Σάββατο, 9 Μαΐου 2009







ΑΓΡΙΑ

ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ


ΤΩΝ ΟΥΝΙΤΩΝ

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Ο Δημήτριος Σαλάχας, που λέει ότι είναι ο νέος «επίσκοπος» Γρατιανουπόλεως, δηλαδή «επίσκοπος» των εν Ελλάδι ουνιτών, ένας από τους 5-6 τέτοιους που ενδημούν στη χώρα μας, στον ενθρονιστήριο λόγο του ανάμεσα στα άλλα πονηρά προπαγανδιστικά είπε και ότι ο πάπας τους Βενέδικτος τον έστειλε στην Ελλάδα για να ποιμαίνει την παροικία των παπικών της συγκεκριμένης ελλαδικής περιοχής.
Με αυτό εννοεί ότι τάχα δεν τον έστειλε για να κάνει προπαγάνδα ανάμεσα στους Ορθοδόξους της περιοχής.
Αυτή τη διαβεβαίωση την έκανε για να υπνωτίσει τους Ορθοδόξους, ώστε να μην αντιδρούν στις προπαγανδιστικές προκλήσεις αυτού και όλων των άλλων ομοίων του που λυμαίνονται τον ελλαδικό χώρο.
Έτσι θα μπορεί και αυτός και οι όλοι άλλοι να κάνουν ανενόχλητοι τον προσηλυτισμό τους. Έκανε τη δήλωση αυτή ακόμη για να διαβεβαιώσει γενικότερα τους Ορθοδόξους ότι οι Ουνίτες δεν κάνουν προπαγάνδα στην Ελλάδα!
Περίπου κάτι σα να δηλώνει ότι οι αλεπούδες έπαυσαν να τρώνε κοτόπουλα!

Θα πει κανείς: ώστε ψέματα δήλωσε;
Και εμείς απαντούμε:
---Μήπως λένε ποτέ την αλήθεια οι παπικοί και ο πάπας τους;
Το ψέμα είναι το σπουδαιότερο δόγμα τους.
Και η αποπλάνηση των αφελών και ανύποπτων η μεγαλύτερη πράξη τους.

Και η απόδειξη.
Σε παπικό περιοδικό που εκδίδεται στην Ελλάδα, στην πιο εμφανίσιμη θέση της πρώτης σελίδας διαβάζουμε τον προκλητικότατο τίτλο:
Οι «Χαιρετισμοί» ψάλλουν το «άσπιλον και αμόλυντον» της συλλήψεως της Παρθένου.
Και μέσα στο άρθρο υποστηρίζεται ότι όλοι οι εγκωμιαστικοί χαρακτηρισμοί της ακολουθίας του Ακαθίστου ύμνου προς την Παρθένο Μαρία αποδεικνύουν το δικό τους «δόγμα» ότι τάχα η Παρθένος Μαρία έτυχε ασπίλου συλλήψεως!

Ντε και καλά να δεχθούμε και εμείς την κακοδοξία τους!
Αν αυτό δεν είναι προσηλυτισμός, τότε τι άραγε είναι προσηλυτισμός;
Μήπως αποσκοπούν στο να χάσουμε την έννοια των λέξεων;
Και καταλήγει ο ουνίτης αρθρογράφος:

«Με τους παραπάνω… χαρακτηρισμούς, η πραγματική εκ παραδόσεως Θεολογία της ανατολικής Εκκλησίας όχι μόνο δεν αρνείται, αλλά και υπερεκτιμά, σχεδόν υποσκελίζουσα τη Ρώμη, την αξία της Παναγίας.
Αν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ηγιάσθη εκ κοιλίας μητρός αυτού, αφού «εσκίρτησεν ως βρέφος» μόνο με τον ασπασμό της μητέρας του με την «Μητέρα του Κυρίου της», πόσο μάλλον η Μαριάμ όφειλε να είναι «αγία και άμωμος» ήδη «εκ κοιλίας μητρός αυτής», χρισθείσα και «χρυσωθείσα τω Πνεύματι τω αγίω».

Πριν να πούμε ο,τιδήποτε άλλο ας δούμε το σκεπτικό του συγκεκριμένου ουνίτου αρθρογράφου.
Τι εννοεί «εκ παραδόσεως Θεολογία της ανατολικής Εκκλησίας»;
Πως συμπεραίνει αμέσως και τόσο αβασάνιστα ότι επειδή σαν βρέφος ο Ιωάννης σκίρτησε στην κοιλιά της μητέρας του, όταν εκείνη συναντήθηκε με την έγκυο Παρθένο Μαρία, «ηγιάσθη»;
Και πως αυτόν τον αυθαίρετο συμπερασμό του τον επεκτείνει και στην περίπτωση της Παναγίας, ότι δηλαδή και η Παναγία αγιάστηκε μέσα στην κοιλιά της μητέρας της και δεν κληρονόμησε το προπατορικό αμάρτημα, ούτε είχε προσωπικά αμαρτήματα;
Μήπως λοιπόν εννοεί ο ουνίτης αυτός ως «εκ παραδόσεως Θεολογία» ότι οι εγκωμιαστικοί χαρακτηρισμοί της ακολουθίας των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παρθένου έχουν θεολογικό και δογματικό χαρακτήρα;
Μα αυτοί οι χαρακτηρισμοί είναι απλές ποιητικές εξάρσεις, που τις κάνει ο ποιητής ποιητική αδεία.
Όταν η μάνα προσφωνεί το παιδί της αγγελούδι μου, σημαίνει ότι και είναι αγγελούδι;
Και είναι εκατοντάδες οι χαρακτηρισμοί.
Αν ήταν δυνατόν ένα δόγμα να το εξέφραζε με τόσο πληθωρικό τρόπο η Εκκλησία.

Από όσο γνωρίζουμε οι αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων που έχουν δογματικό χαρακτήρα στη διατύπωσή τους είναι πολύ λιτές και ακριβείς και αιτιολογημένες.
Πως λοιπόν ο ξένος αυτός έρχεται να μας πει ότι με αυτούς τους χαρακτηρισμούς ομολογούμε με το παραπάνω την κακοδοξία τους για το «άσπιλο» της παρθένου;
Ο ουνίτης θα μας πει ποια είναι η Θεολογία μας και τι εννοούμε με τους ποιητικούς και εγκωμιαστικούς χαρακτηρισμούς;

Και το άλλο ότι επειδή σκίρτησε ως βρέφος ο Ιωάννης ο Πρόδρομος αυτομάτως «Ηγιάσθη»;
Δεν αγιάστηκε λοιπόν ο Ιωάννης και διότι υπήρξε γόνος υποσχέσεως που έδωσε ο Θεός στον πατέρα του Ζαχαρία;
Δεν αγιάστηκε και διότι γεννήθηκε από τη μητέρα του σε μεγάλη ηλικία παρά τους φυσικούς νόμους;
Δεν αγιάστηκε και με το σημείο της απώλειας της λαλιάς του Ζαχαρίου και ύστερα με το σημείο της άμεσης αποκαταστάσεως της ομιλίας του;
Δεν αγιάστηκε και με την ασκητική ζωή του στην έρημο;
Και τι άραγε σημαίνει αγιάστηκε;
Σημαίνει ότι ο Ιωάννης ήταν αναμάρτητος;
Από πού το συμπεραίνει αυτό ο ουνίτης;
Και τι παράλληλο υπάρχει ανάμεσα στον Πρόδρομο και στην Παναγία ώστε από το ένα πρόσωπο, του Ιωάννου, να συμπεραίνει το ίδιο πράγμα και για το άλλο, της Παναγίας;

Όπως καταλαβαίνουμε, όλοι οι αιρετικοί, από τους αυτοονομαζομένους Μάρτυρες του Ιεχωβά μέχρι τους παπικούς και όλους τους πριν από αυτούς μέχρι τους φαρισαίους, έχουν την ίδια νοοτροπία.
«Τραβούν από τα μαλλιά» τα αγιογραφικά χωρία, προκειμένου να συμπεράνουν αυτό που θέλουν αυτοί, την κακοδοξία τους.
Λίγη ντροπή καλό θα του έκανε του ουνίτη.

Ώστε εκτός από το Θεάνθρωπο Κύριό μας Ιησού Χριστό υπάρχουν και άλλοι αναμάρτητοι; Μπόρεσαν και άλλοι εκτός από αυτόν να πουν «Τις ελέγξει με περί αμαρτίας;».
Και λέχθηκε για άλλον «αμαρτίαν ουκ εποίησε ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού»;
Μήπως οι ουνίτες, τα πρωτοπαλλήκαρα των παπικών, θέλουν να μας παράγουν μύθους σαν εκείνους των αρχαίων Ελλήνων, σύμφωνα με τους οποίους οι θεαινές γεννούσαν θεούς; Ντροπή τους!

Στα λόγια αυτά (και τάχα είναι μόνο αυτά; Και πόσα άλλα γράφουν οι ουνίτες και παραπλανούν τους Ορθοδόξους, ακόμη και επισκόπους) υπάρχει απροκάλυπτη επιθετική προπαγάνδα των ουνιτών εις βάρος της ορθοδόξου πίστεως, και εδώ συγκεκριμένα εις βάρος της ακολουθίας των Χαιρετισμών, για να «αποδείξει» ο ουνίτης αρθρογράφος τους ότι τάχα χωρίς να το καταλάβουμε υιοθετούμε τα δόγματά τους, και συγκεκριμένα την κακοδοξία της «ασπόρου συλλήψεως της Παρθένου»!
Έτσι και ο πάπας τους και τα παπάκια τους ψεύδονται ασύστολα ότι τάχα δεν κάνουν προπαγάνδα.

Και το περίεργο και συνάμα ανεξήγητο είναι ότι τα σεισμικά αυτά ψέματα του ψευδολόγου παπισμού τα καταπίνει αμάσητα ο κ. Βαρθολομαίος, και δεν εννοεί να καταλάβει ότι ο φίλος του τον απατάει.
Ο κάθε λογικός άνθρωπος πως μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σε ένα φίλο του απατεώνα;
Και όμως τόσο παράλογος είναι ο Βαρθολομαίος, ώστε θεωρεί παρωνυχίδα τα ψεύδη του πάπα των παπικών και επιμένει να θεωρεί ωφέλιμη την υποταγή της Ορθοδοξίας στην εξουσία του.
Και πως εμείς μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη στο Βαρθολομαίο;
Πως μπορούμε να τον θεωρούμε πατριάρχη;
Αν υπήρχε καλώς λειτουργούσα Εκκλησία θα έπρεπε να τον είχε εγκαλέσει για αίρεση και να τον είχε καθαιρέσει.
Κι όμως κανένας μητροπολίτης δεν ανοίγει το στόμα του.
Ούτε και αυτοί που έχουν δογματικές ευαισθησίες.
Και αυτοί σιωπούν.
Έτσι αποθρασύνεται ο Βαρθολομαίος και αντί να είναι υπόδικος αυτός, καθιστά υποδίκους άνδρας της Εκκλησίας που ορθοτομούν το λόγο της αληθείας.
Που πάει αυτή η Εκκλησία, αγαπητοί μου;

Και επειδή κάποιοι αναγνώστες μας δεν ξέρουν τι είναι αυτή η όψιμη κακοδοξία του παπισμού (διότι ο παπισμός είναι βιομηχανία παραγωγής κακοδοξιών και κάθε τόσο παράγει νέες κακοδοξίες. Το Μπρούκλιν δεν στερήθηκε προτύπου αυθαιρεσίας) δίνουμε κάποια στοιχεία για το θέμα αυτό.

Η κακοδοξία των παπικών ότι η παρθένος Μαρία δεν κληρονόμησε το προπατορικό αμάρτημα κατά τη σύλληψη και γέννησή της, όπως ο Χριστός, και ότι υπήρξε αναμάρτητη στη ζωή της, δεν στηρίζεται στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής.
Αυτό φαίνεται και από το ότι ούτε και στον ίδιο τον παπισμό δεν είχε γίνει λόγος για το ζήτημα αυτό πριν από το ΙΒ΄ αιώνα.
Και ξακουστοί διδάσκαλοι και θεωρητικοί του παπισμού δεν δέχονται την εισηγηθείσα αυτή κακοδοξία από κάποιους Φραγκισκανούς μοναχούς.
Η ψευτοσύνοδος των παπικών στη Βασιλεία (1439) «επικύρωσε» τη διάταξη του πάπα τους Σίξτου Δ΄ ότι «Η σύνοδος δεν έχει πρόθεση να συμπεριλάβει στο δόγμα το σχετικό με το προπατορικό αμάρτημα, την άσπιλο Παρθένο Μαρία».
Απαγόρευσε όμως ο πάπας τους αυτός κάθε κριτική κατά της εορτής της «ασπίλου» γεννήσεως της παρθένου.
Η ψευδοσύνοδος των παπικών εν Τριδέντω (1545-63) δεν τόλμησε να πάρει σαφή θέση πάνω στην κακοδοξία.

Αυτό όμως που δεν έκαναν μέχρι εδώ οι παπικοί το έκανε ο πάπας τους Πίος Θ΄, ο οποίος μόλις το 1849, πριν από 200 ακριβώς χρόνια, με εγκύκλιό του θέσπισε εν πομπή την κακοδοξία αυτή λέγοντας:
Χάριτι του παντοδυναμου Θεού επί τη προόψει των αξιομισθιών του Σωτήρος, η Θεοτόκος διετηρήθη καθαρά παντός εκ του προπατορικού αμαρτήματος ρύπου, την δε τοιαύτην διδασκαλίαν, ούσαν παρά του Θεού αποκεκαλυμμένην οφείλουσι να πιστεύωσι σταθερώς και ακραδάντως πάντες οι πιστοί.

Έκτοτε η αιρετική αυτή διδασκαλία, παρ’ όλες τις διαμαρτυρίες των Παλαιοκαθολικών, των Προτεσταντών και των Ορθοδόξων, παρέμεινε στον παπισμό, ο οποίος τεχνηέντως και επιμόνως προσπαθεί να την επιβάλλει και στη Μία αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία.
Η κακοδοξία αυτή είναι σαφές ότι έρχεται σε άμεση αντίθεση με αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή «Πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού», και λίγο πιο κάτω «εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= διότι) πάντες ήμαρτον», και στην προς Γαλάτας «συνέκλεισεν η γραφή τα πάντα υπό αμαρτίαν, ίνα η επαγγελία εκ πίστεως Ιησού Χριστού δοθή τοις πιστεύουσι».
Εξ άλλου η ίδια η Θεοτόκος στην ωδή της ονομάζει το Θεό σωτήρα της λέγοντας:
Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου.

Τα δε συμβολικά βιβλία της Εκκλησίας ρητώς αναφέρουν «Φησί τοίνυν η Εκκλησία ένοχον και ταύτην (την Παρθένον) υπάρξαι της αρχεγόνου προπατορικής αμαρτίας», και ότι αν ήταν αναμάρτητη θα αναλάμβανε η ίδια τη σωτηρία του κόσμου και δεν θα χρειαζόταν να σαρκωθείς ο Υιός και Λόγος του Θεού δι’ αυτής.

Ως προς το ότι και στη μετέπειτα ζωή της η Μητέρα του Κυρίου περιέπεσε σε κάποια μικροσφάλματα μιλούν οι πατέρες.

Ο Χρυσόστομος στο γάμο της Κανά διαβλέπει ότι «τάχα τι και ανθρώπινον έπασχεν», «ακαίρως ενοχλήσασα τον Κύριον», επειδή κινήθηκε εκ «της ασθενείας της κενοδοξίας». «Εβούλετο γαρ… και εαυτήν λαμπροτέραν ποιήσαι δια του παιδός».
Γι’ αυτό και ο Κύριος «σφοδρότερον επεκρίνατο ουχ υβρίζων την γεγεννηκυίαν, αλλ’ ωφελών».
«Έμελλε γαρ αυτώ και της εις την μητέρα τιμής, πολλώ δε πλέον της σωτηρίας της κατά ψυχήν» (Φρόντισε ο Κύριος με την απάντηση που έδωσε να μην παραβλάψει την οφειλόμενη τιμή προς την μητέρα, αλλά πολύ περισσότερο φρόντισε για τη σωτηρία της ψυχής της).

Αλλά και στην άλλη περίπτωση, κατά την οποία «λαλούντος έτι τοις όχλοις του Ιησού» «ειστήκεισαν έξω ζητούντες αυτόν η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού», οπότε ο Κύριος απάντησε ότι αδελφοί του είναι οι ποιούντες το θέλημα του ουρανίου Πατρός.
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος δικαιολογώντας την απάντηση του Κυρίου λέει ότι η Παρθένος στην περίπτωση αυτή «εβούλετο ενδείξασθαι τω δήμω (= στο λαό), ότι κρατεί (= επιβάλλεται) και αυθεντεί (= κάνει κουμάντο) του παιδός, ουδέν ουδέπω περί αυτού μέγα φανταζομένη. Διό και ακαίρως προσήλθεν.
Όρα γουν και αυτής και εκείνων (των αδελφών) την απόνοιαν (= την παράλογη ενέργεια)».

Και άλλοι ερμηνευταί ερμηνεύουν ομοίως.

Όσο για την ένσταση των παπικών ότι ο άγγελος την αποκάλεσε κεχαριτωμένη και ευλογημένη, αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν και αναμάρτητη.
Και ο απόστολος Παύλος ονομάζει τον εαυτό του άμεμπτο, αλλά βέβαια δεν εννοεί ότι ήταν αναμάρτητος.
(Όλα τα χωρία της Αγίας Γραφής και των πατέρων αντλήθηκαν από τις Δογματικές του Χρ. Ανδρούτσου και του Π. Τρεμπέλα, καθώς και Τα δογματικά και Συμβολικά μνημεία του Ι. Καρμίρη).

Αν οι ουνίτες δεν έκαναν αυτές τις κακουργίες εις βάρος των αληθειών της πίστεως και εις βάρος του ανύποπτου ορθοδόξου ποιμνίου, άραγε θα είχε λόγους να επιμένει ο παπισμός να διατηρεί το θεσμό των ουνιτών στην Ελλάδα;
Όλα έχουν την εξήγησή τους.
Και δεν μας χρειάζεται καμμιά διαβεβαίωση των παπικών ότι οι ουνίτες δεν κάνουν προσηλυτισμό στην Ορθόδοξη Ελλάδα.
Αλλού τα ασύστολα ψέματά τους.

Απο το περιοδικο ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ μηνός Μαϊου-Ιουνίου 2009

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009










Ο σεβάσμιος επίσκοπος Πρεβέζης κ. Μελέτιος και παραπλεύρως ο εισαγγελέας κύριος Σανιδάς




Ο ΕΣΧΑΤΟΣ

ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΣ


Περί, του κυρίου πλέον, Παντελεήμονα Μπεζενίτη,
τελευταίου γόνου του γνωστού τάγματος των γνωστών κατευθύνσεων.


Μόνον, ως έσχατος εξευτελισμός, μπορεί να χαρακτηρισθή η νέα πραξικοπηματική πράξη των δικαστών του λεγομένου «Συνοδικού Δικαστηρίου»
ή, κατά την απόφασι του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Χώρας μας, Πειθαρχικού Συμβουλίου, να μην παραστούν στη χθεσινή συνεδρίασι, του, υπό την προεδρία του Προέδρου του μητροπολίτου Πρεβέζης κ. Μελετίου.
Συγκεκριμένα, ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιος, ζήτησε χθες να συνεδριάσει το Συνοδικό Δικαστήριο, ώστε να επαναδιατυπώσει την ετυμηγορία του, για την καταδίκη η μη του τέως Μητροπολίτη κ. Παντελεήμονα Μπεζενίτη τελευταίου γόνου του γνωστού τάγματος των γνωστών κατευθύνσεων.
Ο κ. Μελέτιος έφτασε στην Ιερά Σύνοδο το απόγευμα της Τετάρτης, όπου αμέσως κατευθύνθηκε προς την αίθουσα του Δικαστηρίου για την έναρξη της Συνεδρίας.
Τελικά ο κ. Μελέτιος προήδρευσε με άδειες καρέκλες, αφού οι συνοδικοί Αρχιερείς δεν προσήλθαν στο Συνοδικό Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την συνεδρίαση, με αποτέλεσμα ο κ. Μελέτιος να συντάξει το Πρακτικό διαπιστώνοντας τη μη απαρτία του Συνοδικού Δικαστηρίου.
Ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως κ. Μελέτιος, εξερχόμενος από το Συνοδικό Μέγαρο, δήλωσε τα εξής: "Εγώ απλώς έκανα μια διαπιστωτική πράξη. Η απόφαση του Δικαστηρίου υπάρχει, αλλά δεν υπάρχουν υπογεγραμμένα πρακτικά. Όταν γίνει αυτό θα συνεχίσουμε".
Τέλος να αναφερθεί πως, χθες οι δικηγόροι του τέως Μητροπολίτη Παντελεήμωνα Μπεζενίτη, υπέβαλαν αίτηση για «Εξέταση μη εξετασθέντων λόγων αναιρέσεως», προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καθώς εκτιμούν ότι ο Άρειος Πάγος δεν εξέτασε όλους τους λόγους που προέβαλαν, για την αναίρεση της δικαστικής απόφασης.
Εν τω μεταξύ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Γ. Σανιδάς, απέστειλε σήμερα έγγραφο στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, και στον πρόεδρο του Πρωτοβάθμιου Συνοδικού Δικαστηρίου Μητροπολίτη Νικοπόλεως και Πρεβέζης, κ. Μελέτιο, με το οποίο ζητά να πράξουν τα δέοντα για το Μητροπολίτη πρώην Αττικής, Παντελεήμονα, μετά τις δύο καταδικαστικές γι αυτόν δικαστικές αποφάσεις. Ο Εισαγγελέας κ. Σανιδάς ζητά με το έγγραφό του να ενεργήσουν τα επιτασσόμενα από το άρθρο 160 του Ν. 5383/1932 περί Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των 15 ημερών. Επίσης, στο έγγραφό του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισυνάπτει και τις δύο καταδικαστικές αποφάσεις για τον Μητροπολίτη πρώην Αττικής κ. Παντελεήμονα. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Παντελεήμων Μπεζενίτης καταδικάστηκε με αμετάκλητες αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, σε κάθειρξη έξι ετών για υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση (κακούργημα) 160.000 ευρώ από τη Μονή του Οσίου Εφραίμ.
Τι συμβαίνει, λοιπόν; Τι κρύπτεται πίσω από την αχαρακτήριστη αυτή ενέργεια των συνοδικών αρχιερέων;
Και ναι μεν οι πασίγνωστοι 7, κουβαλούν στην πλάτη τους την φαυλεπίφαυλη πράξη τους, που προδίδει πολλά.
Οι άλλοι 5, που σπεύσαμε όλοι μας και τους χειροκροτήσαμε, τι έπαθαν; Όλους τους έπιασε ....διάρροια;
;;
Μόνον αηδία και απέχθεια μπορεί να αισθανθή κανένας με την σκόπιμη υποδόρια δολίευσι των γεγονότων, που προκαλούν την οργή του Θεού και την αγανάκτησι των ανθρώπων.
Μετά ταύτα και εμείς αναρωτιόμαστε:
Μία τέτοια «Εκκλησία», είναι Εκκλησία;
Ποιος θα μας λύση το αίνιγμα, την απορία και τον προβληματισμό;

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε σχετικό άρθρο του περιοδικού ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ τεύχος Μαϊου-Ιουνίου τρ.έ. για τις ευτελιστικές πράξεις των παρομοίων αρχιερέων, των σταυρωσάντων το Χριστό και στεφανωσάντων τον Βαρραβά.
ΕΚΑΣ ΟΙ ΒΕΒΗΛΟΙ.


ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΗ ΠΟΝΗΡΙΑ ΚΑΙ ΦΑΥΛΟΤΗΤΑ

Ύστερα από την εσπευσμένη ενέργεια του Συνοδικού Δικαστηρίου για αρχιερείς να απαλλάξει από κάθε ενοχή το σκανδαλοποιό πρώην «Μητροπολίτη Αττικής» Παντελεήμονα, που στο πρόσφατο παρελθόν είχε συγκλονίσει με τα ηθικά και οικονομικά σκάνδαλά του το πανελλήνιο, και οι δικαστικές αρχές της χώρας τον έκριναν για όλα αυτά επικίνδυνο και τον προφυλάκισαν, είναι αναμφίβολο ότι μέσα στο σώμα της ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος υπάρχει ικανό ποσοστό φαύλων αρχιερέων, οι οποίοι δικαιώνουν και προωθούν τη φαυλότητα, τη διαστροφή, τον κιναιδισμό, και τα παρόμοια. Αρχιερέων που αθωώνουν το Βαραββά και καταδικάζουν το Χριστό, χειροκροτούν την Ηρωδιάδα και αποκεφαλίζουν τον Πρόδρομο.

Αν θέλαμε να προβούμε σε μια διαβάθμιση των θλιβερών αυτών γεγονότων δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι τα σκάνδαλα του κ. Μπεζενίτη κοντά στο σκάνδαλο του συνοδικού δικαστηρίου πού τον αθώωσε, είναι μικροπταίσματα.
Εκείνος τις φθοροποιές επιδόσεις του τις έκανε σαν άτομο σε προσωπικό επίπεδο, και τις αρπαγές του μοναστηριού τις ενήργησε σαν μέρος του όλου, ενώ το Συνοδικό δικαστήριο ενήργησε σαν επίσημος και αναγνωρισμένος ανώτατος εκκλησιαστικός θεσμός, που όμως αντί δικαιοσύνης απένειμε κραυγαλέα αδικία υπέρ ενός άρπαγος και φθοροποιού.
Άλλο άτομο, λοιπόν, και ατομικό αμάρτημα, και άλλο Σύνοδος και συνοδική βράβευση της διαφθοράς.
Το δεύτερο φανερώνει τον εκφυλισμό και την κατάπτωση του εκκλησιαστικού θεσμού απονομής δικαιοσύνης καθώς και την ισχυροποίηση της αυθαιρεσίας, της διαφθοράς και της συνεκτικότητος της ειρημένης κάστας των Ιεραρχών.

Αν ένα τέτοιο φαινόμενο σημειώνονταν στα πολιτικά δικαστήρια, παρόλη τη προβληματική που ενδημεί και εκεί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου θα απήγγειλε αυτεπαγγέλτως καταγγελία-κεραυνό εναντίον των σκανδαλοποιών δικαστικών και θα πρότεινε την άμεση αποπομπή τους από το δικαστικό σώμα.
Αλλά τέτοια ανάλογη ενέργεια κατά των φαύλων αρχιερέων δικαστών δεν φάνηκε να ενεργείται από τον αρχιεπίσκοπο ή από υγιώς σκεπτομένη μερίδα αρχιερέων μέσα στο χώρο της Εκκλησίας.
Οι φαύλοι δραστηριοποιούνται και οι υπόλοιποι αδρανούν ή αδιαφορούν ή δεν θέτουν σε δοκιμασία το βόλευμά τους. «Οι υιοί του αιώνος τούτου φρονιμότεροι υπέρ τους υιούς του φωτός».
Μια κάποια ασθενή και αναιμική διαφωνία εξέφρασε ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, αλλά και αυτός πολύ σύντομα έσπευσε να την τροποποιήσει επί το επιεικέστερον.
Για να μην προσφύγει τάχα ο κατηγορούμενος στο πατριαρχικό δικαστήριο και αθωωθεί εκεί πανηγυρικώς (ως φαίνεται, το πατριαρχικό δικαστήριο υπό τον Βαρθολομαίο, που έδωσε δείγματα ενθαρρύνσεως του φαύλου, είναι ακόμη πιο βαθιά προβληματικό), ο κ. Ιερώνυμος ήρε την αρχική του πρόθεση για επαναψηλάφηση της δίκης και καθαίρεση του σκανδαλοποιού μητροπολίτου, και περιορίστηκε, όπως λένε οι εκκλησιαστικές πληροφορίες, στο να παρακαλέσει το σκανδαλοποιό (κατάντημα εκκλησιαστικού ηγέτου!) να αποχωρήσει από την ενεργό υπηρεσία του μητροπολίτου οικειοθελώς, ώστε να κενωθεί η θέση της μητροπόλεως.
Πράγμα, που, όπως σημειώνουν έγκριτοι παρατηρηταί, δεν πρόκειται να το δεχθεί ο ολοέν αποθρασυνόμενος Μπεζενίτης, ο οποίος απειλεί ότι θα προβεί σε αποκαλύψεις, και ο οποίος έχει εξασφαλισμένη την υποστήριξή του από το πατριαρχικό δικαστήριο, που τελικά θα προτιμήσει να προσφύγει.

Τέτοια υποστηρικτική πολυτέλεια είχαν και οι 12 Μητροπολίται που σφαγιάσθηκαν με 10λεπτη διαδικασία, τότε που ξεκίνησε την αναρρίχισί του στις θέσεις τους, ο πολύς Μπεζενίτης;

Σε τελική ανάλυση δηλαδή ο ίδιος ο σκανδαλοποιός αποδεικνύεται ισχυρός ρυθμιστής των κατ’ αυτόν, ισχυρότερος από αρχιεπισκόπους και εκκλησιαστικούς θεσμούς, ο οποίος και τροχιοδρομεί την πανηγυρική αθώωσή του!
Σε ποια εποχή φθάσαμε! Και γιατί;
Προφανώς διότι γνωρίζει τα τρωτά των άλλων. Φοβούνται οι κρίνοντες, μήπως ανοίξει το στόμα του… Και τότε, όπως είπε ο ίδιος, θα δούμε ποιος ποιον θα δικάσει…

Το σοβαρότερο και πιο ανησυχητικό από όλα τα παραπάνω είναι ότι το συνοδικό δικαστήριο με την εσπευσμένη απόφασή του να απαλλάξει τον σκανδαλοποιό και άρπαγα, την οποία, όπως άδεται, την έλαβε με την ενθάρρυνση πολιτικών και κομματικών παραγόντων, απέβλεπε στο να επηρεάσει το πολιτικό δικαστήριο υπέρ της απαλλαγής του ενόχου!
Η δικαστική δεοντολογία που διέπει τα εκκλησιαστικά δικαστήρια, σύμφωνα με το ισχύον σύστημα σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, σε παρόμοιες περιπτώσεις επιβάλλει να προηγηθεί το πολιτικό δικαστήριο, και πάνω στην απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου στηριζόμενο το εκκλησιαστικό να λάβει και αυτό την απόφασή του, η οποία πάντως δεν θα μπορούσε να είναι επιεικέστερη εκείνης του πολιτικού δικαστηρίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του κ. Μπεζενίτη έπρεπε να τηρηθεί αυτή η δεοντολογία, διότι οι πράξεις του δεν ήταν μόνο εκκλησιαστικής φύσεως αλλά και ποινικής.
Η πονηρία όμως της περί τον αρχιτέκτονα και μέλος του συνοδικού δικαστηρίου Ιερισσού και Αγίου Όρους Νικόδημο Αναγνώστου ομάδος αρχιερέων, μελών του συνοδικού δικαστηρίου, οι οποίοι, όπως λένε οι δημοσιογραφικές πληροφορίες, παρανομώντας ασύστολα και καταπατώντας τη δικαστική τάξη, ενήργησε αντιστρόφως, για να φέρει τα πολιτικά δικαστήρια προ τετελεσμένου γεγονότος!

Φυσικά η μόλις μετά από λίγες μέρες καταδίκη του Μπεζενίτη από το πολιτικό ποινικό δικαστήριο σε έξι χρόνια κάθειρξη, που συνεπάγεται άμεση καθαίρεσή του από το Συνοδικό, έθεσε όχι μόνο εκτός νομιμότητος τη μικρονοϊκή αρχιερατική ενέργεια του Νικοδήμου Αναγνώστου και της ομάδος του, αλλά και ευτέλισε και διαπόμπευσε την κατάκριτη και άνομη και υποδόρια σπουδή του λεγομένου Συνοδικού Δικαστηρίου, αποδεικνύοντας πανελληνίως και παγκοσμίως το επίπεδο αρχιερέων λειτουργών του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, φέροντας συγχρόνως στο φως τις πονηρές και παρασκηνιακές διαβουλεύσεις τους για απαλλαγή του σκανδαλοποιού και άρπαγος.

Για ιστορικούς λόγους αναφέρουμε εδώ τα ονόματα της ομάδος των «δικαστών», που δικαίωσαν τον παραπάνω:

Ιερισσού και Αγίου Ορους Νικόδημος Αναγνώστου,
πρωτοστατών!!!Γιατί, άραγε;;;
Μυθήμνης Χρυσόστομος Καλαματιανός,
Μυτιλήνης Ιάκωβος ..................
Διδυμοτείχου Νικηφόρος Αρχαγγελίδης,
Ν. Ιωνίας Κωνσταντίνος Φαραντάτος,
Φωκίδος Αθηναγόρας Ζακόπουλος
και «Λαρίσης» Ιγνάτιος Λάππας.

Ποιος τώρα ιάσεται τα τραύματα που υπέστη το κύρος της Ιεραρχίας από μία τέτοια απόφαση των εφτά;
Ποιος θα αποκαταστήσει το σκανδαλισμό του ευσεβούς λαού;
Και όλη αυτή η βαβούρα και παρασυναγωγή, για ποιον;
Για έναν, όπως ελέχθη, κοινό σκανδαλοποιό!

Όταν όμως το ίδιο συνοδικό δικαστήριο για κατωτέρους κληρικούς πρόκειται να δικάσει έναν ασκανδάλιστο κληρικό και αγωνιστή της πίστεως, όπως λ.χ. τον πατέρα Ευθύμιο Τρικαμηνά, τότε το συνοδικό δικαστήριο συστρέφεται, δολιεύεται, ελίσσεται, σπεύδει, αυθαιρετεί, βρύχει τους οδόντας, παρανομεί, κακουργεί, παίρνει τη μορφή του ανόμου δικαστηρίου των πρεσβυτέρων και αρχιερέων που καταδίκασε σε σταυρικό θάνατο τον ΔΙΚΑΙΟ, χρησιμοποιώντας ψευδομάρτυρες και διαπράττοντας σωρεία όλη άλλων παρανομιών.
Αυτήν την εικόνα έδωσε το συνοδικό δικαστήριο που καθήρεσε τον έντιμο και αγωνιστή και αληθινό ποιμένα π. Ευθύμιο Τρικαμηνά.

Δικαίως μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν οι τέτοιοι ιεράρχες υπηρετούν την εκκλησία του Χριστού, «ην εκτήσω τω τιμίω αυτού αίματι», ή υπηρετούν την ανομία και τη διάλυση της Εκκλησίας.
Με τέτοια εκκλησιαστικά δικαστήρια πώς να μην αποθρασύνονται και αποθηριοποιούνται οι έκφυλοι και οι σκανδαλοποιοί κληρικοί και πώς να μην διώκονται οι ευσεβείς και οι ανησυχούντες για την Εκκλησία Χριστιανοί;

Και όμως οι άνθρωποι του Θεού δεν αποθαρρύνονται.
Συνεχίζουν να δίνουν τη μαρτυρία τους και δεν θα παύσουν να καταγγέλλουν το κακό μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, υπό οποιαδήποτε μορφή κι αν αυτό εμφανίζεται, ό,τι κι αν κοστίσει αυτή η μαρτυρία τους.
Εξάλλου και ο Αρχηγός της πίστεώς μας Ιησούς Χριστός δεν άνοιξε πρώτος το δρόμο της ομολογίας;
Ο Ιωάννης ο πρόδρομος δεν ακολούθησε;
Ο απόστολος Παύλος δεν αποκεφαλίστηκε;
Οι μάρτυρες της πίστεως δεν έχυσαν το αίμα τους;
Οι εποχές δεν αλλάζουν, αλλά και οι σύγχρονοι μάρτυρες και ομολογηταί δεν λυγίζουν.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009







Ο ΑΓΙΟΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ


ΩΣ ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ(Γ)


Συνεχίζουμε την δημοσίευσι της Β΄απαντήσεως του Ι.Κ. στον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά και την Ανταπάντησι του π. Ευθυμίου. Και ο διάλογος συνεχίζεται.
Προς ενημέρωσι των επισκεπτών του blog apotixisi έχουμε να πούμε οτι ο μαρτυρικός ιερομόναχος π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς ασχολήθηκε και ασχολείται επί πολλά έτη με τον Αγιο Θεόδωρο το Στουδίτη και κυκλοφόρησε βιβλίο αναφερόμενο στον βίο του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, εντός ευλόγου δε χρονικού διαστήματος θα κυκλοφορήσουν άλλα δύο βιβλία του α) Το Στουδίτικο Ταμείο και β) Περί διακοπής Μνημοσύνου.


Φίλτατε Οδυσσεύ

Παρατηρήσεις πάνω στις παρατηρήσεις του π. Ευθύμιου:

1.- Δεν φοβάμαι να βάλω υπογραφή σε κείμενα, που στέλνω και τα οποία κυρίως είναι αντιγραφές, χωρίς καμία δική μου προσθήκη ή αφαίρεση.
2.- Δεν κατηγορώ αγίους, αντίθετα παραθέτω κατηγορίες αγίων για αγίους, π.χ. του αγίου Ευσίγνιου για την αγία Ελένη, του αγίου Ι. Χρυσόστομου, για τον άγιο Αρσάκιο, του αγίου Κυρίλλου για τον άγιο Ι. Χρυσόστομο, του αγίου Ιερώνυμου για τους αγίους Κύριλλο, Χρυσόστομο και Αμβρόσιο, του αγίου Φωτίου, για τους αγίους Ειρηναίο Ιππόλυτο και Μεθόδιο, του αγίου Νεκταρίου, για τους αγίους Κελεστίνο, Λέοντα, Θεόδωρο Στουδίτη. Τώρα αν αυτή η παράθεση απαγορεύεται, προσωπικά δεν το ξέρω.
3.- Αν π.χ. οι πηγές που αναφέρονται οι κατηγορίες κάποιων αγίων, για κάποιους άλλους αγίους είναι θολές και διεστραμμένες, δεν είμαι υποχρεωμένος να το γνωρίζω. Π.χ. Δεν οφείλω να γνωρίζω αν ο άγιος Νεκτάριος πλανήθηκε από τον Παπαρρηγόπουλο και αν αυτός πλανήθηκε από τον Βλάσταρι και αυτός από τον Ευσέβιο. Δεν είμαι υποχρεωμένος να το ξέρω. Δεν είναι δική μου δουλειά, αλλά άλλων, οι οποίοι αν βρουν ότι ο άγιος Νεκτάριος πλανήθηκε από τον Παπαρηγόπουλο οφείλουν να το καταγγείλουν επώνυμα και ευθαρσώς και όχι να περιμένουν να το κάνει μόνον η Μαγδαληνή της Κοζάνης.
4.- Στο κείμενό μου πουθενά δεν αναφέρω, ότι τα περί του αγίου Θεοδώρου αναφέρονται από τον Παπαρρηγόπουλο, αλλά ότι αναφέρονται από τον άγιο Νεκτάριο. Επομένως εδώ στήνεται ένα τεράστιο ψέμα εναντίον μου. Πάντως αν ο Παπαρρηγόπουλος επλάνησε τον άγιο Νεκτάριο, τότε και ο άγιος Νεκτάριος επλάνησε και εμένα.
5.- Άραγε ο Παπαρρηγόπουλος από ποιόν πλανήθηκε; Δεν θα πρέπει να το μάθουμε;
6.- Γιατί αποσιωπούμε, ότι και ο άγιος Νεκτάριος δικαιολογεί την εικονομαχία και την ονομάζει μεταρρύθμιση; Γιατί αποκρύπτουμε, ότι αποκαλεί τον Βέκκο ορθοδοξώτατο; Γιατί αποσιωπούμε την δικαιολόγηση της επιβολής του Μονοφυσιτισμού, λόγω της προσβλητικής αποβολής του Διόσκουρου από την Δ΄; Γιατί επιτίθεται κατά του Μιχαήλ Κηρουλάριου;
7.- Εν τοιαύτη περιπτώσει δεν υπάρχει εδώ θέμα κατηγορίας κατά του Παπαρρηγόπουλου, αλλά κατά του αγίου Νεκταρίου. Τι δουλειά έχει ο Παπαρρηγόπουλος με την υπόθεση; Αν αυτά που γράφει ο άγιος Νεκτάριος προέρχονται από τον Παπαρρηγόπουλο (πάντως ο ίδιος δεν αναφέρει τις πηγές του), δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει, ότι τα υιοθετεί.
8.- Γιατί παρατίθενται όλα αυτά για τον άγιο Θεόδωρο; Αμφισβητείται ο αγώνας του ενάντια στην εικονομαχία; Απλώς αναφέρεται η παποφιλία του, που απεικονίζεται στην επιστολή του προς τον πάπα Λέοντα Γ΄, όπου κατακυρώνει ότι ο πάπας έχει «το πρωτείο θεόθεν». Επ’ αυτού δεν αναφέρονται σχόλια. Γιατί; Είναι ψέμα η επιστολή, είναι πλαστή ή έχει άλλο νόημα;
9.- Ως προς το θέμα του Δοσίθεου, ΝΑΙ παραδέχομαι, ότι υπάρχει δικό μου σφάλμα και παράλειψη. Ο Δοσίθεος δεν αναφέρει ο ίδιος τα παρατιθέμενα, αλλά είναι κείμενα του σχολιαστή του Τόμου Χαράς, του Σιαμάκη. Η σωστή φράση είναι: «Αλλά και στο Δοσίθεο Ιεροσολύμων αναφέρεται…..», παρελήφθη δε η πλήρης ανάλυση του τίτλου του βιβλίου, που είναι: «Δοσιθέου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, εισαγωγή-σχόλια-επιμέλεια κειμένων Κωνσταντίνου Σιαμάκη, εκδόσεις Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσ/νίκη 1985».
10.- Δεν αναφέρεται βέβαια στα κείμενα του Τόμου, ότι οι καταγραφές οφείλονται στον Σιαμάκη και βέβαια δεν έχει ελεγχθεί η αλήθειά τους, αλλά αυτό μπορεί να γίνει και τώρα.
11.- Το αν ο Σιαμάκης γράφει σοφιστίες (αντί σοφίες) ή αποκυήματα της φαντασίας του και μας παραπλανά, τότε αυτός είναι υπόλογος.
12.- Βέβαια, με τις αμφισβητήσεις αυτές, δεν θα πρέπει να παραδεχτούμε καμία φράση, πρόταση ή έργο οποιουδήποτε αγίου πριν να ερευνήσουμε αν αυτά που γράφει ο άγιος είναι δικά του, είναι προσθήκες, είναι ψεύδη και οτιδήποτε άλλο. Π.χ. όταν ο καθ. Παπαδόπουλος αναφέρει στο έργο του, άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ότι ο άγιος υποστήριξε το πρωτείο, καθότι: «Στον Πέτρο, επρόκειτο να θεμελιώσει την Εκκλησία του ο Κύριος: «επ’ αυτώ γαρ έμελλε την αυτού θεμελιούν Εκκλησίαν» (PG 73, 220AB). Όχι επ’ αυτής της πέτρας της πίστης, αλλ’ επ’ αυτώ, δηλ. τω Πέτρω. (σελ. 370)», εμείς θα πρέπει να διερωτηθούμε αν ο καθηγητής μας παραπλανά, αν αυτά είναι σοφιστίες, αν το χωρίο της Πατρολογίας είναι έγκυρο, αν, αν ,αν……. Επομένως, αν δεν διαβάσουμε όλη την υπάρχουσα παγκόσμια βιβλιογραφία περί Κυρίλλου, δεν θα πρέπει να δεχτούμε τίποτε περί αυτού, ακόμη και εάν υπήρξε. Δηλ. θα πρέπει να κάνουμε διδακτορική διατριβή σε κάθε άγιο για να σιγουρευτούμε για κάποιες αλήθειες.
13.- Αλλά και στα ίδια τα λόγια του Χριστού και των Αποστόλων έχουν προστεθεί φράσεις που δεν τις είπαν. Και το ωραίο είναι ότι έχουν γίνει αναλύσεις από αγίους μας, για τις φράσεις αυτές, οι οποίες ποτέ δεν ειπώθηκαν, αλλά είναι γραμμένες στα ευαγγέλια! Παράδειγμα: Ποτέ ο Χριστός δεν είπε το «….. βαπτίζοντες αυτούς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…..» (Ματθ. 28. 19). Κάποιο (ευλαβές;) χέρι το πρόσθεσε τον 5ο αιώνα. Και τούτο, διότι αν υπήρχε στα κείμενα των πατέρων της Α΄ και Β΄ Οικουμενικών Συνόδων δεν θα υπήρχε πρόβλημα με τον Άρειο και τον Μακεδόνιο. Επίσης, το «ότι τρεις εισίν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα» (Ιω. Α΄ 5. 7). Μάλιστα γι’ αυτή τη φράση κάνει ανάλυση ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης (PG 155, 821B)! Αλλά ποιος τολμάει να γράψει ότι υπάρχουν ψεύδη στο Ευαγγέλιο; Κανείς (μόνο ο Περγάμου Ιωάννης τολμά να το σημειώσει στις Σημειώσεις της Δογματικής του).
13.- Δεκτή και η κατηγορία περί σκευωρίας και αφροσύνης, αλλά δεν μπορούμε να λογοκρίνουμε το Ζωναρά και κάθε Ζωναρά. Αν τον αναφέρει ο Σιαμάκης δικό του το κρίμα. Δεν τα βγάλαμε από την κοιλιά μας αυτά, ούτε ψάξαμε να βρούμε τον βαθμό κακοήθειας του Σιαμάκη. Βγείτε εσείς και καταγγείλτε τον δημόσια και εάν δεν το κάνετε θα το κάνουμε εμείς. Θα καταγγείλουμε, ότι είναι ψεύτης και διαστροφέας, κατά Τρικαμινά. Το βιβλίο είναι από το 1987, 22 χρόνια. Έχετε κάνει καταγγελία και δεν το ξέρουμε; Πως καταγγείλατε τον άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης ως μασώνο; Βγείτε και καταγγείλατε και τον άγιο Νεκτάριο, ως ψεύτη και κακόβουλο και εμπαθή και σημειώστε και τα όσα –υποτίθεται- αντορθόδοξα γράφονται, για τις σχέσεις του με τους Προτεστάντες, το πάθος του για το κάπνισμα, κ.ά. Για τολμήστε! Μόνο η Μαγδαληνή τολμάει; Μήπως, εξ αυτού του λόγου (δηλ. των αντορθόδοξων θέσεων άλλαξε και το απολυτίκιο, που ενώ το 1925 τον παρουσίαζε ως Πατέρα της Εκκλησίας, το 1955 τον παρουσιάζει ως θαυματουργό;) Μήπως αυτός είναι ο λόγος, που στη Ι. Μονή, όπου είναι το σκήνωμα του, δεν υπάρχει ούτε ένα έργο του (γιατί κανείς δεν τα ζητάει, όπως μας ανέφεραν οι μοναχές;). Γι’ αυτό δεν είναι γνωστά τα έργα του, παρά από ελάχιστους. Μήπως αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος που εκδιώχθηκε από την Αλεξάνδρεια; Εγώ ερωτώ, εσείς ως πλέον αρμόδιος απαντάτε. Αν βέβαια θέλετε.
14.- Προφανώς η φράση: «ο φίλος σου όμως τα αποδίδει στο Ζωναρά» δεν αφορά εμένα, γιατί εγώ δεν έγραψα βιβλίο με αναφορές στο Ζωναρά, ο Σιαμάκης έγραψε. Αν ο Σιαμάκης παραπλανά, τότε και εγώ παραπλανήθηκα. Δηλαδή Παπαρρηγόπουλος, άγιος Νεκτάριος, Ζωναράς, Σιαμάκης βάλλουν άδικα κατά του αγίου Θεοδώρου; Και η επιστολή προς τον Πάπα και αυτή πλαστή; Μήπως όμως όλα αυτά εκ μέρους του π. Ευθύμιου, κατά του προσώπου μου, καταδεικνύουν κακοήθεια;
15.- Εγώ κατηγορώ τον άγιο Θεόδωρο για εγκάθετο του Πάπα, της αστυνομίας, ως καταδότη; Πράγματι, μήπως χάσαμε τα λογικά μας; Εγώ αντιγράφω τον άγιο Νεκτάριο και τίποτε άλλο. Μήπως ο άγιος Νεκτάριος έχασε τα λογικά του (αν και κάποιος φίλος Αρχιμανδρίτης μου δήλωσε, ότι πράγματι τα είχε χάσει!);
16.- Μήπως την επιστολή αυτή, ο π. Ευθύμιος την έστειλε σε λάθος αποδέκτη και θα πρέπει να την αποστείλει στον άγιο Νεκτάριο και στο Σιαμάκη; Δηλ. κατηγορούμαι ότι υιοθετώ αυτά που γράφει ο άγιος Νεκτάριος και ο Σιαμάκης;
17.- Αφού λοιπόν ο άγιος Νεκτάριος αναφέρει, ότι ο άγιος Θεόδωρος ήταν διαστροφέας των κειμένων της Κ. Διαθήκης, ενώ δεν ήταν, τότε διαστροφέας είναι ο άγιος Νεκτάριος;
18.- Τελικά μήπως το σφάλμα μου είναι, ότι μεταφέρω αυτά τα οποία γράφουν ο άγιος Νεκτάριος και ο Σιαμάκης περί του αγίου Θεοδώρου; Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω και εάν είναι αυτός ο λόγος, ειλικρινά λυπάμαι.
19.- Ως εκ των ανωτέρω, τίποτε δεν είναι σίγουρα, ούτε τα κείμενά μου, ούτε των ευαγγελίων, ούτε των αγίων, ούτε του Τσολογιάννη, ούτε του Τρικαμηνά, ούτε του Καντιώτη, ούτε κανενός άλλου και όλα θεωρούνται αμφισβητήσιμα, μέχρις αποδείξεως του εναντίου.
Φιλικά Ι.Κ.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΙ ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ

Αγαπητέ αδελφέ Οδυσσέα,

Έφθασαν στα χέρια μου δια μέσου τρίτου προσώπου οι απαντήσεις του φίλου σου Ι.Κ. σχετικά με την παρέμβασί μου εις το θέμα του οσίου Θεοδ. του Στουδίτου. Επειδή με την απάντησί του αυτή θίγει γενικώτερα θέματα εκκλησιολογικά, αγιογραφικά και αγιολογικά, αισθάνομαι την ανάγκη να απαντήσω, αν και δεν είναι του χαρακτήρος μου η αλληλογραφία, μόνο και μόνο επειδή ελπίζω να συμβάλλω στη θεραπεία της συγχύσεως, την οποία νομίζω ότι έχει μέσα του ο φίλος σου. Αυτή η σύγχυσις στα τόσο σοβαρά θέματα εκφράζεται ανάγλυφα από αυτόν με την ακροτελεύτεια κατάληξι των παρατηρήσεών του.(1)
Είναι ανάγκη ως εκ τούτου προκειμένου να αποδείξωμε ότι δεν υπάρχει κατ’ ουσίαν σύγχυσι και αντίθεσις μεταξύ των αγίων, ούτε αμφισβήτησι των κειμένων της Αγ. Γραφής, αλλά σύγχυσις υπάρχει κατ’ ουσίαν μόνο μέσα μας, να αναφερθούμε σε δύο βασικές αρχές της Ορθοδόξου Παραδόσεως.

1) Γνησία ιερά Παράδοσις είναι ο,τι επιστεύετο παντού, πάντοτε και υπό πάντων. Το παντού έχει τοπική έννοια και σημαίνει τη γενική πίστι και αντίληψι της Εκκλησίας, έστω δηλαδή αν σε κάποιο σημείο της γης υπάρχει αντίθετη άποψις επί του θέματος από κάποιους. Δηλαδή η γενικά επικρατούσα πίστις και αντίληψις υπερισχύει της μερικής. Το πάντοτε έχει διαχρονική έννοια και σημαίνει την γενική πίστι και αντίληψι της Εκκλησίας στο πέρασμα του χρόνου, έστω και αν σε κάποιες χρονικές περιόδους εισήλθε δια της πλάνης άλλη αντίληψις, η οποία εν συνεχεία καταπολεμήθηκε υπό των ομολογητών Ορθοδόξων, όπως π.χ. στο θέμα του Αρειανισμού, του Μονοθελητισμού, της Εικονομαχίας κλπ. Το υπό πάντων έχει ειδική έννοια και σημαίνει την πίστι και αντίληψι της Εκκλησίας όπως διασώθηκε δια μέσου των αγίων εν τω συνόλω των, έστω και αν κάποιος μεμονωμένος άγιος έχει αντίθετη άποψι επί του θέματος.

2) Επί οιουδήποτε θέματος υπερισχύει η διδασκαλία της Οικουμενικής Συνόδου από την εγκεκριμένη τοπική και της εγκεκριμένης τοπικής Συνόδου από την διδασκαλία των μεμονωμένων αγίων και των αγίων από την διδασκαλία οιωνδήποτε άλλων θεολόγων, κληρικών κλπ. και τέλος η διδασκαλία και η γνώμη των πλειόνων από τους μεμονωμένους έστω και αν αυτοί οι μεμονωμένοι είναι θεολόγοι, κληρικοί κλπ. Αυτό το τονίζει στην εισαγωγή του Πηδαλίου ο αγ. Νικόδημος, προκειμένου να λύση εκ των προτέρων κάποιες εναντιοφάνειες.
Θα πρέπει επίσης να τονίσωμε ότι η Παράδοσις της Εκκλησίας δεν εθεώρησε ποτέ τους αγίους ως αλανθάστους, αλλά μόνο τις εγκεκριμένες Οικουμενικές Συνόδους. Όταν λοιπόν υπάρχει διισταμένη γνώμη για κάποιο θέμα μεταξύ των αγίων, με βάσι τις δύο προαναφερθείσες αξιωματικές αρχές επιλύεται αυτομάτως, αν αναζητήσουμε την διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας επί του εν λόγω θέματος. Η διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας ως γνωστόν ετίθετο ως βάσις και ωμολογείτο πίστις εις αυτήν, προκειμένου, όχι να εκφέρη γνώμη κάποια Οικουμενική Σύνοδος, αλλά να αρχίση τις εργασίες της. Έτσι λοιπόν προκειμένου να λύσουμε οιοδήποτε πρόβλημα το οποίο έχει σχέσι είτε με την πίστι και την διδασκαλία της Εκκλησίας, είτε με τους αγίους, είτε με την Αγ. Γραφή κλπ. είναι αρμόδιο να γνωρίζωμε την διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας επί του θέματος και με αυτή να συνταυτιστούμε έστω και αν διαφανούν κάποιοι άγιοι η θεολόγοι, κληρικοί κλπ. Αυτή η διδασκαλία είναι κατά τον απόστολο ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας και βάσει αυτής γνωρίζουμε ακριβώς τι πιστεύει η Εκκλησία για τον Αγ. Θεόδωρο τον Στουδίτη, τον Αγ. Ιωάννη το Χρυσόστομο, τον Αγ. Κύριλλο κλπ. Αν τώρα κάποιος άγιος η πολύ περισσότερο θεολόγος κλπ. διαφωνή και έχει αντίθετο γνώμη, εμείς θεωρούμε τη γνώμη του λανθασμένη και προσωπική, όχι εκκλησιαστική και ουδόλως δύναται να αντιπαρατεθή στην διαχρονική πίστι και διδασκαλία της Εκκλησίας, πολύ δε περισσότερο να την υποσκελίση.

Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξωμε είναι το ότι οι άγιοι ερμηνεύουν τους αγίους και προσπαθούν να ερμηνεύσουν ορθόδοξα τα δυσνόητα κείμενά τους, ώστε να μην υπάρξη εις αυτά εναντιοφάνεια με την διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας. Και εμείς πρέπει να προσπαθούμε να κάνωμε το ίδιο και όχι να τους παρουσιάζωμε ως διαφωνούντας και έχοντας διαφορετικές απόψεις και διδασκαλίες, διότι τότε δεν οικοδομούμε τους πιστούς αλλά τους γκρεμίζουμε και δεν ορθοτομούμε, αλλά διχοτομούμε, τον λόγο της αληθείας. Έτσι ερμηνεύει ο Αγ. Μάξιμος ο ομολητητής τον Αγ. Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον οποίο οι σύγχρονοι θεολόγοι μας χαρακτηρίζουν ως αρειανίζοντα. Έτσι ερμηνεύουν οι πατέρες το χωρίον του Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας «μία φύσις του Χριστού σεσαρκωμένη», το οποίο οι Μονοφυσίτες ερμηνεύουν με αιρετικό τρόπο. Έτσι ερμηνεύει ο Αγ. Θεόδωρος ο Στουδίτης τον Αγ. Γρηγόριο Νύσσης εις τον οποίο οι σημερινοί θεολόγοι προσάπτουν πλήθος αιρέσεων.
Άκουσε αδελφέ Οδυσσέα, και θαύμασε πως ο όσιος ερμηνεύει τον Αγ. Γρηγόριο φέροντας μάλιστα ως συνήγορο και τον Αγ. Μάρκο τον ομολογητή, εις την κατηγορία που οι σημερινοί θεολόγοι του προσάπτουν, ότι δηλαδή ήτο υπέρμαχος της θεωρίας των Παπικών «περί της των πάντων αποκαταστάσεως» με την διεστραμμένη έννοια του τέλους της κολάσεως του καθαρτηρίου πυρός, των αξιομισθιών των αγίων κλπ.(2)

Κατά τον ίδιο επίσης τρόπο ερμηνεύει ο Αγ. Νικόδημος ο αγιορείτης εις το Πηδάλιο πλήθος ιερών κανόνων, οι οποίοι φαίνονται να είναι ενάντιοι σε άλλους και με θαυμάσιο τρόπο αποδεικνύει την μεταξύ των συμφωνία παρά την εξωτερική εναντιοφάνεια. Η βάσις δηλαδή σε όλα αυτά είναι να στηριχθούμε στην διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας επί οιουδήποτε θέματος και προς αυτήν να κατευθύνουμε τις ερμηνείες των αγίων. Αν όμως ερμηνεύσωμε αυτόνομα τους αγίους ανεξάρτητα από την διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας, και μάλιστα κατά το δοκούν εις ημάς, τότε και τους αγίους θα παρουσιάσωμε ως διαφωνούντας μεταξύ των και σύγχυσιν εις την Εκκλησίαν θα προξενήσωμε και ανάπαυσι ψυχική δεν θα έχωμε, διότι η ερμηνευτική μας μέθοδος θα στηρίζεται εις τον εγωϊσμό. Βλέπεις αδελφέ Οδυσσέα, ότι εις την Εκκλησία δεν έχει κανείς το δικαίωμα να διδάσκη τίποτε δικό του, ούτε και οι άγιοι, αλλά όλοι οφείλουν να ακολουθούν την άπαξ παραδοθείσα πίστι της Εκκλησίας.

Αυτή η πίστις της Εκκλησίας υπαρχει και για τους αγίους, και για τα πατερικά κείμενα και για τα υμνολογικά κείμενα και για την Ορθόδοξο λατρεία κλπ. Αν τώρα κάποιος άγιος με κάτι από αυτά διαφωνή εμείς απλούστατα θεωρούμε ότι ως άνθρωπος έκανε λάθος και ακολουθούμε την διαχρονική διδασκαλία της Εκκλησίας με την οποία συμφωνούν όλοι οι άλλοι άγιοι. Εδώ δηλαδή ευρίσκει αρίστη εφαρμογή το «η γνώμη των πλειόνων κρατείτω», που έχει ειπωθή στις Οικουμενικές Συνόδους και σε διαφόρους ιερούς κανόνες την στιγμή μάλιστα που είναι σύμφωνος με όλη την ιερά Παράδοσι.

Έπειτα από αυτά τα γενικά θα αναφερθώ περιληπτικά εις τις παρατηρήσεις του φίλου σου προσπαθώντας κάπως να συμβάλλω εις την διαλεύκανσι των θιγομένων ζητημάτων.

Δια την α΄ παράγραφο αναφέρω ότι είναι πρόβλημα του καθενός το να υπογράψη η όχι αυτά τα οποία αποστέλλει, έστω και αν προέρχονται όπως αναφέρει από αγίους. Εφ’ όσον όμως πρόκειται περί σοβαρών θεμάτων, πρέπει τουλάχιστον να αναφέρη αν συμφωνή η διαφωνή με αυτά. Αν πάλι είναι μετέωρος και αναποφάσιστος πρέπει να ζητή να διδαχθή από τους αδελφούς του, μια και οι άγιοι δεν δύναται να τον διαφωτίσουν.

Δια την β΄ παράγραφο αναφέρω ότι αν απλώς ο φίλος σου παραθέτει όπως λέγει κατηγορίες αγίων για αγίους δεν πειράζει. Διότι έχομε και στην Αγ. Γραφή τον απ. Παύλο να κατηγορή ευθέως τον απ. Πέτρο δια την υποκρισίαν του εις το θέμα της συνεστιάσεως με τους εξ εθνών χριστιανούς (Γαλατ. β,11) και ακόμη τον παροξυσμό μεταξύ Παύλου και Βαρνάβα δια τον Μάρκο (Πράξεις ιε, 36-41). Το θέμα είναι αν καλοπροαίρετα τις αναφέρει και ποιός είναι τέλος πάντων ο αγαθός σκοπός και ακόμη ποιά η τοποθέτησίς του επί του θέματος που θίγει, η αν δέχεται συμβουλή και διδασκαλία σε περίπτωσι απορίας του. Νομίζω ότι τα εισαγωγικά που ανέφερα δια να τον καθοδηγήσουν, αν θέλει, είναι αρκετά, μία και αυτά που αναφέρονται εις την β’ παράγραφό του είναι χωρίς παραπομπές.
Δια τον Αγ. Θεόδωρο τον Στουδίτη είπα και ανέφερα στην προηγούμένη παρέμβασί μου αρκετά. Επειδή οι κατηγορίες που αναφέρονται είναι κατά το δη λεγόμενο χύμα χωρίς παραπομπές ευρήκα (τυχαίως;) αυτά που αναφέρονται εις τον άγιο Φώτιο. Παραθέτω το κείμενο αδελφέ Οδυσσέα μετά βαθυτάτης μου λύπη για να ιδής την διαστρέβλωσι από τον φίλο σου και ποιό είναι το πνεύμα του Αγ. Φωτίου.(3)
Λέγει λοιπόν ο Αγ. Φώτιος ότι συμβαίνει κάποιοι πατέρες να εδίδαξαν λάθος κάποια πράγματα και μάλιστα δογματικά. Αυτούς τους μενονωμένους πατέρας, ενώ δεν παύουμε να τους τιμούμε ως αγίους δια τις αρετές των και την αγιότητα του βίου των δεν τους ακολουθούμε εις αυτό το σημείο του λάθους των, αλλά ακολουθούμε την σύμφωνο γνώμη των υπολοίπων πατέρων.
Μάλιστα ολίγο ανωτέρω στο λόγο του ο Αγ. Φώτιος ακόμη περισσότερο δικαιολογεί τους πατέρας αυτούς λέγοντας: (4)
Δηλαδή είπαν κάποιο λάθος σε κάποια στιγμή κάι δεν ευρέθη κανείς να τους διορθώση, ούτε να τους εγκαλέση και αυτοί να επιμείνουν εις την γνώμη των. Τους έχομε δε ως αγίους και πατέρας της Εκκλησίας δια τον υπόλοιπον λαμπρόν βίο των, ενώ το λάθος των δεν το ακολουθούμε. Ας ιδούμε από αυτό το σημείο αδελφέ πως οι άγιοι οικοδομούν την Εκκλησία και οδηγούν και την ιδική μας σκέψι ώστε ούτε να ακολουθήσωμε το λάθος των ούτε να τους καθαιρέσωμε από αγίους. Εμείς όμως τελείως αντίθετα τα ισοπεδώνουμε όλα στηριζόμενοι στον φωστήρα της Ν. Εποχής Περγάμου Ιωάννη και στην αυτοανακηρυχθείσα αγία της Κοζάνης.

Δια την γ΄ παράγραφο αναφέρω ότι αυτά τα οποία ανέφερα για τον Αγ. Νεκτάριο, ότι δηλαδή στηρίχθηκε στα γραφόμενά του στον Παπαρρηγόπουλο, τα είπα δια να δικαιολογήσω τον άγιο δια το ανθρώπινο λάθος του και όχι για να τον κατηγορήσω. Δηλαδή προσπάθησα να εφαρμόσω την μέθοδο αυτή των πατέρων (επιτυχώς η ανεπιτυχώς δεν γνωρίζω) προκειμένου να γεφυρώσω τα διεστώτα και να καταδείξω ότι ο άγιος αφελώς στηρίχθηκε σε έναν ιστορικό, όπως ακριβώς θα έλεγα και για τον Αγ. Κύριλλο, ότι δηλαδή αφελώς στήρίχθηκε κατ’ αρχάς στον θείο του Πατριάρχη Θεόφιλο, δεδηλωμένο και άσπονδο εχθρό του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου και εσχημάτισε τέτοια γνώμη για τον άγιο. Δεν χρειάζεται δε αγαπητέ Οδυσσέα, όπως γράφει ο φίλος σου, να καταγγείλωμε τον άγιο ότι πλανήθηκε, όπως δεν το κάνομε αυτό για τον Αγ. Πέτρο και τον Βαρνάβα, αλλά χρειάζεται να δικαιολογήσωμε τα ανθρώπινα λάθη των, διότι εκτός των άλλων οι Άγιοι είχαν αγαθή προαίρεσι, πράγμα το οποίο νομίζω ότι δεν συμβαίνει και με την Μαγδαληνή της Κοζάνης.

Δια την δ΄ παράγραφο αναφέρω φίλτατε Οδυσσέα, ότι ο φίλος σου δεν επλανήθηκε από τον Αγ. Νεκτάριο αλλά κατά την γνώμη μου από άλλους εσωτερικούς παράγοντες. Αυτό φαίνεται από το ότι με πολύ ευκολία αναφέρει τα λάθη των αγίων, χωρίς να προσπαθή με την πατερική μέθοδο που προανέφερα να τα δικαιολογήση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εξανίσταται και προσπαθεί με κάθε τρόπο να δικαιολογήση όχι τους αγίους αλλά τον εαυτόν του, δεικνύοντας έτσι ότι δεν ενδιαφερόμεθα για την τιμή και την υπόληψι των αγίων, αλλά μόνο του εαυτού μας.

Δια την ε΄ παράγραφο δεν έχω να αναφέρω τίποτε διότι την θεωρώ εκτός θέματος.

Δια την στ΄ καί ζ΄ παράγραφο το θέμα είναι απλό. Αν ο Αγ. Νεκτάριος αυτά τα υιοθετή, έχουν δηλαδή έτσι όπως τα περιγράφει ο φίλος σου, είναι λάθος του. Και τούτο διότι η διδασκαλία της Εκκλησίας περί των θεμάτων αυτών είναι σαφής και πρέπει άπαντες να υποταχθούμε εις αυτήν, έστω και αν κάποιος διαφωνή.

Δια την η΄ παράγραφο η οποία αναφέρεται εις τον Αγ. Θεόδωρο τον Στουδίτη έχω αναφέρει στην προηγούμενη παρέμβασί μου πάρα πολλά, η δε θέσις της Εκκλησίας εκφράζεται δια του Συνοδικού της Ζ΄ Ο?κουμενικ?ς το οποίο αναγιγνώσκεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας ως εξής: «Θεοδώρου του πανοσίου ηγουμένου του Στουδίου. Αιωνία η μνήμη (γ)». Αυτό διαβάζεται επί 1200 περίπου χρόνια στην Εκκλησία και δεικνύει τη θέσι της δια τον όσιο. Είναι επίσης άξιον ιδιαιτέρας προσοχής η προσωνυμία του «πανοσίου», το οποίο σημαίνει τον κατά πάντα όσιο και όχι τον μερικώς η τον δια μερικά πράγματα και δια άλλα όχι. Αυτή η προσωνυμία σε όλο το Συνοδικό είναι η μοναδική, ενώ δηλαδή μακαρίζονται πλείστοι όσοι πατέρες, ουδείς ονομάστηκε στο Συνοδικό «πανόσιος».

Δια την θ΄ παράγραφο, νομίζω αδελφέ Οδυσσέα, ότι ο φίλος σου μαζί με την αναγνώρισι του λάθους του θα έπρεπε να αναγνωρισθή από αυτόν ότι όντως τα παρατιθέμενα δεν είναι μόνο του Σιαμάκη, αλλά είναι επί πλέον αλλοιωμένα και παραχαραγμένα κατά ένα πονηρό τρόπο εις βάρος του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Στην προηγούμενή μου παρέμβασι το ανέλυσα αρκούντως και θα έπρεπε τουλάχιστον να αναφερθή αν υποθέσωμε ότι κατανοήθηκε από τον φίλο σου.

Δια την ι΄ παράγραφο είναι λάθος του φίλου σου το ότι δεν αναφέρεται ότι οι καταγραφές οφείλονται στον Σιαμάκη διότι στην αρχή του Τόμου Χαράς αναφέρεται με κεφαλαία γράμματα «Εισαγωγή –σχόλια - Επιμέλεια κειμένων Κων/νου Σιαμάκη».

Δια την ια΄ παράγραφο νομίζω ότι δεν είναι ανεύθυνος και αυτός ο οποίος μεταφέρει μία φοβερή κατηγορία για έναν άγιο. Αν δηλαδή εγώ άκουγα μία φοβερή κατηγορία για σένα η τον φίλο σου και την μετέφερα ανεξέλεγκτα θα ήμουν ανεύθυνος δι’ αυτό; Όλοι μας έχουμε το μερίδιο της ευθύνης μας έστω και αν προσπαθούμε να την επιρρίψωμε στους αγίους.

Δια την ιβ΄ παράγραφο ισχύουν τα όσα ανέφερα στην εισαγωγή της παρούσης καθώς και ότι όταν αυτό το οποίο διαβάζομε σε κάποιον άγιο έρχεται σε αντίθεσι με την διδασκαλία και Παράδοσι της Εκκλησίας το απορρίπτουμε, εφ’ όσον σύμφωνα με την πατερική μέθοδο δεν δυνάμεθα να το ερμηνεύσωμε ορθόδοξα η να ανατρέξωμε σε ερμηνείες άλλων αγίων. Δεν χρειάζονται δηλαδή ούτε διδακτορικές διατριβές, ούτε ειδική θεολογική γνώσις. Στο συγκεκριμένο δε χωρίο το οποίο αναφέρεται σ’αυτή την παράγραφο θεμέλιος είναι και ο Πέτρος όπως είναι και όλοι οι υπόλοιποι απόστολοι σύμφωνα με το χωρίο (Αποκάλ. 21,14).(5)
Δια την παράγραφο ιγ΄ έχω να πω πολλά. Διότι ο,τι γράφονται εις αυτήν φαίνονται ότι είναι αποφθέγματα, αδελφέ Οδυσσέα, του φίλου σου, η ότι τα υιοθετεί και τα αποδέχεται πλήρως, αν δηλαδή είναι κάποιου άλλου. Διότι αποδέχεται ότι υπάρχουν ψεύδη εις την Αγ. Γραφή και μάλιστα οι άγιοι μας το απέκρυψαν ενώ τα ανέλυσαν. Και το μεν «ψευδές» χωρίον το οποίον αναφέρει περί του αγ. βαπτίσματος προσετέθη κατ’ αυτόν τον 5ο αιώνα. Πως όμως κατά τον 4ο αιώνα το εγνώριζε και το ερμήνευσε ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος (ομιλία 90η εις το κατά Ματθαίον ΕΠΕ 12,400) και πως αυτός ο οποίος επολέμησε με αυτοκράτορες και Συνόδους και απέθανε εξόριστος δεν είχε το θάρρος να κατονομάση το ψέμα. Το αστείο εις την όλη υπόθεσι είναι η δικαιολογία που επιλέγει περί του ψέματος «διότι, λέγει, αν υπήρχε στα κείμενα των πατέρων της Α και Β Οικουμενικής Συνόδου δεν θα υπήρχε πρόβλημα με τον Άρειο και τον Μακεδόνιο». Αυτό όμως το χωρίο δεν είναι το ισχυρώτερο περί της θεότητος του Χριστού και του Αγ. Πνεύματος. Αν λοιπόν αυτά τα χωρία τα οποία ονομάζουν τον Χριστό Θεό, Θεό αληθινό, μεγάλο Θεό, μόνο δεσπότη και Κύριο, ίσο με τον Πατέρα κλπ. και το Αγ. Πνεύμα επίσης Κύριο, δημιουργό, ερευνόν τα βάθη του Θεού, διανέμοντα τα χαρίσματα κλπ. δεν ήσαν ικανά να πείσουν τους αιρετικούς θα τους έπειθε το «βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και Αγίου Πνεύματος»;
Οι αιρεσιάρχες, αδελφέ Οδυσσέα, δεν θα επείθοντο ούτε και αν κατέβαινε ο ίδιος ο Χριστός και τους έλεγε ότι είμαι Θεός, διότι απλούστατα δεν επλανήθησαν από άγνοια, αλλά από την κακή τους προαίρεσι.
Υπάρχει για το εν λόγω «ψεύδος» της Αγ. Γραφής και άλλο φοβερώτερο χωρίο του 3ου αιώνος. Το ευρήκα σε μία πρόχειρη αναζήτησι στα πρακτικά των Συνόδων. Είναι από τα πρακτικά της Συνόδου της Καρχηδόνος επί Αγ. Κυπριανού το 258. Εις αυτήν, επειδή ετέθη πρόβλημα για το βάπτισμα των αιρετικών, αν δηλαδή είναι δεκτόν ή όχι, μαζί με την απόφασί της δια το ανυπόστατο του αιρετικού βαπτίσματος υποχρεώθησαν οι ογδόντα τέσσερεις (84) πατέρες, δια να καταδείξουν το ομόφωνον της αποφάσεως, να καταγράψουν εις τα πρακτικά έκαστος και ιδία γνώμη περί του βαπτίσματος των αιρετικών. Ένας λοιπόν Επίσκοπος ονόματι Μονούαλος, Επίσκοπος Γέρβης κατέθεσε στα πρακτικά της Συνόδου τα εξής.(6)
Πως τώρα αδελφέ Οδυσσέα το 250 εγνώριζαν εις την Αφρική τα λόγια αυτά του Κυρίου, τα οποία σύμφωνα με τον φίλο σου κάποιο ευλαβές χέρι τα επρόσθεσε στην Αγ. Γραφή τον 5ο αιώνα; Άκουσε και τρίτη μαρτυρία περί του «ψεύδους» τον 4ο αιώνα από τον Μ. Βασίλειο. Αναφερόμενος ο Άγιος εις τον αναβαπτισμό κάποιων αιρετικών λέγει.(7)
Εδώ πάλι προβάλλεται απαράλλακτα από τους αιρετικούς ως δικαιολογία ο λόγος αυτός του Κυρίου (το ψεύδος του 5ου αιώνος) ο οποίος αναιρείται από τον άγιο όχι ως προς το αν το είπε ο Κύριος, αλλά ως προς το πως τον επίστευσαν οι αιρετικοί, δηλαδή ως Πατέρα θεωρούσαν αυτοί τον ποιητήν του κακού.

Όσον αφορά το δεύτερο χωρίο το οποίο κατά τον φίλο σου είναι ψευδές, άκουσε την ερμηνεία εις αυτό του Αγ. Νικοδήμου εις την οποία θα διαπιστώσης αν οι άγιοι μας λέγουν ψέμματα, αν τολμούν να γράψουν την αλήθεια και πως συμβιβάζουν αυτά τα οποία μόνο ο Περγάμου τολμά να σημειώνη στη δογματική του. Διότι το μεγαλείο δεν είναι να σημειώσωμε κάτι και να φανούμε ήρωες χωρίς κόπο και ιδρώτα, αλλά όπως προείπαμε, να συμβιβάσωμε τις γραφές και τους αγίους και να οικοδομήσωμε όχι να γκρεμίσωμε τους πιστούς, θέτοντες σε αμφιβολία την αξιοπιστία της Αγ. Γραφής. Λέγει λοιπόν ο άγιος εις την ερμηνεία του των επτά καθολικών επιστολών.(8)
Ο άγιος λοιπόν όχι μόνο αναφέρει όλη την αλήθεια δια το εν λόγω χωρίο, αλλά και την προτάσει από την ερμηνεία του και ακόμη το κυριώτερο συμβιβάζει άριστα την έλλειψί του από κάποιους αρχαίους κώδικες, ενώ το παλικάρι, ο Περγάμου Ιωάννης τολμάει να το σημειώση ως μεγάλη ανακάλυψι εις την δογματική του. Αυτοί είναι οι άγιοι αδελφέ Οδυσσέα, και αυτός είναι ο Περγάμου Ιωάννης.

Δια την ιγ΄ παράγραφο θέλω να αναφέρω πολλά, αλλά επειδή νομίζω ότι δεν επικοινωνούμε με τον φίλο σου, διότι ομιλούμε προφανώς σε άλλη συχνότητα, θα αναφέρω ολίγα.
Δια τον Χρυσόστομο Σμύρνης έχουμε υποχρέωσι να γράφουμε, και μάλιστα ακατάπαυστα, διότι αγιοποιήθηκε στις ημέρες μας και μάλιστα από τους Οικουμενιστές, χωρίς να έχη επιδείξει ούτε ένα σημείο θαυματουργικό ούτε ζων ούτε μετά θάνατον και ως εκ τούτου έχουμε άπαντες ευθύνη ως αποδέκτες αυτής της αγιοποιήσεως. Δια την Αγ. Γραφή όμως και τους παλαιούς αγίους υπήρξαν άλλοι άγιοι και θεοφόροι πατέρες, οι οποίοι τουλάχιστον αν μη τι άλλο είχαν περισσότερο νου και χάρι Θεού από εμάς και επί πλέον έζησαν πιο κοντά χρονικά αυτά τα γεγονότα. Εμείς τώρα αναφερόμενοι εις αυτά κάνομε κατά το δη λεγόμενο τους έξυπνους και διορθωτάς των αγίων και των γραφών. Αν αυτό δεν είναι εσχάτη άνοια και τύφλωσις, τι άλλο μπορεί να είναι ;

Δια τις παραγράφους ιδ΄ έως ιθ΄ δέν θέλω να αναφέρω τίποτε, διότι εις αυτές αναμασώνται τα ίδια πράγματα.
Τελειώνοντας θέλω να παρακαλέσω να με διορθώσετε σε ο,τιδήποτε έσφαλα, διότι είναι σοβαρά τα θέματα και δεν πρέπει να τα αντιμετωπίζομε επιπόλαια.
Οι καιροί μας είναι καιροί συγχύσεως, αλλά οφείλομε δια να σωθούμε να είμεθα εις την αλήθεια.

Χαιρετώ με την εν Κυρίω αγάπη αρχιμ. Ευθύμιος Τρικαμηνάς


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.Ως εκ των ανωτέρω, τίποτε δεν είναι σίγουρα, ούτε τα κείμενά μου, ούτε των ευαγγελίων, ούτε των αγίων, ούτε του Τσολογιάννη, ούτε του Τρικαμηνά, ούτε του Καντιώτη, ούτε κανενός άλλου και όλα θεωρούνται αμφισβητήσιμα, μέχρις αποδείξεως του εναντίου.

2. Α μεν ουν εν τη προτέρα επιστολή περί του της Χαλκηδόνος αγιωτάτου μητροπολίτου και πατρός ημών είρηται ως εν παραδρομή. νυν δε διεξοδικώτερον ειρήσεται. Ειπέ αυτώ πατροπρεπεί διαλέξει τι; ότι πάντως κατά την του αποστόλου απόφασιν εκάστου το έργον οποίόν εστι το πυρ δοκιμάσει˙ ει τινος το έργον μένει, ο εποικοδόμησεν, μισθόν λήψεται, ει τινος το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός. Πυνθάνομαι ουν το, κατακαήσεται εξαφάνισις εστι τελεία, η ου; ει δε ομολογουμένως το πρώτον, καθά που φησιν επομένως τω Παύλω ο Θεολόγος Γρηγόριος, και το τελευταίον πυρ, ω πάντα κρίνεται η καθαίρεται τα ημέτερα, τι επισείει τον νουν του ακούοντος ουκ ευ ειρηκέναι τον ιερόν Μάξιμον τρεις είναι τας αποκαταστάσεις, ας οίδεν η εκκλησία; μίαν μεν την εκάστου κατά τον της αρετής λόγον, εν η αποκαθίσταται τον επ’ αυτώ λόγον της αρετής εκπληρώσας˙ δευτέραν δε της όλης φύσεως εν τη αναστάσει την εις αφθαρσίαν και αθανασίαν αποκατάστασιν˙ τρίτην δε, η και μάλλον κατακέχρηται εν τοις εαυτού λόγοις ο εν αγίοις Γρηγόριος Νύσσης, εστίν αύτη, η των ψυχικών δυνάμεων τη αμαρτία υποπεσουσών εις όπερ εκτίσθησαν πάλιν αποκατάστασις˙ δει γαρ ώσπερ την όλην φύσιν εν τη αναστάσει την της σαρκός αφθαρσίαν χρόνω ελπιζομένην απολαβείν, ούτως και τας παρατραπείσας της ψυχής δυνάμεις τη παρατάσει των αιώνων απολαβείν˙ και περάσασαν τους πάντας αιώνας και μη ευρίσκουσαν στάσιν εις τον θεόν ελθείν τον μη έχοντα πέρας και ούτως τη επιγνώσει, ου τη μεθέξει των αγαθών απολαβείν τας δυνάμεις και εις το αρχαίον αποκατασταθήναι και μη δειχθήναι τον δημιουργόν αίτιον της αμαρτίας.
Ουδέν ουν έτερόν εστιν η τρίτη αποκατάστασις˙ περί γαρ τοιν δυοίν αναμφίλεκτον η όπερ δεδογμάτισται τω αποστόλω, του το αμαρτητικόν έργον κατακαήναι και τον πεπραχότα σωθήναι ακατάκαυστον, ούτως δε, ως ου μετέχοντα των αγαθών, αλλ’επιγινώσκοντα την στέρησιν της μεθέξεως. Και μάλα εικότως είρηται τω πατρί, και μη δειχθήναι τον δημιουργόν αίτιον της αμαρτίας˙ ο μεν γαρ παρά θεού, ήγουν η καθ’ημάς φύσις, ως εκ του όντος παραχθείσα, ανάλωτος τω πυρί εκείνω, ο δε ουκ εκ θεού, ήτοι η αμαρτία, αλλά τη του πράξαντος δημιουργηθείσα προαιρέσει, ως ου τι των όντων ούσα, αλλά παρυφιστάσα οιχήσεται, ακατάστατος ούσα τοις ούσιν. ούτως ουν, καν μήτε Γρηγόριος ο Νυσσαεύς, καν μήτε Μάξιμος ο πατήρ λέγοι, αλλά γε ο μέγας απόστολος απέφησεν ότι άμειψις διάπυρος είη της αμαρτίας, η δε έμφασίς εστιν αποκαταστάσεως, ως είρηται τω πατρί, ουκ Ωριγενιαστική, άπαγε˙ ουδεμία γαρ κοινωνία φωτί προς σκότος ουδέ συμφώνησις αγίοις προς αιρεσιάρχας, προς ους, σφετεριζομένους τα του θειοτάτου Γρηγορίου δόγματα προς την σφων κακόνοιαν. Και η ανόθευτος και ο κλεπτέλεγχος, αλλ’ουκ επ’ανατροπή των προειρημένων, ως εμοί φαίνοιτο. Ει δε τι βαθύτερον εξευρεθείη τω αγιωτάτω μητροπολίτη, ακουσόμεθα πάλιν˙ επεί και ο ιερώτατος ημών πατριάρχης, ακηκοώς τα λεχθέντα τω αγίω Μαξίμω, ουδέν απεμφαίνον τηνικαύτα έφησεν.(Αγ. Θεοδ. Στουδ. Επιστολή 471. Γρηγορίω τέκνω, σελ. 676 Φατούρος).

3. κα. Και γαρ και Διονύσιον τον Αλεξανδρείας τω χορώ των αγίων Πατέρων συντάσσοντες, τας υπ’ αυτού λεχθείσας προς τον Λίβυν Σαβέλλιον Αρειανικάς φωνάς ουμενούν ου συναποδεχόμεθα, αλλά και παντελώς εκτρεπόμεθα.
Και τον εν μάρτυσι μέγαν Μεθόδιον, ος τους αρχιερατικούς του Πατάρων θρόνου επηδαλιούχησεν οίακας, έτι μεν και Ειρηναίον των Λουγδούνων επίσκοπον, και Παπίαν τον της Ιεραπόλεως τον μεν του μαρτυρίου τον στέφανον αναδησάμενον, τους δε άνδρας όντας αποστολικούς και τοις του βίου τρόποις το θαυμάσιον εξαστράπτοντας. Αλλ’ ουν, ει τι γε της αληθείας ωλιγώρησαν, και απρηνέχθησαν φθέγξασθαι απεναντίας του κοινού και εκκλησιαστικού δόγματος, εν τούτοις μεν ουχ επόμεθα, της πατρικής δε τιμής και δόξης ουμενούν ουδέν αυτών περικόπτομεν.

κβ. Επιλείψει με η ημέρα τους άνδρας απαριθμούμενον, ους τη μεν των Πατέρων τιμή σεμνύνομεν, εν οίς δε της αληθείας παρηνέχθησαν, ου μιμούμεθα (ΕΠΕ Αγ. Φωτίου Επιστολές, 13,260).

4. κ. Ει δε παρεμφθέγξαντο μεν, ή δια τινα αιτίαν νυν αγνοουμένην ημίν της ευθυτητος εξετράπησαν, ουδεμία δε ζήτησις αυτοίς προσενήνεκται, ουδ εις μάθησιν της αληθείας ουδείς αυτούς, ει και μη τούτο είπον, επιγραψόμεθα, δια τε το του βίου λαμπρόν και της αρετής το αιδέσιμον και της αλλης ευσεβείας το ακατάγνωστον, τοις δε λόγοις τούτων, εν οίς παρηνέχθησαν, ουχ εψόμεθα (ΕΠΕ Αγ.Φωτίου Επιστολές, 13,260).

5. Και το τείχος της πόλεως έχον θεμελίους δώδεκα, και επ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του Αρνίου….

6. «Του Κυρίου λέγοντος βαπτίσατε πάντα τα έθνη εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, οίδαμεν σαφώς τους αιρετικούς, μήτε Πατέρα έχειν, μήτε Υιόν, μήτε Πνεύμα άγιον. Δει ουν ερχομένους εις την εκκλησίαν βαπτίζειν, ίνα αναγεννηθώσιν». (Πρακτικά Συνόδων Τόμος Α , στήλη 100).
Μη γαρ λεγέτωσαν ότι «εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα εβαπτίσθημεν» οι γε κακών ποιητήν υποτιθέμενοι τον Θεόν εφαμίλλως τω Μαρκίωνι και ταις λοιπαίς αιρέσεσιν. (Μ. Βασιλείου).

7. « ότι τρεις εισιν οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα, και ούτοι οι τρεις εν εισι˙».
Σημειούμεν εις τους αναγνώστας ότι το ρητόν τούτο όλως ουχ ευρίσκεται, ούτε παρά τω ιερώ Μητροφάνει, ούτε παρά τω Θεοφυλάκτω, ούτε παρά τω Οικουμενίω, και δια τούτο ουδέ όλως ερμηνείαν έχουν εις αυτό. Ευρίσκεται δε εις όλα σχεδόν τα τετυπωμένα βιβλία τα περιέχοντα τας Καθολικάς επιστολάς. Δια ποίαν δε αφορμήν ουχ’ ευρίσκεται εις τους τρεις ερμηνευτάς των Καθολικών επιστολών; Κατά ακρίβειαν δεν ηξεύρω να ειπώ. Εικάζω όμως ότι ίσως οι Αρειανοί και Μακεδονιανοί και Ευνομιανοί οι κτίσμα λέγοντες τον Υιόν και το Πνεύμα το άγιον, αφαίρεσαν κακούργως το ρητόν αυτό από την παρούσαν επιστολήν, ως ανατρεπτικόν της αιρέσεώς των. Μαρτυρεί γαρ τούτο σαφέστατα ότι τα τρία θεαρχικά πρόσωπα της μακαρίας Τριάδος είναι εν κατά την ουσίαν και φύσιν και θεότητα, ήγουν ότι ο Υιός και το Πνεύμα το άγιον, τα παρά τα ανωτέρω αιρετικών βλασφημούμενα, είναι ομοούσια και ομοφυή με τον Πατέρα. Ει δε είναι ομοούσια, φανερόν ότι είναι και Θεός τέλειος έκαστον αυτών, καθώς είναι και ο Πατήρ. Η εικασία μου δεν αύτη δεν είναι ανεύλογος. Πρώτον διατί καθώς οι Μανιχαίοι πολλά ρητά αφαίρεσαν από τα επιστολάς του Αποστόλου Παύλου και οι Μαρκιωνισταί πολλά περιέκοψαν από το άγιον Ευαγγέλιον, ως μαρτυρεί ο Θεοφύλακτος εν τη ερμηνεία της προς Γαλάτας επιστολής και ο θείος Χρυσόστομος λέγων˙ «κέχρηται μεν γαρ αυτώ (τω Παύλω δηλαδή) και Μαρκίων και Μανιχαίος, αλλά κατατέμνοντες. Αλλ’ όμως και ούτως ελέγχονται από των μελών» (ομιλ. κα εἰς την Β’προς Κορινθ.). Καθώς, λέγω, οι αιρετικοί αυτοί αφαίρεσαν πολλά από τας επιστολάς του Παύλου, τοιουτοτρόπως πιθανόν εστιν ότι οι Αρειανοί και Μακεδονιανοί και Ευνομιανοί να αφαίρεσαν το ρητόν τούτο από την παρούσαν επιστολήν. Δεύτερον διατί, αν το ρητόν τούτο δεν ήτον αφηρημένον από την επιστολήν ταύτην, πως ούτε η πρώτη Σύνοδος, η περί της Θεότητος του μονογενούς τον αγώνα έχουσα κατά Αρείου, ούτε η Δευτέρα, η περί της Θεότητος του Πνεύματος αγωνισαμένη κατά Μακεδονίου, ούτε οι Πατέρες κατά μέρος οι το ομοούσιον του Υιού και του Πνεύματος υπερασπιζόμενοι και κατά Αρειανών και Πνευματομάχων γράφοντες, δεν φαίνονται να εμεταχειρίσθησαν το ρητόν τούτο; Οποίος είναι ο Αθανάσιος, ο θεολόγος Γρηγόριος, ο Βασίλειος, ο Νύσσης και άλλοι; Επειδή γαρ δι’ αυτού παρασταίνεται σαφέστατα ο Υιός και το Πνεύμα, ότι είναι εν με τον Πατέρα, ακόλουθον και πρέπον, μάλλον δε αναγκαίον ήτον να προβάλλουν τούτο αι ανωτέρω Σύνοδοι και οι Πατέρες και να απαλλαγούν από τους πολλούς αγώνας και αποδείξεις. Αλλ’ ως φαίνεται με το να ήτον αφηρημένον από την επιστολήν ταύτην, δια τούτο ουδεμία μνήμη φέρεται περί αυτού εις αυτούς. Όθεν και οι ερμηνευταί ευρίσκοντες αυτό αφηρημένον δεν το ηρμήνευσαν, ούτε όλως το αναφέρουν.
Ήθελε δε ειπή τινάς, και αν αυτό ήτον αφηρημένον πως τώρα σώζεται εις τα εκδεδομένα βιβλία; Και αποκρινόμεθα, ότι τυχόν να ευρέθη τούτο γεγραμμένον εις κανένα αντίγραφον παλαιόν της παρούσης επιστολής, το οποίον διέφυγε τας χείρας των αιρετικών, και εξ εκείνου αντιγραφέν ούτω διεφυλάχθη και εις τα νυν σωζόμενα βιβλία. Η αιτία δε οπού ανέφερεν ο Ιωάννης το ρητόν τούτο είναι, διατί ανωτέρω είπεν ότι το Πνεύμα το άγιον μαρτυρεί ότι είμεθα υιοί Θεού. Όθεν ακολούθως επιφέρει˙ Τι λέγω ότι μαρτυρεί μόνον το Πνεύμα το άγιον πως είμεθα υιοί Θεού; Και τα τρία θεαρχικά πρόσωπα της ζωοποιού Τριάδος, ο Πατήρ, ο Λόγος και το άγιον Πνεύμα μαρτυρούν ότι είμεθα υιοί Θεού, επειδή εις το όνομα τούτων των τριών βαπτιζόμεθα κατά την παράδοσιν του Κυρίου του ειπόντος˙ «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28,19). Καθώς δε τα τρία πρόσωπα της αγίας Τριάδος είναι εν, κατά την φύσιν δηλαδή και ουσίαν, ως λέγει εδώ ο θεολόγος, ούτω και ημείς βαπτιζόμεθα εις το όνομα, όπερ δηλώνει την μίαν φύσιν και θεότητα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, κατά την ερμηνείαν Γρηγορίου του Θεσσαλονίκης. Και έτσι όλη η αγία Τριας ανεγέννησεν ημάς, και είναι εις Πατήρ ημών. Και όρα περί τούτου την υποσημείωσιν του˙ «Και ει πατέρα επικαλείσθε» (Α Πέτρ. 1,17). Ποίον δε συμπέρασμα ευγαίνει από τα λόγια ταύτα του θεολόγου; Φοβερόν αληθώς αδελφοί μου και τρομερόν. Διατί εάν η αγία Τριας ο Πατήρ, ο Υιός και το άγιον Πνεύμα είναι μάρτυρες αληθέστατοι πως ημείς οι χριστιανοί ανεγεννήθημεν πνευματικώς εξ αυτών και εγίναμεν υιοί αυτών κατά χάριν, τι απολογίαν έχομεν να δώσωμεν οι τάλανες εάν δεν φυλάξωμεν καθαράν την πνευματικήν αυτήν αναγέννησιν; Η που έχομεν να κρυφθώμεν εις καιρόν οπού μαρτυρεί καθ’ ημών όλη η αγία Τριας ότι εδέχθημεν το άγιον βάπτισμα και την θείαν υιοθεσίαν, ημείς δε εμολύναμεν αυτά και υστερήθημεν, φευ! τοιούτου χαρίσματος με τας αμαρτίας μας; Ίλεως, ίλεως, ίλεως γένοιτο ημίν αυτή πάλιν η αγία Τριας. (Αγ. Νικοδήμου Ερμηνεία των Καθολικών Επιστολών σελ. 614).

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2009

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΔΗΛΩΣΙ

Λυπούμεθα που δια λόγους τεχνικούς, οι παραπομπές που βρίσκονταν μέσα στα κείμενα του αρχιμ. Ευθυμίου Τρικαμηνα δεν εμφανίσθηκαν και έτσι δεν εγινε κατανοητή στους αναγνώστες, η ολοκλήρωσι του κειμένου.
Δηλώνουμε ότι το ζήτημα θα τακτοποιηθή το δυνατόν ταχύτερα και τα κείμενα θα επανατοποθετηθούν ολοκληρωμένα.

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ

Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ


ΩΣ ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ ( Β )

Ο Ι.Κ. μέλος του Ορθόδοξου Θεολογικού Εργαστηρίου είναι ο διαλεγόμενος με τον μαρτυρικό αγωνιστή της πίστης και της ευσέβειας αρχιμ. Ευθύμιο Τρικαμηνά.
Ο π. Ευθύμιος έχει ασχοληθή ιδιαίτερα με τον άγιο Θεόδωρο το Στουδίτη και έχει κυκλοφορήσει και βιβλίο περί της προσωπικότητος του αγίου. Ηδη, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, κυκλοφορεί και δεύτερο, απόσπασμα του οποίου δημοσιεύσαμε χθές.
Ο Ι.Κ. απάντησε στο κείμενο που δημοσιεύσαμε χθές, αλλα ερευνητέον εάν έλαβε γνώσι αυτής της απαντήσεως, ο π. Ευθύμιος.
Ως γνωστόν, ο π. Ευθύμιος, διαμένει σε σπήλαιο της γής των Θεσσαλών και δεν είναι και τόσο εύκολη η ....ανεύρεσί του!
Θα φροντίσουμε να του στείλουμε την απάντησι και θα ενημερώσουμε γιά την συνέχεια.

Σήμερα καταχωρούμε τις πρώτες αντιρρητικές καταχωρήσεις του Ι.Κ. περί του αγίου και την απάντησι σε αυτές του πατρός Ευθυμίου. Και έπεται η συνέχεια....



Ιδού τα περί τα του αγίου Θεοδώρου Στοδίτη, όπως ιστορούνται από τον άγιο Νεκτάριο και άλλους:
1.- φιλοπαπικές ιεροκρύφιες ενέργειες, του Πάπα έχοντας τα πρωτεία θεόθεν και τα κλειδιά του Ευαγγελίου από τον κορυφαίο Πέτρο.
2.- εγκάθετος του Πάπα και επιδιώκων την επέμβασή του στα θέματα της Ανατολής.
3.- εγκάθετος της αστυνομίας καταπροδίδων, τους αρνουμένους να εφαρμόσουν τον Όρο της Συνόδου και υπόλογος θανατικών ποινών.
4.- ιδιοφελής, θυσιάζον τις ωραιότερες παραδόσεις της εκκλησίας, καταπροδίδον δε τα τιμαλφέστερα του έθνους συμφέροντα.
5.- Ιησουϊτης ζητών την επέμβαση του ποινικού νόμου στα της Εκκλησίας θέματα.
6.- διαστροφέας των κειμένων της Κ. Διαθήκης.
7.- φίλαρχος, επιδιώκων την Πατριαρχεία.

Με το άγιο Θεόδωρο Στουδίτη (750-826) έχουμε καταγραφές κάποιων φιλοπαπικών ιεροκρύφιων ενεργειών του: «Οι δε μοναχοί υπό την αρχηγίαν Πλάτωνος, του ηγουμένου της μονής Σακκουδίωνος και των ανεψιών αυτού Ιωσήφ και Θεοδώρου του Στουδίτου, διότι απώλεσαν ήν διαχείρησιν των της πολιτείας εκέκτηντο πρότερον, ως και τα εκ ταύτης κτήματα και ωφελήματα, δεν έπαυσαν επί δέκα και πλέον έτη ταράττοντες την πολιτείαν και επικαλούμενοι την αντίληψιν του Πάπα Ρώμης, ως της θειοτάτης των όλων Κεφαλών Κεφαλής, του κορυφαιοτάτου Πατέρος Πατέρων, του Ισαγγέλου, Μακαριωτάτου και Αποστολικού Πατρός, ως του έχοντος τα πρωτεία θεόθεν, και ως δεξαμένου τας κλεις του Ευαγγελίου προς Χριστού δια μέσου του των Αποστόλων πρωτοστάτου (επιστολαί Θεοδώρου του Στουδίτου προς τον Πάπαν Ρώμης Λέοντα τον Γ΄, ο οποίος έστεψε το 800 τον Καρλομάγνο). Δια των ενεργειών αυτών ήσαν εγκάθετοι του Πάπα και επεδίωκαν την εις τα της Ανατολής επέμβασιν του Πάπα Ρώμης. Κατόπιν δε μάλιστα επί της βασιλείας Μιχαήλ του Κουροπαλάτου γενόμενοι παντοδύναμοι ετράπησαν αμείλικτοι κατά των μη ασπαζομένων τον υπό της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου καθιερωθέντα Όρον εφαρμόζοντες δια των ιεροκρυφίων ενεργειών αυτών το βασιλικόν διάταγμα, δι’ ου υποβάλλεται κεφαλική τιμωρία κατά των ετεροδοξούντων. Δυστυχώς συμβουλαί, προτροπαί, απειλαί και ανάλογοι τιμωρίαι προς αυτούς απέβησαν μάταιοι. Το δε λυπηρότερον ότι τα Μοναχικά τάγματα, καίτοι καλώς εγίνωσκον ότι ένεκα ιδιοφελείας εθυσίαζον, ως μη ώφελε τας ιερωτέρας παραδόσεις της εκκλησίας ως προς τα σπουδαιότερα ζητήματα και καταπροέδιδον τα τιμαλφέστερα του έθνους συμφέροντα, όμως προς επικάλυψιν των παρεκτροπών αυτών Ιησουητικώ τω τρόπω εσοφίζοντο ζητούντες να διακαιολογήσωσιν ένθεν μεν την εις τα καθαρώς θρησκευτικά προβλήματα επέμβασιν του ποινικού νόμου διαστρέφοντες επί τούτω τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ενώ το πνεύμα της Χριστιανικής πίστεως μαρτυρεί τουναντίον ότι ως προς τα συνηδείσεις η πειθώ και ουχί η βία είναι το κυριώτατον όπλον, ένθεν δε την εις τα της Ανατολής επέμβασιν του Πάπα Ρώμης» (Αγίου Νεκταρίου, αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, σελ. 204-205). Αλλά και ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων αναφέρει: «Ο Νικόλαος (πάπας Νικόλαος Α΄) αντί να πεισθή, εξηρεθίσθη έτι μάλλον κατά του Φωτίου και αμέσως διήγειρε κατ’ αυτού τους εν τη Ανατολή εγκαθέτους του αρχιεπισκόπους Σμύρνης Μητροφάνη και Νεοκαισαρείας Στυλιανόν Μάπαν, εμφανιζομένους ως υποστηρικτάς του Ιγνατίου, αυτοί δε με την σειράν των διήγειραν ομάδα όλην επισκόπων και τους Στουδίτας μοναχούς, οι οποίοι φιλοπαπικοί υπάρχοντες ήδη από του περιφήμου ηγουμένου των Θεοδώρου του Στουδίτου, ήσαν τα νυν σφοδροί πολέμιοι του Φωτίου και όργανα του πάπα Ρώμης» (Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος Χαράς, Εισαγωγή, σελ. 37). Επίσης: «Νικηφόρος Α΄ Κωνσταντινουπόλεως (806-815). Εγένετο εκ λαϊκού πατριάρχης. Προ τούτου ήτο ασηκρήτις, όπως και ο προκάτοχός του Ταράσιος και ο Φώτιος, τότε "εστασίασαν" εναντίον του ο Θεόδωρος Στουδίτης και ο θείος του Πλάτων δια την εκ λαϊκού δήθεν απότομον προβολήν του, αλλά τη αληθεία, λέγει ο Ζωναράς, δια "φιλαρχίαν" αυτών, διότι ήθελον αυτοί να γίνη ο εις εκ των δυο πατριάρχης. «ηβούλοντο γαρ της εκκλησίας εγκρατείς γενέσθαι και του αρχιερατικού της Κωνσταντινουπόλεως επιβήναι θρόνου περί πλείστου πεποίηντο» (Ιωάννης Ζωναράς, επιτ. Ιστ. 15,14,14-18). Ίσως υπεκινούντο και υπό του πάπα Ρώμης, του οποίου ήσαν φίλοι και εγκάθετοι εν Κωνσταντινουπόλει». (Δοσιθέου, ως ανωτέρω, Φωτίου επιστολαί, σελ. 209-210).

Ειδικά δε για τον άγιο Θεόδωρο, ο άγιος Νεκτάριος καταγράφει επιπλέον, στο ανωτέρω βιβλίο του (σελ. 205), ότι οι Στουδίτες "ένεκα ιδιοφελείας εθυσίαζον, ως μη ώφελε τας ιερωτέρας παραδόσεις της Εκκλησίας...... και κατεπρόδιδον τα τιμαλφέστερα του έθνους συμφέροντα, όμως προς επικάλυψιν των παρεκτροπών αυτών Ιησουιτικώ τω τρόπω εσοφίζοντο ζητούντες να διακαιολογήσωσιν ένθεν μεν την εις τα καθαρώς θρησκευτικά προβλήματα επέμβασιν του ποινικού νόμου διαστρέφοντες επί τούτω τα κείμενα της Κ. Διαθήκης, ενώ το πνεύμα της Χριστιανικής πίστεως μαρτυρεί τουναντίον ότι ως προς τας συνηδείσεις η πειθώ και ουχί η βία είναι το κυριώτατον όπλον, ένθεν δε την εις τα της Ανατολής επέμβασιν του Πάπα Ρώμης". Όντως δριμύ το κατηγορητήριο!

Φιλικά Ι.Κ.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΙ ΤΟΥ π. ΕΥΘΥΜΙΟΥ έχει ως ακολούθως:

Αγαπητέ αδελφέ και εγκάρδιε φίλε Οδυσσέα,

Συνημμένως με τα κείμενα που σου απέστειλα σχετικά με τις αντιπαπικές θέσεις του Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου, σου στέλνω και το παρόν το οποίο αποτελεί απάντησι στο φίλο σου, ο οποίος υπογράφει με τα αρχικά Ι.Κ.
Καταλαβαίνεις βέβαια ότι όταν γράφουμε τόσο σοβαρά πράγματα, δια των οποίων φθάνουμε στο σημείο να κατηγορούμε τους αγίους είναι πέρα από κάθε χαρακτηρισμό το να φοβούμεθα να υπογράψουμε τις βαρύγδουπες διακηρύξεις μας.
Ερχόμενος λοιπόν στα γραφόμενα του φίλου σου σου αναφέρω ότι είναι τελείως αντιχριστιανικό να αραδιάζουμε τόσο σοβαρές κατηγορίες για τόσο υψηλά ιστάμενα πρόσωπα στο εκκλησιαστικό στερέωμα και οι πηγές από τις οποίες αντλούμε τις κατηγορίες να είναι τόσο θολές και διεστραμμένες.
Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος οι πλείστες των κατηγοριών του φίλου σου στηρίζονται στον ιστορικό Κ. Παπαρρηγόπουλο από τον οποίο επηρεάστηκε δυσμενώς ο Αγ. Νεκτάριος και εσχημάτισε αυτή τη γνώμη για τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.
Απόδειξις ότι αυτή είναι η βασική θολή και διεστραμμένη πηγή είναι ότι ολόκληρες προτάσεις αναφέρονται απαράλλακτα όπως διετυπώθησαν από τον Παπαρρηγόπουλο στο έργο του «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους».
Αναφέρω χαρακτηριστικά την πρότασι «ένεκα ιδιοτελείας εθυσίαζον ως μη ώφειλε τας ιερωτέρας παραδόσεις της Εκκλησίας ως προς τα σπουδαιότερα ζητήματα και κατεπρόδιδον τα τιμαλφέστατα του έθνους συμφέροντα».
Αυτή ευρίσκεται στον 4ο τόμο του Κ. Παπαρρηγόπουλου σελ. 489.
Αλλά και όλοι οι χαρακτηρισμοί δια τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη και όλο το σκεπτικό και τα συμπεράσματα είναι απαράλλακτα με αυτά του Παπαρρηγόπουλου.
Ο δε Παπαρρηγόπουλος έχει τόσο διεστραμμένη άποψι δι’ όλα σχεδόν τα εκκλησιαστικά θέματα, από τα δόγματα μέχρι την διοίκησι, ώστε να συντάσσεται στην ιστορία του απροκάλυπτα υπέρ της εικονομαχίας, την οποία ονομάζει μεταρρύθμισι σωτήριο, τους δε εικονόφιλους ονομάζει αντιμεταρρυθμιστές, να συντάσσεται υπέρ των εικονομαχικών συνόδων και εναντίον της Ζ΄ Οικουμενικής, να θεωρή αδιανόητο την αντίστασι των ομολογητών πατέρων και να προσπαθή να την γελοιοποιήση, να διακηρύσση ότι οι εικονομάχοι αυτοκράτορες εφέρθησαν άψογα στους ομολογητές πατέρες, δεν προέβησαν σε διωγμούς και εκεί που αναγκάστηκαν να φερθούν σκληρά το έκαναν για να καταστείλουν τον φανατισμό και τον φατριασμό των ομολογητών πατέρων, να θεωρή τους μοναχούς άπραγους, τεμπέληδες, ραδιούργους με αρχηγό τους τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη κλπ.
Δεν παραλείπει δε να επισημάνη ότι και στις φυλακίσεις και στην εξορία διήγε τόσο άνετα ο όσιος, ώστε να δύναται ελευθέρως να επικοινωνή δι’ επιστολών και να διδάσκη τα των εικονοφίλων δόγματα.

Το πόσο άνετα βεβαίως διήγε ο όσιος στη φυλακή και στην εξορία και το πόσο ελεύθερα επικοινωνούσε και εδίδασκε την Ορθοδοξία φαίνεται από το ότι κάθε φορά που συνελαμβάνετο κάποια επιστολή του απεστέλλετο ειδικός δήμιος από τον αυτοκράτορα δια να τον μαστιγώση και όταν διεπιστώνετο ότι προκειμένου να διακηρύξουν την αλήθεια οι άγιοι εν καιρώ αιρέσεως δεν εγνώριζαν φραγμούς και όρια, ούτε φόβο και δειλία, απεστέλλετο με αυτοκρατορική εντολή σε μακρύτερη εξορία.

Είναι όμως αλήθεια ότι η ευφυΐα του αυτοκράτορος κάποτε ευρήκε έναν τόπο στον οποίο ο όσιος δεν ηδυνήθη να διαφύγη την επιτήρησι των κρατούντων, ώστε να διακηρύξη τα ορθόδοξα δόγματα.
Αυτός ήτο η Μητρόπολις της Σμύρνης στην οποία ο εικονομάχος Επίσκοπος τον ενέκλεισε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, έκτισε τη θύρα και του έδιδε την αναγκαία τροφή για να ζήση από μία τρύπα του τοίχου. Στην φυλακή αυτή της Μητροπόλεως της Σμύρνης εκρατήθη ο όσιος δύο περίπου χρόνια.

Ένα άλλο σημείο τραγικής διαστροφής της αληθείας από τον φίλο σου Ι.Κ. φίλτατε Οδυσσέα, είναι και αυτό το οποίο αναφέρει επί λέξει «Αλλά και ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων αναφέρει....» και αναφέρει ένα κείμενο από το βιβλίο του Δοσιθέου Ιεροσολύμων «Τόμος Χαράς». Το τραγικό στην όλη υπόθεσι είναι ότι όλα αυτά τα οποία αναφέρει ως λόγια του Δοσιθέου είναι από την εισαγωγή του βιβλίου και δεν είναι λόγια του Δοσιθέου αλλά του Κων/νου Σιαμάκη.

Το ίδιο συμβαίνει και στη συνέχεια όταν ο φίλος σου αναφέρει «Επίσης ο Νικηφόρος ο Α Κων/πόλεως....» Και αυτό το τμήμα είναι από μία υποσημείωσι και είναι πάλι σοφίες του Κων/νου Σιαμάκη. Το πόση αξία δε και βαρύτητα δύνανται να έχουν τα λόγια και οι απόψεις ενός συγχρόνου θεολόγου είναι εύκολο κανείς να το διαπιστώση από τα τόσα που διακηρύσσουν σήμερα οι θεολόγοι για τους αγίους, για τους αιρετικούς, για τους κανόνες, την Ιερά Παράδοσι κλπ.

Πρέπει τώρα, αγαπητέ Οδυσσέα, να έλθωμε και στο περιβόητο χωρίο του Ζωναρά και να αποδείξωμε την περί τούτου σκευωρία του φίλου σου.
Εισαγωγικά αναφέρω ότι ο Ι. Ζωναράς έζησε περίπου τετρακόσια χρόνια μετά την εποχή του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου και εκτός των άλλων έργων του έγραψε και ιστορία από κτίσεως κόσμου μέχρι του έτους 1118.
Η σκευωρία λοιπόν του φίλου σου σε βάρος του οσίου είναι η ίδια με αυτή κατά την οποία κάποιος αποδεικνύει από τα λόγια της Αγ. Γραφής ότι δεν υπάρχει Θεός αναφέροντας το «ουκ έστι Θεός», χωρίς δηλαδή να αναφέρη το αμέσως προηγούμενο «είπε άφρων εν τη καρδία αυτού».
Έτσι λοιπόν και ο φίλος σου μεταχειριζόμενος την ίδια αποδεικτική μέθοδο, αναφέρει το χωρίο του Ζωναρά «ηβούλοντο γαρ της εκκλησίας εγκρατείς γενέσθαι και του αρχιερατικού επιβήναι θρόνου περί πλείστου πεποίηντο».
Το αμέσως όμως προηγούμενο χωρίο του Ζωναρά μας οδηγεί αβίαστα να αλλάξουμε λογισμό για το ποιός ανέφερε αυτή τη γνώμη.
Λέγει λοιπόν αμέσως πριν από το χωρίο το οποίο απεμόνωσε ο φίλος σου «εισί δ’ οι λέγουσι σκήψιν είναι το στασιάσαι αυτούς δια το εκ λαϊκών γενέσθαι πατριάρχην τον ιερόν Νικηφόρον το δ’ αληθές αίτιον φιλαρχίαν είναι. Ηβούλοντο γαρ της εκκλησίας .....κλπ». Δηλαδή λέγει ο Ζωναράς ότι υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι λέγουν ότι η αντίδρασις των οσίων Πλάτωνος και Θεοδώρου στην εκ της τάξεως των λαϊκών χειροτονία του Αγ. Νικηφόρου ήτο μία πρόφασις και δικαιολογία ενώ η αλήθεια ήτο ότι ήθελαν να γίνη κάποιος από αυτούς τους δύο Πατριάρχης.

Ο Ζωναράς λοιπόν ως ιστορικός, ο οποίος μάλιστα έζησε τέσσερις αιώνες αργότερα, είναι υποχρεωμένος να γράψη και την αντίθετο άποψι και πλευρά, προφανώς των εχθρών του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Δηλαδή αυτό το οποίο λέγει «εισί δε οι λέγουσι» σαφώς καταδεικνύει ότι αυτά τα οποία ακολουθούν δεν είναι απόψεις του Ζωναρά, αλλά κάποιων άλλων.
Ο φίλος σου όμως τα αποδίδει στον Ζωναρά, διότι επί λέξει αναφέρει «τότε εστασίασαν» εναντίον του ο Θεόδωρος Στουδίτης και ο θείος του Πλάτων δια την εκ λαϊκού δήθεν απότομο προβολή του, αλλά «τη αληθεία», λέγει ο Ζωναράς, δια «φιλαρχίαν» αυτών, διότι ήθελον αυτοί να γίνη ένας από αυτούς πατριάρχης «ηβούλοντο γαρ της εκκλησίας.....κλπ.»
Βλέπεις λοιπόν, φίλτατε, πόσο ωραία συνέρραψε την έκφρασι «τη αληθεία» με το «λέγει ο Ζωναράς», ενώ ο Ζωναράς το «τη αληθεία» το προσάπτει στο «εισί δε οι λέγουσι», δηλαδή στη συλλογιστική όχι την ιδική του, αλλά των εχθρών του οσίου.
Τώρα αν και αυτό το επήρε πάλι από τις υποσημειώσεις του Κ. Σιαμάκη δεν έχει καμμία σημασία, την στιγμή κατά την οποία το παρουσιάζει σαν άποψι και θέσι του Ζωναρά.
Αν θέλεις δε εσύ η ο φίλος σου να σου πω δύο λόγια και για την εν λόγω περίπτωσι και αντίδρασι του οσίου Πλάτωνος και Θεοδώρου στην εκ λαϊκού αναγόρευσι του Αγ. Νικηφόρου στον πατριαρχικό θρόνο άκουσέ τα.

Άριστα έπραξαν οι όσιοι που αντέδρασαν στην εν λόγω εκλογή του Αγ. Νικηφόρου, διότι αφ’ ενός μεν ήτο αντίθετη στους ιερούς κανόνες και την Παράδοσι της εκκλησίας, αφ’ ετέρου υπήρχε αίρεσις εν εξελίξει και ο Αγ. Νικηφόρος ως λαϊκός δεν είχε επιδείξει δείγματα απτά της Ορθοδοξίας του, αλλά, το κυριώτερο, διότι επροτείνετο και προωθείτο δια Πατριάρχης από έναν εικονομάχο αυτοκράτορα.
Ο αυτοκράτωρ λοιπόν, Νικηφόρος και αυτός στο όνομα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δεν προώθησε δια Πατριάρχη κάποιον δεδηλωμένο εικονομάχο Επίσκοπο, δια να μη προκαλέση προφανώς αντιδράσεις, αλλά ένα λαϊκό από τους γραμματείς του παλατιού, με το σκεπτικό να τον έχη υποχείριό του σε ο,τι θέλει να επιβάλλη στην εκκλησία, ασχέτως βέβαια αν εκ των υστέρων ο Αγ. Νικηφόρος ετάχθη με το μέρος των Ορθοδόξων και υπέστη διωγμό δια την πίστι του.
Τι θα έπρεπε να κάνουν και να σκεφθούν οι όσιοι σε μία τέτοια προώθησι και προβολή;
Να ιδούν αγνά αισθήματα εκ μέρους του αυτοκράτορος η να αδιαφορήσουν όπως θα εκάναμε εμείς και όλοι οι μοναχοί σήμερα;
Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι την εποχή εκείνη εζητείτο η γνώμη δια την εκλογή του Πατριάρχου όχι μόνο από τους Επισκόπους αλλά και από τους μοναχούς και ακόμη εχρειάζετο δια να είναι έγκυρη η εκλογή και η σύμφωνος γνώμη του λαού.

Άκουσε τώρα, αγαπητέ Οδυσσέα, επειδή κατηγορήθηκε ο όσιος από τον φίλο σου, ότι ήθελε να γίνη Πατριάρχης, τα περί εκλογής του Αγ. Νικηφόρου και μάλιστα όπως τα περιγράφει ο Κ. Παραρρηγόπουλος, ο οποίος δε κατενόησε τίποτε από το πνεύμα του οσίου.
Αναφέρω αυτήν την περιγραφή διότι ο Παπαρρρηγόπουλος είναι αυτός ο οποίος δράττεται κάθε ευκαιρίας για να κατηγορήση τον όσιο χρησιμοποιώντας προς τούτο πολλή φαντασία και την προσφιλή του συλλογιστική μέθοδο.
Καταλαβαίνεις ότι αν υπήρχε ίχνος υποψίας, ότι ο όσιος ήθελε να γίνη Πατριάρχης, ο Παπαρρηγόπουλος δεν θα το άφηνε να περάση απαρατήρητο. Λέγει λοιπόν εν προκειμένω τά εξης: (1)

Άκουσε τώρα πως το ίδιο γεγονός το περιγράφει ο όσιος στον επικήδειο λόγο του προς τον όσιο Πλάτωνα.(2)
Από τις δύο περιγραφές εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο όσιος Πλάτων δεν εψήφισε τον Αγ. Νικηφόρο όπως ισχυρίζεται ο Παπαρρηγόπουλος, αλλά κάποιον άλλον ο οποίος προφανώς δεν τους άρεσε δι’ αυτό «απεσείσατο το γράμμα και μετεκύλισαν ως εν κύβω τας ψήφους», δηλαδή ανέδειξαν αυτόν τον οποίο εκ των προτέρων είχαν επιλέξει.
Για να καταλάβης δε το λεξιλόγιο του Παπαρρηγόπουλου σου ερμηνεύω κάποιες λέξεις:
Μεταρρύθμισις=εικονομαχία, απόρριψις των εικόνων, κατάργησις μοναχισμού, ανακάθαρσις των εκκλησιαστικών βιβλίων, περιορισμός εορτών κ.α.
Μοναχική φατρία=όλος ο μοναχισμός ο οποίος ετάσσετο εναντίον της μεταρρυθμίσεως.
Θρησκομανής Πατριάρχης =ο εικονόφιλος, ο παραδοσιακός κλπ. Καταστροφή του κράτους=η επαναφορά των εικόνων και της Ορθοδοξίας.
Θέλω να τελειώσω για να μη γίνω κουραστικός για θέματα τα οποία επειδή έχω μελετήσει υπερβολικά δύναμαι να πω πολλά, τα οποία όμως μπορεί άλλους να μη τους ενδιαφέρουν.
Με προκαλούν όμως τα πρώτα αποφθέγματα του φίλου σου, τα οποία και αυτά αποδίδει στον Αγ. Νεκτάριο, δηλαδή στον Παπαρρηγόπουλο.

Για τις υπ’αριθμ.(1) και (2) κατηγορίες περί φιλοπαπικών δήθεν αισθημάτων του οσίου, σου απέστειλα τμήμα από μία μελέτη μου η οποία αποτελεί ένα κεφάλαιο στο περί μνημονεύσεως υπό έκδοσι βιβλίο μας (είναι το κείμενο που δημοσίευσε χθές το blog apotixisi).

Για την υπ’ αρίθμ.(3) κατηγορία παροξύνεται το πνεύμα μου, κατά τον Απόστολο, θεωρών την διαστρέβλωσι της αληθείας.
Προς απάντησι δε των ισχυρισμών του φίλου σου, σου παραθέτω μία ολόκληρο επιστολή του οσίου για να ιδής το πνεύμα του, την συμπεριφορά του απέναντι στους αιρετικούς, την συμφωνία των Πατέρων επί του θέματος τούτου για το οποίο τον κατηγορεί ο φίλος σου, την πατερική ανατροπή των επιχειρημάτων του Επισκόπου παραλήπτου της επιστολής, ο οποίος προφανώς εμφορείτο από αντιλήψεις τις οποίες ο φίλος σου προσάπτει στον όσιο, την ευαγγελική διδασκαλία επί του θέματος και τέλος την αμφισβήτησι κάποιων κειμένων, τα οποία συνηγορούσαν στην τιμωρία των αιρετικών, των μάγων κλπ.
Αν αδελφέ μου εύρης κάποιο κείμενο στην πατερική γραμματεία πιο πλήρες από θεολογικής πλευράς, πιο εναρμονισμένο με όλη την ορθόδοξο Παράδοσι, πιο διαφωτιστικό επί του θέματος της υπ’ αριθμ. (3) κατηγορίας του φίλου σου, πιο φιλάνθρωπο ως προς την αντιμετώπισι των αιρετικών, εγώ είμαι έτοιμος να δεχθώ όχι μόνο αυτή αλλά και όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες του.
Καταλαβαίνεις τι σημαίνει ο όσιος να διδάσκη τον Επίσκοπο όχι μόνο να μην τιμωρούμε τους αιρετικούς, αλλά ούτε να «καυχώμεθα» δι’ αυτούς, δηλαδή να μην παρακαλούμε τον Θεό να τους τιμωρήση και «διδάσκεσθαι γαρ ου τιμωρείσθαι χρη τους αγνοούντας» και από την άλλη ο φίλος σου να θεωρή τον όσιο υπόλογο θανατικών ποινών, εγκάθετο της αστυνομίας, καταδότη κλπ.
Σκέπτομαι μήπως στις ημέρες μας, εκτός των άλλων, χάσαμε και τα λογικά μας.(3)

Η υπ’αρίθμ. (4) κατηγορία του φίλου σου δεν θέλει απάντησι, διότι είναι αντιγραφή από τον Παπαρρηγόπουλο.

Η υπ’ αριθμ. (5) κατηγορία είναι όντως άρρητη, διότι ο όσιος ποτέ δεν τα «πήγαινε καλά» κατά το δη λεγόμενο με την πολιτική ηγεσία, ώστε να ζητά την επέμβασι του ποινικού νόμου στα εκκλησιαστικά προβλήματα.
Αν όμως ο φίλος σου έχει να παρουσιάση έστω και ένα τέτοιο παράδειγμα στη ζωή του οσίου, δεν έχει παρά να μας το αναφέρη και είμεθα πρόθυμοι να του απαντήσουμε.
Ίσως όμως πάλι πρέπει να επιστρατεύση τον Παπαρρηγόπουλο για να υποστηρίξη τις θέσεις του.
Εγώ επί του προκειμένου θα σου αναφέρω τον ίδιο τον Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος παρουσιάζει τον όσιο ως υπέρμαχο της απαγκιστρώσεως της εκκλησίας από την πολιτική επιρροή και επέμβασι.
Λέγει λοιπόν τα εξής.(4)
Τι κρίμα, αδελφέ, να φθάσουμε στο κατάντημα οι Δυτικοί να βλέπουν ορθότερα αυτά τα οποία οι ιδικοί μας σύγχρονοι ιστορικοί και θεολόγοι δεν δύνανται να κατανοήσουν ;

Η υπ’ αριθμ. (6) κατηγορία είναι αχαρακτήριστη λίαν επιεικώς κρινομένη, διότι όπως είδες και στην επιστολή την οποία σου παρέθεσα, ο όσιος σε οιαδήποτε ερμηνεία της Αγ. Γραφής χρησιμοποιούσε πάντοτε ως οδηγό αλάνθαστο τους προγενεστέρους Πατέρες, τους οποίους εγνώριζε άριστα.
Αν λοιπόν, όπως λέγει ο φίλος σου, ο όσιος ήτο διαστροφέας των κειμένων της Κ. Διαθήκης πρέπει να είναι διαστροφείς και οι Άγιοι στους οποίους πάντοτε στηρίζεται.
Αν όμως εύρη ο φίλος σου κάποια αυθαίρετη ερμηνεία του οσίου στην Αγ. Γραφή, η οποία μάλιστα δεν συμφωνεί με όλη την ορθόδοξο Παράδοσι να μας την παρουσιάση, ώστε να παύσωμε να εμπιστευώμεθα τον όσιο τουλάχιστον κατά την ερμηνευτική του πλευρά.

Η υπ’ αριθμ. τέλος (7) κατηγορία του φίλου σου είναι και αυτή κίβδηλη, διότι η όλη ζωή του οσίου και η διδασκαλία του παρουσιάζουν αυτόν να αγαπά μόνο την Ορθοδοξία, την Παράδοσι, τον μοναχισμό κλπ. και ουδόλως τα αξιώματα.
Αν αδελφέ μου έκαναν ολόκληρη σκευωρία για να τον πείσουν να αποδεχθή την ηγουμενική προστασία των αδελφών, συνεργούντος μάλιστα σ’ αυτήν την σκευωρία και του οσίου Πλάτωνος και ολοκλήρου της αδελφότητος, πως μπορεί να περάση έστω και ψιλός λογισμός περί δήθεν επιθυμίας του δια τον Πατριαρχικό θρόνο;
Άλλωστε για να γίνη κανείς Πατριάρχης αυτή την περίοδο έπρεπε τουλάχιστον να δημιουργή και να διατηρή αγαθές σχέσεις με την πολιτική εξουσία και ο όσιος έπραξε το εντελώς αντίθετο.

Αυτά εν περιλήψει. Θα ηδυνάμην να είπω πολύ περισσότερα. Είμαι διατεθειμένος σε οιαδήποτε συζήτησι προφορική η γραπτή.
Σε παρακαλώ Οδυσσέα τα στοιχεία τα οποία σου παρέθεσα να γνωστοποιηθούν και στον φίλο σου.
Σε χαιρετώ με την εν Κυρίω αγάπη ευχόμενος κάθε πνευματική καρποφορία στο έργο σου.


Ιερομόναχος Ευθύμιος Τρικαμηνάς

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Η στέρησις τοιούτου πατριάρχου (εννοείται του Αγ. Ταρασίου) κατετάραξε τον βασιλέα Νικηφόρον, όστις υπέρ πάντα άλλον εξετίμα τας χριστιανικάς και πολιτικάς του ανδρός αρετάς και εγίνωσκεν όπόσον δυσχερής θέλει αποβή η αντικατάστασις αυτού. Μετά τινα σκέψιν εξελέξατο τον υποψήφιον αυτού, ουχί μεταξύ των μοναχών, τους οποίους εγίνωσκεν άπαντας ασπόνδους πολεμίους της μεταρρυθμίσεως, και ούτε μεταξύ των αρχιερέων, ων άλλοι μεν ετάσσοντο μετά της μιας και άλλοι μετά της ετέρας μερίδος, αλλά θέλων να εγχειρίση τους οίακας της εκκλησίας εις άνδρα εντελώς εκ των προτέρων αμέτοχον της διενέξεως ήτις ετάραττε τα πνεύματα επέστησε την προσοχήν εις ένα των περί αυτόν λαϊκών. Εν τούτοις καίτοι προαιρούμενος να περιστείλη τας καταχρήσεις της μοναχικής φατρίας ήθελε να οικονομήση αυτήν όσον ενδέχεται, και επί τούτω κατ’ αρχάς συνεβουλεύθη τον παρ’ αυτή ισχυρότατον Θεόδωρον, ερωτήσας αυτόν τίνα νομίζει άξιον να διαδεχθή τον μακαρίτην Ταράσιον, χωρίς ν’ αποκαλύψη τίνα είχεν ο ίδιος κατά νουν. Ο Θεόδωρος απήντησεν ότι δεν γνωρίζει κανένα, αλλά παρετήρησεν ότι καλόν ήτο να γίνη ελευθέρα εκλογή προσκαλουμένων επί τούτω και μοναχών και ερημιτών. Ο Νικηφόρος εύρε την γνώμην ταύτην άτοπον, και ευλόγως˙ διότι εκλογή τοιουτοτρόπως γενομένη ήθελεν αναδείξει πατριάρχην άνδρα θρησκομανή και επιτήδειον μόνον να συμπληρώση την καταστροφήν του κράτους. Αφήσας λοιπόν κατά μέρος τον Θεόδωρον ετράπη προς τον γέροντα Πλάτωνα και διεκοίνωσεν εις αυτόν ειλικρινώς τίνα έχει υποψήφιον˙ ο δε ενέκρινεν αυτόν πληρέστατα και έγραψε μάλιστα εις συγγενή ον είχεν εν τη αυλή προτρέπων αυτόν να συμπράξη εις την εκλογήν του ανδρός. Ταύτην λαβών την συναίνεσιν ο βασιλεύς συνεκάλεσε τους επισκόπους και ψήφω αυτών και παντός του λαού προεχειρίσατο ένα των επιφανεστέρων του κράτους αρχόντων, τον πρώην βασιλικόν γραμματέα Νικηφόρον όστις μετά τινας δισταγμούς απεδέχθη το αξίωμα και αφού εκάρη μοναχός εχειροτονήθη οικουμενικός πατριάρχης τη 12 Απριλίου, ήτοι ανήμερα του Πάσχα του 806 έτους».
(Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τόμος 4ος, σελ. 482).



2. Επειδή δε απεβίω ο τηνικαύτα θείος πρόεδρος, ζητείται ψήφος πατριαρχήσοντος, και τα ψηφίσματα επί πολλούς οι πολλοί, ως έκαστος είχε κατά φιλίαν η αλήθειαν˙ ζητείται και παρά του Πατρός, ουχ υπό των της ιερωσύνης μόνον εγκρίτων, αλλ’ ήδη και προς αυτού του βασιλεύοντος. Τι ουν έδει, ω προς της αληθείας αυτής; Ουχί τον τοσαύτα υπέρ του καλού εναθλήσαντα και ηκριβωμένου βίου τοις πάσι νόμον προκείμενον, αψευδώς ειπείν την ενούσαν αυτώ διάθεσιν, προς το κοινή συμφέρον σκοπούντα; Ου, φασίν οι τα εκείνου σκώπτοντές τε και διαγελώντες, αλλ’ η την άγνοιαν προβαλέσθαι, η τοις επιζητήσασι παραχωρήσαι το ψήφισμα˙ έστιν δε, το μεν πρότερον ψεύδος, το δε δεύτερον υπόκρισις, και αμφότερα απόπτυστα. Ο μεν ουν την ψήφον έστειλεν, το δε εφ’ότω, παρώ λέγειν˙ επέστειλε δ’ όμως ως υπό Θεώ μάρτυρι. Και οι μεν ασμένως εδέξαντο, ουκ οίδ’ οποίω τρόπω βεβαιώσαντες το γράμμα, ο δε λαβών απεσείσατο, μετακυλίσας ως εν κύβω τας ψήφους».
.(ΕΠΕ φιλοκ. Τόμος 18, σελ. 220).



3. Έλαβον επί χείρας το γραμματείον, όπερ απέστειλεν η ιερά σου κορυφή Αθανασίω τω ημετέρω αδελφώ, κάι αναγνούς ελυπήθην, ιερώτατέ μου πάτερ, λύπην ικανήν, πρώτον μεν ότι εν ημίν αυτοίς, τοις ορθοτομούσι τον λόγον της αληθείας κατά την νυν λυττώσαν αίρεσιν των εικονομάχων, ερεσχελίαι γίγνονται και σχίσματα επιφύονται, έπειτα ότι αναγκάζομαι ο ελάχιστος αντιθετικώς την διάλεξιν ποιήσασθαι. αλλά συγγινωσκέτω η μεγαλειότης σου˙ περί γαρ αληθείας ο λόγος, ης ουδέν προτιμότερον ουδέ αιδεστικώτερον.
Τι δε το εμφερόμενον εν τοις γράμμασι, περί ου η λύπη; ημείς, φησίν, ούτε κτένεσθαι τους Μανιχαίους ούτε μη κτένεσθαι συνεβουλεύσαμεν˙ ει δε και επετρέψαμεν, των καλλίστων το μέγιστον είχομεν αν ποιήσαι. τι φης, ω θεοτίμητε; ο Κύριος απηγόρευσεν εν τοις ευαγγελίοις τούτο, ειπών˙ ου, μήποτε συλλέγοντες τα ζιζάνια εκριζώσητε άμα αυτοίς τον σίτον˙ άφετε συναυξάνεσθε μέχρι του θερισμού. Και αυτός των καλλίστων το μέγιστον φαίης είναι την επιτροπήν της εκριζώσεως; και ότι τα ζιζάνια τους αιρετικούς είρηκεν, τους τε τηνικαύτα δήλον ότι και τους εφ’ υστέρω, ήγουν άπαντας, ακουσώμεθα του Χρυσοστόμου, αυτό τούτο ερμηνεύοντος˙ εφ’ ω τάδε˙ τι ουν ο δεσπότης κωλύει λέγων, μήποτε εκριζώσητε άμα αυτοίς τον σίτον; τούτο δε έλεγεν κωλύων πολέμους γίνεσθαι και αίματα και σφαγάς˙ ου γαρ δει αναιρείν αιρετικούς, επεί ο πόλεμος άσπονδος έμελλεν εις την οικουμένην εισάγεσθαι. και μεθ’ έτερα˙ τι δε άλλο δια του μη εκριζώσητε άμα αυτοίς τον σίτον η τούτό φησιν, ότι, ει μέλλοιτε κινείν όπλα και κατασφάττειν αιρετικούς, ανάγκη πολλούς και των αγίων συγκαταβάλλεσθαι. όπερ και γέγονεν εν τοις καθ’ημάς χρόνοις˙ και γαρ και αίματα και σφαγαί επλήρωσαν την καθ’ ημάς οικουμένην και πολλοί των αγίων συναπήλθον˙ και ο λόγος του Κυρίου ου διέπεσεν, ως ωμολόγηται παρά πολλοίς. και τι λέγομεν περί του μη επιτρέπειν κτένεσθαι αιρετικούς; ουδέ γε κατεύχεσθαι αυτών συγκεχώρηται ημίν. ακουσώμεθα γαρ αύθις του Κυρίου προς Κάρπον τον άγιον, ως υποδεδήλωται δια φωνής Διονυσίου του πανσόφου, λέγοντος˙ παίε κατ’ εμού λοιπόν˙ έτοιμος γαρ ειμι και αύθις υπέρ ανθρώπων ανασωζομένων παθείν, και προσφιλές μοι τούτο, μη άλλων αμαρτανόντων ανθρώπων. πλην όρα ει καλώς έχει σοι την εν τω χάσματι μετά των όφεων μονήν ανταλλάξασθαι της μετά θεού και των αγαθών και φιλανθρώπων αγγέλων.
Οράς, θεοσύνετε, την θείαν αγανάκτησιν, επειδή κατηύχετο των αιρετικών απαλλαγήναι της ζωής, και όπως, ει επιμένων τη διαθέσει ταύτη ην, έμελλεν ο άγιος καταδικάζεσθαι; ούτε ουν, ως δέδειχεν η αλήθεια, κατεύχεσθαι δει όλως, μάλλον μεν ουν υπερεύχεσθαι, ως αυτός ο Κύριος υπέδειξεν εν τω του πάθους καιρώ, λέγων προς τον εαυτού πατέρα˙ πάτερ, άφες αυτοίς την αμαρτίαν˙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν. το δε φαίειν σοι την αγιωσύνην έχειν αυτή συμφωνούντας εν τω προβλήματι τούσδε τους αγίους, σύγγνωθι, πάτερ, ου καλώς εκλαμβάνομεν τας των αγίων φωνάς καντεύθεν ευρισκόμεθα πατρομαχίαν, μάλλον δε θεομαχίαν εισφέροντες. ο γαρ τοι θείος Κύριλλος εν τοις κατά Ιουλιανόν κατά το πάλαι νενομοθετημένον προύτεινε την ρήσιν, ουκ εφάμιλλον τη νέα την παλαιάν συμβάλλων (μη γένοιτο)˙ ου γαρ ηγνόει ότι όσα ο νόμος λέγει, τοις εν τω νόμω λαλεί, ουδέ την του σωτήρος σύγκρισιν, εν η φησιν˙ ερρήθη τοις αρχαίοις τόδε, εγώ δε λέγω υμίν τόδε. ώστε, καθά φησιν ο θεοφάντωρ Διονύσιος προς τινα Δημόφιλον, ουκ αποδεξόμεθά σου τας αζηλώτους ορμάς, ουδ’ ει μυριάκις επαναλάβοις τον Φινεές και τον Ηλίαν˙ ταύτα γαρ ακούοντα τον Ιησούν ουκ ήρεσκον οι του πραέος τότε και αγαθού πνεύματος αμέτοχοι μαθηταί. και γαρ και ο θειότατος ημών ιεροθέτης εν πραότητι διδάσκειν τους αντιδιατιθεμένους τη διδασκαλία του θεού˙ διδάσκεσθαι γαρ ου τιμωρείσθαι χρη τους αγνοούντας. ενωτίσμεθα ουν, ω μάκαρ, α λέλεχεν και ο ιερός Παύλος. ο ήλιος της υπ’ ουρανόν. Λέγει τοίνυν και ο θεοφόρος Ιγνάτιος˙ τους μισούντας ουν τον θεόν μισείν χρη και επί τοις εχθροίς αυτού εκτετηκέναι, ου μην δε διώκειν ημάς αυτούς η τύπτειν, καθάπερ και τα έθνη τα μη ειδότα τον θεόν˙ ει δε ου τύπτειν δει, σχολή γ’ αν αυτούς κτένειν. επειδή δε και τον άγιον Συμεών τον του θαυμαστού όρους είληφας, δέσποτα, συνάδειν σοι, μη τούτο οίου, ιερέ, ως μάχεται Χριστώ η τοις υπέρ αυτόν διδασκάλοις, αλλά τι; επί έθνει τραυματίζοντι το χριστιανικόν φύλον ο λόγος αυτώ της προς τον τηνικαύτα βασιλέα παρακλήσεως, ως αν μη πορθούνται υπό Σαμαρειτών οι χριστιανοί. και ευ γε έχει, και νυν το αυτό τούτο παρακαλούμεν, και Σκύθας και Άραβας θανατούντας τον λαόν του θεού πολεμείν και μη φείδεσθαι τους βασιλέας. άλλο τούτο κακείνο έτερον, το μεν επί τους πολεμίους, το δε επί τους υπό χείρα αιρετικούς˙ το γαρ τοι περί του Νηστευτού Ιωάννου, του της Κωνσταντινουπόλεως προέδρου, ου μοι φαίνεται αληθές, επιτρέψαι ανασκολοπισθήναι τους γόητας, αλλά παρακεχωρηκέναι˙ φονείς γαρ καυτοί, εφ’ ους ου κωλυτέον τοις κρατούσι τα των Ρωμαϊκών νόμων δραν˙ ου γαρ εική, φησί, την μάχαιραν φορούσιν, έκδικοί εισι τω το κακόν πράσσοντι. ου μην εφ’ ους ο Κύριος εκώλυσεν αλόντας εξόν αυτοίς κολάζειν, ουχί τους εν τοις κατά ψυχήν˙ των γαρ ψυχών αρχόντων τούτο, ων τα κολαστήρια αφορισμοί και αι λοιπαί επιτιμίαι.
Ούτως ουν, ω δέσποτα, ημείς οι ευτελείς φρονούμεν˙ και γε, ίνα εν αφροσύνη είποιμι, και παρρησία λελαλήκαμεν τω μεν μακαριωτάτω ημών πατριάρχη ότι, μαχαίρα η εκκλησία ουκ εκδικεί (και κατεύνευσεν), τοις δε την σφαγήν δράσασι βασιλεύσι, τω μεν πρώτω ότι, ουκ ηρέσθη θεός επί τη τοιαύτη αναιρέσει, τω δε δευτέρω, απαιτούντι την συνηγορίαν της αναιρέσεως, ότι, πρότερον η κεφαλή μου αίρεται ήπερ συνθέσθαι με τούτω. ταύτα δη παρ’ ημών των αμαρτωλών˙ υμείς δε, αγιώτατοι, ει έτερον ευαγγέλιον ανέγνωτε, όπερ ημείς ουκ ίσμεν, ευ αν έχοι˙ ει δε μη, σκοπήσατε τι ο απόστολος αποφαίνηται.
(Οσ. Θεοδώρου Στουδίτου, Επιστ.455. Θεοφίλω της Έφέσου, Φατούρος σελ.644).


4. Οι δυτικοί όλοι, μη εξαιρουμένου του Σλόσσερ, αποθαυμάζουσι το θάρρος και την καρτερίαν του Θεοδώρου επί του προκειμένου. Τούτο δε διότι ορμώνται από της δοξασίας ότι ο κλήρος ημών υπήρξε τυφλόν όργανον της πολιτικής αρχής και κατ’ ακολουθίαν πρεσβεύουσιν ότι ο Θεόδωρος διετέλεσεν εις εκ των ολίγων όσοι ενέμειναν πιστοί εις την υγιά αρχήν της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας.
(Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,τόμος 4ος, σελ. 536)