δυτική σκέψη. Την κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, πρώτη καθιερώνει η Τοπική Σύνοδος της Καρθαγένης το 419, με τον ρκα΄ κανόνα αυτής. Η Σύνοδος αυτή δογμάτισε κατ’ αυτό τον τρόπο, υπό την επίδραση της θεολογίας του παρόντος σ’ αυτήν του Επισκόπου Ιππώνος Αυγουστίνου, η δε θεολογία αυτή έκτοτε έγινε βασικό δόγμα των Λατίνων. Τον κανόνα αυτόν επικυρώνει και ο β΄ κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρεται δε και στις μετέπειτα Τοπικές Συνόδους Κων/πόλεως 1638 και 1672, καθώς και Ιεροσολύμων 1672.

Το βασικό επιχείρημα των οπαδών της περί ενοχής θεωρίας του Αυγουστίνου είναι ο ισχυρισμός ότι, όπου στη Βίβλο και τα έργα των Πατέρων παρουσιάζεται διδασκαλία περί θανάτου, ασθενειών, κακουχιών και ταλαιπωριών, ως αποτελεσμάτων της πτώσεως, προϋποτίθεται διδασκαλία περί ενοχής του τιμωρούμενου, εφ’ όσον ο Θεός είναι δίκαιος και δεν δύναται να τιμωρεί αδίκως. Το γεγονός λοιπόν, ότι η ιουδαιοχριστιανική παράδοση παραδέχεται πτώση του ανθρώπου μετ’ ασθενειών, ταλαιπωριών και θανάτου, αποτελεί απόδειξη ότι όλη η ανθρωπότητα είναι ένοχος μιας τέτοιας αμαρτίας, η οποία δικαίως τιμωρείται από τη θεία δικαιοσύνη. Η διδασκαλία περί κληρονομικής ενοχής λοιπόν, αν και δεν αναφέρεται ρητώς και κατά τρόπο σαφή μέχρι του Αυγουστίνου, πρέπει όμως να θεωρηθεί ως προϋποτιθέμενη, αλλιώς δεν ικανοποιούνται οι απαιτήσεις για τις αντιλήψεις περί της θείας δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικός ο α΄ κανόνας της παπικής συνόδου του Τριδέντου του 1546: «εάν τις μη ομολογήση ότι ο πρώτος άνθρωπος ο Αδάμ….. επέφερε, δια της παραβάσεως αυτού, την οργήν και την αγανάκτησιν του Θεού, και δια τούτον τον θάνατον, μεθ’ ου πρότερον ηπείλησεν αυτόν ο Θεός….. ανάθεμα». Έτσι, η δυτική θεολογία διδάσκει, ότι: 1/ αίτιος του θανάτου είναι ο Θεός και 2/ ο θάνατος των δικαίων επετράπη ένεκα της θείας οργής για την παράβαση της πρώτης εντολής.

Για τους Έλληνες όμως Πατέρες δεν υφίσταται το, υπό μορφή δικανική, τεθέν πρόβλημα περί της κληρονομικότητας της ενοχής του Αδάμ και περί του επακόλουθου αυτής, δηλ. της τιμωρίας της ανθρωπότητας λόγω προσβολής της θ. δικαιοσύνης. Έτσι, ο Θεός δεν δημιούργησε το θάνατο και επέτρεψε το θάνατο και των δικαίων από ευσπλαχνία και όχι από οργή. Επακόλουθο της δυτικής θεώρησης περί της προπατορικής ενοχής είναι, ότι κάθε άνθρωπος που γεννιέται φέρει κληρονομικά το προπατορικό αμάρτημα, από το οποίο αποκαθαίρεται με το βάπτισμα. Η θεώρηση όμως αυτή είναι αντίθετη προς την Πατερική Θεολογία, η οποία, όπως αναλύεται παρακάτω, δέχεται ότι με το βάπτισμα δεν αποπλύνεται το προπατορικό αμάρτημα, καθότι, απλούστατα, τέτοιο αμάρτημα δεν υφίσταται:


1.- «ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, και οι υιοί ουκ αποθανούνται υπέρ πατέρων. έκαστος εν τη αυτού αμαρτία αποθανείται» (Δευτ. 24. 16).


2.- «Τότε Ηρώδης ιδών ότι ενεπαίχθη υπό των μάγων, εθυμώθη λίαν, και αποστείλας ανείλε πάντας τους παίδας τους εν Βηθλεέμ και εν πάσι τοις ορίοις αυτοίς από διετούς και κατωτέρω, κατά τον χρόνον ον ηκρίβωσε παρά των μάγων. τότε επληρώθη το ρηθέν υπό Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος. φωνή εν Ραμά ηκούσθη, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής, και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ματθ. 2. 16-18). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι για τα σφαγιασθέντα άγια νήπια (και μη βαπτισθέντα) ορθά υποστηρίζεται ότι το αίμα του μαρτυρίου τους υπήρξε και το βάπτισμά τους.


3.- «... εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 18. 3). Εάν δεν μετανοήσετε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε εις την βασιλεία των ουρανών. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη μετανοίας, καθότι δεν φέρουν κρινόμενα αμαρτήματα.


4.- «ιδόντες δε οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαυμάσια ά εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας, ωσαννά τω υιώ Δαυείδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ. ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς. ναι. ουδέπωτε ανέγνωτε ότι εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» (Ματθ. 21. 15-16). Ο ύμνος προς τον Θεόν εκφέρεται μόνον από στόματα νηπίων, δηλ. αυτά βρίσκονται σε επικοινωνία με την θεότητα και την υμνούν.


5.- «άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με ... των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία του Θεού» (Μαρκ. 10. 14, Λουκ. 18. 16). Τυπικά τα παιδιά εκείνα ήταν αβάπτιστα, όπως και οι γονείς τους, που όμως δεν ήτανε άπιστοι, αλλά ζητούσαν την ευλογία του Θεού.


6.- «ει τις αδελφός γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκεί οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν. και γυνή ει τις έχει άνδρα άπιστον, και αυτός συνευδοκεί οικείν μετ’ αυτής, μη αφιέτω αυτόν, ηγίασται γαρ ο ανήρ ο άπιστος εν τη γυναικί, και ηγίασται η γυνή η άπιστος εν τω ανδρί. επεί άρα τα τέκνα υμών ακάθαρτα εστι, νυν δε άγιά εστιν» (Κορινθ. Α΄ 7. 12-15). Δηλ. εάν ένας πιστός αδελφός συγκατοικεί με γυναίκα άπιστη, ας μη την αφήνει. Και εάν μια γυναίκα πιστή συγκατοικεί με άνδρα άπιστο, ας μην τον αφήνει. Γιατί ο άπιστος άνδρας αγιάζεται μέσω της γυναίκας και η άπιστη γυναίκα αγιάζεται μέσω του άνδρα. Αν δεν συνέβαινε τούτο τα τέκνα θα ήταν ακάθαρτα. Τώρα όμως, λόγω του ότι γεννήθηκαν από γονείς που έχουν αγιασμό, είναι και αυτά άγια, μετέχουν δηλαδή και μεταλαμβάνουν της πίστης και του αγιασμού του πιστού μέλους.


7.- «Αδελφοί, μη παιδία γίνεσθε ταις φρεσίν, αλλά τη κακία νηπιάζετε, ταις δε φρεσί τέλειοι γίνεσθε» (Κορινθ. Α΄ 14. 20). Τα νήπια δεν φέρουν καμία κακία και έτσι πρέπει να μην έχουν κακία και οι μεγάλοι.


8.- «Το δε απειρόκακον νήπιον, μηδεμιάς νόσου των της ψυχής ομμάτων προς την του φωτός μετουσίαν επιπροσθούσης, εν τω κατά φύσιν γίνεται, μη δεόμενον της εκ του καθαρθήναι υγιείας, ότι μηδέ την αρχήν την νόσον τη ψυχή παρεδέξατο» (Αγ. Γρηγορίου Νύσσης: «Περί των νηπίων των προ ώρας αφαρπαζομένων» μέρος 8). Δηλ. Το απειρόκακο όμως νήπιο καταλήγει στη φυσική ζωή, εφόσον καμιά ασθένεια δεν παρεμβάλλεται στα μάτια της ψυχής για την κοινωνία του φωτός, και δεν έχει ανάγκη την υγεία, που προέρχεται από τον εξαγνισμό, επειδή ούτε στην αρχή δεν δέχτηκε στην ψυχή την ασθένεια.


9.- «Πως αμαρτωλοί δι’ αυτόν κατεστάθησαν οι πολλοί; Τι προς ημάς τα εκείνου πταίσματα; πως δε όλως οι μήπω γεγενημένοι καταδεδικάσμεθα συν αυτώ, καίτοι Θεού λέγοντος. ουκ αποθανούνται πατέρες υπέρ τέκνων, ούτε τέκνα υπέρ Πατέρων, ψυχή η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται; Ουκούν ψυχή μεν η αμαρτάνουσα αυτή αποθανείται. Αμαρτωλοί δε γεγόναμεν δια της παρακοής του Αδάμ δια τοιόνδε τρόπον. πεποίητο μεν γαρ επί αφθαρσία και ζωή, ην δε αυτώ και ο βίος αγιοπρεπής εν τω παραδείσω της τρυφής, όλος ην και δια παντός εν θεοπτίαις ο νους, εν ευδεία δε και γαλήνη το σώμα, κατηρεμούσης απάσης αισχράς ηδονής. ου γαρ ην εκτόπων κινημάτων θόρυβος εν αυτώ. Επειδή δε πέπτωκεν υφ’ αμαρτίαν και κατώλισθεν εις φθοράν, εντεύθεν εισέδραμον την της σαρκός φύσιν ηδοναί τε και ακαθαρσίαι, ανέφυ δε και ο εν τοις μέλεσιν ημών αγριαίνων νόμος. Νενόσηκεν ουν η φύσις την αμαρτίαν δια της παρακοής του ενός, τουτέστιν Αδάμ. .....» (Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας: Ερμηνεία εις την προς Ρωμαίους Επιστολήν, Migne, P.G., 74, 788-789).


10.- «Η γαρ άωρος τελευτή των νηπίων ούτε εν αλγεινοίς είναι τον ούτω του ζην παυσάμενον νοείν υποτίθεται ούτε κατά το ίσον τοις δια πάσης αρετής κατά τον τήδε βίον κεκαθαρμένοις γίνεται» (Αγ. Γρηγορίου Νύσσης: Προς Ιέριον περί των προ ώρας αναρπαζομένων νηπίων, P.G. 46, 192).


11.- «... μήτε δοξασθήσεται, μήτε κολασθήσεται παρά του δικαίου κριτού, ως ασφραγίστους μεν, απονήρους δε, αλλά παθόντας μάλλον την ζημίαν ή δράσαντας. ου γαρ όστις ου κολάσεως άξιος, ήδη και τιμής» (Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου: Λόγος μ΄. Εις το άγιον Βάπτισμα, P.G. 36, 389).


12.- «Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ότι, όταν έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο και τον έβαλε στον παράδεισο, και ο άνθρωπος είχε τα πάντα, προκειμένου να κάνει τον δρόμο αυτό που χρειαζόταν, για να ανδρωθεί, του έδωσε μία εντολή. Ήταν τέλειος ο άνθρωπος, όπως ένα νήπιο. Ένα νήπιο όλα τα έχει, αλλά είναι νήπιο. πρέπει να ζήσει, για να ανδρωθεί......» (Συμεών Κραγιόπουλου, πρεσβύτερου: "Αδάμ, που εί;", σελ. 125).


13.- Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι βαπτίζουμε και τα νήπια «καίτοι αμαρτήματα ουκ έχοντα», ώστε να προστεθή «αγιασμός, δικαιοσύνη, υιοθεσία, κληρονομία, αδελφότης του Χριστού τα μέλη είναι, το κατοικητήριον γενέσθαι του πνεύματος» (Θεοδώρου Ζήση, πρεσβυτέρου, καθ. Α.Π.Θ. : «Άνθρωπος και κόσμος εν τη οικονομία του Θεού κατά τον ι. Χρυσόστομον», σελ. 119).


14.- «... γεγόναμεν της εν Αδάμ κατάρας κληρονόμοι. Ου γαρ πάντως ως συν εκείνω παρακούσαντες της θείας εκείνης εντολής τετιμωρήμεθα, αλλ’ ότι θνητός γεγονώς, εις το εξ αυτού σπέρμα παρέπεμψε την αμαρτίαν. θνητοί γαρ γεγόναμεν εκ θνητού...» (Άγ. Αναστάσιος Σιναϊτης).


15.- «Περί Νηπίων δυο ή τριών χρόνων. Πάλιν δε εχώρισεν ο Κύριος άλλην συναγωγήν, η οποία εσταμάτησεν εμπρός Του τετυφλωμένη, πλην οδηγουμένη υπό Θεού επήγεν. Εις ταύτην δεν εβάρυνεν ούτε καλόν ούτε κακόν. Τα δε πρόσωπά των ήσαν ωσεί χνους. Και ούτε εντρέποντο ούτε εδοξάζοντο. τα δε φορέματά των ήσαν πενιχρά και τα χέρια και τα πόδια των γυμνά. όμως εις ταύτα όλα δεν εντρέποντο, ούτε ο Κύριος ωργίσθη κατ’ αυτών, αι αμαρτίαι των ήσαν εις τους γονείς των. Επρόσταξε δε ο Κύριος να τους δώσουν ολίγης απολαύσεως ανάπαυσιν. Εν τούτοις ο τόπος της αναπαύσεως εκείνης δεν ήτο εις την Βασιλείαν των Ουρανών ούτε εις την Αγίαν Πόλιν, αλλά εις τόπον της ανατολής, εις τον οποίον τους έβαλεν ο Κύριος, διότι εβόησαν παράκλησιν προς τον φοβερόν Κριτήν και είπον: «Κύριε, λυπήσου μας, ότι Χριστιανών τέκνα είμεθα και δεν μας άφησεν ο αιφνίδιος θάνατος να δεχθώμεν την σφραγίδα Σου, το Άγιον Βάπτισμα. Και αν ίσως ηθέλαμεν ζήσει εις τον κόσμον, ηθέλαμεν σπουδάσει να Σου αρέσωμεν και μας ήθελες βάλει εις την Βασιλείαν Σου». Ταύτα έγιναν και εις τούτην την συναγωγήν, εις την οποίαν ήσαν παιδιά Χριστιανών αβάπτιστα και τα ανέστησεν ο Κύριος ο Θεός εις την ηλικίαν των άλλων ανθρώπων και εισήκουσε την παράκλησίν των». (Αποκαλυπτικό όραμα αγ. Βασιλείου του νέου, 10ος αιώνας. Πρωθ. Ευγ. Τόμπρου: Στόμα Θανάτου, 1971, σελ. 76-77).


16.- «Ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύαν νήπια και έθεσεν αυτούς εν τω παραδείσω» (Ιωάννη Ρωμανίδη, πρεσβυτέρου, Καθηγητή Α.Π.Θ.: «Το προπατορικόν Αμάρτημα», σελ. 156).


17.- «Διό ουχ ως φθονών αυτώ ο Θεός, ως οίονταί τινες, εκέλευσεν μη εσθίειν από της γνώσεως. Έτι μην και εβούλετο δοκιμάσαι αυτόν, ει υπήκοος γίνεται τη εντολή αυτού» (Θεόφιλος Αντιοχείας: Προς Αυτόλυκον Β΄, 24). Ο άνθρωπος, έτι νήπιος ων κατά τον Θεόφιλον είχεν ανάγκην ικανής πνευματικής ασκήσεως και δοκιμασίας, ίνα φθάση εις την δυνατότητα να φάγη ακινδύνως εκ του ξύλου της γνώσεως (Ι. Ρωμανίδη, πρεσβ. καθ. ΑΠΘ: Το προπατορικόν αμάρτημα, σελ. 122).


18.- «Ερωτήθη και περί τούτου ο Πατήρ ούτος, από ποίαν ηλικίαν του ανθρώπου κρίνονται παρά Θεού τα αμαρτήματα; και αποκρίνεται ότι, κατά την γνώσιν και την φρόνησιν του κάθε ανθρώπου, έτσι κρίνονται και τα αμαρτήματά του. Διότι, εκείνα μεν τα παιδία όπου είναι φύσεως δεξιάς και έξυπνα, αυτά ευκολώτερα και ογλιγωρότερα διακρίνουσι το καλόν από το κακόν, δια τούτο και από δέκα χρόνων κρίνονται παρά Θεού τα αμαρτήματά των. Εκείνα δε όπου εξ εναντίας είναι φύσεως νωθράς, και νοός αποκοιμημένου, δυσκολώτερα και αργότερα έρχονται εις την του καλού και κακού διάκρισιν, όθεν και από περισσοτέρους χρόνους της ηλικίας των κρίνονται παρά Κυρίου τα αμαρτήματά των. Όρα και την υποσημ. του μ΄ της s´». (Ερμηνεία ΙΗ΄ κανόνος Τιμοθέου Αλεξανδρείας. Πηδάλιο, σελ. 676). Επομένως τα παιδιά μέχρι τουλάχιστον 10 ετών δεν διαπράττουν αμαρτήματα κρινόμενα, καθότι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη κρίση και λογική.


19.- «Καθ’ όσον δε η νεωτέρα συστηματική της δογματικής διατύπωσις (του προπατορικού αμαρτήματος) εγένετο υπό την αναντίρρητον επίδρασιν της σχολαστικής θεολογίας, η δε επιστημονική θεολογική κίνησις των Διαμαρτυρομένων μεταδίδεται και εις την ημετέραν Θεολογίαν, η περί προσωπικής ευθύνης επί τη αρχεγόνω αμαρτία δόξα φέρεται εν επιγνώσει ή ανεπιγνώστως και παρ’ ημίν, πρώτος δε ο μακαρίτης καθηγητής του πανεπιστημίου Δαμαλάς εξήλεγξεν αυτήν ως απάδουσαν τη Γραφή και τη διδασκαλία των Πατέρων αρνούμενος εν γένει πάσαν επί τη αρχεγόνω αμαρτία ενοχήν" (Χ. Ανδρούτσου, καθ. Πανεπ. Δεύτερον μάθημα περί του Προπατορικού αμαρτήματος, Κωνσταντινούπολη 1896, σελ. 5).


20.- «ευτυχώς τα περί του ανευθύνου του ανθρώπου επί τη αρχεγόνω αμαρτία παρά τοις Πατράσι αμέσως ή εμμέσως φερόμενα είναι ούτω σαφή και αναμφισβήτητα, ώστε ευχερώς δύναταί τις να συνεικάση το περί τούτου φρόνημα των Πατέρων καταρτίζων αυτό ένθεν μεν προφανώς και αναμφισβητήτως εξ όσων περί νηπιοβαπτισμού και τύχης νηπίων αβαπτίστων απεφήναντο, ένθεν δε και εξ ετέρων μαρτυριών αυτών» (Χ. Ανδρούτσου, ως ανωτέρω, σελ. 37).


21.- «δεν υφίσταται δια τους Έλληνας Πατέρας το υπό δικανικήν μορφήν τεθέν πρόβλημα περί της κληρονομικότητος της ενοχής του Αδάμ και περί της επακολουθησάσης τιμωρίας της ανθρωπότητος λόγω προσβολής της θείας δικαιοσύνης ή φύσεως» (Ι. Ρωμανίδη: πρεσβ. καθ. ΑΠΘ: "Το προπατορικόν αμάρτημα" 1992, σελ. 19).


22.- «Ούτω μεταχειριζόμενος τον Χριστόν ως την κλείδα της αρχεγόνου καταστάσεως περιγράφει ο Ειρηναίος (Λουγδούνων) την προς την τελείωσιν και αθανασίαν πορείαν των πρωτοπλάστων. Επομένως, όπως ο Χριστός εγεννήθη νήπιος και ακολούθως ηυξήθη σωματικώς, ηνδρώθη και προέκοψε και ετελειοποιήθη (όχι από της αμαρτίας προς την τελείωσιν, αλλά εκ καταστάσεως βρέφους εις τέλειον ηνδρωμένον διανοητικώς και σωματικώς, και δια πειρασμού ακόμη, άνθρωπον), ούτω και οι πρωτόπλαστοι εκτίσθησαν παρομοίως νήπιοι, ίνα αυξηθούν, ανδρωθούν και γίνουν τέλειοι σωματικώς και ψυχικώς. Ο Χριστός εγεννήθη άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως. εν τούτοις όμως προέκοψε και ετελειοποιήθη. Ούτω και οι πρώτοι άνθρωποι επλάσθησαν άνευ αμαρτίας ή ελλείψεως, ίνα προκόψουν και γίνουν τέλειοι. Όπως ο Χριστός έγινε κατά την ανθρωπίνην φύσιν άφθαρτος και απαθής μετά την ανάστασιν, ούτω και ο άνθρωπος τέλειος γενόμενος θα έφθανε την αφθαρσίαν..... Κατά τον Ειρηναίον (Λουγδούνων) και τον Θεόφιλον (Αντιοχείας) οι πρωτόπλαστοι όντες νήπιοι προσεβλήθησαν υπό του σατανά και αδίκως επλήγησαν. Η δυνατότης της παρακοής της θείας εντολής τη συστάσει του όφεως οφείλεται κατά πολύ εις το γεγονός ότι οι πρώτοι άνθρωποι δεν είχον ακόμη τελειοποιηθή» (Ερμηνεία από το χωρίο: Ειρηναίου Λουγδούνων, Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως, Δ΄ XXXVII, 3. Ι. Ρωμανίδη, ως ανωτέρω, σελ. 150-151).


23.- «Άπαξ γίνει δεκτόν ότι η φθορά και ο θάνατος αποτελούν εκ Θεού τιμωρίαν όλων των ανθρώπων (όπως δια τον Αυγουστίνον η εις χείρας του διαβόλου και εις θάνατον καταδίκη του ανθρώπου είναι, ένεκα της εν τω Αδάμ συνενοχής όλων των ανθρώπων, θέλημα Θεού), δημιουργείται αδιέξοδον όσον αφορά την μετάδοσιν αυτών εις τους απογόνους του Αδάμ. Δια να διαφυλαχθή υπό τας προϋποθέσεις αυτάς η αγαθότης του Θεού, πρέπει κατά κάποιον τρόπον να είναι ένοχος της πτώσεως όλη η ανθρωπότης. Αλλά δια τους συγγραφείς (Έλληνες Πατέρες) δεν υφίσταται τοιούτον θέμα, απλούστατα διότι, κατ’ αυτούς ο θάνατος δεν είναι εκ Θεού. επετράπη ο θάνατος υπό του Θεού ουχί ένεκα τιμωρού τινός διαθέσεως της θείας δικαιοσύνης, αλλά τουναντίον ένεκα της θείας προς τον άνθρωπον ευσπλαγχνίας» (Ι. Ρωμανίδη, ως ανωτέρω, σελ. 154-155).


24.- «Κατά την δυτική αντίληψη η κληρονόμηση του θανάτου είναι κληρονόμηση της ενοχής, ωσάν ο κάθε άνθρωπος να αμάρτησε στο πρόσωπο του Αδάμ και, επομένως, ο καθένας είναι αίτιος του δικού του θανάτου. Όμως στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων φαίνεται ότι δεν πρόκειται για κληρονόμηση ενοχής, αλλά για κληρονόμηση των συνεπειών της αμαρτίας του Αδάμ, που είναι η φθορά και η θνητότητα» (Ιεροθέου, Μητροπολίτη Ναυπάκτου: «Η ζωή μετά τον θάνατο» σελ. 48-49).


25.- «Ο Αυγουστίνος, που επηρέασε πολύ την σχολαστική θεολογία της Δύσεως και στο θέμα της κληρονομήσεως του θανάτου, υποστήριζε ότι κληρονομήσαμε την ίδια την αμαρτία του Αδάμ, ενώ στην πατερική παράδοση φαίνεται ότι κληρονομούμε τις συνέπειες της αμαρτίας, που είναι η φθορά και η θνητότητα, οι οποίες μεταδίδονται μέσα από την σωματική γέννηση» (Ιεροθέου, όπως ανωτέρω, σελ. 49).


26.- «Η ορθόδοξη θεολογία δεν διδάσκει αυτό που λέγει η δυτική θεολογία, ότι ο άνθρωπος κληρονομεί την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος. Γιατί πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος με την γέννησή του έχει καθαρό νου, ο νους του βρίσκεται στον φωτισμό, που συνιστά το κατά φύσιν» (Ιεροθέου, ως ανωτέρω, σελ. 108).


27.- «Αφού τα νήπια έχουν καθαρό νου, ο οποίος βρίσκεται στον φωτισμό, και το νήπιο κάνει νοερά προσευχή, τότε γιατί τα βαπτίζουμε; Η απάντηση, όπως φαίνεται σε όλη την πατερική παράδοση, είναι ότι δια του αγίου Βαπτίσματος δεν απαλλασσόμαστε από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος (γιατί τέτοιο αμάρτημα δεν φέρομε), αλλά εκκεντριζόμαστε στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και αποκτούμε την δυνατότητα να νικήσουμε τον θάνατο» (Ιεροθέου, ως ανωτέρω, σελ. 108-109).


28.- Το βάπτισμα του νηπίου ορίζεται και εξαρτάται από τη θέληση των γονιών του και αυτό το έχει αποδεχθεί και θεσπίσει η Εκκλησία, καθότι το αβάπτιστο νήπιο είναι ανεύθυνο. Η υπάρχουσα πιθανώς ευθύνη των πιστών γονέων ως προς την καθυστέρηση και αναβολή του βαπτίσματος δεν υποδηλώνει ούτε απιστία ούτε δόλο των ιδίων, αλλ’ ούτε ασφαλώς και του ανεύθυνου και αθώου νηπίου. Έτσι όταν οι γονείς ζητούν την ευλογία και χάρη της Εκκλησίας για την κήδευση και ταφή του θανόντος νηπίου τους, ασφαλώς θα τη ζητούσαν και για τη βάπτισή του. Και η πρόθεσή τους αυτή μπορεί να διαπιστωθεί, αν μάλιστα ο θάνατος επήλθε μετά το Σαραντισμό, που είναι ο πρώτος εκκλησιασμός του νηπίου και γι’ αυτό η σχετική ευχή λέγεται και προβαπτισματική. Και το αυτό ισχύει και για τις επίσης προβαπτισματικές ευχές «εις γυναίκα λεχώ τη πρώτη ημέρα της γεννήσεως του παιδίου αυτής» και «εις το κατασφραγίσαι παιδίον λαμβάνον όνομα τη ογδόη ημέρα της γεννήσεως αυτού», όταν γίνεται η σχετική τελετή της ονοματοδοσίας του παιδιού (Μοναχού Νικόδημου Μπιλάλη: Περιοδικό Πολύτεκνη Οικογένεια αρ. φ. 89, σελ. 21).


29.- «Πουθενά στην Π. Διαθήκη δεν γίνεται λόγος για ένα αμάρτημα που μεταβιβάζεται κληρονομικά ως ενοχή στους απογόνους του Αδάμ, όπως το παρουσίασε κυρίως η δυτική θεολογία..... Νομίζω, όλη η ιστορία της Π. Διαθήκης είναι η επανάληψη του προπατορικού αμαρτήματος, ως παρακοής στο θέλημα του Θεού με όλες τις γνωστές συνέπειες. Με άλλα λόγια τα μεταπατορικά αμαρτήματα, ως παρακοή στο θέλημα του Θεού με τις γνωστές συνέπειες της έκπτωσης και της απώλειας αγαθών, έχουν ουκ ολίγη ομοιότητα με το προπατορικόν αμάρτημα, που φυσικά δεν είναι η σεξουαλικότητα!» (Ν. Ματσούκα, καθ. Θεολογικής ΑΠΘ. Επιστήμη, φιλοσοφία και θεολογία στην εξαήμερο του Μ. Βασιλείου, σελ. 39).


30.- «Η πατερική θεολογία είδε το προπατορικό αμάρτημα ως αρρώστια και δεν έκανε λόγο για καμιά κληρονομική ενοχή παρά μονάχα για την κληρονόμηση της φθοράς και του θανάτου». Όμως: «Επηρεασμένος ο άνθρωπος κυρίως από το νομικό πνεύμα και τη δικαιική τάξη, στο εκδηλούμενο κακό, θέλει πάντοτε ν’ αναζητεί ευθύνη και τιμωρία!» (Ι. Κορναράκη, καθ. Θεολογικής Παν. Αθηνών. Η κρίση της Θεολογικής αυτοσυνειδησίας. Παρακαταθήκη αρ. 35, σελ. 6).


31.- «Ο πάνσοφος Παύλος έγραψε να μη γινόμαστε παιδιά στο μυαλό, αλλά να είμαστε σαν τα νήπια ως προς την κακία, ενώ στη σκέψη να τελειοποιούμαστε. Διότι δεν είναι δυνατόν, αν πρώτα δεν καθαρισθούμε από την κακία και δεν γίνουμε αγνοί σαν τα νήπια, να γίνουμε τέλειοι στη σκέψη ή τέλειοι άνθρωποι και τίμιοι εργάτες της αλήθειας» (Αγ. Ισίδωρου Πηλουσιώτη, Επιστολές, ΕΠΕ Α΄ 442).

Από τα ανωτέρω αναφερόμενα αγιογραφικά και αγιοπατερικά κείμενα καταφαίνεται, ότι η σοφία των Πατέρων αντιμετωπίζει τελείως διαφορετικά το θέμα του προπατορικού αμαρτήματος, απ’ ότι η δυτική θεολογία, η θέση τους δε αυτή βεβαίως καθίσταται και θέση της καθόλου Εκκλησίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω, ο άνθρωπος δεν κληρονομεί το προπατορικό αμάρτημα, αλλά την φθορά και την θνητότητα, από τα οποία δεν τον απαλλάσσει το βάπτισμα. Τα νήπια κανένα αμάρτημα δεν κατέχουν (ούτε και το προπατορικό), το αντίθετο μάλιστα, καθότι βρίσκονται σε άμεση κοινωνία με τον Θεό επειδή έχουν καθαρό νου και ο νους τους βρίσκεται σε κοινωνία με τον Θεό, αυτός δε ο νους τους βρίσκεται στην κατάσταση του φωτισμού (όπως ο προπτωτικός Αδάμ), η δε βάπτιση των νηπίων είναι ο εκκεντρισμός τους, ως μέλη της Εκκλησίας και όχι η απαλλαγή τους από το προπατορικό αμάρτημα (το οποίον βέβαια δεν φέρουν).

Όσον αφορά δε την είσοδο ή μη των αβάπτιστων παιδιών στην βασιλεία του Θεού καταφαίνεται σαφώς, ότι ο ίδιος ο Θεός και μόνον γνωρίζει, εμείς δε οπωσδήποτε δεν μπορούμε να πούμε, ότι είναι στον παράδεισο, ούτε βέβαια μπορούμε να πούμε (όπως το αποκλείει ο άγιος Γρηγόριος), ότι είναι στην κόλαση.



Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Ξαναρωτούμε και περιμένουμε πολύ υπομονετικά απάντησι.



Το ζήτημα το θεωρούμε πολύ σοβαρό.
Γι’ αυτό επανερχόμαστε και ξαναρωτούμε.
Για να δούμε, θα μας δοθή καποια απάντησι;


Στην Θεσσαλονίκη συγκροτήθηκε στις 20.5.09 στη Θεολογική Σχολή, Ουνίτικη ημερίδα, από Οικουμενιστάς και Λατινόφρονας.

Είμασταν και εμείς εκεί, παρόντες.


Αιφνιδίως, σηκώθηκε επάνω και ζήτησε να μιλήση κάποιος ανήσυχος και ευτραφής κληρικός, που περιεφέρετο αράσοτος, ασκεπής και έχοντας πλάϊ του πανταλανοφορούσα τινά γυναίκα.


Ανήλθε στο βήμα και μας παρουσιάστηκε, όπως και ο Μαρτζέλος τον προσφώνησε,
«ως αντιπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου».


Το όνομά του, Παύλος Κουμαριανός.

Που είναι τακτικός αρθρογράφος του περιοδικού "ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ".

Το επωνύμιό του, απλή συνωνυμία ή …συγγενής;


Στη συνέχεια, ο κύριος αυτός, μίλησε καθαρά και ξάστερα, ΟΥΝΙΤΙΚΑ.

Όλοι μας φρίξαμε, όσα από το «μελίρρυτο» στόμα του ακούσαμε.


Εμείς ρωτάμε και ξαναρωτάμε, γιατί πληροφορίες μας λένε ότι «κάποιον λάκκο έχει η φάβα»:

Εστάλη ή δεν εστάλη ο κύριος αυτός, ως αντιπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου;


ΝΑΙ ή ΟΧΙ;


Κύριοι υπεύθυνοι, απαντήστε μας.


Αρχιεπίσκοπε Ιερώνυμε, απάντησε.

Εάν, ΟΧΙ, τι συνέχεια δόθηκε;


Εκλήθη ο κύριος αυτός εις απολογίαν, ναί ή όχι;


Και πως οι αρμόδιοι που διοργάνωσαν την ημερίδα δέχθηκαν έν λευκώ, να μιλήση καποιος εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου;


Δηλαδή μπορεί ο καθένας «ρέμπελος» ρασοφόρος, να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου και να τον εκπροσωπή;


Και να λέη, τις «άρες μάρες κουκουμάρες του»;


Τι γίνεται, κύριε Ιερώνυμε;


Τι επικρατεί εκεί πέρα στην αρχιεπισκοπή; Μπάχαλο;


Οι εκπρόσωποι του περιβόητου Ζηζιούλα, του εγκάρδιου φίλου του τέως αρχιεπισκόπου Ιάκωβου Βαβανάτσου, θα σας εκθέσουν ανεπανόρθωτα.


Εμείς, θέλουμε κάποια απάντησι.
Και θα την περιμένουμε αυτήν την απάντησι με μεγάλη επιμονή και με πολυ μεγάλη υπομονή.

Θα την έχουμε; Για να δούμε!!!

Ρωτούμε και περιμένουμε απάντησι:



Ο Παύλος Κουμαριανός,

ήταν απεσταλμένος από τον Αρχιεπίσκοπο,

στην Ουνίτικη ημερίδα της Θεσσαλονίκης της 20.5.09 ή ΟΧΙ;


Ποιος θα μας πή την αλήθεια;


Και αν ΟΧΙ, τι έκαμαν οι υπεύθυνοι;


Τι τιμωρία του επέβαλαν;

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009







Γιατί η Ι. Σύνοδος αρνείται πεισμόνως

να απαντήσει σε ερωτήματα Πίστεως,
και να ορθοτομήσει έτσι τον λόγον της Αληθείας;

του κ. Παναγ. Σημάτη, Θεολόγου


Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθήσαμε κάποια πολυσήμαντα εκκλησιαστικά γεγονότα.


1ον.
Τις εσπευσμένες και συντονισμένες ενέργειες Βατικανού και Φαναρίου για την άμεση διεκπεραίωση θεμάτων του «Διαχριστιανικού Διαλόγου», όπως η προσπάθεια της «τακτοποίησης» του Πρωτείου του Πάπα εις βάρος της Ορθοδοξίας.
Αυτό φάνηκε από τις εισηγήσεις των Πανεπιστημιακών και τις έντονες αντιδράσεις των πιστών στην Ημερίδα της Θεσσαλονίκης (20/5/09).

2ον.
Την κυκλοφορία της γνωστής πλέον «Ομολογίας της Πίστεως», που συνέπεσε επικαίρως και λειτούργησε ως αντίποδας της Ημερίδας, υπογράφεται δε από χιλιάδες Ορθοδόξους (Επισκόπους, ιερείς, μοναχούς και λαϊκά μέλη της Εκκλησίας) και

3ον.
Την κυκλοφορία του περιοδικού της Ι. Μονής Μεγάλου Μετεώρου, «Εν Συνειδήσει», τα κείμενα και οι φωτογραφίες του οποίου, όχι με συλλογισμούς και εικασίες, αλλά με χειροπιαστά γεγονότα-ντοκουμέντα αποδεικνύουν τα αντορθόδοξα οικουμενιστικά ανοίγματα και την καταπάτηση Κανόνων Οικουμενικών Συνόδων από τους ελάχιστους πρωτοστατούντας του Φαναρίου και τους συνοδοιπόρους τους, οι οποίοι θέλουν στανικά να επιβάλλουν την θέλησή τους στο Ορθόδοξο πλήρωμα της Εκκλησίας που κρατούν απληροφόρητο.


Ταυτόχρονα ο π. Γεώργιος Τσέτσης (Οικουμ. Πατριαρχείο) και ο π. Παύλος Κουμαρινός (που εκπροσώπησε τον Αρχιεπίσκοπο στην Ημερίδα), διετύπωσαν απαράδεκτες θέσεις, και παρόλο που δέχθηκαν δριμεία κριτική από τα Μ.Μ.Ε., δεν έδωσαν καμία απάντηση.


Μ’ αυτά τα γεγονότα συνδέεται, φωτίζεται και εξηγείται ένα παλαιότερο γεγονός, και είναι τώρα ο κατάλληλος καιρός να δημοσιοποιηθεί ευρύτερα, ώστε οι πιστοί να προσθέσουν ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ των οικουμενιστικών δρωμένων, να αντιληφθούν το ρόλο των Ποιμένων τους, να αναλογισθούν τις ευθύνες τους και να πάρουν θέση.


Συγκεκριμένα:
Εδώ και τρία χρόνια ετέθησαν επωνύμως και επιμόνως συγκεκριμένα Ερωτήματα, για ζωτικότατα προβλήματα Πίστεως στην Ι. Σύνοδο, που έχουν σχέση με τους Θεολ. Διαλόγους και τον Παπισμό και τα προκάλεσαν οι αντορθόδοξες απόψεις και ενέργειες του Μητρ. Καλαβρύτων.
Τα Ερωτήματα:
αποτελεί αιρετική δοξασία το filioque ή είναι θεολογούμενο;
είναι αίρεση ο Παπισμός ή μόνο σχίσμα;
απαγορεύεται η μνημόνευση αιρετικών στην Θ. Λειτουργία ή επιτρέπεται; απαγορεύεται η παραχώρηση ορθόδοξου ναού σε αιρετικούς ή επιτρέπεται;
Όλα τα ανωτέρω διδάσκει ο Καλαβρύτων. Τι απαντά σ’ αυτά η Ι. Σύνοδος;


Η γρήγορη απάντηση εκ μέρους της Ι. Συνόδου επιβαλλόταν, διότι:
α) υπήρχε διάσταση μεταξύ του κυρίως διδασκάλου (που είναι ο Επίσκοπος κάθε τοπικής Εκκλησίας) και του κατά σύμβαση δασκάλου, που μπορεί να είναι κάθε θεολόγος.
β) απασχολούν πολλά μέλη της Εκκλησίας και έχουν τεθεί και από άλλους .
γ) και διότι, όπως φάνηκε στην προαναφερθείσα Ημερίδα της Θεσσαλονίκης, η λαίλαπα της αιρέσεως του οικουμενισμού είναι συνεχούς διαρκείας και κλιμακούμενης εντάσεως και η «εκποίηση» της Πίστεως συντελείται ημών μακαρίως αδόντων περί «υπακοής» στον Επίσκοπο και τους «πνευματικούς» και περί της «ατομικής» μας σωτηρίας.
(Ήδη, τα κοινά σχέδια Βατικανού και Φαναρίου περί βελούδινης «τακτοποιήσεως» ερήμην του λαού, του δαιμονικού Πρωτείου του Πάπα, αποκαλύφτηκαν στη Θεσσαλονίκη σε λεπτομέρειες, και όπως βασίμως διαδίδεται , τα σχέδια αυτά θα υλοποιηθούν τον Οκτώβριο, στην νέα συνάντηση της Κύπρου).


Η Ι. Σύνοδος, όμως, αντί να ξεκαθαρίσει το θέμα, δεν έδωσε καμία απάντηση στα Ερωτήματα αυτά! Εσιώπησε πλήρως.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με στέλεχος της Ι. Συνόδου στις αρχές του 2009 και στην και δια του τηλεφώνου διαμαρτυρία, μου είπε:
μην περιμένεις να βγάλει ανακοίνωση η Ι. Σύνοδος για το αν το filioque είναι αίρεση.
Συμφωνώ μαζί σου ότι είναι, αλλά δεν ενεργούμε μόνοι μας, ακολουθούμε την γραμμή του Οικουμ. Πατριαρχείου στο θέμα!


Επανέρχομαι στο τοπικό επίπεδο και πάλι.
Αυτή την σιωπή της Ι. Συνόδου, ο κ. Αμβρόσιος εξέλαβε ως δικαίωση των θέσεών του, και εφέτος επανέλαβε κάποια από τα κηρύγματα αυτά.
Πίστευε, ίσως, ότι δεν θα αντέξουμε να υποστούμε ξανά την δοκιμασία των ύβρεων από τους επισκέπτες του δικού του «εκκλησιαστικού» blog, όπως έγινε πέρυσι, προς όσους αντιδράσαμε και υποστηρίξαμε τις ορθόδοξες θέσεις∙
οι φίλοι του blog, μας είχαν χαρακτηρίσει ως: άκαρδους, ανάλγητους, ψυχοπαθείς, σκληροπυρηνικούς, τυπολάτρες... του ιδίου του Μητροπολίτου συνευδοκούντος.


Βέβαια, στο φετινό του σημείωμα, σπεύδει εξ αρχής να δηλώσει, πως «όσα καταγράφονται παρακάτω αποτελούν την προσωπική άποψη» του Μητροπολίτη. «Αποτελούν γνώμην και όχι εντολήν».
Ποια σημασία, όμως, έχει αυτή η δήλωση, όταν η γνώμη του έρχεται σε αντίθεση με την πράξη της Εκκλησίας;
όταν, παρότι του υποδείχτηκε η ορθή άποψη των Πατέρων και χωρίς να την αναιρέσει, την διαγράφει αυθαίρετα;
Όταν η γνώμη του γίνεται εντολή για τους ιερείς, που αναγκάζονται να μνημονεύουν αιρετικούς κατά την Θ. Λειτουργία;
(Αυτό ομολόγησε κάποιος λευΐτης εις επήκοον άλλων, όταν διαμαρτυρήθηκα γι’ αυτήν την μνημόνευση την ώρα που μας έδιδε το αντίδωρο: είμαι υπάλληλος και εκτελώ εντολές ανωτέρων μου, είπε).
Όταν -εξ αιτίας αυτής της γνώμης του Επισκόπου- αναγκάζονται οι πιστοί ή να υποστούν την αντι-κανονική μνημόνευση ή να απέχουν;
Εφ΄ όσον o Επίσκοπος είναι «στόμα Χριστού», μπορεί να εκφράζει διαφορετική γνώμη, για θέματα που η Εκκλησία διδάσκει «άλλως»;

Όλοι -ως άνθρωποι ατελείς- μπορεί να κάνουμε κάποια λάθη.

Είναι δυνατόν, όμως, να καταγγέλλεται στην Ι. Σύνοδο κάποια κατ’ επανάληψη λανθασμένη διδασκαλία Επισκόπου, που ως εκ της θέσεώς του επηρεάζει τους πιστούς, και η Ι. Σύνοδος να αρνείται να πάρει θέση;
Τι επιδιώκει, άραγε, η Ι. Σύνοδος με τη στάση αυτή, αρνούμενη να «ορθοτομήσει τον λόγο της αληθείας»;
Προς τα πού θέλει να «στρέψει» τους πιστούς, που κάνουν τις ενοχλητικές ερωτήσεις και εισπράττουν σιωπή;

Λογικά, λοιπόν, συνδέεται το όλο θέμα με τα τεκταινόμενα στους μετά των Παπικών και το Π.Σ.Ε. Διαλόγους, τους οποίους, η υπό τον πρώην Αρχιεπ. Χριστόδουλο (αυτάδελφο εν Χρυσοπηγή του κ. Αμβροσίου) Ι. Σύνοδος, αλλά και τώρα η υπό τον νυν Αρχιεπ. κ. Ιερώνυμο, δεν θέλει να κακοκαρδίσει.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά έχει και εγκάρδιες σχέσεις με τους Αγγλικανούς, όπως φαίνεται από τους θερμούς χαιρετισμούς του κ. Ιερώνυμου προς τον Αρχιεπ. Των Αγγλικανών, παρά το ότι εγκρίνει τον γάμο των ομοφυλοφίλων (Επίσκοπός του ενυμφεύθη μετά …ανδρός) και ο οποίος εδήλωσε με τρόπο αναιδή (που θα ανάγκαζε τον Απ. Παύλο όχι να τον συγχαίρει, αλλά να του αποστείλει επιτιμητική επιστολή, παρόμοια με εκείνη που τότε έστειλε προς Κορινθίους) τα εξής:
«Η ενεργός σεξουαλική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων του ίδιου φύλου ενδέχεται να αντικατοπτρίζει την αγάπη του Θεού, με τρόπο παρόμοιο όπως συμβαίνει στον γάμο» («Ελευθεροτυπία», 08/08/2008).


Αυτή η οικουμενιστική συγκριτιστική νοοτροπία, φαίνεται είναι και ο λόγος, που η Ορθόδοξος Εκκλησία (και μαζί της η Εκκλησία της Ελλάδος) δεν αντιδρά, γιατί είναι δέσμια του δόγματος του Φαναρίου για Ένωση με τους Παπικούς και υπό τον Πάπα, με τις οδηγίες και τις ευλογίες του Π.Σ.Ε.


Εδώ να υπενθυμίσω την πρόσφατη απόφαση της Ι. Συνόδου της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που αποτελεί μια φωτεινή ελπίδα.
Αποφάσισε «να μην στείλει εκπροσώπους στην Συνάντηση …μεταξύ ΡΚαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας», (θα γίνει στην Κύπρο τον Οκτώβριο), διότι «τέτοιοι θεολογικοί διάλογοι δεν οδήγησαν …ούτε στην ελάχιστη συνδιαλλαγή ΡΚαθολικής και Ορθόδοξης Δογματικής».


Μετά την παράθεση των γεγονότων, εκ των οποίων αποδεικνύεται ότι οι θέσεις του Καλαβρύτων για τους παπικούς, η αντιμετώπιση του όλου θέματος από την Ι. Σύνοδο και η στάση του Πατριαρχείου ως προς τους Διαλόγους συνδέονται άμεσα, απευθύνω και πάλι τα ίδια Ερωτήματα, τόσο στην Ι. Σύνοδο που απαξιοί να απαντήσει, όσο και προς τους πιστούς που ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν γι’ αυτά τα θεμελιακά για την διατήρηση της Πίστεως θέματα, και που έχουν την δυνατότητα να παρέμβουν επωνύμως και να ζητήσουν εξηγήσεις.
Παρακαλώ δε άλλη μια φορά και ζητώ να πάρω απάντηση, όπως ως μέλος της Εκκλησίας και θεολόγος δικαιούμαι (παρά την αναξιότητα, τα λάθη ή την επιμονή μου, που από κάποιους παρεξηγείται χαρακτηριζόμενη ως προσωπική κόντρα, ώστε έτσι να αναγκαστώ να παύσω να μιλώ), γιατί το θέμα -όπως τίθεται- είναι σοβαρότατο.

Επίσης, κάνω έκκληση στην Ι. Σύνοδο -σταθμίζοντας την βαρύτητα των εξελίξεων- να ακολουθήσει την Βουλγ. Εκκλησία και να μην στείλει εκπρόσωπο στην Κύπρο.
Για την αντικειμενική ενημέρωση των πιστών, παραθέτω:

α) αποσπάσματα της Ερώτησης, με την οποία ζητούσα να επιβεβαιώσει ή να διορθώσει η Ι. Σύνοδος τις αντιπατερικές θέσεις του Καλαβρύτων, και

β) αποσπάσματα από το φετινό κείμενο του κ. Αμβρόσιου, ο οποίος εναντιούμενος προς την Αλήθεια την οποία «υπηρετεί», επιμένει να χρησιμοποιεί αθεολόγητες εξηγήσεις για να δικαιολογήσει τις απόψεις του. (Δες mkka.blogspot.com, στις ημερομηνίες 7-17/6/08 και 14/6/09).


«Προς Δ. Ι. Σύνοδο… ΘΕΜΑ: Ερώτηση για τη Μνημόνευση ετεροδόξων στη Θ. Λειτουργία

Σεβαστοί Πατέρες, …Κάποιοι επεσήμαναν στο Σεβ/το: τις προηγούμενες χρονιές «επιτρέψατε να αναφερθούν τα ονόματα των μη ορθοδόξων θυμάτων του σεισμού στα Άγια… Ο Σεβ/τος απαντώντας παραδέχτηκε, πως «ναι, …πολλές άλλες τα εμνημόνευσα». Και ισοπεδώνοντας τις περιπτώσεις, σαν να μην υπάρχει διαφορά στη μνημόνευση των αιρετικών από τη μη μνημόνευση, αντί να εκφράσει τη θεολογική εξήγηση της Εκκλησίας …απαντά ανακατεύοντας τα πάντα: «Προς τι η έμφαση; …Μπορούμε και πρέπει να προσευχόμεθα υπέρ όλων, …υπέρ των Ετεροδόξων Αδελφών μας, …επίσης προσευχόμεθα: "τους πεπλανημένους επανάγαγε"… Η εντολή του Κυρίου είναι: "εύχεσθε υπέρ αλλήλων, όπως ιαθήτε". …Ο Κύριος εδίδαξε να αγαπάμε και τους εχθρούς μας…. Με τους ατυχείς Γάλλους λοιπόν θα τα βάλλουμε; …Τους χρεωστούμε μια προσευχή!».
…Επανέρχονται λοιπόν οι Αιγιώτες και τον ερωτούν: Φυσικά και συμφωνούμε για τις προσευχές της Εκκλησίας υπέρ όλων. Τα αιτήματα όμως αυτά διαφέρουν από το αίτημα του μνημοσύνου, κατά το οποίο παρακαλούμε να τοποθετήσει ο Θεός την ψυχή του κοιμηθέντος αιρετικού “μετά δικαίων και των αγίων”. Μνημονεύοντάς τους δηλαδή ονομαστικά στη Θ. Λειτουργία (κατά την οποία μνημονεύονται μόνο τα μέλη της) ζητούμε από το Θεό να τους τοποθετήσει σ’ ένα χώρο τον οποίο οι ίδιοι ελεύθερα δεν είχαν επιλέξει, να τους σώσει δια της βίας και με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που Αυτός μας υπέδειξε! Και παραθέτουν δυό-τρία κείμενα του Αγίου Νεκταρίου, του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου και του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου, μέσα στα οποία διατυπώνεται η Ορθόδοξη θέση της Εκκλησίας, ότι απαγορεύεται η μνημόνευση των αιρετικών στη Θ. Λειτουργία, γιατί έτσι «καταλύονται τα όρια της Εκκλησίας».
Ο Σεβασμιώτατος όμως, επιμένει στην άποψη, ότι μπορούμε να μνημονεύουμε στη Θ. Λειτουργία τους αιρετικούς (αγνοώντας τελείως τις γνώμες των Αγίων). Όπως θα δείτε στα ελάχιστα αποσπάσματα πού επισυνάπτω οι «φίλοι» του blog συγχαίρουν τον Σεβασμιώτατο, γιατί είναι τόσο προοδευτικός, τους κάνει Ορθόδοξη κατήχηση και τους δίνει την Ορθόδοξη κατεύθυνση στο θέμα..
Σεβασμιώτατοι, Σας παρακάλεσα πριν από δυο χρόνια με «Ερώτηση»… να πάρετε επίσημα θέση στο «αν είναι αίρεση ο Παπισμός …ή σχίσμα και ακόμα δεν πήρατε θέση. Σας παρακαλώ και ελπίζω, πως τώρα θα κάνετε το αυτονόητο καθήκον σας, θα μας δώσετε, δηλαδή, επίσημα τη θέση της Εκκλησίας στο ερώτημα.. Με σεβασμό… 16/6/2008
Απόσπασμα από το κείμενο του Μητροπ. Καλαβρύτων http://mkka.blogspot.com (13 Ιουνίου 2009)
«ΜΙΑ ΑΚΑΡΔΗ ΣΤΑΣΗ!… Όσα καταγράφονται παρακάτω αποτελούν την προσωπική μας άποψη. Αποτελούν γνώμην και όχι εντολήν... Ο χριστιανός προσεύχεται υπέρ πάντων. Άκόμη και για τούς ετερόδοξους; θα ερωτήσει κάποιος. Μάλιστα υπέρ πάντων ανθρώπων! …Ας προσεγγίσουμε λοιπόν τα λειτουργικά κείμενα. ΕΙΡΗΝΙΚΑ. Στα «ειρηνικά» προσευχόμεθα: …Υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου... Σημείωση: όταν παρακαλούμε υπέρ της ειρήνης του κόσμου ολοκλήρου, περιλαμβάνονται ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, όλος ο κόσμος. …Στο Κάϊρο, όπου υπάρχει η Μονή του Αγ. Γεωργίου, οι Μουσουλμάνοι της περιοχής προσέρχονται ως προσκυνητές του Αγίου και οι ιερείς μας διαβάζουν σ’ αυτούς ευχές για τη βασκανία και εξορκισμούς. Όταν παρακαλούμε υπέρ πλεόντων, οδοιπορούντων κλπ. συμπεριλαμβάνονται όλοι όσοι ταξιδεύουν, …δηλ. άνθρωποι παντός θρησκεύματος. ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΟΙ… Γιατί άραγε μπορώ να προσευχηθώ για ένα μη βαπτισμένο και κατηχούμενο και δεν μπορώ να το πράξω για ένα ήδη βαπτισμένο στο όνομα του Χριστού, κι ας είναι καθολικού δόγματος χριστιανό, που ήλθε στη χώρα μου ως ταξιδιώτης και τουρίστας και βρήκε τραγικό θάνατο στα ερείπια του ξενοδοχείου; …Μπορώ να προσευχηθώ γι΄ αυτόν, αλλά δεν μπορώ να συμπροσευχηθώ με τους συγγενείς του και δεν μπορώ να κοινωνήσω από το ίδιο Άγιο Ποτήριο, επειδή δεν έχω κοινωνία πίστεως μαζί τους! ΑΓΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ… Στη θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου γίνεται μνεία υπέρ των πεπλανημένων και των σκορπισθέντων από την μάνδρα της μιάς, αγίας και καθολικής Εκκλησίας... Άρα μέσα στη θεία λειτουργία προσευχόμεθα για τους σχισματικούς και για τούς αιρετικούς!... ΚΗΔΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ, ΑΝ ΧΡΕΙΑΣΘΗ! Στο Μικρό Ευχολόγιο της Εκκλησίας περιλαμβάνεται ειδικό κεφάλαιο περί «ταφής ετεροδόξων υπό ορθοδόξων ιερέων»…: «Συμφώνως προς την υπ΄ αριθμ. 1621/343 από 15 Μαρτίου 1891 Εγκύκλιον Ι. Συνόδου, επιτρέπεται εις ορθοδόξους ιερείς να κηδεύσωσιν ετεροδόξους Χριστιανούς, όταν δεν υπάρχωσιν εκεί ιερείς της ιδίας αυτών ομολογίας».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

α) Η Ορθοδοξία μας είναι οικουμενική.
Αγκαλιάζει όλο τον κόσμο και προσεύχεται για όλο τον κόσμο.

β) Μπορούμε να προσευχώμεθα για όλους, αλλά δεν μπορούμε να συμ-προσευχώμεθα με όλους!

γ) Τελικά, παρά το γεγονός ότι οι αμφισβητίες αναγνωρίζουν ως «παρατυπία» την μνημόνευση των ονομάτων κάποιων αλλοδαπών, εδημιούργησαν ολόκληρο ζήτημα εκ του μηδενός.
Όπως κι αν έχει το πράγμα, η Ορθοδοξία μας δεν κινδυνεύει εξ αυτού. Χρειαζόμαστε μεγάλη καρδιά…

+ Ο ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ & ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ.
Διασκευή από post που αναρτήθηκε πέρισυ. 13/6/09».




Είναι αδύνατη

η ζητούμενη ένωση


ΣΤ΄



ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΙ


ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


Ένα από θεολογικά ζητήματα, που χωρίζουν Ανατολή και Δύση είναι και το θέμα της ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία πρεσβεύει, ότι ο θάνατος είναι δημιούργημα του διαβόλου, ο δε Λόγος εσαρκώθη για να καταποντίσει το κράτος του θανάτου («θανάτω θάνατον πατήσας»), πράγμα που έγινε με την σταύρωση και ανάστασή Του, για τους Παπικούς ο θάνατος είναι δημιούργημα του Θεού, ο δε Λόγος εσαρκώθη και εσταυρώθη προς ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης και για να δώσει το καλό παράδειγμα της αγάπης και της υπακοής ως προϋπόθεση ένωσης με τον Θεό, αυτός δε ο θάνατος θα καταργηθεί με την β΄ παρουσία.


Η ανωτέρω Ορθόδοξη θέση τεκμηριώνεται από πάμπολλους Πατέρες της Εκκλησίας (Άγιο Ειρηναίο, Μέγα Αθανάσιο, Κύριλλο Αλεξανδρείας, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο, Μάξιμο Ομολογητή, Νικόλαο Καβάσιλα, Γρηγόριο Παλαμά κ.ά.) και αποτελεί την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ οι Παπικοί βασιζόμενοι σε Δυτικούς «πατέρες» (Αυγουστίνο, Αβελάρδο, Άνσελμο, Ακινάτο κ.ά.) εκφράζουν την εντελώς αντίθετη δογματική θέση, που εδράζεται στην διαφορετική τους άποψη έναντι του προπατορικού αμαρτήματος και της δημιουργίας του Σατανά, τον οποίον θεωρούν ως όργανο και υπηρέτη του Θεού προς τιμωρία του ανθρώπου ένεκα της θείας οργής (ενώ η Ορθόδοξη δογματική θέση είναι εκ διαμέτρου αντίθετη).


Προς επίρρωση των ανωτέρω αναφέρονται ολίγα τινά από πληθώρα Ορθοδόξων κειμένων περί του θέματος αυτού:


Α/ Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος αναφέρει:

«Δεύτερον δε, τις ο λόγος, Μονογενούς αίμα τέρπειν Πατέρα, ως ουδέ τον Ισαάκ εδέξατο παρά του πατρός προσφερόμενον, αλλ’ αντηλλάξατο την θυσίαν, κριόν αντιδούς του λογικού θύματος; Ή δήλον, ότι λαμβάνει μεν ο Πατήρ, ουκ αιτήσας, ουδέ δεηθείς, αλλά δια την οικονομίαν, και το χρήναι αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον. ιν’ αυτός ημάς εξέληται, του τυράννου βία κρατήσας, και προς εαυτόν επαναγάγη δια του Υιού μεσιτεύσαντος, και εις τιμήν του Πατρός τούτο οικονομήσαντος, ώ τα πάντα παραχωρών φαίνεται. Τα μεν δη Χριστού τοιαύτα, και τα πλείω σιγή σεβέσθω. Ο δε χαλκούς όφις κρεμάται μεν κατά των δακνόντων όφεων, ουχ ως τύπος δε του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ ως αντίτυπος. και σώζει τους εις αυτόν ορώντας, ουχ ότι ζη πιστευόμενος, αλλ’ ότι νενέκρωται, και συννεκροί τας υπ’ αυτόν δυνάμεις, καταλυθείς, ώσπερ ην άξιος. Και τις ο πρέπων αυτών παρ’ ημών επιτάφιος; Που σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος; Τω σταυρώ βέβλησαι, τω ζωοποιώ τεθανάτωσαι. Άπνους, νεκρός, ακίνητος, ανενέργητος, και, ει το σχήμα σώζεις όφεως, εν ύψει στηλιτευόμενος» (Λόγος με΄, Εις το Άγιον Πάσχα, 22, Migne, P.G., 36, 653).


B/ Ο καθ. Ι. Καρμίρης αναφέρει:

«Ακόμη και ο όρος «ικανοποίησις» ή «Satisfactio» είναι ξένος προς τους Έλληνας Πατέρας» (Ετερόδοξοι επιδράσεις επί της ομολογίας του ΙΖ΄ αιώνος. Ιεροσόλυμα 1949, σελ. 64, σημ. 3).


Γ/ Ο καθ. π. Ι. Ρωμανίδης αναφέρει:

«Η εν τη Δύσει επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία είναι εν γενικαίς γραμμαίς η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασι των πεφωτισμένων. όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού προς σωτηρίαν των πιστών» (Το προπατορικόν αμάρτημα. Αθήνα 1992, σελ. 2-3).


Παρ’ όλο λοιπόν, που οι δογματικές θέσεις των Παπικών και της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, καθότι εδράζονται σε διαφορετικές θεωρήσεις του θανάτου, του Σατανά, της πτώσης και της απολύτρωσης του ανθρώπου, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν και επιζούν οι επιδράσεις από την ΡΚαθολική και Προτεσταντική κατήχηση, κατάλοιπα του σχολαστικισμού και διαφωτισμού, της προσπάθειας δυτικοποίησης της Ορθοδοξίας, της βλαπτικής επίδρασης των ιδεών του Α. Κοραή, ο οποίος αντικατέστησε: α/ την κάθαρση της καρδιάς με την φιλοσοφική ηθική, β/ τον φωτισμό του νου με τον μεταφυσικό φωτισμό της διάνοιας και γ/ την θέωση με το τίποτε και τέλος της εκρίζωσης του μοναχισμού στην χώρα μας από την βαυαροκρατία. Έτσι φθάνουμε σήμερα να διαβάζουμε σε βιβλίο Ορθόδοξης κατήχησις : «..... δια τούτο ο Θεάνθρωπος προσέφερεν εαυτόν επί του Σταυρού ως σφάγιον εξιλαστήριον, αντιπροσωπεύσας μεν δια της ανθρωπίνης φύσεώς του τον πταίσαντα, παρασχών δε δια της θείας τοιαύτην αμύθητον αξίαν εις τον θάνατόν του, ώστε να κάμψη τα σπλάχνα του Απείρου Θεού. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ο υπέρ ημών Σταυρωθείς ικανοποίησε την θείαν δικαιοσύνην, ειρηνοποίησε τα πάντα εν εαυτώ και εδώρησεν εις ημάς την απολύτρωσιν «δια του αίματος αυτού» (Εφεσ. α΄ 7)». (Ιερά Κατήχησις. π. Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ. Έκδοση ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝIΑΣ, Αθήνα 1997, σελ. 56).


Δεν εκπλησσόμεθα για την παρείσφρηση τέτοιων Ρωμαιοκαθολικών δογμάτων σε Ορθόδοξη κατήχηση, γιατί δεν είναι τα μοναδικά, που έχουν εμφιλοχωρήσει, αλλά συγκλονιζόμεθα, όταν τέτοια κείμενα ακούγονται από αναγνώστες στις τράπεζες μονών του Αγ. Όρους, που θεωρείται πλέον ο εναπομείνας Φάρος της Ορθοδοξίας, και από την πείσμονα άρνηση της αντικατάστασής των μετά από σχετικές υποδείξεις. Πρέπει όμως κάποτε να αρχίσουμε, έστω και αργά να αντικαθιστούμε τέτοια κείμενα με αντίστοιχα Ορθόδοξα, ώστε τουλάχιστον να σταματήσουμε σαν Ορθόδοξοι να κατηχούμεθα με θέσεις, που έχουν χαρακτηρισθεί αιρετικές από το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας μας.


Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009







Παραμυθία

Πνευματική




Άκουσα δια ένα ασκητή Ιερέα, ότι ήτο σοφός άνθρωπος και πλήρης από κατανόηση. Όστις μετέβαινεν εις αυτόν, δια να εξομολογηθή, ευρίσκετο εις ατμόσφαιραν πλήρη μειλιχιότητος, συμπαθείας και ψυχοσωτηρίου διδασκαλίας, και απεχώρει ήρεμος ψυχικώς. Αμέσως μετέβην εις τον άγιον αυτόν Γέροντα, ο οποίος μετά από τινάς συμβουλάς έδωσεν εις εμέ να διαβάσω τας εξής σημειώσεις:


Ταπεινή Εξομολόγησις


Στρέφων τα όμματα της ψυχής μου προσεκτικώς εις τον εαυτόν μου και παρακολουθών την πορείαν της εσωτερικής μου καταστάσεως, ευρίσκω εις τον εαυτόν μου, μετά από λεπτομερή εξέτασιν των συναισθημάτων και της συμπεριφοράς μου, ότι:

Δεν αγαπώ τον Θεόν

Αν ηγάπων πραγματικώς τον Θεόν, θα είχον την σκέψιν μου εστραμμένην προς Αυτόν και θα ήμουν ευτυχισμένος. Έκαστη σκέψις δια τον Θεόν θα έδιδεν εις εμέ χαράν και αγαλλίασιν.

Αντιθέτως όμως, πολύ συχνότερον και πολύ ευκολώτερον σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ενώ η απασχόλησις της σκέψεώς μου με τον Θεόν καταντά εργασία επίπονος και άκαρπος.

Εάν ηγάπων τον Θεόν, η συνομιλία μου με Αυτόν δια της προσευχής, θα ήτο η τροφή και η τρυφή μου και θα με ωδήγει εις αδιάσπαστον επικοινωνίαν με Αυτόν. Όμως, όλως αντιθέτως, όχι μόνον δεν ευρίσκω ευχαρίστησιν εις την προσευχήν μου, αλλά χρειάζεται εκάστην φοράν να καταβάλλω προσπάΘειαν, δια να προσευχηθώ. Αγωνίζομαι κατά της απροθυμίας, νικώμαι από την αμαρτωλότητά μου και είμαι πάντοτε πρόθυμος ν' ασχολούμαι με κάθε ανόητον σκέψιν και πράγμα, ακόμη και κατά την ώραν της προσευχής. Με αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικόν, να μικραίνη η προσευχή και ν' απομακρύνεται η σκέψις από αυτήν.

Ο καιρός μου χρησιμοποιείται εις ματαίας απασχολήσεις και όταν θέτω τον εαυτόν μου κάτω από την Παρουσίαν του Θεού, τότε κάθε δευτερόλεπτον φαίνεται εις εμέ, πώς είναι μία ολόκληρος ώρα. Καθ' όλην την ημέραν είναι ζήτημα, αν διαθέτω έστω και μίαν ώραν, δια να βυθιστώ εις Θείαν εντρύφησιν και Ιεράν μελέτην, όπως ζωογονήσω την καρδίαν μου με την αγάπην μου προς Αυτόν, ενώ ευχαρίστως εξοδεύω όλην σχεδόν την ημέραν μου ωσάν μίαν θερμήν προσφοράν και θυσίαν εις τα είδωλα των διαφόρων παθών μου.

Συνεχώς συζητώ δια μηδαμινά πράγματα και γεγονότα, τα οποία μολύνουν το πνεύμα, και αυτό δίδει εις εμέ ευχαρίστησιν. Εις τας σκέψεις μου δια τον Θεόν είμαι άκαρπος, απρόθυμος και αμελής. Και όταν ακόμη, χωρίς να το θέλω, συμβαίνει, ώστε άλλοι να με παρακινήσουν εις πνευματικήν συζήτησιν, προσπαθώ να μετατρέψω το θέμα εις άλλο τι, πλέον ευχάριστον εις τας επιθυμίας μου.

Είμαι πάρα πολύ περίεργος δια κάθε μοντέρνο, δια τα πολιτικά και δια πλήθος άλλων ζητημάτων. Πολύ συχνά ζητώ την ικανοποίησιν εις την αγάπην προς τας κοσμικάς γνώσεις, την επιστήμην, την τέχνην, και θέλω διαρκώς ν' αποκτήσω περισσότερα υλικά αγαθά. Η μελέτη του Νόμου του Θεού, η γνώσις Αυτού και της Θρησκείας, δεν μου κάμνουν πολλήν εντύπωσιν.

Εάν η αγάπη προς τον Θεόν είναι η τήρησις των εντολών Του, όπως ο Χριστός είπεν: «εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας Εμάς τηρήσατε», (κατά Ιωάν. ιδ' 15) εγώ όχι μόνον δεν τηρώ αυτάς, αλλά ούτε τινά προσπάθειαν καταβάλλω να κατορθώσω την τήρησίν των. Ούτως είναι απόλυτος αλήθεια, ότι δεν αγαπώ τον Θεόν. Επάνω εις αυτό ο Μέγας Βασίλειος λέγει: «Η απόδειξις ότι ο άνθρωπος δεν αγαπά τον Θεόν, έγκειται εις το γεγονός, ότι δεν τηρεί τας εντολάς Του».

Δεν αγαπώ ούτε τον πλησίον μου.

Εάν ηγάπων τον πλησίον μου, θα ήτο δυνατόν να σκεφθώ και ν' αποφασίσω να δώσω και την ζωήν μου δι' αυτόν, εάν θα υπήρχεν ανάγκη. Όχι, όμως, αυτό μόνον δεν κάμνω, αλλά ούτε και την παραμικράν θυσίαν είμαι διατεθειμένος να υποστώ δι' αυτόν. Εάν ηγάπων τον πλησίον μου, συμφώνως με την εντολήν του Θείου Ευαγγελίου, αι λύπαι του θα ήσαν και ιδικαί μου λύπαι και αι χαραί του θα αντανακλούσαν εις το πρόσωπόν μου, όπως εις το ιδικόν του.

Αντιθέτως ευχαριστούμαι ν' ακούω διάφορα άσχημα πράγματα δια τον πλησίον μου, αντί να λυπούμαι και να πονώ. Η κάθε συμφορά του όχι μόνον δεν μου στενοχωρεί, αλλά δίδει εις εμέ εν είδος χαράς, ενδιαφέροντος και ελπίδος ν’ ακούσω περισσότερα. Το σφάλμα ή το αμάρτημα του αδελφού μου όχι μόνον δεν το σκεπάζω με αγάπην, αλλά το διατυμπανίζω με εσωτερικήν ικανοποίησιν. Η ευτυχία του πλησίον μου, η τιμή του, τ' αγαθά του δεν με ευφραίνουν, μου δίδουν δε αντιθέτως το συναίσθημα της αδιαφορίας. Τέλος, συχνά καταλαμβάνουν την ψυχήν μου περιφρόνησις και φθόνος δια τον πλησίον μου.

Δεν έχω τελείαν Ορθόδοξον Πίστιν.

Πιστεύω ολίγον εις την αθανασίαν και εις το Άγιον και Ιερόν Ευαγγέλιον, διότι εάν ήμουν τελείως πεπεισμένος και επίστευον, χωρίς αμφιβολίαν, ότι μετά από τον τάφον αρχίζει η Αιώνιος Ζωή και η ανταπόδοσις των πεπραγμένων αυτού του κόσμου, θα εσκεπτόμην συνεχώς αυτό. Η ιδέα της αθανασίας θα με συνέτριβε κυριολεκτικώς και θα έζων εις αυτόν τον πρόσκαιρον βίον ωσάν εις ξένος και παρεπίδημος, ο οποίος έχει πάντοτε εις τον νουν του την φροντίδα, όπως αξιωθή να φθάση εις την γλυκειάν του Ουράνιον Πατρίδα.

Αντιθέτως όμως, εγώ ουδόλως σκέπτομαι δια την Αιωνιότητα και συμπεριφέρομαι εις την ζωήν μου, ωσάν να πιστεύω, ότι το τέλος του παρόντος βίου είναι και το τέρμα της ανθρωπινής υπάρξεώς μου. Εντός μου φωλεύει υποσυνειδήτως η σκέψις, η οποία συνοψίζεται εις το: ποίος γνωρίζει και ποίος είδε το μετά θάνατον;
Όταν ομιλώ δια την Αθανασίαν, ο νους μου συμφωνεί μ' εκείνην, ενώ η καρδία μου πολύ απέχει από το να είναι πεπεισμένη δι' αυτήν. Όλη αυτή η απιστία μου αποδεικνύεται από τας πράξεις μου και από την συνεχή φροντίδα να ικανοποιώ την ζωήν των αισθήσεων.

Εάν η διδασκαλία του Ιερού Ευαγγελίου είχε κυριαρχήσει εις την καρδίαν μου με την ανάλογον Πίστιν, θα είχα καταληφθή από τον Λόγον του Θεού και θα τον εμελέτων συνεχώς, θα κατώκει δε εντός της ψυχής μου η προς Αυτόν αφοσίωσις και η προσοχή. Η ευσπλαχνία, η αγάπη, ευρισκόμενοι μέσα εις Αυτόν, θα με ωδήγουν εις την χαράν και την ευτυχίαν της μελέτης του Νόμου του Θεού νύκτα και ημέραν. Εις την μελέτην αυτήν θα εύρισκον τροφήν πνευματικήν, τον επιούσιον άρτον της ψυχής μου, και η καρδία μου θα παρεκινείτο εις τήν τήρησίν Του. Ουδέν εις τον κόσμον αυτόν θα ήτο δυνατόν να με αποτρέψη από την εφαρμογήν Του εις την ζωήν μου.

Δυστυχώς όμως συμβαίνουν εις εμέ τ' αντίθετα• ήτοι όταν διαβάζω ή ακούω τον Λόγον του θεού, αν η ανάγκη ή η αγάπη προς την γνώσιν με ωθούν προς τούτο, τον παρακολουθώ χωρίς την δέουσαν προσοχήν και τον ευρίσκω πολλάκις καταθλιπτικόν ή χωρίς σπουδαίον ενδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εις το τέλος της μελέτης Του χωρίς σπουδαίαν ωφέλειαν, και πάντοτε είμαι πρόθυμος να τον αλλάξω με ελαφρά, ευχάριστα εις εμέ, αναγνώσματα.

Είμαι πλήρης υπερηφάνειας και φιλαυτίας.

Όλαι μου αι ενέργειαι το βεβαιώνουν. Βλέπων τι καλόν εις τον εαυτόν μου επιθυμώ να το κάμνω εμφανές ή να υπερηφανευθώ δι' αυτό έμπροσθεν εις άλλους ανθρώπους ή να το θαυμάσω μόνος μου εσωτερικώς. Αν και επιδεικνύω μίαν εξωτερικήν ταπεινοφροσύνην, την αποδίδω εις αποτελεσματικότητα της ιδικής μου δυνάμεως, θεωρώ δε τον εαυτόν μου ή ανώτερον από τους άλλους, ή τουλάχιστον όχι χειρότερόν των. Όταν ανακαλύπτω εν σφάλμα μου, προσπαθώ να το δικαιολογήσω και να το σκεπάσω.

Θυμώνω εναντίον εκείνων, οι οποίοι δεν δεικνύουν εκτίμησιν προς το πρόσωπόν μου και πιστεύω δι' αυτούς, ότι είναι άνθρωποι, οι οποίοι δεν ημπορούν να εκτιμήσουν την αξίαν του άλλου. Αγάλλομαι δια τα χαρίσματά μου, και δικαιολογώ όλας μου τας πτώσεις. Ενώ είμαι μεμψίμοιρος, ευρίσκω ευχαρίστησιν εις τας ατυχίας των εχθρών μου. Όταν αγωνίζωμαι δια καλόν τι, το κάμνω με τον σκοπόν ή να κερδίσω επαίνους, ή να λάβω μίαν πρόσκαιρον παρηγορίαν.

Με μίαν λέξιν, συνεχώς κατασκευάζω εν είδωλον του εαυτού μου, προς το οποίον αποδίδω αδιακόπους τας υπηρεσίας μου, φροντίζων παντοιοτρόπως δια την ευχαρίστησίν του και την καλλιέργειαν των παθών και των επιθυμιών του.

Πράττων όλα αυτά αναγνωρίζω τον εαυτόν μου, ότι είναι πλήρης από υπερηφάνειαν, από διαφόρους σαρκικάς επιθυμίας, από απιστίαν, από έλλειψιν αγάπης προς τον Θεόν και από κακίαν προς τον πλησίον μου.
Ποία κατάστασις θα ηδύνατο να υπάρξη πλέον αμαρτωλή από αυτήν; Πώς δεν θα λάβω την αυστηροτέραν τιμωρίαν δια την ανόητον και απρόσεκτον ζωήν μου, την οποίαν αναγνωρίζω ότι ζω;


Μελετών όλον αυτόν τον τύπον της εξομολογήσεως, τον οποίον έδωσεν εις εμέ ο Ιερεύς, τρομοκρατημένος εσκέφθην και είπον:
«Θεέ και Κύριε! Τι φοβερά αμαρτήματα υπάρχουν κρυμμένα εντός μου και μέχρι τώρα δεν τα είχον ανακαλύψει!»
Η επιθυμία να καθαρισθώ από αυτά, με ώθησαν να ικετεύσω αυτόν τον μέγαν Εξομολόγον να διδάξη εις εμέ, πώς να γνωρίσω την αιτίαν όλου αυτού του κακού και πώς να λυτρώσω, από αυτό, τον εαυτόν μου. Τότε ο άγιος Πνευματικός ήρχισε να με καθοδηγή λέγων:


Τρόπος Θεραπείας

Τέκνον μου και αδελφέ μου, αιτία της ελλείψεως αγάπης προς τον ΘΕΟΝ είναι η έλλειψις Πίστεως, έχουσα ως αιτίαν την έλλειψιν της πεποιθήσεως, της οποίας αιτία είναι η αποτυχία μας ως προς την αναζήτησιν της αληθούς και αγίας γνώσεως και η αδιαφορία μας ως προς την αναζήτησιν τού Φωτός του Πνεύματος. Ήτοι, εάν δεν πιστεύης, δεν ημπορείς ν' αγαπάς. Εάν δεν είσαι πεπεισμένος, δεν είναι δυνατόν να πιστεύης.
Δια ν' αποκτήσης δε την πεποίθησιν, η οποία είναι απαραίτητος, πρέπει να λάβης πλήρη και ακριβή γνώσιν του θέματος, περί του οποίου πρόκειται να πεισθής. Με την αγιαστικήν μελέτην του Λόγου του Θεού και με την απόκτησιν πείρας, πρέπει να γεννηθή εις την ψυχήν σου μία δίψα, μία ακατάσχετος επιθυμία, κάτι ωσάν θαύμα, το οποίον θα σου φέρη μίαν ασίγαστον επιθυμίαν να μάθης, όσον ημπορείς περισσότερον, τελειότερον, βαθύτερον, τά της Ορθοδόξου Πίστεώς μας.

Εις πνευματικός συγγραφεύς ομιλεί δι’ αυτό ως εξής: «Η αγάπη συνήθως αυξάνεται με την γνώσιν, και όσον μεγαλυτέραν έκτασιν και βάθος έχει η γνώσις, τόσον μεγαλύτερα είναι και η αγάπη. Όσον δε περισσότερα είναι η προσήλωσις εις την πληρότητα και το κάλλος της θείας Φύσεως και της απείρου αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, τόσον περισσότερον η ανθρωπίνη καρδία μαλακώνει και διατίθεται και προσκλίνει εις την αγάπην του Θεού.»

Φαντάζομαι τώρα, πώς θα εννόησες, ότι αιτία των αμαρτημάτων, τα οποία εδιάβασες προηγουμένως, είναι η αδράνεια της ψυχής μας δια σκέψεις επάνω εις πνευματικά πράγματα, αδράνεια που ξηραίνει τα συναισθήματα και την ανάγκην της ψυχής δια παρόμοιας πνευματικάς εντρυφήσεις.
Εάν θέλης να μάθης, πώς θα νικήσης αυτήν την αιτίαν του κακού, φρόντισε με όλην σου την δύναμιν, ν' απόκτήσης την φώτισιν του Πνεύματος, την φώτισιν της ψυχής, με επιμελή και αγιαστικήν μελέτην του Λόγου του Θεού, με την μελέτην των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας και των βίων των Αγίων, με τας συμβουλάς πνευματικών ανθρώπων και δια ψυχωφελών συζητήσεων με Χριστιανούς, οι οποίοι είναι σοφοί και Χριστοφόροι.

Τέκνον μου και αδελφέ μου, πραγματικώς πολλαί είναι αι καταστροφαί και δυστυχίαι, αι οποίαι έρχονται επάνω μας εξ αιτίας της αμελείας μας. Δεν μελετώμεν τον Λόγον του Θεού νύκτα και ημέραν, ούτε προσευχόμεθα δι’ αυτό με επιμέλειαν και πόθον συνεχή. Εξ αιτίας αυτού ο εσωτερικός μας άνθρωπος είναι εξηντλημένος, πεινασμένος και άθερμος, τόσον, ώστε δεν έχει την δύναμιν να κάμνη το αποτελεσματικόν βήμα προς την οδόν της δικαιοσύνης και της σωτηρίας.

Δια τούτο, αγαπητέ μου, ας αποφασίσωμεν να χρησιμοποιήσωμεν τας μεθόδους αυτάς, και όσον τό δυνατόν περισσότερον ας γεμίζωμεν τον νουν μας με σκέψεις δια τα θεια. Τότε η Αγάπη θα ξεχυθή από τα Ύψη εις τας καρδίας μας και θ' ανάψη εντός ημών ωσάν μία φλόγα. Ας κάμνωμεν την προσπάθειαν αυτήν, και ας προσευχώμεθα. Όσον συχνότερον δυνάμεθα, επειδή η προσευχή είναι από τας κυριωτέρας και ισχυροτέρας αιτίας, αι οποίαι χαρίζουν εις ημάς αναγέννησιν και εσωτερικήν πνευματικήν ευεξίαν.

Ας προσευχηθώμεν και με τα λόγια:


«Κύριε Ιησού Χριστέ, ποίησον ημάς να Σε αγαπήσωμεν τόσον, όσον πριν Σε γνωρίσωμεν, αγαπούσαμεν την αμαρτίαν».

(Από το ψυχωφελές βιβλίο «Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητού», γραμμένο στη Ρωσική περί το 1853 και εκδοθέν εις Ελληνική υπό εκδ. οίκου «Αστήρ»).

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009







Ο Άγιος Νικόδημος, η Παιδεία και τα Θρησκευτικά


Γράφει ο Κωνσταντῖνος Χολέβας

Πολιτικός Ἐπιστήμων


Στίς 14 ουλίου τό Γένος τν ρθοδόξων λλήνων τιμ τή μνήμη το γίου Νικοδήμου το γιορείτου. φέτος δέ ξίζει νά ξαναδιαβάσουμε τά πάμπολλα ργα του καί νά διδαχθομε πό τήν σοφία του, δεδομένου τι συμπληρώνονται 200 κριβς χρόνια πό τήν σιακή κοίμησή του. γιος κοιμήθη στίς 14-7-1809 στό κελλί τν Σκουρταίων κοντά στίς Καρυές το γίου ρους σέ λικία 60 τν. Πολλά γράφησαν καί θά γραφον γιά τήν προσφορά του στό πόδουλο τότε Γένος μας καί στήν ρθόδοξη κκλησία. Σήμερα θά προσπαθήσουμε νά ξιολογήσουμε τή μορφή του ς πρότυπο παιδείας καί ς δάσκαλο μέ λη τή σημασία τς λέξης.

νεαρός τότε Νικόλαος Καλιβούρτσης, πρίν καρε μοναχός καί λάβει τό νομα Νικόδημος, μαθε τά πρτα γράμματα στήν γενέτειρά του, τή Νάξο. Στή συνέχεια παρακολούθησε πί 5 τη μαθήματα στήν περίφημη Εαγγελική Σχολή τς Σμύρνης. Διέπρεψε σέ λους τούς τομες τς γνώσεως, λλά διεκρίνετο ξ σου καί γιά τό θος του. Εχε σχεδόν πομνημονεύσει τά περισσότερα κείμενα τν Πατέρων τς κκλησίας καί τν ρχαίων λλήνων συγγραφέων. μνήμη του ταν φωτογραφική. ,τι διάβαζε τό πομνημόνευε. Πιστεύω, μως, τι δέν πρόκειτο πλς γιά μία νθρώπινη κανότητα. Εχε καί τήν βοήθεια το γίου Πνεύματος. Δέν ρκε κάποιος νά γνωρίζει πολλά. Τά κείμενα καί ο πληροφορίες δέν ποτελον το μοναδικό περιεχόμενο τς παιδείας. οσία εναι πς τά χρησιμοποιομε. Καί γιος Νικόδημος χρησιμοποίησε τήν τεράστια μόρφωσή του γιά νά φυπνίσει τόν λληνισμό καί λη τήν ρθόδοξη Οκουμένη. Νά διδάξει τήν ληθινή πίστη καί νά πομακρύνει τόν λαό πό κάθε τάση θεϊσμο ξισλαμισμο.


Γιά τήν παιδεία του σέ συνδυασμό μέ τήν θαυμαστή μνήμη του διηγονται πολλά καί ντυπωσιακά. λέξανδρος Μωραϊτίδης χει γράψει τι κάποτε ο λλοι μοναχοί στό Ναό το Πρωτάτου, στίς Καρυές, το κρυψαν τά Μηναα. γιος τότε επε πό στήθους τούς 15 Ψαλμούς το Μεγάλου Σαββάτου! πίσης εναι γνωστό τι πί να τος ζησε μέ τόν Γέροντά του στήν ρημη νσο Σκυροπούλα. κε χοντας λάχιστα βιβλία γραψε τό «Συμβουλευτικόν γχειρίδιον» κατά παραγγελία το ξαδέλφου του πισκόπου Ερίπου εροθέου. Παραθέτει πολλά χωρία πό τήν γία Γραφή, τούς Πατέρες λλά καί τούς ρχαίους κλασικούς, καί λα ατά πό μνήμης! μως καλόν εναι νά πισημάνουμε τι πέραν τν διαιτέρων χαρισμάτων το γίου καί λλοι νέοι τς ποχς κείνης εχαν στιβαρή λληνική καί ρθόδοξη Παιδεία. Πρτον, διότι ατήν μετέδιδαν μέ πίστη ο διδάσκοντες καί δεύτερον, διότι ο νέοι μελετοσαν μέ κόπο καί μέ ρεξη.


λληνογνωσία του καί ριστη χρήση λων τν μορφν τς διαχρονικς λληνικς γλώσσας ποτελον παράδειγμα γιά λους μας. γιος Νικόδημος γραφε καί στήν λογία καί στήν πλή νεοελληνική τς ποχς του. πί πλέον γνώριζε ριστα καί τό γλωσσικό δίωμα τν μηρικν πν , τό ποο χρησιμοποίησε γιά νά μεταγράψει τό Εαγγέλιο πού διαβάζουμε στόν σπερινό τς γάπης. ξ λλου ρχαιομάθειά του φαίνεται καί πό τήν σύνθεση πιγραμμάτων γιά πολλούς γίους καί Μάρτυρες τς κκλησίας μας. Εναι ξιον πορίας πς τότε σέ συνθκες φτώχιας καί δουλείας τά λληνόπουλα μάθαιναν ριστα λες τίς μορφές τς λληνικς καί σήμερα πό συνθκες λευθερίας καί νέσεως δυσκολεύονται ο περισσότεροι πόφοιτοι Λυκείου νά ρθογραφήσουν καί νά κφρασθον σωστά.


Τό νδιαφέρον του γιά τήν Παιδεία, τήν ρθόδοξη γωγή καί τήν διάπλαση τν παιδικν χαρακτήρων καταδεικνύεται καί πό τό γεγονός τι γιος Νικόδημος ξέδωσε μέ πολλές δικές του προσθκες καί ναθεωρήσεις τό ργο το λληνομαθος Μοναχο Γρηγορίου το Μολδαβο μέ τίτλο «Χριστιανική Παιδαγωγία» καί πότιτλο «Λόγος περί Πάιδων γωγς» ( πιμέλεια . Μονς Χρυσοποδαριτίσσης Πατρν, κδόσεις ΤΗΝΟΣ, θναι, 2005)..... . μοναχός Γρηγόριος τς Μονς Νεάμτσου, μετέπειτα Μητροπολίτης Ογγροβλαχίας (σημερινς Ρουμανίας), γεννήθηκε στό Βουκουρέστι τό 1765 καί γνώριζε ριστα τήν λληνική. Εχε πικοινωνία μέ τόν γιο Νικόδημο καί τσι πεφάσισαν νά συνεργασθον γιά τήν συγγραφή ατο το πονήματος. Δέν μπορομε νά ξέρουμε ποιά σημεα γραψε Γρηγόριος και ποιά γιος Νικόδημος, εναι πάντως προφανές τι τό τελικό κείμενο κφράζει πολύτως τόν Νάξιο γιορείτη. Γράφουν σχετικά ο σύγχρονοι σχολιαστές τς κδόσεως:
Χριστιανική Παιδαγωγία «ποτελε μλλον μύησι στήν πνευματική ζωή (μέ τήν ρθόδοξον ννοια το ρου) παρά πρότασι κπαιδευτικο προτύπου ( μέ τήν θύραθεν περί παιδείας ντίληψη). Ατό δέν ποδηλώνει παξίωσι τς θύραθεν κπαιδευτικς σταδιοδρομίας, φο δέν πορρίπτεται ερεσις πό τν γονέων «εσεβν καί ναρέτων διδασκάλων λληνικν μαθημάτων, διά νά σπουδάσωσι τά τέκνα των ες ατούς, γραμματικά, φιλοσοφικά καί λας τάς καθ’ ξς πιστήμας, πρός φέλειαν τς ψυχς καί το σώματός των» (θ΄, 408-12). Οτε, μως, περεκτιμται καί πολυτοποιεται ατή προοπτική» ( πως νωτέρω, σελ. 255).


Στό Προίμιο το «Νέου Μαρτυρολογίου» του γιος Νικόδημος μς δίδει καί μία ραία προτροπή πάντα πίκαιρη γιά τήν ποχρέωσή μας νά σκομε εραποστολή πρός τούς μή Χριστιανούς. Θά λεγα δέ τι παντ καί στό σύγχρονο ρώτημα ν θά πρέπει τό μάθημα τν Θρησκευτικν νά βασίζεται στήν ρθοδοξία νά μετατραπε σέ θρησκειολογικό.

γιος γράφει τά ξς:

«Καθώς τό λίγον προζύμι σμιγόμενον μέ τό πολύ λευρον μεταδίδει τήν δικήν του δύναμιν ες ατό, καί γίνεται λον ζύμη, τοιουτοτρόπως οκονόμησεν Θεός νά ναι σμιγμένοι ο λίγοι πιστοί μέ τούς πολλούς λλοπίστους, διά νά μεταδώσουν ες ατούς τήν ρθόδοξον πίστιν καί νά τούς φέρουν ες τήν πίγνωσιν τς ληθείας. τζη μς τό βεβαιώνει θεος Χρυσόστομος «διά τοτο καί νέμιξεν ( Θεός δηλαδή) τ πλήθει τούς ατ πιστεύοντας, να μεταδμεν λλήλοις τς μετέρας συνέσεως»

(μιλ. Μς΄ ες τό κατά Ματθαον)». (Συναξαριστής Νεομαρτύρων, κδοση ρθοδόξου Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 20) .


ν ζοσε σήμερα γιος τήν πίγειο ζωή του θά φώναζε πρός τούς πευθύνους τς κπαιδεύσεώς μας:


«Μήν λλοιώνετε τό περιεχόμενο τς παιδείας μέ τήν δικαιολογία τι πάρχουν στά σχολεα πολλοί λλόθρησκοι μετανάστες. κριβς σ’ ατούς χουμε ποχρέωση νά διδάξουμε τήν ρθόδοξο Πϊστη καί χι τά θρησκειολογικά συνονθυλεύματα. Ατό μς ζητε Θεός καί ατό μς διδάσκει γιος ωάννης Χρυσόστομος»!


ς φέρουμε τά παιδιά μας πιό κοντά πρός τήν νθεο σοφία το μεγάλου Πατρός καί κκλησιαστικο συγγραφέως γίου Νικοδήμου το γιορείτου.

ς δώσουμε στούς νέους και στίς νέες νά μελετήσουν τά ργα του.

Θά εναι καί ατό μία φωτεινή κτίνα παιδείας μέσα στήν θολοκουλτούρα τς ποχς μας.


πηγή:Ζωηφόρος